Ανδρέας Ελ Σαέρ, Δύο ποιήματα

saer1012

Δρώμενο

Μπαμπ, μπουμπ
και λάσπη και πέτρες και φωτιά
ταβέρνα «Ο ουρανός»
καλησπέρα σας, θα θέλατε κάτι;
ναι, λίγο μάννα θα ήταν τέλεια,
συγγνώμη, μόλις τελείωσε
και η γη της απαγγελίας αιώνια καμένη
και η δύση των ιθαγενών
και η ανατολή των γύφτων
και η Ασπασία έχτισε τον Παρθενώνα
και εγένετο πολιτισμός
και ο υιός του θεού στο εφετείο της Πάτρας
και οι αστοί επαναστ-αστοί
και εγένετο το συνδικάτο
και η αποσκίρτηση
και εγένετο η κομμούνα
και οι χρήσιμοι ηλίθιοι
και το πηγάδι ξεχείλισε
σαν καλοστημένη μασκαράτα
πλήθος, θεατές, θεατρίνοι
τα μυστικά των νεκρών στα βάθη
Ιησούδες, μένουμε στην επιφάνεια
η ιστορία μας το ‘μαθε καλά
ποιος θα μου πει το βλέμμα ενός αυτόχειρα
λίγο πριν το τέλος πως μοιάζει.

***

saer2013

Έγερση

Νιώθω το αγκάθι της σιωπής
Σαπισμένο μήλο με κάτασπρα άνθη
Ο μύθος της μοναξιάς
Το κάλπικο όνειρο της ρεματιάς
Το πρωί, έγερση
Ψεύτικες ελπίδες τα όνειρά μας
Ορφανές στιγμές, ασπρόμαυρη στη καλωδιακή,
της ψυχής η αναρχία.
Οι συνειδήσεις. Η αυτάρκεια. Η δυσπιστία.
Καραβοτσακισμένη η όψη, στο ακρογιάλι
μοιάζει να λυγίζει το κατάρτι.

*Τα ποιήματα αυτά περιέχονται στην “Ποιητική Συλλοή – 12 ποιητές”, των εκδόσεων Παλινωδίαι – Αυτοέκδοση, Αθήνα 2015. Οι δύο εικόνες της ανάρτησης περιέχονται στην εν λόγω συλλογή και συνοδεύουν τα ποιήματα αυτά, είναι έργα της Αλεξάνδρας Μάντζαρη. Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα http://www.palinodiae.com

Renzo Novatore, Στίχοι

2

III.

Θάνατος!
Ποιος θυμάται τον μακάβριο χορό του οδυνηρού και τερατώδους θεού του πολέμου;
Ποιος θυμάται ακόμα τον πόλεμο;

Πολύς καιρός έχει περάσει μεταξύ του χθες και του σήμερα, αλλά πάνω σ’ αυτή την άτυχη μα ακόμα ευγενή γη, γονιμοποιημένη από υπολείμματα πρησμένων πτωμάτων και άγονου αίματος, κανένα τέλειο, παρθένο λουλούδι, δημιουργημένο από την πνευματικότητα και την αγνότητα, δεν φυτρώνει σήμερα.

Όχι, τα λουλούδια που γεννιούνται τώρα απ’ το ξηρό έδαφος, τόσο μάταια ποτισμένα στο αίμα, δεν είναι τα λουλούδια της ακμάζουσας ζωής, ικανά για τη μεγάλη ελπίδα, για τον γενναίο αγώνα, της σθεναρής σκέψης˙ είναι μάλλον λουλούδια του θανάτου, γεννημένα στη σκιά, που αναπτύσσονται με το μαρτύριο του υποσυνείδητου, παρασυρόμενα στη θύελλα, μεταφέρονται μαζί με την κίνηση του ποταμού της λησμονιάς…
Δεν είμαι συναισθηματικός… αλλά έχω την φρικτή μνήμη του πολέμου.
Ακόμα και το πνεύμα του μεγάλου Ζαρατούστρα (που ήταν ο αληθινότερος εραστής του πολέμου και ο πιο ειλικρινής φίλος του πολεμιστή) πρέπει να έχει αρρωστήσει τρομερά απ’ αυτόν τον πόλεμο…

Πρέπει να ήταν φοβερά άρρωστος, γιατί τον άκουσα να κραυγάζει: «Πρέπει να αναζητήσετε τον δικό σας εχθρό, πολεμήστε για το δικό σας πόλεμο, και για τις δικές σας ιδέες!»

Κι αν η ιδέα σας ενδίδει, η εντιμότητά σας κραυγάζει για τη νίκη.

Αλλά φευ! το ηρωικό κήρυγμα του μεγάλου απελευθερωτή έπεσε στο κενό!

Το ανθρώπινο κοπάδι δεν ήξερε πως να διακρίνει τον εχθρό του ή να παλέψει για τον πόλεμο των δικών του ιδεών. (Το κοπάδι δεν είχε κανένα δικό του ιδεώδες!)

Και μη ξέροντας τα δικά του ιδεώδη που θα μπορούσαν να θριαμβεύσουν, ο Άβελ πέθανε στα χέρια του Κάιν για ακόμη μια φορά.

Μη γνωρίζοντας πως να πει Ναι ή Όχι! Προχωρά σαν δειλός, σαν ρομπότ (1), όπως πάντα.

Αν είχε τουλάχιστον την ικανότητα να πει το Ναι της ενθουσιώδους υποταγής (αφού δεν είχε την ηρωική δύναμη να πει το τιτάνιο Όχι της τραγικής άρνησης) θα μπορούσε να αποδείξει τελικά ότι πίστευε στην «υπόθεση» για την οποία πέθανε, πολεμώντας…
αλλά δεν ήξερε πως να πει ναι ή όχι!

Πήγε!
Σαν δειλός, όπως πάντα!
Έτσι…
Και ξεκίνησε να πάει προς το θάνατο.
Πήγε προς το θάνατο του χωρίς να ξέρει γιατί.
Όπως πάντα!
Κι ο θάνατος δεν περίμενε…
Ήρθε!…
Ήρθε και χόρεψε.
Χόρεψε και γέλασε!
Για πέντε ολόκληρα χρόνια…
Γελούσε και χόρευε πάνω απ’ τα λασπωμένα ορύγματα όλων των πατρίδων του κόσμου.
Ένας μακάβριος χορός!
Ω, τι ηλίθιος και μακάβριος (πόσο θηριώδης και ωμός) είναι αυτός ο θάνατος που χορεύει χωρίς να κουβάλα τα φτερά κάποιου ιδεώδους.
Χωρίς μια βίαια ιδέα που υπονομεύει και καταστρέφει.
Χωρίς μια γόνιμη ιδέα που παράγει και δημιουργεί.
Τι ηλίθιο και φρικτό πράγμα είναι να πεθαίνουν σαν δειλοί, χωρίς να ξέρουν το γιατί.
Τον είδαμε (όπως χόρευε) ο Θάνατος.
Ήταν ο μαύρος Θάνατος, αδιάφανης, χωρίς καμιά ευκρίνεια φωτός.
Ήταν ένας Θάνατος χωρίς φτερά!…
Πόσο άσχημος και χυδαίος ήταν.
Πόσο άχαρος ήταν ο χορός του!
Και πως τους θέριζε (χορεύοντας) όλους τους περίσσιους, όλους εκείνους που περίσσευαν!
Εκείνους για τους οποίους (ο μεγάλος απελευθερωτής λέει πως) το κράτος εφευρέθηκε.
Αλλά, δυστυχώς, δεν θέρισε μόνο αυτούς…
Ναι! Ο Θάνατος (για να εκδικηθεί το Κράτος) θέρισε αυτούς που δεν ήταν άχρηστοι. Αυτούς που ήταν αναγκαίοι…
Θέρισε ακόμα αυτούς των οποίων η ζωή ήταν ένα βαθυστόχαστο ποίημα που η υποσυνείδητη του θλίψη τραγούδησε ένα εύθυμο ρεφρέν…
Αλλά αυτοί οι οποίοι δεν περίσσεψαν, αυτοί που δεν ήταν περίσσιοι, αυτοί που πέφτοντας κραυγάζουν το επαναστατικό και ισχυρά τιτάνιο Όχι! αυτοί θα εκδικηθούν.
Θα εκδικηθούμε γι’ αυτούς!
Θα εκδικηθούμε γι’ αυτούς γιατί ήταν τα αδέρφια μας˙ γιατί πέθαναν με τα άστρα μες στα μάτια τους˙ γιατί όπως πεθαίναν, έπιναν τον ήλιο.
Τον ήλιο του Ονείρου.
Τον ήλιο της Μάχης.
Τον ήλιο της Ζωής.
Τον ήλιο της Ιδέας!

index1

IV

Ο πόλεμος!…
Τι ανανέωσε ο πόλεμος;
Που είναι η ηρωική μεταμόρφωση του πνεύματος;
Πότε ορθώθηκαν οι λαμπερές πινακίδες των νέων ανθρώπινων αξιών;
Σε ποιο ιερό ναό έχουν τον θαυματουργό χρυσό αμφορέα, που περιέχει τις φλεγόμενες καρδιές των δημιουργικών ιδιοφυϊών και των επιβλητικών ηρώων, που οι παράφρονες υποστηρικτές του μεγάλου πολέμου υποσχεθήκαν;
Που λάμπει ο μεγαλοπρεπής ήλιος του νέου μεγάλου μεσημεριού;
Τρομερά ποτάμια αίματος ποτίσαν τη χλόη όλου του κόσμου και προχωρήσαν ουρλιάζοντας σε όλους τους δρόμους της γης.
Τρομαχτικοί χείμαρροι δακρύων έγιναν η σπαρακτική, αγωνιώδης ηχώς του θρήνου τους που αντηχεί μέσα απ’ τις πιο απομονωμένες, τις σκοτεινότερες δίνες όλων των ηπείρων του κόσμου.
Βουνά ανθρώπινων οστών και δέρματος σαπισμένα παντού μες στη λάσπη, και κλάματα σ’ όλο το φως του ήλιου.
Αλλά τίποτα δεν άλλαξε: δεν ωφέλησε σε τίποτα!
Ο ιός που μαστίζει τις κοιλιές των αστών απλά εξαπλώνεται από κορεσμό˙ και η κοιλιά των προλετάριων παραπονιέται απ’ την πολλή πείνα!
Και αρκετά!
Αν με το Χριστό και τον χριστιανισμό, το ανθρώπινο πνεύμα καταστέλλεται μέσα στο κρύο και άδειο διάστημα της μετά θάνατον ζωής, με τον Καρλ Μαρξ και το σοσιαλισμό, ξεπέφτει απλά στο έντερο…
Ο βρυχηθμός που ακούστηκε σε όλο τον κόσμο μετά τον πόλεμο, συγκλονίζοντας την ανθρωπότητα, δεν ήταν παρά ο ήχος των στομαχιών που ο σοσιαλισμός πρόδωσε, εξάλειψε, κατέπνιξε και κρέμασε μόλις αντιλήφθηκε ότι αυτός ο βρυχηθμός άρχιζε να παίρνει ένα κομμάτι απ’ το χρώμα του περιεχομένου της ιδέας…
Αυτή η ανώτατη, ανώνυμη δειλία χρησιμοποίησε την πιο μαύρη, την πιο γυμνή, την πιο άθλια αντίδραση που γεννήθηκε και μεγάλωσε δραματικά.
Ήταν λογική-φυσική-θανατηφόρα!
Ήταν ανθρώπινη…

Γιώργος Βέης, Ο Αλέξης Τραϊανός στο τηλέφωνο

f52

Έλα σπίτι να γράψουμε ποιήματα
με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ,

η νύχτα διπλή, δίχως σταθμό,

μ’ όλα τα μίλια τής μηχανής και του χρόνου στο φουλ

έλα, με το τζιν να ποτίζει το μεδούλι τού νου,

έλα στο σπίτι να γράψουμε τρελά ποιήματα,

θυμάμαι που μου το ‘λεγες τόσες φορές

και σ’ άκουγα στο βάθος τής πολυκατοικίας

οδός Βασιλίσσης Όλγας 118,

με τα παντζούρια κλειστά, μέρα μεσημέρι,

για να μην μπαίνει το φως του καλοκαιριού

στο πικάπ ο Σαχτούρης να διαβάζει ποιήματα

κι εσύ να μεταφράζεις τους απόβλητους ποιητές σου,

μαγεμένος πίνοντας μαγεμένος ως το άλλο πρωί,

με τη ζέστη να ξεραίνει τις λέξεις μας,

με το μαγιό εσύ, με τους πόρους σου ανοικτούς,

για να μπαινοβγαίνει ελεύθερα το σκοτεινό αλκοόλ της μοίρας

με το τηλέφωνο κατεβασμένο

σε πόναγε το κουδούνισμα απ’ το υπερπέραν,

στο μικρό χολ οι εφέστιοι θεοί σου μαχαιρωμένοι

με το στιλέτο που έκοβες τις σελίδες και τις φέτες τής ζωής σου,

τ’ άδεια μπουκάλια στο πάτωμα, σφυρίχτρες τού θανάτου,

μου τέλειωσαν τα τσιγάρα, μου τέλειωσαν οι στίχοι,

έλα να γράψουμε άλλα ποιήματα

έχω Johnnie Walker σήμερα,

με πήρες προχθές τηλέφωνο εδώ, στο Μανχάταν,

μου ‘πες θα ‘ρθεις τα Χριστούγεννα

κι εγώ σε πήρα όπως πάντα στα σοβαρά,

θα ‘χουν μεγαλώσει πολύ τα γένια σου

θα ‘χεις γκριζάρει κι εσύ Αλέξη,

θα πάμε βόλτα στην Πέμπτη Λεωφόρο

δε θα βρέξει καθόλου εφέτος, σ’ τ’ ορκίζομαι Αλέξη,
δε θα λιώσουν ποτέ τα χέρια σου και τα ποιήματά σου,

νόμισα ότι σε είδα το πρωί στο δρόμο,

ότι μου ‘κανες τάχα έκπληξη
κι έψαχνες να με βρεις στην πόλη,

φώναξα, τράβηξα κάποιον απ’ τον ώμο,

γύρισε και με κοίταξε ένα μελαχρινό αγόρι

είχε τα μάτια σου,

Αλέξη πάρε με στο τηλέφωνο

για να έχω έτοιμο το καλύτερο ουίσκι που κυλάει εδώ

θα φτιάξω και το μαγνητόφωνο για να μου διαβάσεις

τα καινούργια σου ποιήματα, αυτά που λες

τα «πέντε χρόνια στο σκοτάδι»

θα φτιάξω και το μικρό μου τρένο

για να γυρίσουμε πίσω μαζί
στη Σαλονίκη.

*Από τη συλλογή “Υστερόγραφα γης”.

Kate Llewellyn, Letter to Freud

%24_57.JPG

What does  a woman want
Sigmund
it’s simple
what a funny question
well speaking for myself
to be loved
same as everyone else I know
yes
by the man who I want to love me
and by the greengrocer
the chemist
the postmistress
my children
– I take it my friends will anyway
and I want to be left alone
no-one saying sit down
stand up
come here
I run away then
no
it may surprise you but I’d really rather not
have a penis thanks all the same
I suppose it’s hard for you to believe that
I’d like a few laughs
rolling round a bed laughing my head off
and all the normal human things
clean water shelter
fresh food
that most never see
in their whole male or female lives
and not to want anything
Sigmund
most of all that
or does that only come like a ticket
with death?

1985

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2016/06/i-wish-id-written-this_24.html

“Ο Καβάφης, στο σχολείο και στην ποίηση” | της Ευτυχίας Παναγιώτου

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

cover_FINAL2.jpg Πίνακας: Γιάννης Κολιός

Όταν πρωτοάρχισα να καταστρώνω ποιήματα –γιατί και πώς και κάτω από ποιες συνθήκες κανείς δεν γνωρίζει, κι αυτό είναι το ωραίο–, ο καβαφικός Θεόκριτος ενσάρκωνε τον πόθο μου να συναντήσω τον ιδανικό δάσκαλο. Ήθελα κάποιον να μου πει αν λοξοδρόμησα, αν έπρεπε να συνεχίσω στην ίδια τροχιά ή να του στρίψω.

«… Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει

να ’σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.

Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι·

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

Κι αυτό ακόμα το σκαλί το πρώτο

πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο

πρέπει με το δικαίωμά σου να ’σαι

πολίτης εις των ιδεών την πόλι …»

Αυτά μου είπε. Τόσα πρέπει μόνο σε ένα καβαφικό —κυρίως ψευδοϊστορικό— ποίημα χωράνε και πουθενά αλλού. Γι’ αυτό μάλλον τον αγαπούσαμε τον Καβάφη στο σχολείο και τον ακούγαμε, παρότι ήταν κι εκείνος δάσκαλος που μιλούσε για…

View original post 1,074 more words

Έρμα Βασιλείου, Εκζητώντας

tango
 
Έχει καιρό που κάποιες λέξεις μ’ εγκατέλειψαν
Άκαρδα ή όχι, άγνωστο αγνώστου
Άστοχο άστοχου βίου
Πήδηξα επί τέλους στο στόμιο
Του ανοιχτού ηφαιστείου
Ρέει ανήμπορο αίμα
Δεν πανικοβλήθηκε η ηχώ
Μερεύει ο θάνατος στο σώμα
Καίγεται, ζει η αναπνοή
Γλυκύτητα γλυκύτητα
 
Της σημερινής μου ουσίας
Δεν είσαι αξίας πια να σε γευτούν
 
Πεθαίνεις με τη λάβα που ζωντάνεψε
Γεννιέσαι με τη λάβα που γερνά
Κι έχεις τον ήλιο πολεμιστή
Με γυάλινες ασπίδες
Να σε μάχεται
 
Και σήμερα πώς είναι τόσο όμορφος
Κι ανίκητα γεμάτος από ζήση
Κι έχεις τον ήλιο να σε μάχεται με ερωτήσεις
Έχεις χρώμα;
Κι αν απαντήσω;
Μετά τον έρωτα τι; Με τον  έρωτα γιατί;
 
Τι περνά και μένει περισσότερο;
 
 
***

Seeking out
 
For some time now
some words have abandoned me
Heartlessly or not, unknown of an unknown question
a miss of a missed life
I jumped at last into the mouth
of the open crater…
helpless blood runs
the echo has not panicked
death is meek in the body
breath is burning and lives
 
oh, sweetness sweetness of my substance
you are no longer of value to be tasted
you are dying with the magma that is reviving you
you are being born with the lava that is aging you
the warrior sun is fighting you
with glass shields
and how handsome is he today
unbeatable and full of life
you have him battling you with questions
 
do you bear any color?
 
And if I reply …
what after love?
why with love?
 
What passes yet remains even longer?

*Translated into English by the poet.

Νικόλαος Κάλας, Απαγγελίες

13445421_263303744035497_8761038343439431099_n

Το τριακόσια τριάντα τρία δεν απαντά

Πλάι στον αριθμό το «οδός Κριεζώτου 2».
Η εν Ισσώ μάχη!
«Δεσποινίς Πυθία δοκιμάσετε πάλι».
«Νικήτα Ράντο, δεν μ’ ακούς;
το τριάντα τρία η πρώτη σου ποιητική δοκιμασία»
το Είκοσι δύο επέστρεψαν οι Έλληνες απ’ την Μικράν Ασία.
Επέστρεφε ώ Ιστορία!
Η Τροία του Ομήρου, η Τροία του ονείρου
τριαδικά συστήματα προϊστορικά, μεταχριστιανικά
υπολογισμένα καβαλιστικά.
«νικήτα Ράντο γιατί δεν απαντάς;»
Τριάντα τρία χρόνια κι ύστερα επέστρεψεν η εν ηχώ μάχη:
«Δεν μ’ αναγνωρίζεις; Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς,
και βροντοφωνάζουν μέσα μου
της ταραγμένης σου ψυχής τα φλογερά οράματα».

***

Υπενθύμισα στον εαυτό μου

Υπενθύμισα στον εαυτό μου
περιπέτεια φόβου και τόλμης.
Το Σαράντα ξεκίνησα από την Λισσαβώνα.
Μα τι συμβαίνει στην Λισσαβώνα;
Ραγίζονται τοίχοι, συσσωρεύονται λέξεις
πλουτίζεται η ρητορική
στο ταξίδι των σελίδων χορεύει η σκέψη
αστράφτει η τύχη και βροντοφωνεί
mare tenebrosa! Η ιστορία δαμάζει
τον ωκεανό με τριήρεις και πετρελαιοφόρα
θησαυροί Κνωσού και Ινδιών
τόλμη θαλασσοπόρων
κύματα του πληθυσμού
ποιητική σύλληψη και κατάληψη της εξουσίας
όνειρα κι αγώνες, αγωνία και ελπίδες.

***

Σκάκι

Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σ’ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.

***

Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει

Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει
ήσουν εσύ η Ευρυδίκη όταν ο χάρος
απ’ τη ζωή και την Ελένη σου
να σ’ αποσύρει τάχθηκε.
Σε ξαναείδε η μέρα.
Ρίξε πίσω σου το φως που μας προσδοκά
ατένισε άσβηστον φως. Φως κι ο λόγος.
Ζει του Ολυμπιονίκη μονάχα ο Πίνδαρος.
Ρήματα Σίβυλλας, αποφάσεις κύβων
το σεληνόφως της Ελένης
της φλογεράς λύρας η αδαμάντινη λάμψη
διακόπτουν το χάος.

***

Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα

Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα
απόψε θα χύσουμε αίμα, οδός Μαυρομιχάλη
θα ποδοπατήσουμε αισθήματα κι αισθήσεις.
Τυραννοκτόνοι! Δεν είναι για σένα
η σωφροσύνη της Κυράς Λίμνης
χανούμισσα εσύ χαμένων χαδιών
πορταΐτισσα της Μανίας, λέαινα
της Ακρόπολής μου. Απόψε τα χαλάσματα!

***

Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου

Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου
αντιμέτωπος θέληση δεν συγκρατεί τα φρένα
το θύμα: τριαντάχρονος. Συντρίμματα τα πόδια του
τρεις μήνες τουλάχιστον θα μείνει κατάκλινος
προ τριών ημερών συγκατοικεί η ασθένειά μου
στο δωμάτιό του, τον χαρακτηρίζουν
μεσιτικές εργασίες αστικών ακινήτων
στην περιοχή Chelsea. Αναπτύσσει ο νους του
λόγους ακυρώσεων συμβολαίων κι εξοικονόμησε
δομικές ανάγκες δύο του ιατρών.
Ελληνικό μαγειριό της γειτονιάς μας σερβίρει
άριστο καφέ με μηλόπιτες, γεύση apple-pie.
Τον ξαναείδα τις προάλλες, μα τώρα που εύρωστα δέντρα
διακλαδώνουν νέους χαραχτήρες, νέες ουράνιες συνταγές
νέες εκτιμήσεις του τύπου μου χαράσσουν το χαραχτήρα.
Νεότης, γεράματα εντυπώνονται. Σήμερα και χθες
το μελτέμι παίζει με κλάσματα μύθων
καταθέτω εικόνες ενώ η φωτεινή μου
Ελένη συγκρατεί τις φρένες μας εντός του κειμένου.
Ακτίνες κοβαλτίου, μόρια ιωδίου σπέρνονται
στον καταραμένο χώρο. Νέες διαστάσει της ιατρικής.
Παρηγοριέμαι με την αστρολογία κι αυτή
από καιρό σε καιρό καρκινοβατεί με ζωδιακό φως.

*Από τα βιβλία “Οδός Νικήτα Ράντου”, εκδόσεις Ίκαρος, 1977 και “Γραφή και Φως”, εκδόσεις Ίκαρος, 1983. Τα ποιήματα αυτά είναι από ηχογράφηση του 1982 για την ΕΡΑ. Μουσική σύνθεση Βασίλης Ριζιώτης. Εδώ τα μεταφέρουμε από το http://www.poiein.gr

Γεωργία Τρούλη, Δεδηλωμένα – Η μασέλα – Η κόγχη

173552g-3.el_topo

[Έτσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κόγχη τούτη την μικρή/ σ’ όλη την γη την χάλασες]

Θα περάσουμε κάποιες φορές στην απέναντι όχθη. Θα χορέψουμε την μουσική με όλη μας την ένταση. Θα φορέσουμε τα καλύτερα παπούτσια στα χέρια. Θα παίξουμε με μια τεράστια πόρτα της Φλωρεντίας «άνοιξε-κλείσε». Θα την έχουμε θεματοφύλακα αναχωρήσεων. Μια κούπα σούπα ζεστή, σύμβολο αφίξεων. Θα περιστρέφουμε τα ζιζάνια της απόφασης.

Θα ζευγαρώνουμε. Κι ένα κλωνάρι ευκάλυπτου και μάραθου θα λέει ‘Μην Ενοχλείτε’ στην παραμορφωτική μας εικόνα. Θα αλλοιώνουμε την αφύσικη ενήλικη γνώση μας με πισωγύρισμα σε ηλικία που ιδιαίτερα δεν μας ανήκε. Θα την κουβαλάμε από το χέρι την σκληρότητα και θα πλατσουρίζουμε σε λακκούβες νερό. Νερό που ξεχάστηκε από βροχή. Θα λέω καλύτερα ‘νερό που λίγο θέλησε λίμνη να γίνει’. Θα ανοίξουμε δρόμο για ποταμό έπειτα, θα γεφυρώσουμε χάσμα. Θα στουμπώσουμε τους φόβους σε κούτες και θα καλέσουμε την μεταφορική για μετακόμιση και μετοίκηση σε μεταμοντέρνα σχέδια κλαδιών. Θα λέμε ‘Είμαστε πουλιά’. Εγώ ίσως αυτό. Εσύ μάλλον το άλλο. Θα καταναλώσουμε λόγια και υπόσχεση. Μεταλογικά θα πούμε ‘μετά την αναχώρηση από το ταμείο ουδέν θα αναγνωριστεί ένσημο δεδουλεμένο, συναίσθημα δεδηλωμένο, άγγιγμα δεδικασμένο’. Δεν θα μας νοιάξει τίποτα. Οι ξεδοντιασμένοι θα μας φαίνονται πολύ μακριά αλλά εγώ θα σου θυμίζω πως η φτώχια ενός λαού από τα δόντια φαίνεται. Θα ακουμπάμε τα μάτια μας το βράδυ σε ένα ποτήρι νερό και θα κοιμόμαστε χωρίς να βλέπουμε κάτι στον ύπνο. Κυρίως ο ένας τον άλλον.

Θα κάνουμε παιδιά, ποιήματα, ταξίδια, ψευδοεπαναστάσεις, επαναπροσδιορισμούς και επανέναρξη της μικρής εταιρείας μας. Ένα- ένα τα δόντια μας λιγότερα αιχμηρά αλλά περισσότερο σαρκοβόρα. Πώς γίνεται, μην απορείς. Κάποτε χαμογελούσαμε και σου έλεγα ‘βλέπω μικρά λευκά ζάρια χωρίς βούλες όταν χαμογελάμε’. Κι εσύ μου έλεγες ‘ βλέπω κύβους κατάλευκης ζάχαρης’. Μετά από καιρό θα σου λέω (και ως το μεδούλι θα με πιστεύεις}’Τίποτα δεν με περιέχει-μόνο περιέχω’. Κάποια στιγμή θα φωνάζεις και θα το ακούω σε όλο τον λαβύρινθο του αυτιού μου ‘Ζήσε ζήσε ζήσε’.

Και τότε θα χαιρετιστούμε σαν πιγκουίνοι με λίγο απομακρυσμένο από τον ώμο το μπράτσο. Μόνο κερκίδα και ωλένη σε κίνηση-Σαν πιγκουίνοι που για καιρό έμειναν κολλημένες μασχάλες. Έπειτα ανακάλυψαν μια άλλη γη κάτω από τον πάγο. Δεν ξέρω πώς είχε φθάσει ο μύθος εκεί πάνω και πόσο προχώρησε η ιστορία αλλά τόσο νάρκισσοι ήταν που όταν κοίταξαν εαυτούς σε λιωμένο νερό, τόσο θαμπώθηκαν που βούλιαξαν σε βάθος. Και κανένα αλιευτικό δεν τους αναζήτησε .Κανείς δεν ένιωσε πόσο υπήρξαν

Έλα τώρα, βάλε τα παπούτσια, βάλε πάλι τα μάτια στις κόγχες, φτιάξε ένα μπρούτζινο κυνόδοντα. Άσε τις σχισμές ορθάνοιχτες. Θα φτιάξουμε ποταμό. Θα ονομαστεί ουροβόρος κι αυτός. Θα εκβάλλει με ορμή σε κάθε ανάχωμα. Λίμνη δεν θα γίνει ποτέ

Έλα τώρα, έχω για μάτια ποτήρι. Για μασέλα ποτέ.

Ως το μεδούλι να με πιστέψεις. Μπορείς.

Θεοδοσία Μαρινούδη, Ποιήματα από τη συλλογή “Τα καρφιά από μέσα”

marinoudi029

Με πορφύρωσαν

Και είχαν πένθος σκοτεινό
δυσανάλογο.
Ήταν χιλιόμετρα λινού υφάσματος
που βάζαν όρια
καρφιά
μετά τ΄ αφήναν.

Και ρίχναν άγκυρες
Νερά που ζεματούσαν.

Της αγάπης τα αίματα

***

Αφροδίτη

Ο καλός μου έβαζε τις νάρκες
τα μαλλιά μου νυχτεριδες πλεγμένες
τα χέρια γάτες κοφτερές

Το πνεύμα μου συνεθλίβη.

Η τρέλα είναι
ζωσμένη μαύρους εραστές.

Η τρέλα έχει κομμένα χέρια.

Είπαν
η Vivian Eliot
η Camille Claudel
η Silvia Plath
η Ελένη Αλταμούρα.
Και η καλύτερή μου φίλη.

***

Οι νεκροί Έρωτες

“Ποτέ μην γράψεις για το θάνατό σου.
Μπορεί να σου συμβεί”
είπε ο Πάστερνακ στη Ρωσία.

Τότε ο Μότσατ έσκυψε
πάνω στα ημιτελή requiem του
κι έγινε όλος δάκρυα.

***

Αθήνα

Ε, κι αν ανοίξαν πέλαγα;
Η θάλασσα
όρθιο άρρωστο θηρίο
ματώνει

***

Ποίηση

Αφού σου λέω
πως ο Αρτώ τρελάθηκε
μην ακούς τη μεγάλη του νύχτα.

Πουλί ματωμένο. Αλγεινό.

***

Ο δολοφόνος acetone

Εγώ από τις Μήδειες αγαπώ
αυτήν του Παζολίνι.
Που δεν ανέβηκε στον ήλιο
και τραγική δεν έγινε.
Δεν είπανε Αλλοίμονο… Αλλοίμονο…
γι’ αυτήν

Από έναν έρωτα ξεφτίδι σύρθηκε
μικρό
φτερό στον άνεμο
με όπλο.
Μα ήταν όμορφος πολύ.
Σαν τον Χριστό του.

catocommunista… catocommunista…

***
Τα πάντα ρει

Η θάλασσα έπηξε μαλυρα πανιά

Μα θα γεμίσει αλάτι

*”Τα καρφιά από μέσα”, Εκδόσεις Ένεκεν, Ιούνιος 2015, ένθετο στο τεύχος 36 του ομώνυμου περιοδικού από τη Θεσσαλονίκη.