Λευτέρης Χονδρός, Οι νεκροθάφτες

From Shame by Ingmar Bergman 1968

Σκάβουμε ασταμάτητα από το πρωί·
μα τι θέλουμε να ξεθάψουμε;
Καθένας σκάβει όπως μπορεί,
άλλος με το φτυάρι, άλλος με τα χέρια,
άλλος δεν έχει ούτε χέρια ούτε φτυάρι
και σκάβει με τα δόντια –
μα τι θέλουμε να ξεθάψουμε;

Τριγύρω το χώμα υγρό,
η βροχή σταματά λίγο κι ύστερα
ξαναρχινάει
πιο δυνατή, πιο σφοδρή
και περονιάζει τα κόκαλά μας.

Ωστόσο, καθένας έχει τον λάκκο του.

Δώθε ένας έχει πάρει το χρώμα αυτό
λίγο πριν ξεψυχήσει,
μα δε σταματά να σκάβει
κι όλο επιμένει κι επιβιώνει.

Ο κόσμος έχει για φόντο ένα μαύρο,
κάτι το σκοτεινό, κι εμείς βλέπουμε
μόνο τα χέρια μας μελανιασμένα
κι εκείνους τους λάκκους
που μας κοιτάζουν πάντα πίσω.

Νύχτωσε πια·
η ψυχή μας κουράστηκε,
δεν μπορεί άλλο να περιμένει.
Αδράξαμε όλη τη μέρα μας σκάβοντας·
ο λάκκος που μας κοιτάζει πίσω
είναι δικός μας λάκκος.
Αφήνουμε τα φτυάρια ή τα χέρια ή τα δόντια –
μπαίνουμε μέσα.

Τώρα μπορούμε να σταματήσουμε.

Τζένη Μαστοράκη, Ο ποιητής

Artwork: Franz Kline

Πρέπει να ’ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή
έγραφα μόνο
κάτι μακριά, απελπισμένα γράμματα
για τις άνυδρες συνοικίες,
τα ’κλεινα σε μπουκάλια
και τα πετούσα στους υπονόμους.

Μιχάλης Κατσαρός, Ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου

Στις έξη και τριάντα στη Ρώμη
να μπαίνεις σαν έμπορας ή καμηλιέρης
μεταμορφωμένος σε συνοδό χρυσού
και άσημο επισκέπτη –
κι όμως στον κόρφο σου να φέρνεις μυστικά
γράμματα
του Δεκριανού –
κι αμέσως να διαδίδεται στις αγορές
μέσα στα ανάκτορα
ότι κατέφθασε ένα πρόσωπο
ν’ ανατινάξει την πόλη.
Ύστερα ν’ ανεβαίνεις τα αξιώματα
στους διαδρόμους να σε σταματούν έντρομα
πρόσωπα
ο γραμματέας του αυτοκράτορος έμπιστα να ρωτά
να τερματίζεται η δεξίωσις
η φήμη να μεταφέρει το μπόι σου
να μεταφέρει τ’ άλογό σου –
ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου
έχει χιτώνα πράσινο και κάτω το ξίφος
τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία
περιπλανάται σε υγρές αυλές και μυστικά οπλοστάσια –
συγκάλεσε εκτάκτως Σύνοδο
κλείστε καλά τις εξώπορτες
ν’ ασφαλιστείτε.
Κι εσύ ήσυχα πάνω σε ξύλινα τραπέζια και
καπηλιά
να προετοιμάζεις την ένδοξη παρουσία –
όμως – να εκφυλίζεσαι μετά σε αγοραίο ρήτορα
να κεραυνώνεις τα πλήθη με λόγους
να ξεχνάς τον προορισμό σου
να ξεχνάς τ’ άλογό σου
να προσπαθείς να φτάσεις με υπομνήματα
τον αυτοκράτορα
να ζητάς πίστωση χρόνου
οι γραμματείς να σου απορρίπτουν
την αίτηση –
Πώς γίνεται τόσο εσύ να ξεπέσεις;
Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες
σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
κι εσύ αφομοιώθηκες;

*Από τα «Μείζονα Ποιητικά», εκδόσεις Τόπος

Εγώ η αναγνώστρια, η Γεωργία Διάκου, η Λαβίνια Σουλτς

Επί υδάτων πολλών

Γιώτα Τεμπρίδου*

Γεωργία Διάκου, Λαβίνια Σουλτς, Θράκα, Λάρισα 2023.

Συνήθως τα βιβλία δεν έχουν ίδια ονόματα με τους ανθρώπους[1]. Εκτός πια αν σε λένε Λωξάνδρα, Τζέιν Έιρ, Πέδρο Πάραμο. Το βιβλίο με τον τίτλο-ονοματεπώνυμο Λαβίνια Σουλτς μού συστήθηκε τον Μάρτιο του 2023, ελάχιστα μετά την κυκλοφορία του από τη Θράκα. Ξεκίνησα να το διαβάζω στις 10 του μηνός, κατεβαίνοντας στη συγκέντρωση στην Αριστοτέλους[2]. Οι τριάντα σελίδες που πρόλαβα να διαβάσω τότε, σε συνδυασμό με την πνιγμένη στον κόσμο πλατεία, δεν έφτιαξαν απλώς τη μέρα και τη νύχτα, έκαναν –μέσα μου– πολύ περισσότερα. Λίγες μέρες μετά, το τελείωσα. Ακόμα λίγες μέρες μετά, ξεκίνησα να το διαβάζω ξανά, αποκλειστικά στο σπίτι αυτή τη φορά και όλο δυνατά. Έτσι είχαν την ευκαιρία να το ακούσουν και τα δυο γατιά μου. Δεν διαβάζω καθόλου συχνά ολόκληρα βιβλία δυνατά.

Το εξώφυλλο του βιβλίου, απ’ το οποίο μας μισο-κοιτάει ένα (εξαιρετικά ταιριαστό με το περιεχόμενο) έργο της Βίκυς Μπρούσαλη, είναι πανέμορφο, όπως μας έχουν συνηθίσει τελευταία οι εκδόσεις Θράκα και ο σταθερός συνεργάτης τους Ευθύμιος Γάλλος. Κοιτώντας το, για λίγο μπορεί να μην είσαι σίγουρη αν η Γεωργία Διάκου έγραψε ένα βιβλίο που λέγεται Λαβίνια Σουλτς ή αν κάποια Λαβίνια Σουλτς έγραψε βιβλίο για μια Γεωργία Διάκου.
Καλά θα έκανα να είχα ρωτήσει τη Διάκου πώς αυτοπροσδιορίζεται· δεν θα πίστευα τότε εσφαλμένα πως είναι ποιήτρια. Η Λαβίνια Σουλτς είναι πεζογράφημα και, βάσει της έκτασής της (131 σελίδες μικρού μεγέθους), θα την πω νουβέλα. Δεν ξέρω αν (νιώθει πως) βρήκε το είδος της, αν ήταν η στιγμή της, αν την παρέσυρε η Λαβίνια ή το θέμα της, η πεζογραφία πάντως σίγουρα θα τη διεκδικήσει τη Διάκου, κι εγώ, μετά από αυτό το βιβλίο, θα τη διαβάζω για πάντα. Η (για μένα) συγκινητική αφιέρωση «Στις φίλες μου» σε συνδυασμό με αυτό που είπα λίγο πριν για τη Γεωργία και τη Λαβίνια με κάνουν να σκέφτομαι πάλι τα βιβλία ως σχέσεις. Ευχαρίστως βυθίζομαι σε τέτοιες σκέψεις.

Η Λαβίνια Σουλτς διαιρείται σε τρία μέρη. Το (ογδόντα σελίδες και κάτι) πρώτο είναι εμφανέστατα εκτενέστερο τόσο από το (είκοσι σελίδες και κάτι) δεύτερο όσο και από το (ούτε είκοσι σελίδες) τρίτο. Οι τίτλοι τους είναι «η Λαβίνια», «εγώ το μωρό, η Γερμανία, η Λαβίνια» και «πώς θα μιλούσαμε οι δυο μας» και, πριν από οτιδήποτε άλλο, παραθέτω ένα απόσπασμα από το καθένα:
Η θεά ήθελε ηρεμία και άργησε να μοιράσει τα χαρίσματα. Μετά από κάποια σπασμένα πλευρά και πολύ σεξ, είδε πως ο άνθρωπος ήθελε να μείνει μόνος και τον άφησε μόνο. Εμένα με βλέπει γιατί μπαίνω στο κενό της και τη χαιρετώ. Φοβάμαι τους ανθρώπους που πουλάνε φρούτα στον δρόμο. Τα παπούτσια τους είναι γεμάτα λάσπη. Δεν βλέπω το σχήμα. (79)
Πατά το έδαφος και ζωντανεύει, χορεύει η πρώτη άνθρωπος. (92)
Όταν σας χώριζαν σε αγόρια και κορίτσια το δοχείο σου έμενε άδειο, καμιά λέξη κατανόησης, τίποτα που να συλλέγεις και να αντιλαμβάνεσαι γιατί αυτός ο διαχωρισμός των σωμάτων, πρωί, με την αυλή να ιδρώνει στην ομίχλη και τον χώρο να σου ψιθυρίζει «τρέξε». (120)

Η αλήθεια είναι πως ξεκίνησα να διαβάζω τη Λαβίνια Σουλτς χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα ποια είναι η Λαβίνια Σουλτς – χωρίς να έχω καν αναρωτηθεί αν υπήρξε ποτέ κάποια με αυτό το όνομα ή τα σκαρφίστηκε όλα η Διάκου. Ξεκίνησα να διαβάζω σκέτη· ανεπηρέαστη. Συνέχισα να διαβάζω χωρίς να μου περάσει ούτε στιγμή απ’ το μυαλό να ρωτήσω ή να ψάξω. Δεν έψαξα ούτε όταν ένας φίλος, που είχε διαβάσει το βιβλίο πριν από μένα, μου είπε κάτι που δεν μπορούσε παρά να με βάλει σε υποψίες. Παρέμεινα ανέμελη· σκέτη. Έψαξα μόνο όταν οριακά μου το επέβαλε το ίδιο το βιβλίο. Όταν έφτασα στη σελίδα 116 δηλαδή, μια ανάσα απ’ το τέλος: «στο ίντερνετ υπάρχουν 346.000 αποτελέσματα όταν γράφω το όνομά σου στα αγγλικά», διάβασα εκεί.

Έχοντας κάνει τώρα πια τις αναζητήσεις μου, μπορώ με βεβαιότητα να πω πως το όνομα Λαβίνια Σουλτς στα ελληνικά φέρνει σήμερα πολλές δεκάδες αποτελέσματα, τα περισσότερα από τα οποία αφορούν το βιβλίο με τον τίτλο Λαβίνια Σουλτς. Μπορώ επίσης να επιβεβαιώσω πως μια αναζήτησή του στα αγγλικά φέρνει εκατοντάδες χιλιάδες αποτελέσματα που αφορούν το πρόσωπο Λαβίνια Σουλτς. Κυρίως όμως θα ήθελα να καταθέσω το εξής: Αφότου πληροφορήθηκα πως η Λαβίνια ήταν υπαρκτό πρόσωπο, δεν διάβασα/ κατάλαβα το βιβλίο αλλιώς. Εντάξει, στη δεύτερη ανάγνωση μπορεί να έδωσα λίγη παραπάνω προσοχή σε ορισμένες λεπτομέρειες. Αντιστοίχισα, ας πούμε, την ημερομηνία 23 Ιουνίου 1896, που αναφέρεται κάπου (συγκεκριμένα στη σελίδα 124), στη γέννησή της· και πάλι όμως δεν επηρεάστηκε η πρόσληψή μου. Αυτό τώρα μπορεί να λέει κάτι (κακούτσικο) για μένα ως αναγνώστρια, δεν αποκλείεται όμως να λέει κάτι (κάλλιστο) για τη Διάκου ως συγγράφισσα.

Θα μείνω λίγο ακόμα στα μέρη αυτά, συντροφιά με την πρώτη παράγραφο του βιβλίου:
Εγώ είμαι αυτή, ο χορός του ζευγαριού, ένα μεγάλο λευκό κεφάλι με κορδέλες να κρέμονται από τα αφτιά. Γεννήθηκα στο Λούμπεν, μεγάλωσα μέσα σε αυτό που δεν είχα. Βουνά γεμάτα χιόνι και μια πείνα που κάνει τα κόκαλά μου να τρίβονται όταν σηκώνω τα χέρια μου και ζωγραφίζω τον Βάλτερ και το μωρό.

Εδώ λοιπόν μιλάει προφανώς η Λαβίνια (που δανείζει άλλωστε το μικρό της όνομα σε αυτό το πρώτο μέρος του βιβλίου) – η ίδια που λέει παρακάτω «Με λένε Λαβίνια. Είμαι το κεντρικό πρόσωπο» (55) αλλά και «Εγώ είμαι το κεφάλι ενός ζώου που χάθηκε στην πόλη» (44). Η Λαβίνια γεννήθηκε όντως στο Λούμπεν, που είναι στη Γερμανία. Σχετίστηκε (και παντρεύτηκε) όντως με κάποιον Βάλτερ, απέκτησαν και ένα παιδί (εδώ: το μωρό). Λαβίνια και Βάλτερ ήταν χορευτές (εδώ: ο χορός του ζευγαριού). Ό,τι ακολουθεί, ωστόσο, δεν είναι μια καταγραφή της ζωής της (πολύ λιγότερο: τους). Με μυθοπλασία έχουμε να κάνουμε, οπότε και μπορούμε να παρασυρθούμε αναλόγως από την ανάγνωση. Προσωπικά αφέθηκα στην εξής αυταπάτη: Σε ολόκληρο το βιβλίο οι παράγραφοι χωρίζονται μεταξύ τους με διάκενα. Σε άλλη περίπτωση η επιλογή θα με προβλημάτιζε, καθώς θεωρώ πως επηρεάζει, έστω και λιγάκι, την ανάγνωση, αφού καλεί σε παύση, έστω και μικρή. Εν προκειμένω μου λειτούργησε υποβλητικά: Φανταζόμουν τη Διάκου να γράφει μια παράγραφο, να σηκώνεται, να χορεύει, να γράφει άλλη μία.

Κάτι ακόμα με αφορμή την πρώτη παράγραφο: Το χιόνι που αναφέρεται εδώ είναι μια λέξη που επαναλαμβάνεται δεκάδες φορές στο βιβλίο, σε αναμενόμενα και μη συμφραζόμενα: «Το χιόνι είναι ο αγαπημένος μου κόσμος» (9), «Ο σκελετός της είναι φτιαγμένος από χιόνι» (33), «Εγώ είμαι χιόνι» (48). Όταν λοιπόν κατάλαβα πως η Λαβίνια Σουλτς υπήρξε, χρειάστηκε να διαλέξω πόσες πληροφορίες ήθελα να αποκτήσω γι’ αυτήν και να σκεφτώ τι θα τις έκανα έτσι και τις έβρισκα. Πληκτρολόγησα τότε «Lavinia Schulz snow», αλλά αμέσως το μετάνιωσα και δεν περίμενα να διαφωτιστώ. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι αυτό (το snow) το θέμα του βιβλίου. Αλήθεια όμως, ποιο είναι το θέμα;

Αν μου ζητούσατε απρόσμενα, κατά τη διάρκεια της πρώτης ειδικά ανάγνωσης, να πω τι είναι αυτό που διαβάζω, θα δυσκολευόμουν να το περιγράψω με ακρίβεια. Εύκολα θα έλεγα «κάτι που μου αρέσει πολύ», αλλά αυτό σημαίνει κάτι μόνο για μένα – άντε και για κάποια με ολόιδιο γούστο με μένα. Στην κουβέντα για το περιεχόμενο μπορώ σήμερα να πω τουλάχιστον τρία πράγματα με μια κάποια ασφάλεια (γνωρίζοντας ωστόσο πως αλλιώς διαβάζει η καθεμιά και το καθένα και άλλα κρατάει από κάθε ανάγνωση ο καθένας):

  1. Στο επίκεντρο του βιβλίου είναι πάντα η τέχνη· η τέχνη είναι το πιο σημαντικό, είναι πάνω απ’ τη ζωή – μάσκες, όχι πρόσωπα. Ενδεικτικά: «Δεν με ενδιαφέρει η ζωή. Η τέχνη από την άλλη έχει τις θεές στην τσέπη της» (11), «Μόνο την τέχνη θα βάζω μέσα μου. Δεν θα την αγαπώ, θα γίνομαι, μέχρι να είμαι τελειωτικά δική της» (50), «Η θεά έφτιαξε την Τέχνη και την άφησε ελεύθερη» (70)[3].
  2. Βασική είναι η θεματική μάνα. Καταρχάς, το βιβλίο περιλαμβάνει δεκατρία γράμματα στη μητέρα[4]. Και ας μη βιαστούμε να διερωτηθούμε τι σχέση είχε η Λαβίνια με τη μάνα της, γιατί η διατύπωση «αφήνει γράμματα στη μητέρα / τα ονομάζει “γράμματα στη μητέρα”» είναι από το πρώτο βιβλίο της Διάκου (37), την ποιητική συλλογή Αυτά που φαίνονται στο φως μού μοιάζουν οικεία (Θράκα, 2022). Επανέρχομαι όμως: Όλα τα γράμματα ανοίγουν με το «αγαπημένη μου μητέρα», κλείνουν με το «δικιά σου, Λαβίνια». Κάποια περιλαμβάνουν εκφράσεις όπως «Σε φιλώ/Σε μισώ» (14) και «Έχω φτιάξει μια μάσκα που σου μοιάζει. Είναι της Μήδειας» (65). Πέρα όμως από τη μάνα που έχουμε, η μάνα που μπορεί να είμαστε: Η Λαβίνια διατηρεί με το μωρό μια όχι απαραίτητα στοργική σχέση: «Το μωρό μού μοιάζει άσχημο. Θέλω να το εξαφανίσω» (18), λέει κάπου, «Μην ανησυχείς, το μωρό θα γίνει καλά ή θα πεθάνει» (39), γράφει στην αγαπημένη μητέρα.
  3. Οπωσδήποτε είναι ένα βιβλίο φεμινιστικό[5]. Περιλαμβάνει εκφράσεις όπως «Βλέπουν πως είμαι γυναίκα και δεν με παίρνουν στα σοβαρά» (69-70), που μπορεί να περάσουν απαρατήρητες, και άλλες που τραβάν το βλέμμα σαν μαγνήτης: «“Εσύ είσαι η πρώτη που φαίνεσαι”, σου ψιθύριζε και εννοούσε στη σειρά των γυναικών που δεν άφησαν τα φτερά τους να ξεραθούν χρόνο με τον χρόνο, ώσπου να πέσουν φασολάκια από την πλάτη» (122)[6].

Πολύ γενικόλογα, θα πείτε, όλα αυτά, δεν οδηγούν πουθενά συγκεκριμένα, θα μπορούσαν μάλιστα να είναι γραμμένα με χίλιους διαφορετικούς τρόπους. Δίκιο θα έχετε και θα κρατηθώ από την παρατήρησή σας για να μιλήσω για τους τρόπους, προειδοποιώντας πως δεν υπάρχει τίποτα μονοκόμματο (βλ. βαρετό) σε αυτούς.

Ο λόγος τη μια είναι κοφτός (π.χ. «Ζωγραφίζω. Ράβω. Είμαι χλωμή. Έχω ένα σταυρό στο λαιμό. Δεν πιστεύω.» [54]), την άλλη μακροπερίοδος: «Στις γυναίκες δεν αρέσει η ζωή τους και όλη μέρα έχουν τα χείλη προς τα κάτω και περπατούν με ρούχα που τους έρχονται μικρά ή μεγάλα, με λιωμένα φρούτα στις παλάμες τους και πεσμένα μαλλιά στις χάρτινες σακούλες, είναι πεσμένες χαμηλά και πλέκουν τις παλάμες μέσα στα παιδιά τους, μέσα στις μήτρες τους» (36) – κόμμα μπαίνει εδώ, η τελεία αργεί ακόμα, έρχεται δεκατρείς αράδες μετά.

Μερικές φορές λες «να κι ένα ποίημα»:
Το μέλλον ένας κύκλος
που κοιτάει πίσω
από τη σφαλισμένη πόρτα
της γυναίκας που χάθηκε
και γύρισε νύχτα
να μαζέψει τα νυχτικά
τα παπούτσια και τα βιβλία της
(κ.λπ., κ.λπ. [43-44])

Κάποτε χρησιμοποιούνται κάθετοι, που επιβάλλουν τον ρυθμό (και μπορούν επίσης να παραπέμψουν σε ποίημα): «με είδα στον καθρέφτη / η πλάτη μου κόκαλα / νιώθω άδεια / είσαι εδώ / πριν αλλού / πιο πριν δεν σε γνώριζα / πώς ήμουν πριν; / η κοιλιά μου γεμάτη χιόνι / ένα μωρό που γεννήθηκε / και τώρα κοιμάται / και εσύ κοιμάσαι / και εγώ αγαπώ» (68).

Καταγράφονται όνειρα[7] που παρεμβάλλονται, και τα γράμματα στη μητέρα παρεμβάλλονται και αυτά. Τι είναι αυτό στο οποίο παρεμβάλλονται; Η κυρίως αφήγηση. Η αφήγηση τίνος; Ποια μιλάει; Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, το πρώτο, μιλάει η Λαβίνια, αν και στη σελίδα 38 μας αιφνιδιάζει μια παράγραφος που μοιάζει με απόκομμα εφημερίδας. Αυτά τα λόγια είναι αλλουνού, ο ανώνυμος άλλος αποκαλεί μάλιστα τη Λαβίνια «κ. Σουλτς»: «Την κοινή γνώμη είχε σοκάρει και παλαιότερα η ίδια με μια παράσταση χορού, όπου τα μέλη επιδίδονταν σε άσεμνες κινήσεις» κ.λπ., κ.λπ.

Στη συνέχεια, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, μιλάει το μωρό: «Το μωρό είναι η μετάβαση, εγώ είμαι η μετάβαση των αφηγήσεων που ξεγλιστρούν χωρίς αντικείμενο» (108)[8]. Το μωρό λέει πολλά για τη Γερμανία: «Η Γερμανία προσπαθεί να είναι φιλική, μα η Γερμανία είναι μεταμφιεσμένη» (94), «Η Γερμανία καίει τα δαχτυλάκια της στην κατσαρόλα» (97), «Η Γερμανία είναι το εργαστήριο των σωμάτων» (106). Μιλάει για το πώς είναι να είσαι μωρό. Ξέρει πράγματα που λογικά δεν θα μπορούσε να ξέρει – που προηγήθηκαν της ύπαρξής του ή που δεν έχουνε ακόμα συμβεί. Κάποια από αυτά αφορούν τη Λαβίνια.

Στο τρίτο μέρος, τέλος, οι φωνές είναι δύο. Το «Εγώ που αφηγούμαι», που το διαβάζω εδώ ως «εγώ που γράφω», εναλλάσσεται με τη Λαβίνια. Αφενός η συγγράφισσα εξηγεί ό,τι θέλει να εξηγήσει. Αφετέρου η ηρωίδα δεν είναι κανένα έρμαιο, έχει κι αυτή τα λόγια της – λέει, ας πούμε, κάπου: «ανακαλύπτεσαι διορθώνοντας τις λέξεις, αυτές που κάνουν τα ελληνικά, και τις χρησιμοποιείς για να γράψεις το σώμα σου στη σειρά» (118).

Πίσω από τη μάσκα, η νουβέλα Λαβίνια Σουλτς είναι η απόπειρα της Διάκου να μάθει τη Λαβίνια[9] και μια ευκαιρία της να μην ξεχαστεί[10]. Μια «υπόθεση για τον εικοστό αιώνα»[11]. Μια ιστορία διεκδίκησης, επανάστασης, χειραφέτησης[12]. Μια γερή ανάσα για την ελληνική πεζογραφία.

Στην ιστορία υπάρχει και ένα πιστόλι.
Για την έξοδο επιστρατεύεται μια ορχήστρα.
Η εξιστόρηση τελειώνει με το που σταματά η μουσική.

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο ArtCore της Θεσσαλονίκης στις 26 Απριλίου 2024 (μια δυο λέξεις χρειάστηκε μόνο ν’ αλλάξω, τα υπόλοιπα δεν θέλησα να τα πειράξω). Ήταν εκεί και η Ευσταθία Π., το κείμενο της οποίας μπορείτε, αν θέλετε, να διαβάσετε εδώ. Γλιστρούσαν συνέχεια τα γυαλιά μου τη μέρα εκείνη, θα τα επανέφερα με το δάχτυλο στη θέση τους ίσαμε είκοσι φορές.]

[1] Κι ας είμαστε τα βιβλία μας. Μπορεί εξάλλου και να μην είμαστε.
[2] Συγκέντρωση-απάντηση στην ομαδική επίθεση εις βάρος δύο ΛΟΑΤΚΙ ατόμων που σημειωθεί το προηγούμενο βράδυ.
[3] Σχετική αποδεικνύεται και η διάχυτη σωματικότητα: «Η τεχνική είναι κενή δίχως το σώμα και η τέχνη μας είναι μόνο σώμα» (70). Κι αν κάτι ξεχωρίζει από το σώμα, είναι τα χέρια: «Είμαι δοσμένη στην τέχνη και στο χιόνι, και στον ενδιάμεσο χρόνο κάνω τα χέρια να αξίζουν» (59). Βλ. και: «Το μωρό είναι ένα χέρι που μου περίσσεψε» (10), «Τα χέρια μου οι άνθρωποι θα βαλσαμώσουν» (53), «τα χέρια ενώνουν τον κόσμο των αισθήσεων με το πέρα μακριά που δημιουργείται» (97).
[4] Βλ. σ. 14, 24, 33, 39, 46, 51, 56, 61, 65, 71, 74, 81, 87.
[5] Και ο κόσμος του δεν είναι (ο) ετεροκανονικός.
[6] Βλ. και: «Υπήρχαν θηλυκότητες και παιδιά» (126).
[7] Βλ. σ. 44, 48-49, 62-63, 66-67, 72-73, 82.
[8] Βλ. και: «Είμαι αυτό που δεν έχει όνομα, και το όνομα τυλίγει την εντύπωση όπως το περιτύλιγμα» (94-95), «Το ανονομάτιστο σώμα που είναι το μωρό που είμαι εγώ» (105). Αλλά και: «Είμαι και δεν χρειάζεται να πω τι» (109).
[9] Βλ. και σ. 115.
[10] (Καμία από τις δύο.)
[11] Βλ. σ. 110.
[12] Βλ. και: «Είναι η πρώτη φορά που διεκδικούμε την ύπαρξή μας στον κόσμο της τέχνης, ως αυτές που είμαστε, γυναίκες ή άλλο» (41), «Η Λαβίνια καταστρέφει τα πορτραίτα των ανδρών που έμαθε» (112), «Εσύ είσαι όλα τα κινήματα, από την αρχή κορίτσι» (123).

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο http://mag.frear.gr

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

Λεωνίδας Καζάσης, Συμφορὰ μεγὰλη 

Μὲσα στο καμὶνι δεν αντὲχεις,
στὲρεψαν οι λὶμνες – τα νερὰ.
Γὺρω σου συντρὶμμια μὸνο βλὲπεις,
αὶματα, μισθωτὴ σκλαβιὰ.

Μὲσα τους τον ὲρωτα σκοτὼσαν, 
μὶσησαν βαθειὰ τη λευτεριὰ,
πὺραυλοι ανὲμους αμαυρὼσαν,  
μα φὲρνουν στην κὸλαση παιδιὰ!

Βὶλχελμ η αλὴθεια σε ζητὰ,
σε βγὰζει απ’ τον τὰφο η λευτεριὰ!
Συγκὶνησης πανοὺκλα εξορμὰ!
Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

Τρὶτο ολοκαὺτωμα ετοιμὰζει
της διαστροφὴς νὲα γενιὰ,
για τις απαξὶες της κομπὰζει,
κὰλπικη, σαθρὴ κληρονομιὰ.

Βὶλχελμ η αλὴθεια σε ζητὰ,
σε βγὰζει απ’ τον τὰφο η λευτεριὰ!
Συγκὶνησης πανοὺκλα εξορμὰ!
Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

Βὶλχελμ η αλὴθεια σε ζητὰ,
σε βγὰζει απ’ τον τὰφο η λευτεριὰ!
Συγκὶνησης πανοὺκλα εξορμὰ!
Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

*Στιχοποίηση του τραγουδιού “Великая Россия”, Вероника Сыромля.

Alejandra Pizarnik, Ζητιάνα φωνή

Ακόμη τολμώ να αγαπώ
τον ήχο του φωτός σε μιαν ώρα νεκρή,
το χρώμα του χρόνου σ’ ένα τείχος εγκαταλειμμένο.
Στο βλέμμα μου όλα έχουν χαθεί.
Είναι τόσο μακρινό το να ζητήσω.
Είναι τόσο κοντινό το να ξέρω πως δεν υπάρχει

*Mετάφραση: Ρήγας Καππάτος

**Το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2025/01/28/zitiana/

Βάσω Χρηστάκου, Ἀναρχία καὶ λογοτεχνία

Julles Adler (1865-1952), Ἡ ἀπεργία

I. Μικρὴ εἰσαγωγὴ στὴν ἱστορία τοῦ ἀναρχικοῦ κινήματος

Νὰ σὲ κυβερνοῦν σημαίνει μὲ κάθε εὐκαιρία, σὲ κάθε σου κίνηση, νὰ σὲ σημειώνουν, νὰ σὲ καταχωροῦν, νὰ σὲ καταγράφουν, νὰ σὲ τιμολογοῦν, νὰ σὲ σφραγίζουν, νὰ σὲ καταμετροῦν, νὰ σὲ ταξινομοῦν, νὰ σὲ ἐκδίδουν, νὰ σὲ ἀπολύουν, νὰ σὲ ἐξουσιοδοτοῦν, νὰ σὲ ὑποσημειώνουν, νὰ σὲ νουθετοῦν, νὰ σὲ ἐμποδίζουν, νὰ σὲ μετασχηματίζουν, νὰ σὲ εὐθυγραμμίζουν, νὰ σὲ διορθώνουν. 

Νὰ σὲ κυβερνοῦν σημαίνει νὰ σὲ παρακολουθοῦν, νὰ σὲ ἐπιθεωροῦν, νὰ σὲ χαφιεδίζουν, νὰ σὲ καθοδηγοῦν, νὰ σὲ νομοθετοῦν, νὰ σὲ ρυθμίζουν, νὰ σὲ περιορίζουν, νὰ σὲ κατηχοῦν, νὰ σὲ νουθετοῦν, νὰ σὲ ἐλέγχουν, νὰ σὲ ἀποτιμοῦν, νὰ σὲ κρίνουν, νὰ σὲ λογοκρίνουν, νὰ σὲ διοικοῦν, ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε τὴν ἀξία οὔτε τὴν ἀρετὴ γιὰ νὰ τὸ κάνουν. 

Σημαίνει, μὲ τὴ δικαιολογία τοῦ δημόσιου ὀφέλους καὶ στὸ ὄνομα τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, νὰ σὲ φορολογοῦν, νὰ σὲ ταλαιπωροῦν, νὰ σὲ ληστεύουν, νὰ σὲ ἐκμεταλλεύονται, νὰ σὲ μονοπωλοῦν, νὰ σὲ ἰδιοποιοῦνται, νὰ σὲ συνθλίβουν, νὰ σὲ ἐξαπατοῦν, νὰ σὲ κλέβουν, κι ἔπειτα, μὲ τὴ μικρότερη διαμαρτυρία σου, μὲ τὴν πρώτη σου ἀντίρρηση, νὰ σὲ καταστέλλουν, νὰ σὲ ἀλλάζουν, νὰ σὲ ἐξευτελίζουν, νὰ σὲ προσβάλουν, νὰ σὲ κυνηγοῦν, νὰ σὲ βασανίζουν, νὰ σὲ ἀμαυρώνουν, νὰ σὲ ἀφοπλίζουν, νὰ σὲ παραμερίζουν, νὰ σὲ φυλακίζουν, νὰ σὲ τουφεκίζουν, νὰ σὲ βομβαρδίζουν, νὰ σὲ δικάζουν, νὰ σὲ καταδικάζουν, νὰ σὲ ἐξορίζουν, νὰ σὲ θυσιάζουν, νὰ σὲ πουλᾶνε, νὰ σὲ προδίδουν καὶ στὸ τέλος νὰ σὲ γελοιοποιοῦν, νὰ σὲ βιάζουν, νὰ σὲ ἀτιμάζουν. 

Αὐτὸ εἶναι ἡ κυβέρνηση, αὐτὸ εἶναι ἡ δικαιοσύνη της, αὐτὸ εἶναι ἡ ἠθική της! 

Κι ὅμως ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας δημοκράτες ποὺ παριστάνουν ὅτι ἡ κυβέρνηση ἔχει κάτι καλό! Σοσιαλιστὲς ποὺ ὑποστηρίζουν στὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητας καὶ τῆς ἀδερφοσύνης αὐτὸ τὸ αἶσχος! Προλετάριοι ποὺ θέτουν ὑποψηφιότητα γιὰ τὴν προεδρία τῆς δημοκρατίας! Ὑποκρισία! 

Πιερ-Ζοζὲφ Προυντόν
Idea general de la revolución en el siglo XIX 

ΟI ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟY μποροῦν νὰ ἀναζητηθοῦν σὲ δύο ἰδεολογικὰ ρεύματα πού, ἂν καὶ κάποιοι ζογκλὲρ τῆς διαλεκτικῆς ἐπιμένουν ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι προϊὸν σύνθεσης, συχνὰ θεωροῦνται ἐναλλακτικὰ ἢ καὶ ἀντιφατικὰ μεταξύ τους. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά, ὁ ἀναρχισμὸς εἶναι ἡ μοντέρνα ἔκφραση μιᾶς πολύχρονης καὶ ὑποσυνείδητης λαχτάρας γιὰ ἐλευθερία στὶς διάφορες κουλτοῦρες καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἱστορικὴ στιγμή, χωρὶς νὰ δίνεται καὶ πολλὴ σημασία στὴν κοινωνικὴ θέση αὐτῶν ποὺ τὸν ὑποστηρίζουν· καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ ἀναρχισμὸς περιορίζεται σὲ μιὰ καθορισμένη ἱστορικὴ διαδικασία καὶ προκύπτει ἀπὸ μιὰ ἐνδελεχῆ καὶ ριζικὴ ἀνάγνωση τῆς πάλης τῶν τάξεων καὶ γι’ αὐτὸ παίρνει τα ἰνία στὴ σύγκρουση —μὲ τὴν ὁποία καὶ ταυτίζεται— μεταξύ τῆς ἀστικῆς τάξης καὶ τοῦ προλεταριάτου.

Γιὰ ἐκείνους ποὺ προσχωροῦν στὴν πρώτη ἄποψη, ὁ ἀναρχισμὸς εἶναι μιὰ φιλοσοφία, ἕνα τρόπος ζωῆς, μιὰ ὑπαρξιακὴ στάση, μιὰ παραλλαγὴ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἀκόμα καὶ μιὰ ἐνστικτώδης φυσικὴ ἔκφραση ἐκπορευόμενη ἀπὸ ἕνα «προγραμματισμὸ» ἢ μιὰ ἁλυσίδα ἀπὸ «γενετικὰ προκαθορισμένες ἀποφάσεις», ἐνῷ ἡ δεύτερη ἑρμηνεία ἐμφανίζεται συνήθως σὰν μιὰ θεωρία, μιὰ ἰδεολογία καὶ μιὰ πρακτικὴ μὲ ρίζες στὴν κοινωνία σαφῶς καθορισμένες καὶ μὲ συγκεκριμένες καὶ ἱστορικὰ ἑδραιωμένες πολιτικὲς δεσμεύσεις.

Ὁ ἀναρχισμὸς σὰν μιὰ πρωτοποριακὴ διαμόρφωση τῆς σκέψης καὶ μιὰ δράση προσωποποιημένη σὲ ἕνα ἐπαναστατικὸ κίνημα καθιερώθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ πλαίσιο τῆς Πρώτης Διεθνοῦς, στὸ τελευταῖο τρίτο τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ στὸ περιβάλλον τῶν εὐρωπαϊκῶν κοινωνιῶν τῆς ἐποχῆς.

Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση (1789) εἶχε ἤδη πάρει τὴν ἐξουσία ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτῆτες τῆς γῆς γιὰ νὰ τὴ δώσει στοὺς ἰδιοκτῆτες τῶν μηχανῶν (μέσα παραγωγῆς). Ὁ Γερμανὸς θεμελιωτὴς τοῦ κομμουνισμοῦ Κὰρλ Μὰρξ (1818-1883), ποὺ ἔζησε μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του στὴν Ἀγγλία, λίκνο τῆς βιομηχανικῆς ἐπανάστασης καὶ ἐπωαστήριο τῆς ἐργατικῆς τάξης, τοῦ προλεταριάτου, ὀνόμασε «ἀστικὴ τάξη» τοὺς ἰδιοκτῆτες τῶν μηχανῶν ἀπὸ τὴ λέξη «ἄστυ», τὶς μικρὲς πόλεις ἀπὸ ὅπου ξεπήδησε ἡ μικρὴ παραγωγὴ κατὰ τὴ μεσαιωνικὴ φεουδαρχία. Ἡ καινούργια μορφὴ παραγωγῆς, βασισμένη στὶς μηχανές, ἔφερε μαζί της τὸν καπιταλισμό, ἕναν νέο τρόπο ἐκμετάλλευσης τῆς φύσης καὶ δημιουργίας πλούτου. Οἱ πρῶτες ὀργανώσεις ἐναντίον τοῦ καπιταλισμοῦ ξεπήδησαν στὴ βιομηχανικὴ Ἀγγλία στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνα, ἀκριβῶς τότε ποὺ οἱ Μὰρξ καὶ Ἔνγκελς θὰ ἔγραφαν τὸ Κομμουνιστικὸ Μανιφέστο γιὰ τὸ συνέδριο τοῦ 1847 στὸ Λονδῖνο. Στὴν Εὐρώπη ἀκολούθησαν πολλὲς ἀντικαπιταλιστικὲς ἐξεγέρσεις —ὅλες πνίγηκαν στὸ αἷμα— μὲ σπουδαιότερες τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1848 καὶ τὴν Κομμούνα τῶν Παρισίων (1871). Ἡ κυρίαρχη ἄποψη πιὰ εἶναι ὅτι στὴν κοινωνία τοῦ καπιταλισμοῦ ὑπάρχουν κοινωνικὲς τάξεις καὶ ἡ περίφημη «μάχη τῶν τάξεων» ἀποδεικνύεται ἕνα ἔντονο κοινωνικὸ φαινόμενο. Ὁ Ρῶσος «ἀπόστολος» τῆς ἀναρχίας Μιχαὴλ Ἀλεξάντροβιτς Μπακούνιν (1814-1876) ἔζησε καὶ αὐτὸς τὴν ἐξορία στὴν Ἀγγλία καὶ θεωρεῖται μὲ τὸν βίο του καὶ τὰ γραπτά του τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς ἱστορίας τοῦ ἀναρχικοῦ κινήματος. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο σκέφτονταν καὶ διάφοροι ἄλλοι πρόδρομοι τοῦ ἀναρχισμοῦ ὅπως ὁ Ρῶσος πρίγκιπας Πιὸτρ Ἀλεξέγιεβιτς Κροπότκιν (1814-1876), ὁ Γάλλος Πιὲρ Ζοζὲφ Προυντὸν καὶ ὁ Ρῶσος συγγραφέας Λέων Τολστόϊ (1828-1910), ἀνάμεσα σὲ ἄλλους.

Σὲ αὐτὸ τὸ σκηνικὸ θὰ γεννηθεῖ ὁ ἀναρχισμός, μιὰ ἐπαναστατικὴ πρακτικὴ ποὺ μπῆκε δυνατὰ στοὺς κοινωνικοὺς ἀγῶνες τῆς ἐποχῆς του· θὰ ριζώσει γερὰ σὲ χῶρες ὅπως Ἱσπανία, Ἰταλία, Γαλλία, Ρωσία καὶ κατὰ κάποιο τρόπο Ἑλβετία. Ἀργότερα ὁ σπόρος του θὰ ἐκτοξευτεῖ πάνω ἀπὸ τὸν ὠκεανό, βλασταίνονταας σὲ διάφορα μέρη τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς καὶ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν.

José Luis Pellicer (1842-1901): Ὁ Μπακούνιν τὸ 1869 στὸ Συνέδριο τῆς Βασιλείας (Ἑλβετία)

Στὴ Λατινικὴ Ἀμερικὴ οἱ ἀναρχικὲς ἰδέες θὰ ἐξαπλωθοῦν κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1960, περίοδος πλούσια τόσο σὲ εἰρηνικοὺς ὅσο καὶ αἱματηροὺς ἀγῶνες, σὲ φαινόμενα ἀτομικοῦ ἢ συλλογικοῦ ἡρωισμοῦ, σὲ ὀργανωμένες προσπάθειες, σὲ προπαγάνδα γραπτὴ καὶ προφορική, σὲ λογοτεχνικὰ ἔργα, σὲ θεατρικούς, παιδαγωγικοὺς καὶ συλλογικοὺς πειραματισμοὺς κλπ. Φαινόμενο εἰσαγόμενο ἀπὸ τὴν Εὐρώπη μέσῳ εὐρωπαίων μεταναστῶν, υἱοθετήθηκε ὄχι μόνο ἀπὸ πλῆθος καταπιεσμένων ἐργατῶν καὶ ἀγροτῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μᾶζες αὐτόχθονων ἰθαγενῶν, ἀπὸ τὸ Μεξικὸ μέχρι τὴν Ἀργεντινή, ἀπὸ τὴ Σαλακόστα στὸ Τσάλκο μέχρι τὸ Φακὸν Γκράντε στὴν Παταγονία. Εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀναρχικὴ ἰδεολογία τοῦ αὐτοδιαχειριζόμενου κολεκτιβισμοῦ ἐφαρμοσμένη στὸ ἀγροτικὸ ζήτημα, συνέπιπτε ἐντυπωσιακὰ μὲ τὸν παλιὸ τρόπο ὀργάνωσης καὶ ζωῆς τῶν ἰθαγενῶν τοῦ Μεξικοῦ καὶ τοῦ Περοῦ, ποὺ προϋπῆρχε ὄχι μόνο τοῦ ἱσπανικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ των Ἀζτέκων καὶ τῶν Ἴνκας. Οἱ ἀναρχικοὶ δὲν χρειάζονταν νὰ τοὺς ἐμφυσήσουν ξενόφερτες ἰδεολογίες, ἀλλὰ ἁπλὰ νὰ τοὺς θυμίσουν τὶς προγονικὲς ἰδεολογίες τοῦ «καλπούλι» (calpulli) καὶ τοῦ «ἄϊγιου » (ayllu), κοινωνικὰ συστήματα αὐτοδιαχείρισης καὶ αὐτοδιάθεσης στὸ Μεξικὸ καὶ στὶς Ἄνδεις ἀντίστοιχα (Cappelletti, 1990:9-10)

Μὲ πικρὸ ἱδρῶτα νὰ ἀναβλύζει ἀπὸ τὸν κρόταφο, 
κλάμα στὰ μάτια τους, αἷμα στὰ πόδια τους, 
οἱ δυστυχισμένοι συσσωρεύουν 
βουνὰ ἀπὸ χρυσάφι γιὰ τὸν ἀστό
[…]

«Ἡ Πάμπα»
Φρανθίσκο Πεσόα

Οἱ ἀναρχικοὶ φαντάζονται μιὰ κοινωνία αὐτοδιαχειριζόμενη, βασισμένη στὴ συνεργασία καὶ στὴν ἀμοιβαία στήριξη, χωρὶς κοινωνικὲς τάξεις, χωρὶς ἐξουσίες καὶ χωρὶς Κράτος. Ὡστόσο, οἱ ἐπικριτὲς τοῦ ἀναρχισμοῦ θεωροῦν αὐτὴ τὴν ἀντίληψη οὐτοπική. Ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἀλλαγὴ γίνεται πάντα μὲ τὴ βία καὶ συνεχίζει νὰ ἀσκεῖται μὲ τὴ βία.

Ἡ μοναδικὴ φορὰ ποὺ οἱ ἀναρχικοὶ βρέθηκαν κοντὰ στὴν ἐξουσία ἦταν σὲ κάποιες περιοχὲς τῆς Ἱσπανίας στὴ διάρκεια τοῦ Ἱσπανικοῦ Ἐμφύλιου τὸ 1936, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀκόμα ἦταν ἕνας ἀγῶνας ὀργανωμένος μὲ ἱεραρχίες.
 
 
II. Ἀναρχισμὸς καὶ λογοτεχνία

Ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ τῆς ἀπελευθέρωσης, δὲν ὑπάρχουν ἀνώτερες μορφὲς δράσης· ἡ ἐπανάσταση τὰ χρειάζεται ὅλα: ἐφημερίδες καὶ βιβλία· ὅπλα καὶ ἐκρηκτικὰ· σκέψη καὶ βλασφημίες· μαχαίρια καὶ φωτιές. Τὸ μόνο πρόβλημα εἶναι πῶς θὰ τὰ συνδυάσουμε. 
Ἔρικ Χόσμπαουμ

Οἱ ἀναρχικὲς ἰδέες εἶχαν μεγάλη ἐπίδραση στὴ λογοτεχνία καὶ ἐνέπνευσαν ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ ἀνθρώπων σὲ διάφορες χῶρες στὸ πέρασμα τῆς ἱστορίας. Ἀντίστροφα δὲ ἡ λογοτεχνία, αὐτὴ ποὺ μιλάει στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, πολλὲς φορὲς ἀποκαλύπτει πολὺ περισσότερα γιὰ τὴ θλιβερή τους θέση καὶ τὸ ἐπιτακτικὸ τῆς ἐξέγερσής τους ἐνάντια σὲ ἀδίστακτες καὶ ἀπάνθρωπες ἐξουσίες ἀπὸ ὁποιοδήποτε θεωρητικὸ κείμενο. Ὁ λογοτέχνης δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ μιὰ φωνὴ σὲ μιὰ ἱστορικὴ στιγμὴ μιᾶς συγκεκριμένης κοινωνίας, μιὰ φωνὴ ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ μιὰ ἰδιαίτερη εὐαισθησία ἔναντι γεγονότων, καταστάσεων καὶ προβλημάτων αὐτοῦ τοῦ συνόλου (Ἀϊναλῆς, 2017:11).

Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἀκόμα ὑπῆρχαν προσωπικότητες ποὺ σήμερα θὰ χαρακτηρίζαμε σὰν ἀναρχικές. Τὸ βιβλίο Tao Te Ching του Λάο Τσὲ (Lao Tsé) στὴν ἀρχαία Κίνα (5ος αἰ. π.Χ.), τὰ γραπτὰ τοῦ γνωστικοῦ-ἀντινομιστὴ Καρποκράτη της Ἀλεξάνδρειας (2ος αἰ. μ.Χ.), τὸ βιβλίο La servidumbre voluntaria (Ἡ οἰκειοθελὴς δουλεία) τοῦ Ἐτιὲν ντὲ Λὰ Μποεσί (Étiene de La Boétie), γραμμένο στὴ μετάβαση ἀπὸ τὸ Μεσαίωνα στὴν Ἀναγέννηση, καὶ τὸ ἔργο τοῦ οὐτοπικοῦ σοσιαλιστῆ τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰ. Σὰρλ Φουριὲ (Charles Fourier) Phalanstère (Αὐτόνομη κοινότητα παραγωγῆς καὶ κατανάλωσης) ἀποτελοῦν κατὰ κάποιο τρόπο τοὺς προάγγελους τῆς μετέπειτα ἀναρχικῆς σκέψης.

Στὴ συνέχεια τῆς ἀνθρώπινης πορείας καὶ τῆς ἀγωνίας τοῦ ἀνθρώπου γιὰ μιὰ δίκαιη καὶ ἀνθρωπιστικὴ κοινωνία, τόσο καλλιτέχνες ἀναρχικῆς ἰδεολογίας ὅσο καὶ συμπαθοῦντες χωρὶς νὰ δηλώνονται ἀνοιχτὰ σὰν ἀναρχικοί, ἄφησαν μιὰ μεγάλη καὶ σημαντικὴ κληρονομιὰ σὲ διάφορους τομεῖς, ὅπως ἡ λογοτεχνία, ἡ δραματουργία, οἱ εἰκαστικὲς τέχνες, ἡ μουσική, ὁ κινηματογράφος καὶ ἡ μουσική. Δὲν θὰ πρέπει νὰ ξεχνᾶμε τὴν ὁμολογία του Μὰρξ ὅτι ἀπὸ τὸ λογοτεχνικὸ ἔργο τοῦ Μπαλζὰκ ἔμαθε πιὸ πολλὰ γιὰ τὴν ἀστικὴ τάξη ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο ἀνάγνωσμα ἢ καὶ τὴ δήλωση τοῦ Ἀντόρνο ὅτι ἡ λογοτεχνία εἶναι «ἕνα γραφεῖο πληροφοριῶν γιὰ τὴν τωρινὴ καὶ τὴν αἰώνια ἀνθρώπινη κατάσταση» (Δεσποινιάδης, 2017:163).

Στὸν τομέα τῆς λογοτεχνίας, ὁ κατ’ ἐξοχὴν σημαντικὸς συγγραφέας τῆς ἀναρχικῆς λογοτεχνίας εἶναι ὁ Ρῶσος Λέων Τολστόϊ, ἀναρχικός, εἰρηνιστὴς καὶ προπομπὸς τῶν μεγάλων κλασσικῶν τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας μὲ τὰ Πόλεμος καὶ Εἰρήνη καὶ Ἄννα Καρένινα. «Ὁ ἀληθινὸς καλλιτέχνης εἶναι ὁ “ἀθῶος” καλλιτέχνης» θὰ δήλωνε ὁ Τολστόϊ, αὐτὴ ἡ ἕνωση ὀρθολογισμοῦ καὶ ἐμπύρετου μυστικισμοῦ. Ἂν καὶ μακριὰ ἀπὸ κάθε μορφὴ βίας καὶ μὲ πολλὲς ἀντιθέσεις μὲ τὴν ἀναρχικὴ σκέψη (ταπείνωση, παθητικὴ ἀντίσταση, παραίτηση, μεταμέλεια καὶ ἄλλες θεολογικῆς φύσης μεταφυσικὲς ἀπόψεις), ὁ Λέων Τολστόϊ, μὲ τὴν ἀδιάλλακτη κριτική του στοὺς βασικοὺς θεσμοὺς τῆς ἀστικῆς κοινωνίας, «ἐνστάλαξε δίνες ἀπείθαρχου αἵματος στὶς φλέβες τῆς προλεταριακῆς ἐξέγερσης» (Παπαντωνόπουλος, 2017: 143). Ὁ Βρετανὸς Τζὸρτζ Ὄργουελ εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ διακρινόταν γιὰ τὴν ἀντιεξουσιαστικὴ γραφή του καὶ τὴν παρουσία του στὸν Ἱσπανικὸ Ἐμφύλιο Πόλεμο τὸ 1936 μὲ τὴν πλευρὰ τῶν δημοκρατικῶν ἀπὸ ὅπου ἐμπνεύστηκε τὸ βιβλίο Τιμὴ στὴν Καταλονία.

Τὴν ἴδια περίοδο ἰδιαίτερη παρουσία στὸ χῶρο τῆς φιλοσοφίας καὶ ὑπαρξιακῆς λογοτεχνίας εἶχε ὁ Γάλλος Ἀλμπὲρ Καμί, ὁποῖος ἔγραψε, ἀνάμεσα σὲ ἄλλα πολλά, τὰ ἔργα Ὁ ἐπαναστατημένος ἄνθρωπος καὶ Οἱ δίκαιοι. Ἄλλοι λογοτέχνες ποὺ διακρίθηκαν γιὰ τὴ συμβολή τους στὴν ἄνθιση τοῦ ἐλεύθερου πνεύματος τοῦ ἀτόμου εἶναι οἱ: Ὀκτὰβ Μιρμπὸ (Octave Mirbeau), Χένρι Θόρω (Henry Thoreau, Ὄσκαρ Οὐάϊλντ (Oscar Wilde) (Βέρα ἡ μηδενίστρια), Ντοστογιέφσκι (Οἱ δαιμονισμένοι), Τουργκένιεφ (Πατέρες καὶ γιοί), Χὰνς Μάγκνους Ἐντσενσμπέργκερ (Hans Magnus Enzensberger, Σύντομο καλοκαίρι τῆς ἀναρχίας, μὲ τοὺς ἀναρχικοὺς τῆς Ἱσπανίας τοῦ 1936 καὶ τὸν Ντουρούτι) καὶ Οὐίλιαμ Μόρις (William Morris), οἱ ὁποῖοι, εὐαισθητοποιημένοι στὶς διώξεις καὶ φυλακίσεις τῶν ἀναρχικῶν, καταδίκαζαν μὲ τὸ ἔργο τους τὴν βιομηχανοποιημένη καπιταλιστικὴ κοινωνία (Δεσποινιάδης, 2017:165).

Στὸ πεδίο τῆς ποίησης διακρίνονται οἱ: Βολτερὶν ντὲ Κλὲρ (Voltairine de Cleyre), Πέρσυ Μπὶς Σέλεϋ (Percy Bysshe Shelley), Λόρδος Μπάϊρον, Οὐίλιαμ Μπλέϊκ (William Blake), Λεὸν Φελίπε (León Felipe) καὶ Ἄλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg). Στὴ δημοσιογραφία καὶ τὸ δοκίμιο ἐντάσσονται οἱ Ραφαὲλ Μπάρετ (Rafael Barret), Μανουὲλ Γκονζάλες Πράδα (Manuel González Prada), Ροδόλφο Γκονζάλες Πατσέκο (Rodolfo Gonzáles Pacheco), Ρικάρδο Μέλια (Ricardo Mella), Φερνάντο Ταρίδα ντὲλ Μάρμολ (Fernando Tarrida del Mármol), Λουΐζα Καπετίλιο (Luisa Capetillo) καὶ Ἐλιζὲ Ρεκλύ (Élisée Reclus). Στὸ χῶρο τοῦ θεάτρου τῆς ἀναρχίας καὶ σὰν μία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες μορφὲς τοῦ σύγχρονου θεάτρου, δεσπόζει ὁ Νορβηγὸς Χένρικ Γιόχαν Ἴψεν (Henrik Johan Ibsen), συγγραφέας τῶν ἔργων Τὸ κουκλόσπιτο καὶ Ἕνας ἐχθρὸς τοῦ λαοῦ. Στὸ Ρίο ντὲ Πλάτα διακρίνεται ὁ Οὐρουγουανὸς Φλορένσιο Σάντσες (Florencio Sánchez) καὶ ὁ προαναφερθεὶς δοκιμιογράφος Ροδόλφο Γκονζάλες Πατσέκο.

Ἕνα θεατρικὸ ἔργο ἰδιαίτερης ἀξίας γιὰ τὸν ἀναρχισμὸ εἶναι τὸ Ὁ Τυχαῖος Θάνατος ἑνὸς Ἀναρχικοῦ (Morte accidentale di un anarchico) τοῦ νομπελίστα Ντάριο Φό. Τὸ ἔργο εἶναι μιὰ σκληρὴ κριτικὴ στὰ γεγονότα ποὺ ἔλαβαν χώρα τὸ 1969 στὸ Μιλάνο, ὅταν ὁ ἀναρχικὸς Τζιουζέπε Πινέλι πέθανε στὰ χέρια τῆς ἀστυνομίας κατὰ τὴν ἀνάκριση σχετικὰ μὲ τὴν ἔκρηξη μιᾶς βόμβας στὴν Πιάτσα Φοντάνα. Ὁ Χάουαρντ Ζίν (Howard Zinn) εἶναι ὁ συγγραφέας τοῦ θεατρικοῦ ἔργου Emma, βασισμένου στὴ ζωὴ τῆς Ἔμμα Γκόλντμαν, μιᾶς ἀπὸ τὶς σημαντικότερες ἐκφράσεις τοῦ ριζοσπαστικοῦ ἀναρχισμοῦ στὴν Ἀμερικὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰῶνα (Gómez, 2017).

Ὅμως, παρὰ τὸ ψηλὸ ἐπίπεδο τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας ποὺ ἦταν στὸ πλάϊ των ἀναρχικῶν ἰδεῶν, μαζὶ μὲ τοὺς λαμπροὺς προαναφερθέντες λογοτέχνες συμπορευόταν μιὰ πληθωριστικὴ λογοτεχνικὴ καὶ καθαρὰ ἀναρχικὴ παραγωγή. Ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἀναρχικούς, ὅπως δήλωνε ἕνας ἀνώνυμος συνεργάτης κάποιας ἀναρχοσυνδικαλιστικὴς ἐφημερίδας, «Ἡ λογοτεχνία ἦταν καὶ εἶναι ἕνα εἶδος πολυτελείας καὶ γι’ αὐτὸ ὅ,τι διαθέτει τὸ στολίζει, τὸ χρυσώνει, τὸ καλλωπίζει. Γιὰ μᾶς τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά. Ἡ λογοτεχνία εἶναι ἕνα μέσο ἀγῶνα, μιὰ ἀντανάκλαση τῆς ἐπανάστασης τοῦ προλεταριάτου καὶ γι’ αὐτὸ καθίσταται βίαια καὶ ὁρμητική. Γράφουμε γιὰ νὰ παρουσιάσουμε ἕναν ἄγριο ἢ ἀπελπισμένο ἀγῶνα, γιὰ νὰ διαμαρτυρηθοῦμε γιὰ ἕνα ἔγκλημα, γιὰ νὰ καταγγείλουμε μιὰ ἀνομία καὶ γιὰ νὰ βγάλουμε στὸ φῶς μιὰ ἀτιμία· αὐτὰ τὰ θέματα μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ χρησιμοποιοῦμε μιὰ γλῶσσα τραχιὰ καὶ μιὰ σκληρὴ ἐπιχειρηματολογία».

Ἔτσι, μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπεράνει ὅτι ἡ ἀμιγῶς ἀναρχικὴ λογοτεχνία βασίζεται στὰ στοιχεῖα ποὺ ἀποτελοῦν τὸν θεωρητικὸ κορμό του ἀναρχισμοῦ: ἀπόρριψη τῆς ἐξουσίας καὶ κάθε ἐπιβολῆς ἑνὸς ἀτόμου ἢ ὁμάδας ἀτόμων σὲ ἄλλους, ποὺ σημαίνει ἀπόρριψη τοῦ Κράτους καὶ τῶν βασισμένων στὴν ἱεραρχία θεσμῶν του. Ὁ πόλεμος, ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, ἡ ἐκμετάλλευση ἀνθρώπου ἀπὸ ἄνθρωπο καθὼς καὶ ἡ οὐτοπία εἶναι τα ἀπὸ τὰ πιὸ συνήθη θέματα τῆς ἀναρχικῆς ἰδεολογίας (Historia libertaria, 2011)

Σὲ ἕνα κείμενο ποὺ βρέθηκε τὸ 1883 στὴν Ἱσπανία διαβάζουμε τὸ παρακάτω «Πιστεύω»:
Πιστεύω σὲ ἕναν ἐπαναστατικὸ σοσιαλισμὸ παντοδύναμο, τέκνο τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Ἀναρχίας, ποὺ διώχθηκε ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀστοὺς πολιτικοὺς καὶ γεννήθηκε στοὺς κόλπους τῆς Ἀλήθειας, ὑπέφερε κάτω ἀπὸ τὴν ἰσχὺ ὅλων τῶν κυβερνήσεων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες κακοποιήθηκε καὶ χλευάστηκε καὶ ἐξορίστηκε· κατέβηκε στὰ σκοτεινὰ κελιὰ καὶ ἀπ’ αὐτὰ ἦρθε νὰ ξεσηκωθεῖ τὸ προλεταριᾶτο καὶ τώρα πιὰ βρίσκεται στὴν καρδιὰ τῶν συντρόφων. Ἀπὸ ἐκεῖ θὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἐχθρούς του. Πιστεύω στὶς μεγάλες ἀρχὲς τῆς Ἀναρχίας, τῆς Ἕνωσης καὶ τοῦ Κολεκτιβισμοῦ· πιστεύω στὴν Κοινωνικὴ Ἐπανάσταση, ποὺ θὰ λυτρώσει τὴν Ἀνθρωπότητα ἀπὸ ὁποιονδήποτε σήμερα τὴν ὑποβιβάζει καὶ τὴν ἐξαχρειώνει. Ἀμήν. 

Ὁ Ἱσπανὸς συγγραφέας καὶ ἀναρχικὸς ἀκτιβιστὴς τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ. Ρικάρδο Μέλια (Ricardo Mella) θὰ δήλωνε στὸ ἄρθρο τοῦ «El ideal anarquista» (Τὸ ἰδεῶδες τῆς ἀναρχίας)
: «Ἡ ἐλευθερία ὡς βάση, ἡ ἰσότητα ὡς μέσον, ἡ ἀδελφοσύνη ὡς σκοπός».

III. Ἡ δύναμη τῆς ἀνάγνωσης ὡς ἐπαναστατικὸ ἐργαλεῖο.
Ἡ περίπτωση τοῦ ἱσπανικοῦ ἀναρχισμοῦ στὰ χρόνια τοῦ ’30.

Ἡ χώρα τῆς Εὐρώπης στὴν ὁποία ἡ ἀναρχικὴ ἰδεολογία ρίζωσε καὶ ἔδωσε πλούσιους καρποὺς εἶναι ἡ Ἱσπανία. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Πρώτης Δημοκρατίας (Primera República, 1873-1874) οἱ ἐμπνευσμένες ἀπὸ τὸν ἀναρχισμὸ ὀργανώσεις ἦταν οἱ πλέον δυναμικὲς στὴ χώρα. Αὐτὴ ἡ δυναμικὴ θὰ ἐπαναλαμβανόταν ἀνάμεσα στὸ 1918 καὶ 1919, ὅταν μιὰ συνδικαλιστικὴ ὀργάνωση, ἡ Ἐθνικὴ Συνομοσπονδία τῆς Ἐργασίας (Confederación Nacional del Τrabajo ἢ CNT) κατάφερε νὰ συγκεντρώσει στοὺς κόλπους της ἑκατοντάδες χιλιάδες ἐργαζομένων. Ἡ CNT εἶχε ἤδη ἱδρυθεῖ τὴν 1η Νοέμβρη τοῦ 1910 στὸ Palacio de Bellas Artes της Βαρκελώνης ἀπὸ ὁμάδες ὀργανωμένες στὸ συνδικᾶτο Solidaridad Obrera (Ἐργατικὴ Ἀλληλεγγύη). Κατὰ τὴ Δεύτερη Δημοκρατία (Segunda República, 1931-1939) καὶ τὸν Ἐμφύλιο Πόλεμο τοῦ 1936, τὸ ἀναρχικὸ κίνημα ἔζησε τὴν πιὸ σημαντικὴ περίοδό του· ὁ λόγος ἦταν ἡ συμμετοχή του στὴν ἐπονομαζόμενη Ἱσπανικὴ Κοινωνικὴ Ἐπανάσταση (Revolución Social Española) τοῦ 1936 ποὺ ἔλαβε χώρα μετὰ τὸ πραξικόπημα τοῦ ἱσπανικοῦ στρατοῦ. Αὐτὴ ἡ κοινωνικὴ ἐπανάσταση ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ λίγα ἱστορικὰ ἐπεισόδια στὸν κόσμο στὰ ὁποῖα οἱ ἀναρχικὲς ἰδέες κοινωνικῆς ὀργάνωσης ἔγιναν πράξη σὲ μεγάλη κλίμακα. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἀναρχικὸ ἱσπανικὸ κίνημα παρουσίασε αὐτὴν τὴν διαφορὰ ὡς πρὸς τὶς ἄλλες εὐρωπαϊκὲς χῶρες, στὶς ὁποῖες εἶχε ἁπλῶς μιὰ κάποια παρουσία, κάνει ἀναγκαία τὴν ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στὴ σχέση καὶ ἀλληλεπίδραση μεταξὺ ἀνάγνωσης, λογοτεχνίας καὶ ἀναρχίας στὴν Ἱσπανία κατὰ τὸν 20ὸ αἰ.

Ἡ ἐξάπλωση τῆς ἀνάγνωσης κατὰ τὸν 20ὸ αἰ. ἦταν μιὰ γενικευμένη καὶ ἀνατρεπτικὴ διαδικασία ποὺ ἀναζωογόνησε τὸν καλλιτεχνικὸ κόσμο τῆς χώρας μὲ τὴν κοινωνικοποίηση τῶν γραπτῶν καὶ προφορικῶν πρακτικῶν. Ἡ λογοτεχνία στοὺς ἐπαναστατικοὺς κύκλους μετατράπηκε σὲ ἕνα πρωτεῦον ἐργαλεῖο ἐνάντια στὸν ἀναλφαβητισμὸ καὶ τὸν ἔλεγχο τοῦ Κράτους πάνω στὶς ἐκπαιδευτικὲς δομές. Αὐτὴ ἡ συνειδητὴ καὶ ἀναγκαία ἐξάπλωση, ποὺ εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰῶνα μὲ τὴ δημιουργία τῶν ἐθνικῶν ἐκπαιδευτικῶν συστημάτων καὶ τὴν διάδοση τῆς ἀνάγνωσης, ἐπέτρεψε τὸ πέρασμα ἀπὸ μιὰ προσωπικὴ καὶ σιωπηλὴ πρακτική, σὲ μιὰ «ἀνάγνωση ἀκούγοντας», βάζοντας ἔτσι τὶς βάσεις γιὰ μιὰ μικτὴ προφορικότητα. Γιὰ τὶς ἐργατικὲς ὀργανώσεις, ἰδίως ἀναρχικὲς καὶ λιγότερο σοσιαλιστικές, ἡ ἐνεργητικὴ καὶ συνειδητὴ διαδικασία τῆς ἀνάγνωσης ἑνὸς βιβλίου ἦταν μιὰ πράξη ἄκρως ἐπαναστατικὴ γιὰ ἕναν ἀγωνιστή. Κατὰ τὸν Μαλαρμὲ «Ἡ ἀληθινὴ βόμβα, εἶναι τὸ βιβλίο». «Ἐγὼ πίστευα καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ μοναδικὸ ἀποτελεσματικὸ ὅπλο εἶναι τὸ τυπωμένο χαρτὶ» θὰ δήλωνε ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ Πίο Μπαρόχα (Pío Baroja). Ἔτσι, τὸ ὀργανωμένο ἀναρχικὸ κίνημα ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μὲ τὴ διάδοση τῶν ἀναρχικῶν ἰδεῶν ποὺ ἐμπεριεῖχαν τὴν κουλτούρα, τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴ λογικὴ σὰν βάσεις γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τοῦ ἀνθρώπου στὸ δρόμο γιὰ τὴν ἐξέγερσή του. Ἐργάτες καὶ ἀγρότες ἔπρεπε πρῶτα νὰ μάθουν νὰ γράφουν καὶ νὰ διαβάζουν καὶ μετὰ νὰ μορφωθοῦν. Ὁ σκοπὸς ἦταν ὁ «πεφωτισμένος ἐργάτης» καὶ ἡ ἀναρχικὴ κουλτούρα ἡ «φιλοσοφικὴ λίθος», νέα καὶ ἀπαστράπτουσα ποὺ θὰ ἄλλαζε τὸν κόσμο πρὸς μιὰ κοινωνία ὀργανωμένη ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω, ἐλεύθερη, ἀλληλέγγυα καὶ αὐτοδιαχειριζόμενη.

Ἡ ἔννοια τοῦ ἐλεύθερου χρόνου ἦταν πιὰ μιὰ ἄσκηση πνευματικῆς συνειδητοποίησης. Τὸ γραπτὸ κείμενο ἀναδεικνυόταν στὸ τέλειο ἐργαλεῖο ἐνάντια στὴν ἄγνοια καὶ τὸν κοινωνικὸ ἀναλφαβητισμό, διαφοροποιῶντας τὴν ἑρμηνεία τῆς ἱστορίας καὶ ἐπιτρέποντας στοὺς ἐργάτες νὰ ἀναχθοῦν σὲ πρωταγωνιστὲς τοῦ δικοῦ τους λόγου. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς εὐνοήθηκε ἀπὸ τὸ καθεστὼς νέων ἐλευθεριῶν, ποὺ εἶχε ἑδραιωθεῖ στὴν Ἱσπανία ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἀλλὰ κυρίως κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Δεύτερης Δημοκρατίας, ἡ ὁποία θὰ εὐνοοῦσε τὴν οὐσιαστικὴ αὔξηση βιβλιοθηκῶν καὶ ἐκπαιδευτικῶν κέντρων[1].

Αὐτὸς ὁ τρόπος πνευματικῆς ἀνάπτυξης θὰ διαδιδόταν εἰδικότερα στὸν ἀναρχικὸ χῶρο ὑπὸ μορφὴν λεσχῶν-βιβλιοθηκῶν ποὺ ἀναδείχτηκαν σὲ πραγματικοὺς χώρους κοινωνικο-πνευματικῶν ἐπαφῶν, σὰν συνέχεια τῆς παράδοσης τοῦ 19ου αἰ., ποὺ ἦταν συνδεδεμένη μὲ τὴ διάδοση τοῦ ρασιοναλισμοῦ (racionalismo) καὶ τὸν πολιτικὸ φιλελευθερισμὸ (liberalismo). Αὐτὲς οἱ λέσχες μετατράπηκαν σὲ φορεῖς βασικῆς καὶ ἀνώτερης ἐκπαίδευσης μὲ προβιβασμὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν λογοτεχνικο-καλλιτεχνικῶν κύκλων· σὲ εἴσοδο τοῦ ἐργάτη σὲ μιὰ δυναμικὴ ἀπαγορευτικὴ μέχρι τότε ἀπὸ τὶς ἀστικὲς ἐλίτ. Δεδομένης τῆς οἰκονομικῆς ἀνέχειας, αὐτοὶ οἱ χῶροι ἐπιτρέπαν τὴν ἐλεύθερη πρόσβαση στὴ γνώση, ἄγνωστη τότε ἔξω ἀπὸ τοὺς τοίχους τους. Ἕνα δεῖγμα αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι τὸ λῆμμα τοῦ Ateneo Libertario de la barriada del Clot (Λέσχη Ἀναρχικῶν τῆς συνοικίας τοῦ Κλὸτ) στὴ Βαρκελώνη, ποὺ ἀντικατοπτρίζει αὐτὴν τὴ διαρκῆ ἀγάπη γιὰ τὴ γνώση ὡς ἕναν οὐσιαστικὸ μηχανισμὸ γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀνάταση τοῦ ἀνθρώπου: «Γνωρίζω περισσότερα γιὰ νὰ ἀγαπῶ καλύτερα.»

Ἡ διακόσμηση μέσα σὲ αὐτὲς τὶς λέσχες ἀποτελοῦνταν ἀπὸ πορτραῖτα τῶν παπῶν του ἀναρχισμοῦ, ὅπως τοῦ Μιχαὴλ Μπακούνιν (Michaíl Bakunin), Ἀνσέλμο Λορένθο (Anselmo Lorenzo), Φερὲρ ἰ Γουάρδια (Ferrer y Guardia) καὶ Ἑρρῖκο Μαλατέστα (Errico Malatesta). Οἱ ὑποδομὲς αὐτῶν τῶν χώρων εὐνοοῦσαν τὴν προώθηση συνειδητῆς μελέτης, ποὺ κατέληξε νὰ συνιστᾶ ἐπαναστατικὴ διαδικασία καὶ ἐσωτερικὴ κάθαρση καὶ ποὺ μετέτρεπε τοὺς ἀναγνῶστες σὲ ἄτομα κοινωνικὰ ἀφυπνισμένα. Ἡ ἀποδοτικότητά της ἔγκειτο στὸ ὅτι ἦταν ἕνα μέσον ποὺ δὲν χρειαζόταν προπαγανδιστικὲς πρακτικές, ποὺ θὰ ἀπαιτοῦσαν ἰδιαίτερους πόρους γιὰ τὴν ὀργάνωση, ἀλλὰ ἡ ἐπιτυχία ἢ ἀποτυχία της ἐξαρτιόταν ἁπλὰ ἀπὸ τὸ ἄτομο ποὺ ἤθελε νὰ μάθει. Ὁ Χοσὲ Φορτέα (José Fortea), στρατευμένος στὴ JIJL[2], εἶχε περιγράψει στὰ ἀπομνημονεύματά του πῶς ἐντάχθηκε στὴ CNT, ἐνῷ ἀκόμα ἦταν στὸ UGT[3], διαβάζοντας τὸ βιβλίο τοῦ Ἑρρῖκο Μαλατέστα (Errico Malatesta) Entre campesinos.

Οἱ παλιότεροι ἀναρχικοὶ προτιμοῦσαν κατὰ κανόνα τὰ «βιβλία τῶν γενειοφόρων» («los libros de los barbudos») μὲ τὰ ἔργα του Μπακούνιν, τοῦ Μάρξ, τοῦ Πῖ ἰ Μαργάλ, Ἀνσέλμο Λορένθο καὶ Ἐλισὲ Ρεκλὺ ἀνάμεσα σὲ ἄλλους. Ἀντίθετα, οἱ νέοι μέχρι 35-40 ἐτῶν ἔδειχναν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον σὲ ἔργα γενικῆς καλλιέργειας, ὅπως ἀστρονομία, χημεία, ἱστορία καὶ παιδαγωγικά. Ἡ ἡλικιακὴ διαφορὰ νέων καὶ παλιῶν ἀναρχικῶν καὶ οἱ διαφορετικὲς προτιμήσεις στὴ γνώση ἀμβλύνονταν μὲ συλλογικὲς ἀναγνώσεις καὶ τὶς ἀντίστοιχες συζητήσεις καὶ μετέτρεπαν τὴν «συλλογικὴ ἀνάγνωση» σὲ ἐκεῖνες τὶς κολεκτίβες σὲ μιὰ καθημερινὴ πρακτική.

Στὶς προσπάθειες διάδοσης τῆς ἀνάγνωσης πολὺ σοβαρὸ ρόλο ἔπαιξε καὶ ὁ Τύπος τῆς ἐποχῆς. Ἔτσι, τὸ περιοδικὸ La Revista Blanca, ἐκφράζοντας καὶ τὴν δική του στάση ἀπέναντι στὸν ἀναρχισμό, ἐξέδιδε διάφορα τεύχη, ὅπως τὰ Δυὸ σπουδαῖα βιβλία καὶ Περιοδικὸ βιβλίων, στὰ ὁποῖα περιέγραφε ἔργα τόσο ἀναρχικῆς ἰδεολογίας ὅσο καὶ ἄλλων θεματικῶν. Ὁ σκοπὸς ἦταν νὰ προσφέρει μιὰ περίληψη τῶν ἔργων ποὺ κυκλοφοροῦσαν γιὰ τὴν καλύτερη καὶ εὐκολότερη κατανόησή τους. Ἔτσι, στὰ τεύχη του ὑπῆρχαν, ἀνάμεσα σὲ ἄλλα, τὰ De la crisis mundial a la anarquía (Ἀπὸ τὴν παγκόσμια κρίση στὴν ἀναρχία) τοῦ Μὰξ Νετλάου (Max Nettlau) ἢ τὸ Evolución Proletaria (Προλεταριακὴ ἐξέλιξη) τοῦ Ἀνσέλμο Λορένθο, ἔργα ἀνάλυσης, κριτικῆς καὶ σύνθεσης τῆς κοινωνικῆς, φιλοσοφικῆς καὶ ἀναρχικῆς σκέψης.

Ἡ ἐπιθυμία νὰ ἐξαπλωθεῖ μιὰ κριτικὴ θεώρηση τῶν πραγμάτων ἐνάντια στοὺς πυλῶνες τῆς ἀστικῆς κοινωνίας ἦταν ὑπεράνω πολιτικοῦ χρώματος καὶ πρόθεσης πολλῶν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἔργα. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τα μέσα. Ἄλλα ἔντυπα, ὅπως La Protesta (Ἡ διαμαρτυρία), Mar y Tierra (Θάλασσα καὶ γῆ), El Sembrador (Ὁ σπορέας), Acracia (Ἀκρατία), Solidaridad Obrera (Ἐργατικὴ Ἀλληλεγγύη), Cultura y Acción (Κουλτούρα καὶ Πράξη), Despertad (Ξυπνῆστε), Inquietudes (Ἀνησυχίες) κ.ἄ., ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀφιερώματά τους σὲ ἐκδόσεις καὶ πωλήσεις βιβλίων καὶ ἐντύπων, δημοσίευαν καθημερινὰ ἢ ἑβδομαδιαῖα, μυθιστορήματα, θεατρικὰ ἔργα ἢ διηγήματα. Τὰ πιὸ συνηθισμένα θέματα ἦταν ἐκεῖνα πού, μὲ ἀφορμὴ κάποιους χαρακτῆρες σχετικοὺς μὲ τὸν χῶρο ἐργασίας, ἀσκοῦσαν κριτικὴ στὸ Κράτος, στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν ἀστικὴ ἠθική, θεσμοὺς ποὺ ἐνοχοποιοῦνταν γιὰ τὰ δεινὰ ποὺ ἔπλητταν τοὺς ἐν λόγῳ χαρακτῆρες.

Οἱ μικρὲς ἱστορίες ἢ μικροδιηγήματα ἔβριθαν ἀλληγοριῶν καὶ διατρέχονταν ἀπὸ γνωστὲς ἢ διακεκριμένες φιγοῦρες τῆς ἐποχῆς ἢ τῆς καθολικῆς κουλτούρας. Ἕνα παράδειγμα εἶναι τὸ διήγημα «La justicia» («Ἡ δικαιοσύνη») τοῦ Λουὶς Βερμέχο (Luis Vermejo), ὅπου δυὸ πεινασμένα φτωχὰ καὶ πεινασμένα ποντίκια —ποὺ συμβολίζουν τοὺς ἐργαζόμενους—, μπροστὰ στὴν ἀδυναμία τους νὰ μοιράσουν σωστὰ τὸ λάφυρό τους (ἕνα κομμάτι τυρί), ἀποφασίζουν νὰ προστρέξουν στὸ δικαστή, μιὰ πονηρὴ καὶ ἔξυπνη μαϊμοῦ, γιὰ νὰ κάνει δίκαιη μοιρασιά. Στὸ τέλος, ἡ μαϊμοῦ ἐκμεταλλεύεται τὴν κατάσταση καὶ τρώει ὅλο τὸ τυρί, ἀφήνοντας τὰ ποντίκια νηστικά. Ἡ ἀλληγορία ἤθελε νὰ δώσει στὸν ἀναγνώστη νὰ καταλάβει μόνος του ὅτι ἡ δικαιοσύνη, ποὺ θὰ ἦταν πάντα μὲ τὴν κρατοῦσα τάξη, ποτὲ δὲν θὰ εὐνοοῦσε τὴν ἐργατικὴ τάξη: «τὰ ποντίκια ἔφυγαν τὸ καθένα γιὰ τὸ σπίτι του, λίγο στενοχωρημένα, ἀλλὰ πολὺ εὐγνώμονα ποὺ ἡ μαϊμοῦ τους εἶχε ἀποδώσει δικαιοσύνη δωρεάν…».

Ἐπίσης, ἐνῷ ἡ ἀναρχικὴ πεζογραφία ἔδρεπε δάφνες στὸν ἱσπανικὸ Τύπο καὶ στοὺς λογοτεχνικοὺς διαγωνισμούς, ἡ στρατευμένη ποίηση διεκδικοῦσε καὶ αὐτὴ τὸ ρόλο της στὴν ἀναρχικὴ λογοτεχνία. Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ἡ ποίηση τῶν Φρανθίσκο Σαλασὰρ (Francisco Salazar) καὶ Τομὰς Καμάτσο (Tomás Camacho), ὅπου ἐξυμνεῖται ὁ ἀγῶνας τοῦ προλεταριάτου ἐνάντια στοὺς «ἐκμεταλλευτές», στὰ «ρομπότ», στὸ «ἀριστοκρατικὸ ρεμάλι», στοὺς «πατέρες τῆς πατρίδας», στὴν «ἀτομικὴ ἰδιοκτησία». Κατὰ τὸν Ἐρνέστο Ἄλβαρεθ (Ernesto Álvarez), μὲ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν θὰ ἐκπληρωνόταν «ἕνας ἀνθρώπινος στόχος», ποὺ εἶναι τὸ θάψιμο τῆς ἀστικῆς τάξης, «μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδυθεῖ ἀπὸ τὸ σάπιο πτῶμα της μιὰ νέα καὶ θαλερὴ γενιὰ χωρὶς καμιὰ νοσηρὴ φιλοδοξία, στὴ ζωὴ τῆς ὁποίας θὰ βασιλεύουν μὲ τρόπο μόνιμο καὶ καθοριστικὸ ἡ Εἰρήνη, ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἰσότητα καὶ ἡ Ἠθική»:

Ἡ ἐπανάσταση ξεσπάει, 
ξεσπάει σὰν πυρκαγιά 
σὰν τὴν ἔκρηξη τοῦ γενναίου 
ποὺ στὸ τέλος σπάει τὶς ἁλυσίδες 
αὐτὲς ποὺ σέρνει ὁ δυνάστης, 
ὅπως ξεσπάει ἡ καταιγίδα… 
Ἡ ἐπανάσταση ξεσπάει 
ὅταν ὁ τύραννος ἐπαίρεται 
γιὰ τὴν ἰσχύ του καὶ κάνει τὸ λαό 
παίγνιο τῶν ἔργων του… 
Καί, ἀλίμονο στὸν τύραννο κείνη τὴ μέρα 
ποὺ ὁ λαὸς θ’ ἀφήσει τὸ χαλινάρι! 
 

Μάταια ἡ τυραννία 
θὰ προσπαθήσει νὰ συγκρατήσει τὴ δύναμη 
ἑνὸς λαοῦ γενναίου ποὺ μάχεται 
σείοντας τὶς ἁλυσίδες 
ποὺ τὸν καταπιέζουν, γιατί τότε, 
σπάζοντας τὸν ἀπέραντο φράχτη 
τῆς τυραννίας καὶ τυφλωμένος 
ἀπ’ τὴν ἀκραία του ἀγανάκτηση, 
μᾶλλον θὰ συρρικνώσει σὲ στάχτη 
τὸν τύραννο καὶ τὴ σημαία του. 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Σαλαζὰρ καὶ Καμάντσο
A los hijos del publo μὲ πρόλογο τοῦ Ἐρνέστο Ἄλβαρες.

Στὶς 28 Μαρτίου τοῦ 1937 ἡ Ἐπιτροπὴ Προπαγάνδας τοῦ CNT θὰ ὀργάνωνε στὸ Teatro Coliseum de la Gran Vía της Βαρκελώνης τὴν ὁμιλία του Λεὸν Φελίπε (León Felipe), ποὺ θὰ παρουσίαζε τὸ ποίημά του «La insignia» («Τὸ λάβαρο»). Καὶ τότε εἶπε ὁ ποιητής: «Ἔχετε μιλήσει πλέον ὅλοι; Ἔχετε μιλήσει ὅλοι οἱ Ἱσπανοί; Ὑπάρχει κανεὶς Ἱσπανὸς ποὺ δὲν ἔχει ἐκφραστεῖ; Δὲν ἀπαντᾶ κανείς; / Τότε ἀπομένω μόνο ἐγώ. / Γιατί ὁ ποιητὴς δὲν ἔχει ἀκόμα μιλήσει» (Aisa).

Ὑπολογίζεται ὅτι προσφέρθηκαν διὰ τοῦ Τύπου 1.212 βιβλία καὶ ἔντυπα. Πρόκειται γιὰ ἕνα σύνολο ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἑτερογένεια στὴν ὁποία ἀφθονοῦσαν ὄχι μόνο συγγραφεῖς τῶν σοσιαλιστικῶν ἢ κομουνιστικῶν ρευμάτων —Μάρξ, Ἔνγκελς, Ζὰν Ζορὲ (Jean Jaurès), Ζιοὺλ Γκέσδε (Jules Guesde), Πὸλ Λαφὰργκ (Paul Lafargue) καὶ Λεονὶντ Κράσιν (Leonid Krasin)—, ἀλλὰ καὶ συγγραφεὶς ἢ φιλόσοφοι ξένοι πρὸς τὰ προβλήματα τῶν ἐργατῶν. Τέτοια εἶναι ἡ περίπτωση διανοούμενων ὅπως ὁ Πλάτωνας, ὁ Μιγὲλ ντὲ Θερβάντες, ὁ Τζὸν Μίλτον (John Milton), ὁ Χέρμπερτ Σπένσερ (Herbert Spencer), ὁ Γκὶ ντὲ Μοπασὰν (Guy de Maupassant), ὁ Κάρολος Ντίκενς (Charles Dickens), ὁ Χοσὲ Ἰνχενιέρος (José Ingenieros) καὶ ὁ Μὰξ Νορντάου (Max Nordau), ἀνάμεσα σὲ ἄλλους, ποὺ δείχνουν τὴν ἐπιμονὴ τῶν ἀναρχικῶν στὸ νὰ διαδώσουν κάθε ἔργο ποὺ θὰ συνέβαλε στὴ δημιουργία μιᾶς ἀγωνιστικῆς συνείδησης κόντρα στὸ στάτους κβὸ τῆς ἐποχῆς. Ἡ σημασία αὐτῶν τῶν δημιουργῶν ἦταν μεγάλη, δεδομένου ὅτι ἀσχολοῦνταν μὲ συγκεκριμένα θέματα στὰ ὁποῖα ὁ ἀναρχισμὸς ἔδειχνε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον καὶ τὰ θεωροῦσε ὑψίστης σημασίας. Ἐπρόκειτο γιὰ ἔργα ἀπαραίτητα λόγῳ τοῦ παιδαγωγικο-κοινωνικοῦ χαρακτῆρα τους καὶ τοῦ κριτικοῦ περιεχομένου τους, ποὺ εἶναι ἀντικληρικό, ἀντιπολεμικὸ καὶ εἰρηνευτικό, ἐκπαιδευτικό, ὑγείας καὶ σεξουαλικότητας, ἐπιστήμης καὶ ἐξέλιξης.

Ἔργα Γάλλων διανοούμενων διαφόρων πεδίων, ὅπως ἡ λογοτεχνία, ἡ φιλοσοφία, ἡ δημοσιογραφία, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πολιτικὴ μπῆκαν στὴ φαρέτρα τοῦ ἀναρχικοῦ ἱσπανικοῦ κινήματος. Τέτοια εἶναι ἡ περίπτωση τῶν Βολτέρου, Ζάν-Ζὰκ Ρουσό, Ἐμὶλ Ζολᾶ, Ἀνατὸλ Φρὰνς καὶ Ὀνορὲ ντὲ Μπαλζάκ, ἀνάμεσα σὲ ἄλλους. Ἐπιπλέον, ἔντονη θὰ ἦταν καὶ παρουσία ἔργων γάλλων προερχόμενων ἀπὸ τὸν γαλλικὸ ἀναρχισμό. Πρόκειται γιὰ ἕνα σύνολο 27 συγγραφέων, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους βρίσκονται οἱ Ἀγκουστὶν Ἀμόν (Agoustin Hamon), Πιὲρ-Ζοζὲφ Προυντόν, Μὰξ Νετλάου, Μανουὲλ Ντεβαλντὲ (Manuel Devaldés) κ.ἄ. Αὐτὸ ὀφείλεται στὴν γεωγραφικὴ ἐγγύτητα τῶν δύο χωρῶν ποὺ μετέτρεπε τὰ σύνορα σὲ ἕνα εἶδος ἀνοιχτοῦ περάσματος γιὰ ἀμοιβαία βοήθεια. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δημιουργήθηκαν πυρῆνες ἐξόριστων ἀναρχικῶν στὴ γειτονικὴ χώρα, εἰδικὰ κατὰ τὴ δικτατορία του Πρίμο ντὲ Ριβέρα (Primo de Rivera). Ἀντίστροφη ροὴ παρατηρήθηκε σὲ περιπτώσεις ποὺ γάλλοι ἀναρχικοί, ὅπως ὁ Γκαστὸν Λεβὰλ (Gaston Leval) διέσχιζαν τὰ ἱσπανικὰ σύνορα γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴ γαλλικὴ στρατιωτικὴ θητεία. Ἐπίσης, δὲν ἦταν μικρὴ ἡ ἐπιρροὴ τοῦ ἰταλικοῦ ἀναρχισμοῦ μὲ κύριο πρωταγωνιστὴ τὸν Ἑρρῖκο Μαλατέστα, ἀκολουθούμενο ἀπὸ τοὺς Κάρλος Καφιέρο (Carlos Cafiero), Καμίλο Μπερνέρι (Camillo Berneri) κ.ἄ.

Ἡ φιγούρα, ὅμως, μὲ τὴ μεγαλύτερη φιλοσοφικὴ ἐπιρροὴ θὰ ἦταν αὐτὴ τοῦ Πιὸτρ Κροπότκιν (Piotr Kropotkin), τοῦ Ρώσου ἀναρχικοῦ γεωγράφου, τοῦ ὁποίου ἡ σκέψη εἶχε τεράστια ἐπίδραση στὴ συλλογικὴ συνείδηση τοῦ ἀναρχισμοῦ. Τὸ ἔργο του καὶ εἰδικὰ τὰ El apoyo mutuo (Ἡ ἀμοιβαία ὑποστήριξη) καὶ La conquista del pan (Ἡ κατάκτηση τοῦ ψωμιοῦ) χειροκροτήθηκαν σὰν τὰ κορυφαῖα ἔργα τῆς ἀναρχικῆς σκέψης. Ἡ παρουσία προσωπικοτήτων προερχόμενων ἀπὸ τὸν κεντροευρωπαϊκὸ ἀναρχισμὸ (Ὁλλανδία, Γερμανία, Αὐστρία καὶ Ρουμανία) δείχνει τὸν πολλαπλὸ καὶ εὐρωπαϊκὸ χαρακτῆρα τῆς ἀναρχικῆς σκέψης ποὺ ἐξαπλώθηκε στὴν Ἱσπανία κατὰ τὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 20οῦ αἰ. Ἀντίθετα, εἶναι ἄξια ἀπορίας ἡ περιορισμένη ἐπιρροὴ ἀναρχικῶν λατινοαμερικάνων συγγραφέων στὸν ἱσπανικὸ ἀναρχισμό. Ἡ λίστα περιορίζεται σὲ συγγραφεῖς ὅπως ὁ Κάρλος Μπρὰντ (Carlos Brandt) (Βενεζουέλα), ὁ Ρικάρδο Φλόρες Μαγκὸν (Μεξικὸ) καὶ οἱ Χουὰν Λαζάρτε (Juan Lazarte) καὶ Ἀλμπέρτο Χιράλδο (Alberto Ghiraldo) (Ἀργεντινὴ) (Medina, 2018).

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν λογοτεχνικὴ κληρονομιὰ στὸ χῶρο τοῦ διηγήματος, ὁ τόμος Cuentos Anarquistas de América Latina (Ἀναρχικὰ διηγήματα τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς) ἐπιτρέπει νὰ δεῖ κανεὶς σὲ ἕνα σύντομο πανόραμα αὐτὸ ποὺ ὀνομάστηκε «κοινωνικὴ λογοτεχνία». Πρόκειται γιὰ διηγήματα ποὺ συλλέχτηκαν ἀπὸ παλιὰ ἀναρχικὰ περιοδικὰ τῶν τελῶν τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ ἀρχῶν τοῦ 20οῦ καὶ βρίσκονται ἀνάμεσα στὰ καλύτερα τῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς σὲ αὐτὴν τὴν πλευρὰ τοῦ κόσμου. Στὰ δώδεκα διηγήματα αὐτῆς τῆς ἀνθολογίας, ἀκούραστοι καὶ ἐπαναστατημένοι ἄνθρωποι ἀφηγοῦνται τοὺς μύθους καὶ τὶς ἱστορίες τους, φορτωμένες μὲ ἀνθρωπισμὸ καὶ τρυφερότητα. Ἔτσι, χάρη στὴν πένα αὐτῶν τῶν ἀνήσυχων προσωπικοτήτων, μπορεῖ κανεὶς νὰ βυθιστεῖ στὸ αἷμα ἀνθρώπων ποὺ μάχονται στὴν αἰώνια διαπάλη τῆς ἐξουσίας, ἀνάμεσα στὸν δυνάστη καὶ τὸν καταδυναστευόμενο. Ἱστορίες ἐκείνων ποὺ δουλεύουν στὶς φάμπρικες καὶ καλλιεργοῦν τὰ χωράφια ἀπὸ ἥλιο σὲ ἥλιο χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνονται τὸ λόγο τοῦ δικοῦ τους ἀγῶνα.

Σὲ αὐτὰ τὸ δώδεκα διηγήματα, κάποια συγκεντρωμένα ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Λογοτεχνίας Νταρίο Α. Κορτὲς (Darío A. Cortés) καὶ κάποια ἀπὸ τὴν ὁμάδα μελετῶν Χοσὲ Ντομίνγκο Γκόμες Ρόχας (José Domingo Gómez Rojas), γίνεται πάλι φανερὴ ἡ στενὴ σχέση τῶν ἀναρχικῶν μὲ τὴ λογοτεχνία, σχέση μέσα στὴν ὁποία κυοφορήθηκε τὸ ἔργο τῶν μεγάλων λογοτεχνῶν-σημείων ἀναφορᾶς, ἀπὸ τὸν Λέοντα Τολστόϊ καὶ τὸ ἀσκητικό-πνευματικό του ἔργο μέχρι τὸν Ἀλμπὲρ Καμὶ καὶ τὴν «πτώση» τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν κοινωνιῶν. Μεγάλη ὑπῆρξε, στὸ λατινοαμερικανικὸ περιβάλλον ἡ γεμάτη ποίηση καὶ βαθὺ ἀνθρωπισμὸ συγγραφὴ διηγημάτων τῶν Μανουὲλ Ρόχας (Manuel Rojas) καὶ Χοσὲ Σάντος Γκονζάλες Μπέρα (José Santos Gonzáles Vera). Στὸ ἴδιο στὺλ εἶναι τὸ διήγημα «Ἕνα τσαμπὶ σταφύλια» τοῦ Χιλιανοῦ Γκονζάλο Ντράγο (Gonzalo Drago), στὸ ὁποῖο ἕνας ἀγρότης ὑφίσταται τὴν σκληρὴ τιμωρία ἑνὸς ἰδιοκτήτη γῆς γιὰ τὸν ἁπλὸ καὶ μόνο λόγο ὅτι θέλησε νὰ σβήσει τὴ δίψα του· στὸ διήγημα «Κότες» ὁ Ἱσπανο-οὐρουγουανὸς Ραφαὲλ Μπάρετ (Rafael Barret), μὲ μιὰ ἁπλῆ καὶ ταυτόχρονη συγκλονιστικὴ ἀφήγηση ὄχι πάνω ἀπὸ 300 λέξεις, σκιαγραφεῖ τὴ μεταμόρφωση ἑνὸς ἀνθρώπου ὅταν φτάνει νὰ γίνει «ἰδιοκτήτης» καὶ τὰ προβλήματα ποὺ ἀποκτᾶ μαζί της. Τὸ διήγημα «Πολιτικὴ ἐπιστήμη» του Φλορένσιο Σάντσες εἶναι μιὰ σύντομη παρωδία τῆς δημοκρατίας καὶ τῆς κρατικῆς μηχανῆς.

Ἐπίσης, ἀκόμα μιὰ παρουσία στὸ χῶρο τοῦ διηγήματος εἶναι καὶ ἡ συλλογὴ Dinamita cerebral (Ἐγκεφαλικὸς δυναμίτης), στὴν ὁποία παρελαύνουν ὀνόματα ὅπως ὁ Ἐμὶλ Ζολᾶ, Ρικάρδο Μέλια, Ἀθορὶν (Azorín), Μαγκνταλένα Μπερνὲτ (Magdalena Vernet) καὶ πολλοὶ ἄλλοι.

«Ἡ τέχνη εἶναι ἐπαναστατική, ἡ σκέψη εἶναι ἐπαναστατική, ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐπαναστατική», εἶναι τὸ θυελλῶδες μήνυμα ποὺ ξεχύνεται ἀπὸ τὶς σελίδες αὐτοῦ τοῦ βιβλίου (Javier, 2013).

Ἐν κατακλεῖδι, ἡ ἀναρχικὴ σκέψη, καὶ κατὰ συνέπεια δράση, ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴ λογοτεχνία· ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι, προβλήματα, ὄνειρα, ἀγάπη, ἀφέντες, θύματα, πλούσιοι, φτωχοί, διακρίσεις, ἐκμετάλλευση καὶ ἀδικία. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι καὶ τὰ δύο ἐμπνέονται, ποτίζονται καὶ παράγονται ἀπὸ τὴν ἴδια πηγή: τὴν ἐγγενῆ πηγὴ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς γιὰ ἀδελφοσύνη, ἀξιοπρέπεια, καὶ δικαιοσύνη.


Ἡ Ἐλευθερία εἶναι ὁ ὀργασμὸς τῆς ψυχῆς.

Παρόλα αὐτά, ὁ κόσμος ἔχει ἀλλάξει ἀρκετὰ ἀπὸ τὴν ἐποχή του Μὰρξ καὶ τοῦ Μπακούνιν. Οἱ σημερινοὶ ἀναρχικοὶ σηκώνουν πολλὲς σημαῖες μὲ τὴ λέξη «Ὄχι»: ὄχι στὴν καταστροφὴ τοῦ πλανήτη, ὄχι στὶς πυρηνικὲς βόμβες, ὄχι στὴν ἐκμετάλλευση τῶν ἀδύναμων —ἠπείρους, χῶρες, ἔθνη—, ὄχι στὴν παγκοσμιοποίηση, ὄχι στὴν παγκόσμια πολιτική, στρατιωτικὴ καὶ ἰδεολογικὴ ἡγεμονία τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ τῶν συμμάχων τους καὶ πολλὰ ἄλλα «ὄχι».

Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ «Ναὶ»· γιὰ τὴ πολυμορφία, γιὰ τὰ δικαιώματα τῶν γυναικῶν, γιὰ τὴν ἀνεκτικότητα καὶ τὸ δικαίωμα στὴ ζωὴ ὅλων τῶν φτωχῶν τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν ἀποκλεισμένων ἀπὸ τὴν ἀγορὰ ἐξ αἰτίας τοῦ οἰκονομικοῦ μοντέλου τῆς παγκοσμιοποίησης. Καί, τελικὰ ὑπάρχει μιὰ προσέγγιση μεταξὺ κύκλων σοσιαλιστῶν καὶ ἀναρχικῶν λόγῳ τοῦ χαρακτῆρα τῶν νέων μορφῶν τοῦ καπιταλισμοῦ. Νέες ὀργανώσεις καὶ διεθνῆ φόρουμ μὲ τὴ συμμετοχὴ ἀκτιβιστικῶν κινημάτων καὶ διανοητὲς πλούσιων καὶ φτωχῶν χωρῶν ἔρχονται στὸ προσκήνιο μὲ θέσεις ἐπίσης παγκοσμιοποιημένες, συμπεριλαμβανομένων πολλῶν πολιτῶν καὶ ὀργανώσεων τῆς Εὐρώπης καὶ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν.

Ἡ Ἀναρχία ἔχει σήμερα καινούριες εὐκαιρίες καὶ νέους διανοητές. «Δὲν γονατίζουμε παρὰ μόνο γιὰ κόψουμε ἕνα λουλούδι» εἶπε ὁ Βέλγος ἠθοποιὸς καὶ τραγουδιστὴς Ζὰκ Μπρέλ, ἐνῷ ὁ Ἀμερικανὸς νομπελίστας καὶ τραγουδοποιὸς Μπὸμπ Ντίλαν προειδοποιεῖ: «Αὐτὸς ποὺ δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὴ γέννησή του, ἀσχολεῖται μὲ τὸν θάνατό του». Ὁ ἀμερικανὸς γλωσσολόγος καὶ φιλόσοφος Νόαμ Τσόμσκι εἶναι ὁ πιὸ σημαντικὸς σύγχρονος ἀναρχικὸς διανοητὴς καὶ ἡ ἐπιρροή του ἁπλώνεται στὶς νεολαῖες πλούσιων καὶ φτωχῶν χωρῶν.

Βιβλιο-δικτυογραφία 
-Ἀϊναλῆς, Ζ. Δ., Δεσποινιάδης, Κ., Παπαντωνόπουλος, Μ., Ἀναρχία καὶ Λογοτεχνία, Πανοπτικόν, 2017.
-Aisa, F., “Dinamita celebral: literatura, arte i poesía anarquista”, Conferencia pronunciada en los encunetros poéticos de Moguer en la casa se Juan Ramón Jiménez. U B I K U: Dinamita cerebral: literatura, arte i poesía anarquista. FERRAN AISA Ἡμερομηνία ἀνάκτησης 21/1/23.
-Gómez, R., “El anarquismo en la cultura” σε Rebelión.
El anarquismo en la cultura – Rebelion Ἡμερομηνία ἀνάκτησης 23/1/23.
-Javier, E., “Cuentos anarquistas” σε la aurora intermitente Cuentos anarquistas | Aurora Fundación (aurorafundacion.org Ἡμερομηνία ἀνάκτησης 22/12/22.
-Historia libertaria, “La creación literaria anarquista” σε Portal Libertario Oaca Literatura anarquista. Novela y relato breve – Portal Libertario OACA (portaloaca.com) Ἡμερομηνία ἀνάκτησης 29/12/22.
-Medina, A. L., “El poder de la lectura como herramienta revolucionaria. El caso del anarquismo español de los años treinta” σε Pasado y Memoria, 17, 2018, pp. 335-360. El poder de la lectura como herramienta revolucionaria. El caso del anarquismo español de los años treinta / Alejandro Lora Medina | Biblioteca Virtual Miguel de Cervantes (cervantesvirtual.com) Ἡμερομηνία ἀνάκτησης 2/1/23.
-Rama, C.M., Cappelletti A.J., El anarquismo en América Latina, Edición digital
https://www.solidaridadobrera.org/ateneo_nacho/libros/Rama%20-%20Cappelletti%20-%20El%20anarquismo%20en%20America%20Latina.pdf
-Reyes, F. “Anarquistas de América Latina: Oprimidos y rebeldes con causa” σε DiarioUchile. Anarquistas de América Latina: Oprimidos y rebeldes con causa « Diario y Radio Universidad Chile (uchile.cl) Ἡμερομηνία ἀνάκτησης 29/12/22.
-Rodríguez, G. “Anarquismo en el Siglo XXI: La insoslayable necesidad de abandonar todo lo ajeno” σε la haine.Anarquismo en el Siglo XXI: La insoslayable necesidad de abandonar todo lo ajeno (lahaine.org) Ἡμερομηνία ἀνάκτησης 20/1/23.

Εἰκόνες: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα:
https://www.solidaridadobrera.org/ateneo_nacho/exposiciones.html

[1] Ἡ προώθηση τῆς κουλτούρας τοῦ βιβλίου ὡς παράγοντας ἐκδημοκρατισμοῦ τῆς κοινωνίας υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὴ δημοκρατικὴ κυβέρνηση, ἡ ὁποία θὰ καταπιανόταν μὲ τὴ χρηματοδότηση, ὀργάνωση καὶ ἐπέκταση τῶν δημόσιων βιβλιοθηκῶν μέσῳ τοῦ Συμβουλίου Παιδαγωγικῶν Ἀποστολῶν (Patronato de Misiones Pedagógicas) καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀνταλλαγῆς καὶ Ἀπόκτησης Βιβλίων (Junta de Intercambio y Adquisición de Libros), ἐγγυώμενη τὴν ἐλεύθερη καὶ δωρεὰν πρόσβαση τῶν πολιτῶν στὶς δημόσιες βιβλιοθῆκες.
[2] FIJL ἢ Federación Ibérica de Juventudes Libertarias (Ἰβηρικὴ Ὁμοσπονδία Ἀναρχικῶν Νεολαιῶν) ἦταν ὀργάνωση ἀναρχικῶν νέων, ποὺ δημιουργήθηκε στὴ Μαδρίτη κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Δεύτερης Δημοκρατίας.
[3] UGT ἢ Unión General de Trabajadores y Trabajadoras ἦταν συνδικαλιστικὴ ἐργατικὴ ὀργάνωση ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1888 στὸ Ἐργατικὸ Κογκρέσο της Βαρκελώνης καὶ ὁ πρόδρομος κατὰ κάποιον τρόπο τοῦ σημερινοῦ Ἱσπανικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Ἐργατικοῦ κόμματος (PSOE), ἐξελιγμένο πιὰ ἀπὸ καθαρὰ μαρξιστικὸ κόμμα σὲ ἕναν σοσιαλδημοκρατικὸ προσανατολισμό.

*Η Βάσω Χρηστάκου είναι ιατρὸς καρδιολόγος καὶ ἀριστοῦχος ἀπόφοιτος τοῦ τμήματος Ἱσπανικὴς γλώσσας καὶ Πολιτισμού τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀνοιχτοῦ Πανεπιστημίου. Μεταφράζει λογοτεχνία ἀπὸ τὴν ἱσπανικὴ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα.

*Δημοσιεύτηκε στις 26 Ἰανουαρίου 2025 από το planodion εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/01/26/baso-christakou-anarchia-kai-logotechnia/

Μάρκος Μέσκος, Τι είναι λοιπόν η Ποίηση;

Photo: Marta Kruk

XXVI

Τι είναι λοιπόν η Ποίηση;
Ψηλά τα τείχη της κενής δεξαμενής
στο μέσον η κατάξερη φωνή
στίχοι που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Κατά τον πρωινό νοτιά ο καιρός
ξεφλουδισμένο αυγό. Κι από σένα
(το πιο κοντινό πουλί μου)
στερνό φιλί να μην υπάρχει.

*Από τη συλλογή “Τα ανώνυμα” (1971).