Αντιγόνη Ηλιάδη, Ακόμα πέντε ποιήματα από την 100% Φυτική

Sandro Botticelli, La Primavera

Sandro Botticelli, La Primavera


Υβρίδιο

μαζέψανε το υβρίδιο
και χαρήκαν
στην αρχή το ποτίσανε καλά
μετά ξεχάσανε ότι ήταν μέσα
στη μεγάλη λεκάνη
το πετάξανε μαζί με τα νερά

υβρίδιο
δεν έσκασες ποτέ
ποτέ δεν πέταξες ουρά

το υβρίδιο δεν μούλιασε ποτέ σωστά

***

Εξωτερικού Χώρου

φυτά εδώ
οικονομικές τιμές
ιδανικές προσφορές
είναι όλα καλλωπιστικά
μοναδικές ευκαιρίες
για το μπαλκόνι σας για το κρεβάτι και το σεντόνι σας
εξωτερικευμένες σημασίες
επιδερμίδα φθηνή
αγοράστε τώρα
αποκλειστικά και μόνο για εσάς
κενές συνουσίες

***

Hans Breder, Body Sculpture, 1970

Hans Breder, Body Sculpture, 1970

Ποιητική συλλογή

κάποια στιγμή
κακιά καλή
μια συλλογή ποιητική
θα ξεφυτρώσει
στις τρίχες στις ρυτίδες στις κλειδώσεις
στα γόνατα στα δάχτυλα στο πρόσωπο
στα αυτιά μου στο μουνί μου στην κοιλιά μου
στα χείλια μου στα πνευμόνια μου στα κόκαλά μου
εκεί θα σταματήσει

τίποτα δεν φτάνει μέχρι την καρδιά μου

***

Του άγιου σαλιγκαριού

«για τα σαλιγκάρια δεν μιλάει καμιά
μόνο τα τρώνε οι σιχαμένοι»

ποτέ δεν πείραξε κανέναν
άγιο σαλιγκάρι του αγρού
όλοι το παρομοίαζαν
με σοφό γέρο άνθρωπο
ώσπου έσπασε από τη δύναμη
ψυχή έκρυβε στην πλάτη του
όσο κουβαλούσε
το στάχυ και το αγριάχορτο
μια κρύα παγωμένη μέρα
του ma you

***

Πρωινή βλάστηση

ξύπνησα ένα πρωί
κι είχε φυτρώσει μια φυλλωσιά
στα κόκαλά μου
το αίμα μου έγινε χώμα βαρύ
το βράδυ σε έβλεπα στα όνειρά μου

Yves Bonnefoy (1923-2016), Ποιήματα

13558814_10153907536078842_6907691542166910649_o
`
1. Pierre écrite (1965)

Une voix
Nous vieillissions, lui le feuillage et moi la source,
Lui le peu de soleil et moi la profondeur,
Et lui la mort et moi la sagesse de vivre.
J’acceptais que le temps nous présentât dans l’ombre
Son visage de faune au rire non moqueur,
J’aimais que se levât le vent qui porte l’ombre
Et que mourir ne fût en obscure fontaine
Que troubler l’eau sans fond que le lierre buvait.
J’aimais, j’étais debout dans le songe éternel.
`
1. ΠΕΤΡΑ ΓΡΑΜΜΕΝΗ

Μια φωνή
Μεγαλώναμε
αυτός το φύλλωμα
κι εγώ η πηγή,
αυτός το λιγοστό φως
κι εγώ το βάθος,
αυτός τον θάνατο
κι εγώ την φρόνηση να ζω.
Δεχόμουν ότι ο χρόνος
μας παρουσιάστηκε στη σκιά
με πρόσωπο άγριου ζώου
που γελά χωρίς να σαρκάζει,
αγαπούσα τον άνεμο που σηκώθηκε
να παρασύρει την σκιά
και τον θάνατο που δεν ήρθε
παρά να ταράξει το απύθμενο νερό
που έπινε ο κισσός στη σκοτεινή κρήνη.
Αγαπούσα, στεκόμουν στο αιώνιο όνειρο.
`
***

2. DE NATURA RERUM

Lucrèce le savait:
Ouvre le coffre,
Tu verras, il est plein de neige
Qui tourbillonne.
Et parfois deux flocons
Se rencontrent, s’unissent,
Ou bien l’un se détourne, gracieusement
Dans son peu de mort.
D’où vient qu’il fasse clair
Dans quelques mots
Quand l’un n’est que la nuit,
L’autre, qu’un rêve?
D’où viennent ces deux ombres
Qui vont, riant,
Et l’une emmitouflée
D’une laine rouge?
`
2. DE NATURA RERUM
(ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ)

Ο Λουκρήτιος το γνώριζε.
Άνοιξε το κιβούρι,
θα δεις, είναι γεμάτο από χιόνι
που στροβιλίζεται.
Κάποτε, δύο νιφάδες ανταμώνουν,
γίνονται μία
που περιστρέφεται με χάρη
στον μικρό θάνατό της.
Πώς γίνεται
να ανοίγει ο καιρός;
Η μια δεν είναι παρά μόνο νύχτα
κι η άλλη όνειρο.
Από πού έρχονται αυτές οι δύο σκιές
που γελώντας βαδίζουν,
η μια τυλιγμένη
σε μάλλινο κόκκινο;
`
* Ο στίχος «που γελώντας βαδίζουν» θα μπορούσε να μεταφραστεί: «που γελούν και βαδίζουν », επειδή η μετοχή είναι τροπική και είναι συνήθως προτιμότερο να μεταφράζεται με κύρια πρόταση.
`
***

3. Planches courbes (2001)

Extrait
« (…) Ô poésie,
Je ne puis m’empêcher de te nommer
Par ton nom que l’on n’aime plus parmi ceux qui errent
Aujourd’hui dans les ruines de la parole.
Je prends le risque de m’adresser à toi, directement,
Comme dans l’éloquence des époques
Où l’on plaçait, la veille des jours de fête,
Au plus haut des colonnes des grandes salles,
Des guirlandes de feuilles et de fruits.
Je le fais, confiant que la mémoire,
Enseignant ses mots simples à ceux qui cherchent
A faire être le sens malgré l’énigme,
Leur fera déchiffrer, sur ses grandes pages,
Ton nom un et multiple, où brûleront
En silence, un feu clair,
Les sarments de leurs doutes et leurs peurs (…) »
`
3. ΚΑΜΠΥΛΕΣ ΣΑΝΙΔΕΣ (2001)

Απόσπασμα
Ποίηση,
δεν μπορώ παρά να σε ορίσω
με το όνομά σου
που δεν είναι πια η αγάπη
μεταξύ εκείνων που περιφέρονται
σήμερα στα ερείπια του λόγου.
Τολμώ να σου μιλήσω ευθέως,
όπως και στην ευγλωττία των εποχών
τοποθετούσαμε,
από την παραμονή των εορτών,
στα κιονόκρανα των μεγάλων αιθουσών,
στεφάνια από φύλλα και φρούτα.
Έτσι σε ορίζω,
με την πεποίθηση ότι η μνήμη
φωτίζει τις απλές λέξεις της
σε εκείνους που μέσα από το αίνιγμα,
γυρεύουν το νόημα,
τους ωθεί να διαβάσουν
στις μεγάλες σελίδες της το όνομά σου,
το ένα και πολλαπλό
και να κάψουν σιωπηλά,
σε λαμπερή φωτιά,
τα κλαδιά των αμφιβολιών και τους φόβους τους.
`
***

4. LES FLAMBEAUX

Neige
Qui as cessé de donner, qui n’es plus
Celle qui vient mais celle qui attend
En silence, ayant apporté mais sans qu’encore
On ait pris, et pourtant, toute la nuit,
Nous avons aperçu, dans l’embuement
Des vitres parfois même ruisselantes,
Ton étincellement sur la grande table.
Neige, notre chemin,
Immaculé encore, pour aller prendre
Sous les branches courbées et comme attentives
Ces flambeaux, ce qui est, qui ont paru
Un à un, et brûlé, mais semblent s’éteindre
Comme aux yeux du désir quand il accède
Aux biens dont il rêvait (car c’est souvent
Quand tout se dénouerait peut-être, que s’efface
En nous de salle en salle le reflet
Du ciel, dans les miroirs), ô neige, touche
Encore ces flambeaux, renflamme-les
Dans le froid de cette aube
`
4. ΟΙ ΔΑΔΕΣ

Χιόνι,
σταμάτησες να πέφτεις,
και δεν είσαι πια αυτό που θα΄ρθει,
αλλά αυτό που στέκει ακόμα
απλωμένο στη σιωπή
κι όλη τη νύχτα διακρίναμε
μέσα από την ομίχλη των τζαμιών
που πότε πότε σχημάτιζε ρυάκια,
το σπινθήρισμά σου στο μεγάλο τραπέζι.
Χιόνι,
ο δρόμος άσπιλος ακόμα,
μας οδηγεί να πάρουμε,
κάτω από τα κυρτά κλαδιά προσεκτικά,
τις δάδες αυτές που εμφανίστηκαν
μία-μία να καίγονται
κι όμως, μοιάζουν να σβήνουν,
όπως τα μάτια του πόθου,
όταν αγγίζει αυτά που ονειρεύτηκε,
γιατί συχνά, όταν όλα ξεδιπλώνονται ολοφάνερα,
σε κάθε δωμάτιο θαμπώνουν
την αντανάκλαση του ουρανού στους καθρέπτες .
Χιόνι,
άγγιξε πάλι αυτές τις δάδες, ξανάναψέ τες
στο κρύο της αυγής.
`
***

5. Ce qui fut sans lumière
Extrait (1987)

Psyché devant le château d’Amour
Il rêva qu’il ouvrait les yeux, sur des soleils
Qui approchaient du port, silencieux
Encore, feux éteints ; mais doublés dans l’eau grise
D’une ombre où foisonnait la future couleur.
Puis il se réveilla. Qu’est-ce que la lumière ?
Qu’est-ce que peindre ici, de nuit ? Intensifier
Le bleu d’ici, les ocres, tous les rouges,
N’est-ce pas de la mort plus encore qu’avant ?
Il peignit donc le port mais le fit en ruine,
On entendait l’eau battre au flanc de la beauté
Et crier des enfants dans les chambres closes,
Les étoiles étincelaient parmi les pierres.
Mais son dernier tableau, rien qu’une ébauche,
Il semble que ce soit Psyché qui, revenue,
S’est écroulée en pleurs ou chantonne, dans l’herbe
Qui s’enchevêtre au seuil du château d’Amour.
`
5. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΚΟΤΕΙΝΟ
Απόσπασμα (1987)

Την Ψυχή στο κάστρο της Αγάπης
ονειρεύτηκε να ανοίγει τα μάτια της
σε ήλιους που πλησίαζαν το λιμάνι,
ακόμα σιωπηλοί, με τα φώτα σβηστά,
τυλιγμένοι στα απόνερα μιας σκιάς
όπου ξεχείλιζε το επερχόμενο χρώμα.
Ύστερα ξύπνησε. Τι είναι το φως;
Τι σημαίνει να ζωγραφίζεις νύχτα;
Το σκούρο μπλε εδώ,
οι ώχρες, όλα τα κόκκινα,
δεν κάνουν τον θάνατο
ακόμα πιο έντονο;
Ζωγράφισε το λιμάνι, μα ερειπωμένο.
Άκουγες το νερό να σκάει
στα πλευρά της ομορφιάς
και τα παιδιά να ουρλιάζουν
στα κλειδωμένα δωμάτια.
Τα αστέρια έλαμπαν ανάμεσα στις πέτρες.
Ο τελευταίος του πίνακας κενός.
Μοιάζει να είναι η Ψυχή που
με την επιστροφή της σκόρπισε
σε δάκρυα ή αναφιλητά
πάνω στα χόρτα που μπλέκονται
στο κατώφλι του κάστρου της αγάπης.
`
***

6. LA CHARRUE

Cinq heures. La neige encore. J’entends des voix
À l’avant du monde.
Une charrue
Comme une lune au troisième quartier
Brille, mais la recouvre
La nuit d’un pli de la neige.
Et cet enfant
A toute la maison pour lui, désormais. Il va
D’une fenêtre à l’autre. Il presse
Ses doigts contre la vitre. Il voit
Des gouttes se former là où il cesse
D’en pousser la buée vers le ciel qui tombe.
`
6. ΑΛΕΤΡΙ

Πέντε η ώρα.
Χιόνι και πάλι.
Ακούω φωνές
στο μπροστινό μέρος του κόσμου.
Ένα αλέτρι φεγγάρι
λάμπει στην τρίτη γειτονιά,
μα το καλύπτει η νύχτα
με μια πτυχή του χιονιού.
Και το παιδί
έχει όλο το σπίτι δικό του τώρα.
Από το ένα παράθυρο στο άλλο περνά.
Πιέζει τα δάχτυλα πάνω στο τζάμι.
Σταγόνες σχηματίζονται εκεί, όπου παύει
να σπρώχνει προς τον ουρανό την ομίχλη που πέφτει.
`
**********
EΠΙΜΕΤΡΟ
`
Ο Υβ Μπονφουά γεννήθηκε το 1923 στην Τουρ, αλλά κατάγεται από τη νοτιο-δυτική Γαλλία. Η διπλή αυτή καταγωγή θα φανεί αργότερα στο έργο του που είναι η αναζήτηση της χαμένης ενότητας ανάμεσα στον κόσμο του βορρά και το μεσογειακό. Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη και, όταν αποφοίτησε, κατέστρεψε το δίπλωμά του και σπούδασε μαθηματικά. Ύστερα από ένα ταξίδι στην Ιταλία άρχισε έρευνες σε βάθος πάνω στην τέχνη του Τρετσέντο και του Κουατροτσέντο και στη σχέση τους με το Βυζαντινό κόσμο και τη Ρομαντική τέχνη. Παράλληλα με το ποιητικό του έργο, δημοσίευσε μελέτες πάνω στον Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα, τον Πουσέν, τις γοτθικές τοιχογραφίες, και μετάφρασε Σαίξπηρ. Δίδαξε σαν καθηγητής ή εταίρος στα πανεπιστήμια της Γενεύης, του Πρίνστον, της Βενσέν, της Νίκαιας και της Αιξ-αν-Προβάνς. Το 1981 διορίστηκε καθηγητής στο Κολέγιο της Γαλλίας και η Γαλλική Ακαδημία τον τίμησε με το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης.
`
* Μετάφραση-επίμετρο: Ανδρονίκη Δημητριάδου. Από το http://www.poiein.gr

13599858_10153907536488842_5942549900126691648_n

Συνέντευξη με τους WU MING a.k.a. LUTHER BLISSET

wu-ming-books-2-750x463

Συνέντευξη: Δημήτρης Κωνσταντίνου

Οι Wu Ming είναι μια κολεκτίβα συγγραφέων που δρουν από τα τέλη του 20ού αιώνα. Στα ελληνικά δημοσίευσαν με το όνομα «Luther Blissett» το μυθιστόρημα Εκκλησιαστής (Τραυλός, 2001) και ως Wu Ming το Αλτάι (Εξάρχεια, 2011). Από το 2000 και μετά έγραψαν επίσης τα ομαδικά μυθιστορήματα 54 και Manituana (επίσης από τις εκδόσεις Εξάρχεια), ατομικά μυθιστορήματα, καθώς και παράξενα «αφηγηματικά αντικείμενα» κι ένα δοκίμιο για τη θεωρία της λογοτεχνίας New Italian Epic (2009). Η ιστοσελίδα τους είναι http://www.wumingfoundation.com

Προτείνω να ξεκινήσουμε από την περίοδο Luther Blisset. Ο κόσμος στην Ελλάδα γνωρίζει γενικά ότι ένας αριθμός ακτιβιστών ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το όνομα αυτό πραγματοποιώντας αστικές και μιντιακές φάρσες. Το όνομα αυτό χρησιμοποιήθηκε ποικιλοτρόπως και διαδόθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, όπως η Ρώμη και το Λονδίνο, όπως και σε χώρες όπως η Γερμανία, Ισπανία και Σλοβενία. Σποραδικά εμφανίστηκε στον Καναδά, στις ΗΠΑ και τη Βραζιλία. Γνωρίζω ότι το ψευδώνυμο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Μπολόνια της Ιταλίας, το καλοκαίρι του 1994. Ποια ήταν η εμπλοκή σας στο πρότζεκτ αυτό;

Επιτρέψτε μας να κάνουμε μια προκαταρκτική δήλωση, με τη συνηθισμένη μας ειλικρίνεια: μας είναι δύσκολο ν’ απαντούμε ερωτήσεις για το πρότζεκτ Luther Blisset (LBP), επειδή το στάδιο αυτό των δημόσιων δραστηριοτήτων μας πηγαίνει πίσω μακριά στο χρόνο (σταματήσαμε να χρησιμοποιούμε το όνομα αυτό το 1999). Ωστόσο, θα βάλουμε τα δυνατά μας.

Εμπλακήκαμε στο LBP από την αρχή, που σημαίνει το καλοκαίρι του 1994. Υπήρχαν τρεις μεγάλες ομάδες ανθρώπων που εμπλέκονταν στο πρότζεκτ: η μία ήταν στην Μπολόνια (η δική μας ομάδα), η άλλη στη Ρώμη και η άλλη στη βορειανατολική περιοχή. Εκατοντάδες άνθρωποι συμμετείχαν. Μαζί με άλλους διαχειριζόμασταν ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα που λεγόταν «Radio Blissett» και βγάζαμε ένα περιοδικό που λεγόταν «Luther Blissett – A Journal of Psychic Warfare». Συμμετείχαμε επίσης στην παραγωγή ριζοσπαστικής θεωρίας και γράψαμε δύο συλλογές κειμένων σχετικών με το πρότζεκτ. Στο τέλος του 1995, ως επιπλέον συνεισφορά στο πρότζεκτ, αποφασίσαμε να γράψουμε ένα μυθιστόρημα. Αυτό ήταν ο «Εκκλησιαστής».

Ποιες ήταν οι πολιτικές και φιλοσοφικές σας ρίζες; Συνδέεστε με τις απόψεις των καταστασιακών;

Εκείνη την εποχή, η μεγαλύτερη επιρροή στη ζωή των περισσότερων από μας ήταν αυτό που λεγόταν «αυτόνομος μαρξισμός», ένα θεωρητικό υπόβαθρο που αργότερα ξεπεράσαμε και υποβάλλαμε σε κριτική, ακόμη και αν συνεχίζουμε να βρίσκουμε χρήσιμα και γόνιμα στοιχεία στην παράδοση αυτή. Εκείνο τον καιρό ήμασταν τμήμα αυτού που στην Ιταλία αποκαλείται γενικά «το κίνημα», δηλαδή κατειλημμένων κοινωνικών κέντρων, κολεκτίβων αυτοσυντήρησης, ομάδων λαϊκού συνδικαλισμού κλπ. Θεωρώ ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που εμπλέκονταν στο πρότζεκτ είχε κάποιου είδους μαρξιστικό υπόβαθρο, επεξεργασμένο με πολλαπλό, πολύμορφο και ετερόδοξο τρόπο.

Με τους καταστασιακούς δεν συνδεόμαστε ιδιαίτερα. Χρησιμοποιήσαμε λίγο ψυχογεωγραφική φρασεολογία εδώ κι εκεί, αλλά δεν θα λέγαμε ότι αυτή ήταν η πιο κοντινή μας αναφορά.

Επρόκειτο για ένα πείραμα με νέες μορφές πνευματικής πατρότητας και ταυτότητας και ποιος ήταν ο στόχος σας;

Ακριβώς. Όμως ήταν και πολλά άλλα πράγματα. Κυρίως ήταν ένα αφηγηματικό πείραμα, με πολλούς ανθρώπους να εμπλέκονται στη δημιουργία και διάδοση της φήμης ενός φανταστικού λαϊκού ήρωα. Ένας από τους στόχους μας ήταν να επινοήσουμε νέες μορφές επαναστατικής μυθοποίησης, προκειμένου να παρέχουμε στα αντικαπιταλιστικά κινήματα διαφορετικούς τρόπους μοιράσματος της εμπειρίας τους και διακίνησης των μηνυμάτων τους. Πειραματιστήκαμε με όλα τα είδη των μίντια, τις γλώσσες και τις αφηγηματικές φόρμες. Υπήρξαμε κάπως ανεπιτήδευτοι, φυσικά κάναμε λάθη, αλλά ήταν σημαντική εμπειρία για όλους όσους συμμετείχαν.

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα;

Λοιπόν, δημοσιεύσαμε κάποια βιβλία ριζοσπαστικής θεωρίας και αντιπληροφόρησης που έχουν κάποια αξία χρήσης μέχρι και σήμερα, αναφέρονται ακόμη στη ριζοσπαστική δημόσια συζήτηση, κυρίως το «Nemici dello Stato» [Εχθροί του Κράτους] που ήταν η ιστορία της καταπίεσης και των «νόμων έκτακτης ανάγκης» στην Ιταλία το ’70. Το Luther Blisset πρότζεκτ είχε αναγνωρισμένη επιρροή στα πολιτισμικά και κοινωνικά κινήματα που γεννήθηκαν μετά την «τελετουργική μας αυτοκτονία» το Δεκέμβρη του 1999. Γράψαμε γι’ αυτό σ’ ένα κείμενο του 2009 με τίτλο «Spectres of Muntzer at sunrise», που βρίσκεται εύκολα στο διαδίκτυο. Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα πράγματα, είμαστε πολύ περήφανοι για μια καμπάνια αντιπληροφόρησης που κάναμε από το 1996 μέχρι το 2000, που βοήθησε μερικούς αθώους, άδικα φυλακισμένους ανθρώπους, να επανακτήσουν την ελευθερία τους. Αφορούσε τη μιντιακή φρενίτιδα και τον «ηθικό πανικό» που ξέσπασε για θέματα παιδικής σεξουαλικότητας, σατανικών τελετουργιών και τέτοια πράγματα.

Ποια φάρσα ήταν πιο επιτυχημένη και γιατί;

Εξαρτάται τι εννοείς «πετυχημένη». Όλες οι μιντιακές φάρσες μας που συνδέονταν με σατανικές τελετουργίες, κακοποιήσεις, μαύρες μαγείες κ.λπ. ήταν πολύ επιτυχημένες, επειδή προσέφεραν πολλά στην καμπάνια αλληλεγγύης που αναφέραμε παραπάνω.

Αναφέρεστε στην ελληνική λέξη «μυθοποίηση». Μπορείτε να εξηγήσετε πώς την εννοείτε;

Δεν χρησιμοποιούμε αυτήν τη λέξη πλέον· κάποια στιγμή αρχίσαμε να κρίνουμε τον τρόπο που τη χρησιμοποιούσαμε κατά τη διάρκεια και μετά το πρότζεκτ LBP. Είναι αόριστος όρος. Θα σου δώσουμε κάποια παραδείγματα της εξέλιξης της προσέγγισής μας. Χρειάστηκε κάποια στιγμή ν’ ασκήσουμε σκληρή αυτοκριτική στον τρόπο που εξελίσσαμε το έργο μας στη λογοτεχνία, την αφήγηση, τη μυθοπλασία και τον μιντιακό ακτιβισμό στο αποκορύφωμα του «παγκόσμιου κινήματος» το 2000-2001. Μετά την επιτυχία του «Εκκλησιαστή», που είχαν στο προσκεφάλι τους πολλοί ακτιβιστές, εμείς οι ίδιοι μετατραπήκαμε σε σημείο αναφοράς για το κίνημα που προετοίμαζε τις διαδηλώσεις ενάντια στους G8 στη Γένοβα. Ήμασταν ήδη «Wu Ming» τότε. Γράψαμε μία τρόπον τινά εμπρηστική διακήρυξη με τίτλο «From the Multitudes of Europe Marching Up against the Empire and towards Genoa» [Από τα πλήθη της Ευρώπης, προελαύνοντας ενάντια στην Αυτοκρατορία προς τη Γένοβα], ένα αλληγορικό κείμενο που διαδόθηκε πολύ την άνοιξη του 2001, βοηθώντας να χτιστεί ένα πολεμικό φαντασιακό για τη σύνοδο των G8. Επιπλέον, κάναμε κι άλλα εμπρηστικά πράγματα, προκειμένου να πείσουμε τον κόσμο να κινητοποιηθεί και να οργανωθεί για τις τρεις εκείνες μέρες. Γίναμε κάποιου είδους γραφείο προπαγάνδας, ένας πυρήνας ακτιβιστών ειδικευμένων στη στοχευμένη μυθοποίηση. Ήμασταν μικροί George Sorel που προωθούσαμε κάθε λέξη και εικόνα στη δίνη των πολιτικών μύθων. Ωστόσο, ένας μύθος δεν δημιουργείται ούτε μεταβάλλεται κατά βούληση· αυτοί που νομίζουν ότι μπορούν να το κάνουν έχουν τερατώδη αποτελέσματα, θα έχουν αυτό που ο σπουδαίος μυθολόγος Karoly Kerenyi αποκάλεσε «technified myth» [επιτηδευμένος μύθος], μια έννοια για την οποία δούλεψε σκληρά και έγραψε σπουδαία πράγματα κι ένας άλλος μεγάλος μυθολόγος, ο Furio Jesi.

Ενώ ήμασταν απασχολημένοι «κατασκευάζοντας» μύθους, υποτιμήσαμε τους κινδύνους της επένδυσης όλης μας της ενέργειας, σε μία, μοναδική, μεγάλη πρωτοβουλία (για την οποία αποκτήσαμε σχεδόν αποκαλυψιακές προσδοκίες και ελπίδες). Ως αποτέλεσμα, πέσαμε όλοι σε μια μεγάλη παγίδα της αστυνομίας, και μέσα σ’ ένα απόγευμα όλες οι πρακτικές και τακτικές που είχε σχεδιάσει και βελτιώσει το κίνημα στην πάροδο του χρόνου αποδείχτηκαν ανεπαρκείς και ελλειμματικές. Για παράδειγμα, η αποκαλούμενη «πολιτική ανυπακοή» των WOMBLES ή η οργανωτική μορφή των «εθνικών κοινωνικών φόρουμ», κ.λπ. Η προσέγγισή μας της μυθοποίησης συγκρούστηκε με την πραγματικότητα μιας πολύ σκληρότερης μάχης. Ξυπνήσαμε το μύθο της βίας, της αποκάλυψης, του χιλιασμού, λειτουργώντας σαν μαθητευόμενοι μάγοι. Τελικά, κάναμε τα ίδια λάθη που περιγράφαμε και αποκηρύτταμε στον «Εκκλησιαστή» (ένα αντι-αποκαλυψιακό, αντι-χιλιαστικό μυθιστόρημα)! Ο «μύθος του αγώνα» δεν μπορεί τεχνητά να δημιουργηθεί από «ειδικούς». Πρέπει να αναδύεται από την πραγματικότητα, να έρχεται από τα κάτω. Πρέπει να υπάρχει ένα ισχυρό στοιχείο αυθορμητισμού. Έτσι, τροποποιήσαμε το επίκεντρο της ανάλυσής μας. Σήμερα, ελάχιστα χρησιμοποιούμε τη λέξη «μυθοποίηση». Και ακόμη κι όταν τη χρησιμοποιούμε, πάντα ξεκαθαρίζουμε ότι δεν εννοούμε κυριολεκτικά την «κατασκευή μύθων». Δεν δημιουργούμε κανενός είδους μύθους αγώνα.

Τι σας έκανε να μετακινηθείτε από τις αστικές φάρσες στην πολιτική-ιστορική λογοτεχνία με τον «Εκκλησιαστή» που γράψατε συλλογικά;

Οι αστικές φάρσες ήταν επίσης αφηγήσεις και μπορούμε αλαζονικά να πούμε ότι ήμασταν καλοί στην αφήγηση. Γιατί να μην γράψουμε κι ένα μυθιστόρημα;

Μπορείτε να πείτε δυο λόγια για τη μετάβαση από τους Luther Blisset στους Wu Ming; Εγκαταλείψατε τον ακτιβισμό και την πολιτική για χάρη της λογοτεχνίας ή πρόκειται και πάλι για ένα πολιτικό πείραμα;

Το LBP ήταν ένα πεντάχρονο σχέδιο και τελείωσε το Δεκέμβρη 1999. Ήδη τότε, εμείς οι συγγραφείς του Εκκλησιαστή είχαμε αποκτήσει ενδιαφέρον να διερευνήσουμε το πεδίο της λογοτεχνίας και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε ως μυθιστοριογράφοι. Θεωρούμε ότι οι Wu Ming είναι ακόμη πιο πολιτικοποιημένοι από τους Luther Blisset, και οι περισσότεροι φαίνεται να συμφωνούν, όχι μόνο στην Ιταλία. Ο στόχος που βάλαμε είναι να προσπαθούμε να διαπεράσουμε τους κοινωνικούς και ιστορικούς μύθους, να καταλάβουμε γιατί πήραν μια συγκεκριμένη μορφή και όχι κάποια άλλη και, κυρίως, πώς απέκτησαν (ή όχι) μια κοινότητα ανθρώπων που να τους μοιράζεται. Με λίγα λόγια, παίρνουμε μια ιστορία που έχει χιλιοειπωθεί, μια ιστορία που έχει εξαντληθεί με πολλούς τρόπους και τώρα είναι στεγνή σαν την έρημο, στη συνέχεια της ρίχνουμε λίγο νερό και αρχίζουμε να τη μεταχειριζόμαστε επιδέξια, προσπαθούμε να την κάνουμε εύπλαστη και διαχειρίσιμη και επανα-αφηγήσιμη. Πρόκειται, αν θέλεις, για μια ηθική προσέγγιση της κοινωνικής χρήσης των μύθων, μια αναζήτηση του πώς διατηρείται ένας μύθος όσο γίνεται πιο ανοιχτός. Ένα από τα μότο μας είναι: «Αν η εξουσία σού επιβάλλει μια αφήγηση, πολέμησέ την προσφέροντας χίλιες εναλλακτικές αφηγήσεις». Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε τις ιστορίες, γιατί ο άνθρωπος χρειάζεται τις αφηγήσεις, ακόμη και η νευροεπιστήμη δείχνει ότι οι διανοητικές μας διαδικασίες βασίζονται σε αφηγηματικές δομές. Όχι, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να λέμε «άλλες» ιστορίες, ιστορίες που αλλάζουν την οπτική γωνία, την πολλαπλασιάζουν. Δηλαδή, πρέπει να ξεφορτωθούμε τα εμπόδια που οδήγησαν στο να γίνει μια ιστορία κλειστή, τα κλισέ, τα προσχώματα που έχουν καθίσει πάνω της από τη χρήση μιας πολιτικής Βουλγκάτας.

Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να αφαιρέσεις όλα αυτά τα πράγματα χωρίς να επηρεάσεις την «ποιητική» του μύθου, χωρίς να ακρωτηριάσεις τη συναισθηματική του δύναμη, χωρίς να μειώσεις την πολυπλοκότητά του αφήνοντας μόνο την ιστορική του σημασία. Για να διευκρινίσουμε, ο κίνδυνος που καραδοκεί είναι να κάνεις μια «μηχανική» δουλειά, όπως αποσυναρμολογείται και καθαρίζεται ένα καρμπιρατέρ· αλλά οι μύθοι δεν λειτουργούν έτσι. Ούτε νοιαζόμαστε για την καθαρή «απομυθοποίηση». Το κόλπο είναι να αφηγηθείς ένα μύθο χωρίς να υποβαθμίσεις τα στοιχεία που τον έκαναν ελκυστικό, παρακινητικό, διαφωτιστικό.

wu-ming-official-portrait

Πώς λειτουργείτε ως κολεκτίβα; Ποια διαδικασία ακολουθείτε όταν γράφετε ένα βιβλίο;

Καταρχάς, τα βιβλία που γράφονται συλλογικά, όπως το Αλτάι που εκδίδεται τώρα στα ελληνικά, έχουν την υπογραφή «WU MING». Αυτά που γράφουμε μόνοι μας υπογράφονται «WU MING1», «WU MING2», κ.λπ.

Γενικά, δεν υπάρχει καθορισμένη μέθοδος. Αλλάζει με τον καιρό, εξελίσσεται και εξαρτάται από τη φύση του βιβλίου που γράφουμε και τις μεταβολές στις ζωές μας. Για παράδειγμα, όταν γράψαμε τον Εκκλησιαστή, κανείς μας δεν ήταν παντρεμένος. Τώρα, είμαστε όλοι παντρεμένοι και τρεις από μας έχουν παιδιά. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο τρόπος που οργανώνουμε τον χρόνο μας είναι εντελώς διαφορετικός, ο τρόπος που προγραμματίζουμε τη συλλογική μας δουλειά είναι εντελώς διαφορετικός. Επομένως αλλάζει και η μέθοδος. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια στοιχεία που δεν αλλάζουν. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι αρχίζουμε από την ιστορική έρευνα πριν γράψουμε την πρώτη γραμμή. Μελετάμε την περίοδο και τις ιστορικές πηγές για πολλούς μήνες πριν αναπτύξουμε μια ιστορία. Ξεκινάμε από μια αόριστη ιδέα, επειδή γοητευτήκαμε από μια ιστορική περίοδο ή ένα μεμονωμένο ιστορικό γεγονός, ένα μακρο-γεγονός όπως η αμερικανική επανάσταση ή η μεταρρύθμιση στην περίπτωση του Εκκλησιαστή ή ο ψυχρός πόλεμος. Έτσι ξεκινάμε την έρευνα, πηγαίνουμε σε βιβλιοθήκες κ.λπ. Η έρευνα είναι πάντα το πρώτο στάδιο της δουλειάς. Μετά χρησιμοποιούμε τις σημειώσεις και άλλο υλικό από την ιστορική έρευνα για να παίξουμε κάτι σαν παιχνίδι ρόλων. Καθόμαστε γύρω απ’ ένα τραπέζι και πετάμε ο ένας στον άλλον ονόματα, τόπους, ημερομηνίες και γεγονότα που συνέβησαν σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, με πρωτοβουλία κάποιου συγκεκριμένου χαρακτήρα. Ξεκινάμε να επινοούμε ιστορίες. Μας ενδιαφέρουν οι ιστορίες και οι συνδέσεις τους. Γεγονότα που έλαβαν χώρα σε διαφορετικές περιοχές και χρόνους ίσως έχουν κάτι κοινό, ίσως μπορούμε να βρούμε κοινές αιτίες και συνέπειες των γεγονότων αυτών. Αρχίζουμε να τις συνδέουμε. Έτσι, βλέπουμε ότι κομμάτια του αφηγηματικού υλικού αρχίζουν να παίρνουν σχήμα πάνω στο τραπέζι και αρχίζουμε να παίζουμε μαζί τους όπως τα παιδιά με τον πηλό, ώσπου έχουμε ένα σκελετό της δομής του μυθιστορήματος.

Δεν είναι ακριβώς κείμενο, αλλά μοιάζει. Συνήθως τρία τέταρτα της ιστορίας είναι ήδη ξεκάθαρα στα μυαλά μας, αλλά όχι το τέλος. Το τέλος πρέπει να είναι έκπληξη για μας, αλλιώς δεν θα απολαμβάναμε τη γραφή του μυθιστορήματος. Στη συνέχεια χωρίζουμε την ιστορία σε μέρη, κάθε ένα χωρισμένο σε κεφάλαια. Συνήθως χωρίζουμε τα μέρη σε πολλά κεφάλαια, τα περισσότερα από τα οποία είναι μικρά. Τα μεγάλα κεφάλαια είναι εξαίρεση, και οι αναγνώστες πάντα αντιλαμβάνονται αλλαγή του συνηθισμένου, αλλαγή του τόνου και αλλαγή του ρυθμού, όταν ξαφνικά υπάρχει ένα μεγάλο κεφάλαιο. Αυτό κάτι σημαίνει: ένα σημείο καμπής στο μυθιστόρημα. Συνήθως, όμως, τα κεφάλαια είναι πολύ μικρά και ο καθένας μας αναλαμβάνει ένα κεφάλαιο – τις περισσότερες φορές γράφουμε τέσσερα κεφάλαια ταυτόχρονα, επειδή τώρα είμαστε τέσσερις στην κολεκτίβα – και αφού τα γράψουμε, συναντιόμαστε και διαβάζουμε τα κεφάλαια δυνατά και τα σχολιάζουμε. Μετά επινοούμε λύσεις στα προβλήματα που είδαμε στα κείμενα που διαβάστηκαν.

Όπως αναφέρατε, τον τελευταίο μήνα εκδόθηκε το «Αλτάι», το δεύτερο μυθιστόρημά σας στα ελληνικά, που είναι η συνέχεια του «Εκκλησιαστή». Πώς επιλέξατε τον τίτλο για το μυθιστόρημα; Πώς συνδέονται τα δύο αυτά βιβλία;

Το όνομα «Αλτάι» προέρχεται από το «falco altaicus», το γεράκι που εμφανίζεται στο μυθιστόρημα και, φυσικά, αναφέρεται στις φυλές των Αλταΐων, στις οποίες κατατάσσονται οι Τούρκοι.

Όσον αφορά τη δεύτερη ερώτηση, τον Ιούνιο του 1998, σχεδόν μετά από τρία χρόνια δουλειάς, παραδώσαμε το κείμενο του Εκκλησιαστή στον ιταλό εκδότη. Το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε το Μάρτιο. Για πολλούς μήνες, είχαμε ένα «κενό» και ήμασταν ελεύθεροι να ετοιμάσουμε το επόμενο μυθιστόρημα, αλλά τα μυαλά μας ήταν ακόμη στο 16ο αιώνα, τα πόδια μας στη Βενετία και το βλέμμα μας στην Ανατολή. Μετά από τόσο χρόνο που επενδύσαμε στο γράψιμο ενός τιτάνιου μυθιστορήματος (και να έχετε υπόψη ότι κανείς μας δεν είχε γράψει μυθιστόρημα πρωτύτερα), δεν ήταν εύκολο να ξεφύγουμε από τον κόσμο εκείνο. Για όσους δεν θυμούνται, ο επίλογος του εκκλησιαστή διαδραματιζόταν στην Ισταμπούλ το 1555 και τοποθετούσε τους τρεις χαρακτήρες που είχαν δραπετεύσει από τη Βενετία (τον ανώνυμο πρωταγωνιστή και αφηγητή, τώρα «Ισμαήλ», την Μπεατρίζ ντε Λούνα Μικέζ, τώρα Γρασία Νάζι, και τον Ζοάο Μικέζ, τώρα Γιοσέφ Νάζι) στην αίθουσα υποδοχής του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Θα τον έβλεπαν και θα του έλεγαν την ιστορία τους. Στο μεταξύ, ο Ισμαήλ και ο Ζοάο κάπνιζαν ναργιλέ και δοκίμαζαν καφέ. Αργότερα μάθαμε ότι υπήρχαν δύο λάθη στον επίλογο εκείνο: πρώτον, ο Σουλτάνος δεν δέχτηκε ποτέ κανέναν· δεύτερον, το 1555 δεν υπήρχε ακόμη ναργιλές στην Ισταμπούλ.

Όπως και να ‘χει, φανταζόμασταν λίγο στις συζητήσεις μας πώς θα ήταν η ζωή για τον Ισμαήλ και τους φίλους του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δεν θέλαμε να γράψουμε μια συνέχεια της ιστορίας, γιατί είχαμε ήδη σχεδιάσει να πάμε στη δεκαετία του 1950 (και πράγματι τα επόμενα χρόνια γράψαμε και το «Hatchets of war» και το «54» που θα εκδοθεί επίσης στα ελληνικά). Δύο από τους τρεις χαρακτήρες ήταν υπαρκτά πρόσωπα και γνωρίζαμε κάποια πράγματα γι’ αυτούς. Η Μπεατρίζ και ο Ζοάο (στην Ισταμπούλ πήραν πάλι τα εβραϊκά τους ονόματα: Γρασία και Γιοσέφ) ήταν πλούσιοι και ισχυροί. Στην Ισταμπούλ, ο Γιοσέφ θα γινόταν άνθρωπος εμπιστοσύνης του Σελίμ του Β΄ και αργότερα Δούκας της Νάξου και των Κυκλάδων. Μαζί με τη θεία του χρηματοδότησε μια εβραϊκή αποικία στη λίμνη Τιβεριάδα και σχεδίαζαν να γίνουν κυρίαρχοι της Κύπρου. Ωστόσο, τι απέγινε ο Ισμαήλ, ή Λουντοβίκο, ή Τιτιάν, ή Γκερτ, ή Λοτ; Ήταν ένας φανταστικός χαρακτήρας, αν και τον δημιουργήσαμε συνθέτοντας βιογραφίες αληθινών προσώπων και του δώσαμε αληθινά ιστορικά ονόματα. Το μέλλον του Ισμαήλ έπρεπε να επινοηθεί. Θα έμενε στην Ισταμπούλ, ενώ οι φίλοι του σύχναζαν με τους άρχοντες της αυτοκρατορίας; Δύσκολα. Είπαμε ότι αν κάποια μέρα γραφόταν η συνέχεια του Εκκλησιαστή, θα έπρεπε να διαδραματίζεται πριν και κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Κύπρο, με κορύφωση τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Μετά από αυτές τις φαντασιώσεις μας, δεν μιλήσαμε ποτέ γι’ αυτό ξανά… Μέχρι τους πρώτους μήνες του 2008, οπότε συνειδητοποιήσαμε ότι η δέκατη επέτειος της έκδοσης του βιβλίου πλησίαζε και ήταν καλή ευκαιρία να επιστρέψουμε… στη σκηνή του εγκλήματος, να τακτοποιήσουμε εκκρεμότητες που αφήσαμε στο πρωτόλειο μυθιστόρημά μας. Εκείνη την περίοδο, ξαφνικά, ο Wu Ming3 αποφάσισε να εγκαταλείψει την κολεκτίβα για προσωπικούς λόγους, προκαλώντας μας σοκ. Ξεκινήσαμε ένα είδος αυτοθεραπείας για να ξεπεράσουμε την οδύνη. Το γράψιμο του «Αλτάι» ήταν η ομαδική ψυχοθεραπεία μας.

Στο Αλτάι δίνετε έμφαση στην ταυτότητα που όλοι έχουμε από τη γέννησή μας – εθνική, πολιτισμική, ταυτότητα γένους κ.ο.κ. Θεωρείτε πώς δεν μπορούμε να την κρύψουμε ή να την ξεφορτωθούμε, όσο κι αν προσπαθούμε;

Το μυθιστόρημα μιλάει για μια νευρωτική αναζήτηση ταυτότητας και τις ψευδαισθήσεις, τις απογοητεύσεις που φέρνει η αναζήτηση αυτή. Θέλαμε να γυρίσουμε στον κόσμο του Εκκλησιαστή από μια απροσδόκητη πλευρά, να προσεγγίσουμε το πρώτο μας μυθιστόρημα χωρίς να γράψουμε μια απλή «συνέχεια», να επισκεφτούμε ξανά τον κόσμο εκείνο υπό το φως των πιο πρόσφατων έργων μας, όπως το «Star of the morning» ή το «Manituana». Είναι πολύ εύκολο να λες ιστορίες για ανθρώπους ξεριζωμένους, χαρακτήρες χωρίς παρελθόν, χωρίς δεσμούς, χωρίς αναμνήσεις παιδικές… Σίγουρα, είναι ένα αποτελεσματικό, αφηγηματικό τέχνασμα, αλλά περιορίζει το συγγραφέα και την οπτική πάνω στην ανθρώπινη εμπειρία. Είχαμε χορτάσει με χαρακτήρες που ήταν απλώς «συντελεστές» πλοκής, όπως ο Γκερτ του Εκκλησιαστή. Είναι πολύ απίθανοι, κανείς δεν σκέφτεται πραγματικά έτσι. Πώς μπορείς να αφαιρέσεις από την οπτική που έχεις για τον κόσμο το γεγονός ότι ο πατέρας σου ήταν μεταλλεργάτης, ότι και οι δύο γιαγιάδες σου ήταν εργάτριες στην επαρχία, ότι ο ένας παππούς σου απελάθηκε από τους Γερμανούς και ο άλλος σχεδόν πέθανε από φυματίωση σε σανατόριο, ενώ η προγιαγιά σου πέθανε 42 χρονών αφού γέννησε έντεκα παιδιά; Ως συγγραφείς, πρέπει να παίρνουμε την ευθύνη να μεταφέρουμε στις σελίδες πολύπλοκες σχέσεις και κληρονομικότητες, παράγοντες που παράγουν την υποκειμενικότητά μας. Θα είμαστε ικανοί να κρίνουμε τα φορτία της ταυτότητάς μας μόνο αν μπορούμε να τα περιγράψουμε. Με τα χρόνια, αρχίσαμε να σκάβουμε βαθύτερα στην ψυχή των χαρακτήρων, στις ρίζες τους και τις παραδόσεις τους, στα φορτία που κουβαλάμε μαζί μας από παιδιά. Η συγγραφή του Αλτάι ήταν μια ευκαιρία να επεκτείνουμε αυτό το «σκάψιμο» στην κολεκτίβα την ίδια, να επαναξιολογήσουμε δέκα χρόνια δραστηριοτήτων και περιπετειών.

Οι εκδόσεις Εξάρχεια εκδίδουν στον επόμενο χρόνο ένα άλλο μυθιστόρημά σας που τιτλοφορείται «54». Πρόκειται για ένα πολιτικό μπεστ σέλερ που διαδραματίζεται στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Πώς βλέπετε το σύγχρονο κόσμο μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και το τέλος του ψυχρού πολέμου; Θα είναι το τέλος της ιστορίας με την εμπορευματοποίηση των πάντων;

Δεν πρόκειται καθόλου για το τέλος της Ιστορίας, όπως έχουμε δει και απ’ όλους τους πολέμους και τις κρίσεις που ξέσπασαν από τότε. Πιο πιθανό είναι ότι γινόμαστε μάρτυρες της εκκίνησης μιας νέας Ιστορίας. Σε λιγότερο από είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του αποκαλούμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», ήταν η σειρά του καπιταλισμού να βουλιάξει σε μια βαθιά συστημική κρίση. Τώρα αγώνες ξεσπούν παντού, υπάρχει μεγάλη αναβίωση των ιδεών του Μαρξ σ’ όλο τον κόσμο και το «να μιλάμε για επαναστάσεις, σίγουρα δεν ακούγεται σαν ψίθυρος», όπως τραγουδούσε ο Tracy Chapman στη δεκαετία του ’80.

Τα κινήματα στην Ελλάδα πειραματίζονται με την Άμεση Δημοκρατία, ενώ η κεντρική εξουσία δείχνει τα δόντια της. Ποια είναι η κατάσταση στην Ιταλία;

Υπάρχουν και στην Ιταλία, επίσης, ενδιαφέροντα κινήματα που πειραματίζονται με την άμεση δημοκρατία. Το πιο ενδιαφέρον είναι το κίνημα «NO TAV» στο Piedmont. Ξεκίνησε πριν χρόνια ως αντίσταση στους υπερταχείες αμαξοστοιχίες στην κοιλάδα Susa, και βαθμιαία έγινε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ωστόσο, η κατάσταση είναι πολύπλοκη και ιδιαίτερα δύσκολη να περιγραφεί. Υπάρχουν κάποια ασαφή κινήματα και πολιτικά ρεύματα που φαίνονται σαν αυθεντικά κοινωνικά κινήματα, υιοθετούν πρακτικές που τα κάνουν να μοιάζουν με λαϊκά κινήματα, αλλά αν δεις από κοντά, βρίσκεις ότι υποστηρίζονται από τον έναν ή τον άλλο εκατομμυριούχο (ή τους ανήκουν κιόλας) που επιθυμεί την αποσταθεροποίηση της κατάστασης.

Το περιοδικό ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ οργανώνει συχνά πολιτικά και καλλιτεχνικά φεστιβάλ και εκδηλώσεις (όπως το B– FEST), όπου φιλοξενούμε διανοούμενους και ακτιβιστές απ’ ολόκληρο τον κόσμο. Νομίζετε ότι θα μπορούσατε κάποια στιγμή στο μέλλον να βρεθείτε κοντά μας στην Αθήνα;

Γιατί όχι; Αλλά θέλουμε να είναι αμοιβαίο: Αν γίνει πραξικόπημα στην Ελλάδα, υποκινούμενο από την Ε.Ε., είστε ευπρόσδεκτοι ως εξόριστοι στην Μπολόνια. Δεν έχουμε πολλά να προσφέρουμε, αλλά μπορούμε να είμαστε δυστυχισμένη παρέα. Και αν γίνει πραξικόπημα στην Ιταλία, μπορούμε να πάμε στην Ισπανία. Και αν γίνει πραξικόπημα στην Ισπανία, μπορούμε να πάμε στην Αργεντινή. Εκεί θα είμαστε δυστυχισμένοι με πιο εξωτικό τρόπο.

*Η συνέντευξη έγινε την 1η Φλεβάρη, 2012 και δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό “Βαβυλωνία” #Τεύχος 4. Εμείς το πήραμε από εδώ: http://www.babylonia.gr/2012/02/01/sinentefxi-me-tous-wu-ming-a-k-a-luther-blisset/

Jimmy Santiago Baca, Δύο ποιήματα

ΠΟΙΟΣ ΜΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΜΕΝΑ

Έκλεισαν το νερό, κι έτσι ζω χωρίς νερό,
χτίσαν ψηλότερα τείχη, και ζω δίχως να βλέπω τις κορφές των δέντρων,
έβαψαν μαύρα τα παράθυρα, οπότε ζω χωρίς λιακάδα,
κλείδωσαν το κλουβί μου, ζω χωρίς να πηγαίνω πουθενά,
μου πήραν κάθε τελευταίο δάκρυ που ‘χα, ζω δίχως δάκρυα,
άρπαξαν την καρδιά μου και την ξέσκισαν, ζω χωρίς καρδιά,
πήραν τη ζωή μου και την τσάκισαν, και ζω
δίχως κανένα αύριο,
λένε πως είμαι κτηνώδης, διαβολικός, κι έτσι δεν έχω φίλους,
έφραξαν την κάθε ελπίδα, και δεν έχω διαφυγή από την κόλαση,
μου δίνουν πόνο, και ζω με τον πόνο,
μου δίνουν μίσος, κι έτσι ζω με το μίσος μου,
με άλλαξαν, και δεν είμαι αυτός που ήμουν,
δεν μ’ αφήνουν να πλυθώ, κι έτσι ζω με την μπόχα μου,
με χώρισαν από τ’ αδέρφια μου, και ζω χωρίς αδέρφια,
ποιος με καταλαβαίνει
όταν λέω πως αυτό είναι υπέροχο;
ποιος με καταλαβαίνει, όταν λέω ότι έχω βρει
άλλες ελευθερίες;
Δεν μπορώ να πετάξω ή να εμφανίσω κάτι από το χέρι μου,
δεν μπορώ να κάνω ν’ ανοίξουν οι ουρανοί ή να τρέμει η γη,
μπορώ να ζήσω με τον εαυτό μου
κι έμεινα κατάπληκτος με τον εαυτό μου,
την αγάπη μου, την ομορφιά μου,
αποδέχομαι τις αποτυχίες μου,
έκπληκτος μπροστά στους φόβους μου,
είμαι πεισματάρης και ακατέργαστος,
μέσα σε κείνα τα συντρίμμια της ζωής που
αυτοί προκάλεσαν
δοκιμάζω να είμαι ο εαυτός μου
κι έχω ανακαλύψει κομμάτια του που ούτε είχα
ποτέ μου ονειρευτεί,
δημιουργήθηκαν κάτω απ’ τα βράχια μες την καρδιά μου
όταν οι τοίχοι χτίστηκαν ψηλότεροι
κι όταν το νερό κόπηκε και τα παράθυρα
βάφτηκαν μαύρα.
Ακολούθησα εκείνα τα σημάδια σαν ένας γέρος κυνηγός
και βάδισα στα ίχνη βαθιά μέσα μου,
πήρα το ματοβαμμένο μονοπάτι
ακόμα βαθύτερα σ’ επικίνδυνες περιοχές
και βρήκα τόσα πολλά
κομμάτια του εαυτού μου
που με δίδαξαν ότι το νερό δεν είναι το παν
και μου ‘δωσαν καινούργια μάτια για να δω μέσα
απ’ τους τοίχους
και, όταν μίλησαν, το φως του ήλιου βγήκε από το στόμα τους.
και μαζί μ’ αυτά κορόιδευα τον ίδιο μου τον εαυτό,
γελάσαμε όπως τα παιδιά και κάναμε συμφωνίες να ‘μαστε
πάντοτε πιστοί,
ποιος με καταλαβαίνει
όταν λέω πως αυτό είναι υπέροχο;

***

ΦΥΛΑΚΕΣ

Υπάρχουν μαύροι φρουροί που κλείνουν με πάταγο τις πόρτες
στα κελιά μαύρων ανδρών
και σκούροι φρουροί που χαιρετούν σκουρόχρωμους άνδρες
με νούμερα στην πλάτη τους
και λευκοί φρουροί που γελάνε με λευκούς απατεώνες
και ερυθρόδερμοι φρουροί, κάποιοι λίγοι, που δεν λένε τίποτα σε
ερυθρόδερμους τροφίμους, καθώς εκείνοι μετρούν τα βήματά
τους από τη μάσα στα κελιά.

Ορίστε, λοιπόν, μια μικρή μυρμηγκοφωλιά…
κατάδικοι περπατούν σ’ ευθείες γραμμές, φρουροί πετάνε
με θορυβώδη φτερά, έχοντας το ελεύθερο να εξαπατήσουν, να
μπουκώσουν οι ίδιοι
με τίμημα να απομονωθούν απ’ τους ανθρώπους τους…
Κλείνοντας τα μυαλά τους σαν τις κάνουλες,
τυλιγμένοι με τσουβάλια που μονώνουν τους σωλήνες
κουβαλούν το χλωμό αδύναμο νερό στις καρδιές τους.

Γίνεται χειρότερο, όταν βλέπεις τους ίδιους αυτούς φρουρούς
να κουβαλούν έξω ματωμένους κουβάδες απ’ τα κελιά,
να τους βλέπεις να ξερνούν στη μυρωδιά, κι οι άνθρωποι,
οι δικοί τους άνθρωποι, να κόβουν τις φλέβες τους,
να κρεμιούνται με ζώνες απ’ τους φωταγωγούς·
γίνεται χειρότερο, όταν τους βλέπεις να συγυρίζουν την
ακαταστασία,
να κουβαλούν έξω το μελανιασμένο παγωμένο σώμα μέσα
σε σεντόνια
και μετά να παίρνουν ξανά τις θέσεις τους στα κλουβιά των
φρουρών
παρακολουθώντας τους ανθρώπους τους να τσακίζονται και να
πετσοκόβονται μεταξύ τους,
και πάνω απ’ αυτή την ποτισμένη με αίμα γη
ο ήλιος λαμποκοπά, οι φρουροί μιλούν για άλογα και όπλα,
πηγαίνουν στα μαγαζιά και αγοράζουν καινούργιες μπότες,
και όσο πιο πολύ δουλεύουν εδώ τόσο πιο ισχυροί γίνονται,
παίρνοντας αυτοί τη θέση κάποιας αρχαίας μούμιας
κάτω στα μπουντρούμια της φυλακής, μια μούμια
που ποτέ δεν θ’ ακούσεις, που έχει όμως μια παράξενη δύναμη
σ’ αυτόν τον σκοτεινό κόσμο, να είναι τόσο απόλυτα αηδιαστική
μέσα στην άγνοια
κι όμως τόσο περήφανα να ορίζει τόσους πολλούς…

Και οι κατάδικοι από μόνοι τους στα πόδια της μούμιας,
αιματοβαμμένο δέρμα, στέκονται στο ένα πόδι,
γίνονται φίδια που ρουφούν τη ζωή μέσα από τ’ αδέρφια τους,
παλεύουν για δαχτυλίδια και λεφτά και όπλα,
μέσα σ’ αυτόν το βόθρο από πόνο δείχνουν τα φαρμακερά τους
δόντια
και πολεμούν για όσα αποφάγια μπορούν…

Και οι άλλοι κατάδικοι, ένοχοι για το
τίποτα εκτός από το χρώμα που γεννήθηκαν, ένοχοι επειδή
είναι αθώοι,
γίνονται σιγά σιγά σκόνη μέσα στους νυχτερινούς αγέρηδες
πετώντας πίσω στις φάρμες και τις πόλεις τους.
Από τις χαρακιές της καρδιάς τους άμμος σηκώνεται και ψεκάζει
πάνω απ’ τα σπίτια και μέσα από τα δέντρα.

Κοιτάζοντας την άμμο να περνά πάνω από αυτόν τον έρημο
τόπο,
κοιτάζεις αυτούς.

*Ο Jimmy Santiago Baca γεννήθηκε στη Σάντα Φε του Νέου Μεξικό το 1952. Παιδί Απάτσι και Chicano, πέρασε χρόνια σε ορφανοτροφεία, έζησε στους δρόμους και στα 21 του συνελήφθη για κατοχή ναρκωτικών. Κατά την εξαετή ποινή του ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Με την προτροπή των συγκρατούμενών του έστειλε ποιήματα στο περιοδικό «Mother Jones» που τότε εξέδιδε η Ντενίς Λέβερτοφ, η οποία και αναγνώρισε το ταλέντο του. Το 2004 ο «ποιητής του λαού» Baca ξεκίνησε μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, την «Cedar Tree», η οποία μέσω εισφορών υποστηρίζει νέους συγγραφείς, και ο Baca διδάσκει σε εργαστήρια εκμάθησης γραφής σε παιδιά και εφήβους μέσα από προγράμματα σε σχολεία και πανεπιστήμια, σε κέντρα νεότητας και φυλακές.

**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή. Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, Οκτώβρης 2013.

1398794835640

Πελαγία Φυτοπούλου, Ο βιολιστής

OHOOLA one-ninehundred

Εγκατέλειψε το ημερολόγιό του γεμάτο αγριόχορτα.
Πήγε να ταιριάξει στη ζωή.
Τράβηξε κατά το Λούνα-Παρκ.
Φορούσε ένα καπέλο τσακισμένο στην άκρη
και κάπνιζε πίπα.
Αυτό το αρωματικό βιολί στο στόμα του μ’ ενθουσίασε.
Έγειρε προς το μέρος μου και ρώτησε,
αφήνοντας ένα ράθυμο ρέψιμο στη μύτη μου.
«Τι κάνεις εδώ εσύ;»
«Περιμένω τη σειρά μου, προηγούνται τα ψηλότερα παιδιά». Έβγαλε το περίστροφο και πυροβόλησε, έφαγε δυο-τρεις.
Αναστατώθηκα.
Πυροβόλησε ξανά.
Το ’βαλα στα πόδια, έτρεξα μακριά,
όπως οι φιλελεύθεροι γιάπηδες ξοδεύουν χιλιόμετρα
στο διάδρομο γυμναστηρίου χωρίς να πηγαίνουν πουθενά.
Στην πραγματικότητα ήμουν ένα μικρό ανθρωπάκι,
ένας υποψήφιος δήμαρχος στην πόλη του Bella Tar
που τρέχει πάνω στην κάνη του όπλου προσπαθώντας να πιάσει
όλα τα χέρια που ζητωκραυγάζουν από κάτω.
0 βιολιστής όπλισε και πάλι. Τα χέρια σωριάστηκαν.
0 Θεός μ’ εμπιστεύεται.
Καβαλήσαμε το αλογάκι, προορισμός μας το Τορίνο.
Οι σφαίρες βρήκαν προσφιλή πίστα
τη χαίτη του κοκκινογένη ή αλλιώς Red Stone.
0 βιολιστής τραγουδά.

«Ω, πάνω στ’ αλογάκι
του Λούνα-Παρκ
το κεφάλι βουτηγμένο
στο μαλλί της γριάς

Ω,
ο βιολιστής στύβει
τη ζάχαρη στη γη μου

Ω,
και τα ρούχα μουγκά
και ο πόνος μουγκός
στάζουν πάνω μου
καλούπι ασπριτζή

Ω,
πλησιάζουμε την πόλη
τη γενναία

Ω,
ο Θεός μ’ εμπιστεύεται
με προκηρύξεις
μου μιλά
η ζωή μου όλη
μια σφαίρα

Ω,
ο Θεός συμφέρει

Ω…»
Τραγουδούσε και πυροβολούσε.
Ξαφνικά έβαλε το περίστροφο στο κεφάλι μου.
«Μη με σκοτώνετε Κύριε, σας παρακαλώ».
«Δε σε σκοτώνω, σε ψηλώνω».
ΜΠΑΜ
Δυο μέρες εξηγούσα στην ασφάλεια,
ότι η τρύπα στο κεφάλι μου είναι απ’ το τσιγκέλι
που με κρέμαγε ο πατέρας για να ψηλώσω.
ΜΠΑΜ
Το γράμμα που έφτασε στη φυλακή έλεγε:
«να τρως»

*Από τη συλλογή “Κούκος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Γιώργος Αναγνώστου, Ο Τίτλος στην Αυλαία

cf84acebeceb7-cf80cf81ceb1ceb3cebcceb1cf84cf89cebd-4

Πειθαρχημένα.
Αυστηρά προκαθορισμένα
όπως άλλωστε συνηθίζεται.
Κοντέινερ χρόνου στάζουν δαμάσκηνα,
ερωμένης ραντεβού.

Στο γραφείο σήμερα, στις επτά,
λαχάνιασμα εξαντλεί κυλιόμενη σκάλα
άπληστο σύνθημα μαγεύει
χαραμάδα χαράς.

Κάτω από το φως της λάμπας
(σαν μαθητούδια) τα προκαταρκτικά

Γραφή, ραφή, αφή, φι
ξεντύνουν πρόταση
ομοιοκαταληξίας με κραγιόν

Κνήμες χάδι
μνήμες λάδι
ουσιαστικά επιβράδυνσης τριβής.

(σάλι φοράς
ζάλη ώρας•
κομπλιμέντα όπλα
κλοπιμαία κόλπα.)

Συν μετοχές ενεργητικές
υποθετικά αν
άρθρα πυρετός («αρεστός»)
κραυγής απόσταση η αυγή Sτοp!
άγχος αγχόνη.
Time is up. Εκκρεμότητα.

Κρεμάστρα αναχώρησης
ταλαντεύει υπόσχεση
long weekend.

Αχ!
Η μελαγχολία του μετά,
απατημένα φωνηέντα
χαστούκι για κάθε
απιστία που διαβάσατε•
νέο ισο-ζύγιο συνευρέσεων
(tryst/trust):

Μία ώρα καθημερινά
μετά το δείπνο απαραίτητα.

Στο κρεβάτι κλεφτά?
εσώρουχα ποίησης κατά προτίμηση.

Είκοσι λεπτά με το πρωϊνό
να γίνει συνήθεια.

Κι αν κατάφερνε να το στριμώξει
σε κανένα lunch break
–εφικτό Τρίτες και Πέμπτες–
τόσο το καλύτερο.

Αν θέλει να δαμάσει τα πάρε δώσε,
τους τρελιάρικους, τους αχαλίνωτους…
Να φρενάρει τέλος πάντων
τους αχόρταγους
τους συντριβανένιους
τους αναβλύζοντες αυθορμητισμούς,
την πολιορκία της εκτοπισμένης
της τόσο μα τόσο
–για χρόνια–
παραμελημένης συζύγου.

∆ιασποράς Ώρα Ελληνικών

*Από τη συλλογή “Λόγοι Χ Αμερικής”, διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων, Γενάρης 2014.

Χρήστος Γιαννακός, Ποιητικές Συνευρέσεις

_nthooio-aeaiiaeuo-ouou-aea-dhiethiaoa-dhieassi

Αγρύπνια
Μια φορά, χειμώνα καιρό,
συναντήθηκαν η αγριελιά κι ο αστρίτης.

Αγριελιά
Πώς δεν τυλίχτηκες απ’ τον πανικό του χειμώνα;
Σε προδίνει το ένστικτό σου τη Νύχτα
ή κατάπιες το δηλητήριο
και νομίζεις ότι σε καίει ο πόθος;

Αστρίτης
Για κατάλληλο καταφύγιο ψάχνω.
Δέξου με να προστατευτώ απ’ το μίσος
που ριζώνει στα όνειρά μου.

Αγριελιά
Διακρίνονται τα αυτοφυή στη συμπόνια;

Αστρίτης
Το χιόνι στροβιλίζεται πάνω
σ’ ό,τι πιστέψαμε ευλογία.
Το χιόνι….

Αγριελιά
…πέφτει ποτέ εκτός εποχής;

Αστρίτης
Δέξου με να προστατευτούμε
στον ναρκωμένο λειμώνα.
Μην κοιτάς τώρα
που με τον έρποντα τρόπο μου,
ικετεύοντας,
μοιάζω ν’ αναιρώ της τόλμης το θαύμα.
Πρόκειται να φυλάω τον γυμνό σου κορμό.
Πέπρωται ν’ αφαιρώ απ’ το φωλιασμένο μου σώμα.

Αγριελιά
Αν αρνηθώ; θα με προσπεράσεις;

Αστρίτης
Δεν θα θρέψω πουκάμισο αταίριαστο
της ανθισμένης αγρύπνιας,
ιδίως γιατί και φέτος προβλέπεται
να κάνουμε άνοιξη
κατώτερη των επικηρυγμένων προσδοκιών μας.

Αγριελιά
Να λες: “…των προσδοκιών μου”.
Δεν ελπίζω παρά
μόνο σε χρώματα κι ευωδιές που τρομάζουν.

***

Ζεϊμπέκικο

Χορευτής:
Εδώ, να, μια πνοή με σηκώνει,
και σε μελανό πόντο κοιτάζω
το αναρίγισμα των υδάτων,
που καλύπτει αντίρροπο
δίδυμο ναυαγό.
Χορεύει, ανα-
ζητώντας τα ίχνη μου.
Σκυφτός,
στρέφομαι ν’ αλιεύσω
μια κίνηση εγγενή,
ενώ από μήτρα
το μέλος της αναβλύζει.

Ναυαγός:
Εδώ, να, η εκπνοή με κυρτώνει
στο κυματιστό
καθρέφτισμά σου σαν πλέω.
Κολυμβητή σε θαρρούσα τρανό
-βυθισμένο αμήχανα
τώρα σε βλέπω.
Όσο δεν θέλησα
με τη σκέψη σου να πνιγώ,
τόσο στη μαύρη
αγκαλιά της χορεύω.

***

για την Αγάπη του Άλλου

“Έλα, αγάπη, μίλα μου”.
Συγκεντρώθηκα για μερικά δευτερόλεπτα,
ώσπου ν’ αντιληφθώ
πόσο κοντά πέρασε
η εγκαρδιότητα του καλέσματος.
Πόσο κοντά πέρασε,
για να νιώσω, ξαφνικά,
την αγάπη της μιας για τον άλλο,
σαν να ήμουν ο άλλος.
Η στιγμή της απάντησης ίσως
– εκεί, σ’ εκείνον και τότε-
ερχόταν δίχως ιδιαίτερες σκέψεις
ή με το ηδονικό σφίξιμο στο στομάχι,
που παραλύει έναν ερωτευμένο.
Άγνωστη φωνή μα φωνή ζεστή.
Εκτός αν υποκρινότανΧ
να γύμναζε τον τύπο
και όχι το ήθος;
“Έλα, αγάπη, μίλα μου”.
Σε ποια να μιλήσω;
Ως ποιος να μιλήσω;
Μια τέτοια έκκληση
είναι πιθανό να μην απευθύνεται;
Τι να πει κι η αγάπη
μ’ αυτόν τον τρόπο – απρόσωπη;
“Συγγνώμη, καλέσατε λάθος νούμερο”.
“Έλα, αγάπη,
άσε τα κόλπα και μίλα μου”.

*Οι “Ποιητικές Συνευρέσεις” αποτέλεσαν κύκλο ποιημάτων διαμορφωμένο για το ηλεκτρονικό περιοδικό “Λέξημα” – από την συλλογή “Εγχειρίδιο Αμηχανίας” εκδ. Μανδραγόρας.

9607528514

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Πέντε ποιήματα

Untitled-1

Ψυχοθεραπεία Α΄

Πάρτε μικρό νυστέρι, έλεγε ο γιατρός. Οπλισθείτε το χέρι του αρχιτέκτονα, τη
σκληράδα του μεταλλειολόγου, το μάτι του επιμελητού Μνημείων Λόγου και Τέχνης.
Όχι πια οι πυρακτωμένες λέξεις μα τα ψυχρά υλικά – γυαλί, αλουμίνιο γραφίτης.
Μείνετε πάντοτε ο ευγενής νοσταλγός ενός παραδείσου πετρωμάτων ή
ακρωτηριασμένων έργων τέχνης. Σκεφτήκατε ποτέ την ικμάδα και το σφρίγος ενός συνταξιούχου συλλέκτη;

***

Ψυχοθεραπεία Β΄

Χαρείτε τον παλμό της εποχής μας, έλεγε ο γιατρός. Αφήστε τον ρόλο του έκπτωτου ονειροπόλου πρίγκιπα. Χαρίστε εγκαρδιότητες –τι σας κοστίζουν–, πιστέψτε στη
χρησιμότητα –κρατώντας βέβαια τις αναγκαίες αποστάσεις– μιας αβρής
επιστολογραφίας. Γίνετε ο περιλάλητος εκφραστής, ο ενσαρκωτής των πόθων και των
ελπίδων της πολύκλαυστης γενιάς σας. Σας ευχαριστώ. Να περνάτε. Σας διαβεβαιώ,
μου είσθε συμπαθής.

***

Όρκος

Συ που με κάλυψες με την πυκνή ανωνυμία σου

ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε

εσένα που δεν αποστήθισα ποτέ – μα στάθηκες

τόσο βαθιά δικός μου, τόσο ανέπαφος

μέσα στον συμφυρμό των άλλων, τόσο αδέξιος

μες στους αλαλαγμούς των κι ακατάδεχτος

τόσο μα τόσο αυθεντικός κι όμως ευάλωτος

μες στους παραμικρούς σου κραδασμούς, καθώς

αυτό που ζήσαμε ή ελπίσαμε είναι γραφτό

σ’ ένα τρεμούλιασμα ή σ’ ένα δάκρυ πάντα ν’ αστοχήσει

Ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε

ποιητική ευγλωττία, τεχνική ενός στίχου που μαθαίνεται

ευλυγισία μιας έκφρασης που καταχτιέται ενσυνείδειτα

συγκίνηση κορυφωμένη που την κατευθύνεις

Ούτ’ ένα στίχο πια ερωτικό, στ’ ορκίζομαι

***

Ακτίνες

«Δεν βλέπω όγκο ή σάρκωμα, μόνο σπασμούς»

Βλαστήμαγε γεμάτη οργή η τρομερή φωνή του

μέσα στο θάλαμο με τα βαριά καλύμματα•

άκουγα μόνο τους διακόπτες, τις χειρολαβές

που φόρτιζαν όσο μπορούσαν τα’ ανοιχτά κυκλώματα

ν’ αποτυπώσουν τις συσπάσεις της στιγμής

μα όλα σκεπάζονταν απ’ το παχύ γαλάκτωμα

Α, δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι, γρύλιζε ο γιατρός

σε λίγους μήνες είχε πεθάνει απ’ τα εγκαύματα

***

Κριτική

«Οι ψυχικές σας μεταπτώσεις μού είναι αδιάφορες, έλεγε ο επιφανής κριτικός, η
δικαίωση θ’ αργήσει πολύ αν κάποτε είναι να έρθει. Τα φωτιστικά σας ευρήματα
ασταθή, η μετρική σας παμπάλαια, η στιχοποιία σας επενδύεται μια ανθοδέσμη
εικόνων σχεδόν μαραμένη. Σας διαφεύγουν οι Ιδέες, τα Πράγματα, η Μεγάλη
Παράδοση, τ’ Αυριανά Σκαλοπάτια – και το κυριότερο, ο Ανθρωπισμός δεν φαίνεται
να σας διακρίνει. Δύστοκος, απελπισμένος και μονήρης θα σβήνετε καθώς θ’
αλαλάζουν οι μελλοθάνατοι σκύμνοι».

Έτσι μίλησε ο επιφανής κριτικός

Βύρων Λεοντάρης, Χωρίς τίτλο (I)

greyday

Ι

Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ’ τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος…
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει…
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως… ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ’ ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις…-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»

Χωρίς τίτλο (VIII)

VIII

Οἰωνὸς πετόμενος ἔστη ἐν μεσουρανήματι
ἀσάλευτος
κι οὔτε κατὰ τὴ δύση πάει ὅπου τραβᾶν σμήνη οἱ ἀποδημοῦντες
οὔτε πρὸς τὴν ἀνατολὴ τὸν σπρώχνουνε ἀπόγειοι στεναγμοὶ
Ἐρήμωσαν ἄξαφνα οἱ δρόμοι ποὺ τὸ βλέμμα τῶν ἀπελπισμένων
χάραξε στὸν ἀέρα
καὶ τὰ περάματα τῶν κεκμηκότων
κι ὁ ἴσκιος μου τινάζεται νὰ φύγει ἀπ’ τὸ κορμί μου πρὸς τὰ πάνω
ξεγλωσσίζοντας
σὰ φλόγα λύχνου ποὺ τοῦ σώνεται τὸ λάδι

Προαίσθημα κακῶν μελλούμενων…
Πάντα νὰ τὰ ἀποτρέψω πάσχιζα ἔστω τὴν τελευταία ὥρα
ἀλλά, νά, τώρα βλέπω δὲν ὑπήρχανε ποτὲ μελλούμενα• μόνο τετελεσμένα
κι οὔτε ὥρα τελευταῖα μὰ μετατελευταία
ὅλη ἡ ζωή μου ἐκπρόθεσμη
προαίσθημα πάντα ὅσων εἶχαν πιὰ συντελεσθεῖ
ἔδρασε λάθρα ὁ χρόνος σὰν τὸ μόνο πεπρωμένο
πλήρωμα καὶ συντέλεια

Τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπὸ καιρὸ
τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπ’ τὴν ἀρχὴ
πέρασε πάνω μου καὶ μ’ ἄφησε σ’ αὔτη τὴ μετατελευταία ὥρα
-μαύρη ὥρα δίχως ἔκβαση-
νὰ σπαρταράω ψυχόφυρτος

Χωρίς τίτλο (X)

Χ

Λόγια ἐκ περάτων συνάχτηκαν
γιὰ τὸν Ἀγώvιο ποὺ πεθαίνει
φτεροκοποῦν ἀπάνω κάτω στὸ τρεμάμενο τὸ ἑσπέρας
θέλουν νὰ τὸν σηκώσουν στὰ φτερὰ τους ἕνα γῦρο νὰ τὸν πᾶν
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια
μὰ αὐτὸς πεθαίνει ἀπών
ματαιωμένος καὶ ἀπών
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια – ἐδῶ παίζαμε ἄλλοτε
ἐδῶ ζήσαμε
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας
Ἐδῶ… ἄλλοτε… Ὅμως τὸ ἐδῶ μὲ ἐντὸς του τὸ ἄλλοτε δὲν εἶναι πιὰ ἐδῶ
καὶ τὸ ἄλλοτε μὲ ἐντὸς του τὸ ἐδῶ δὲν εἶναι πιὰ ἄλλοτε

… παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα «φρούρια» μὲ κοτρῶνες στὶς ἀλάνες
«συμμορίες» πετροπόλεμοι ἢ ξεθάβοντας χειροβομβίδες
σκουριασμένες στὰ δασάκια
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας – ἀργότερα
μπήκαμε στὸ παιχνίδι τῶν μεγάλων σὲ ἄχαρη ἐποχὴ
ἄρχιζε νὰ τσακίζει ἡ Ἐπανάσταση νὰ φτιασιδώνεται ν’ ἀλλάζει εὔκολα ὀνόματα
λέγανε τώρα «θύματα» τοὺς μάρτυρες
καὶ τῶν πληγῶν τὸ χάος «εἰρήνη»
στὸ ἰδανικὸ ὑπεισέρχονταν τὸ τερατῶδες ὑπαρκτὸ
καὶ μόνο ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ προκήρυξη διαμαρτυρίες ἠμιπαράνομα
ἔντυπα ἔρανοι γιὰ τοὺς ἐξορίστους ψιλοπράματα
καὶ σὲ ὦρες ἀθυμίας πειραζόμασταν πόσα χρονάκια φυλακὴ μποροῦν
νὰ μᾶς κοστίσουν ὅλα αὐτὰ
καὶ τότε αὐτὸς σηκώθηκε «λοιπόν, μονάχα αὐτό; δὲν παίζουμε τὴ ζωή μας;»
κι οἱ ἄλλοι γύρισαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο
κι ἀπόμεινε χλωμὸς καὶ διάφανος ἔξαλλος μὲς στὸν ἴδιο του τὸν τρόμο
τρεκλίζοντας καὶ σάμπως νὰ πνιγόταν
γιατί ἔνιωσε ὅτι φριχτὴ ἡ βλαστήμια ποὺ ξεστόμισε
ὅτι πατοῦσε πάνω σὲ ἄλλων ζωὲς καὶ πεπρωμένα
καὶ πὼς κανένας πιὰ μπαγκιέρης δὲν ὑπῆρχε νὰ δεχτεῖ τὴ ζωή του
καὶ τότε ἦταν ποὺ ζήτησε νὰ γίνει ἡ Κρίση ἐπιτέλους νὰ τελειώνουμε
ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀναγνώριζε τὸ ἔγκλημα

… κι αὐτὴ τόσο ὄμορφη τόσο ἄδικα ὄμορφη
τὰ μάτια μου νὰ σέρνει μὲς στὸν κουρνιαχτὸ τῶν δρόμων
κι ἀτέλειωτες ἀγρυπνίες κι ἡ σκιά μου πέρα δώθε σὰν ἐκκρεμὲς
πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
ἀπῶν ματαιωμένος καὶ ἀπῶν
ἄδειος – κερὶ μολύβι καὶ χαρτὶ
λιώνει καὶ τὸ μολύβι σὰν κερὶ καὶ τὸ χαρτὶ ἀποσαθρώνεται
τὸ κατατρῶνε ὀξειδώσεις σχιζομύκητες ἀνόβια
κι ἀναρωτιέμαι ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
λέξεις καὶ συλλαβὲς ἀλληλοσπαραγμένες
στίχοι μὲ κατακλεῖδες ποὺ ἠχοῦν σὰν λαιμητόμοι

… παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα στὸν κουρνιαχτὸ τοῦ κόσμου
κι ἡ σκιά μου πέρα δῶθε σὰν ἐκκρεμὲς πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
τίποτε δὲ σημαίνω τίποτε δὲν ἔχω νόημα
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
κωπηλατῶ γιὰ τὰ παλιὰ κι εἶναι ἡ φωνή μου τρύπια
μπαίνουν νερὰ τ’ ἀδειάζω μπαίνουνε ξανὰ
σῶσον μέ, Σκότος, φύλαξον τοῦ βίου μου τὰ κρύφια
καὶ κάνε νὰ τελειώσει τοῦτος ὁ βραχνὰς
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται -ἐδῶ ζήσαμε… τί λόγος…
τὸ «ζήσαμε» ματαιώνει τὸ «ἐδῶ» καὶ τὸ «ἐδῶ» τὸ «ζήσαμε»
κανεὶς δὲν εἶμαι πουθενὰ δὲν εἶμαι
ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
δὲν ἔχει νόημα τὸ νὰ τελειώσει
τέλος εἶναι τὸ ματαιωμένο τέλος

καθένας μας πεθαίνει ἀπῶν

*Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

d5efd0d5306ff57e

Κοιτάμε με τα δόντια

Δε φταίει το φεγγάρι για την πίκρα μας
καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα μέσα στο φωσφόρο
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
καθώς και μεις στριφογυρνάμε στο σκοτάδι μας
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά μας
δε φταίει το φεγγάρι για τους λεμονανθούς
δε φταίει το φεγγάρι για τα χελιδόνια
δε φταίει το φεγγάρι για την Άνοιξη και τους σταυρούς
δε φταίει αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια

*Από τη συλλογή “Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη”

***

Ο ουρανός

Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν’ εύκολο πράμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δέντρα
κοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του

*Από τη συλλογή “Με το πρόσωπο στον τοίχο”

***

Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά
Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί
Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:
Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

*Από τη συλλογή “Τα Φάσματα ή η χαρά στον άλλο κόσμο”