Στη μοναξιά
γίνεσαι κύριος των πάντων
μπορείς ν’ αλλάζεις ταυτότητες
να χουζουρεύεις στην καταχνιά
το βλέμμα σου να νυχτώνεται
να οργανώνει περιπάτους
σε αλέες φαντασίας
να ζαλώνεσαι στην πλάτη
όλους τους δρόμους που είχες πάρει
κι αυτούς που θα ήθελες
τα τεράστια καλοκαίρια
τα ταξίδια που δεν έκανες
τα απαστράπτοντα μάρμαρα
και τις εφηβικές αμφιβολίες
να επαναφέρεις όλα όσα έκαψες
κι όσα ανεφλέγησαν βραδέως
αφήνοντας μόνο μια ελπίδα
για το αύριο.
Ωστόσο, το να φτύνεις αίμα
στις αναπολήσεις σου
δεν αποβαίνει προσοδοφόρο,
το γλοιώδες υγρό
που λέγεται πραγματικότητα
σε πεθαίνει.
Ανδρέας Καρακόκκινος, Θ’ ανταμώσουμε ξανά
Θ’ ανταμώσουμε ξανά
στα χαλάσματα που μας προσμένουν
μέσα σε σιωπή εγκατάλειψης
και στα λυπημένα ακρογιάλια
με το πνιγμένο το γέλιο των παιδιών
θ’ ανταμώσουμε ξανά
γύρω από ένα ψάθινο πανέρι
γεμάτο πικραμένους λεμονανθούς
και πάνω στη μισογκρεμισμένη αποβάθρα
που βούλιαξε τα ταξίδια μας.
θ’ ανταμώσουμε ξανά
κάτω από τον αστόλιστο Επιτάφιο
που περιφέρεται στα όνειρα μας
και θ’ αναζητήσουμε χωρίς φιλί
μια έσχατη Ανάσταση.
*Από τη συλλογή “Λεμονανθοί στο πέλαγο” (2013).
Άλεβ Αντίλ, Προσφυγικές Μνήμες: Αποσκευές
Ξυπνάς ακόμη τις νύχτες
και σκέφτεσαι τι θα ‘παιρνες μαζί σου
αν έπρεπε να φύγεις
άλλη μια φορά
κι άλλη μια φορά να ξαναρχίσεις;
Ο κανόνας του πρόσφυγα:
μια βαλίτσα για τον καθένα,
δυο για την οικογένεια.
Μήπως θα πάρεις τα σημειωματάρια σου,
τις φωτογραφίες;
Ποια από τα αγαπημένα σου παπούτσια;
Το καλό χειμερινό σακάκι, βέβαια.
Ίσως ένα απ’ τα περσικά χαλιά
– μα τότε δεν παίρνεις τίποτε άλλο.
Τι θα διέσωζες;
Μήπως σε ταράζει ακόμη
η αντίθεση ανάμεσα στη νοοτροπία
του πολιορκημένου που αποθηκεύει τα πάντα
για κάθε απρόβλεπτη έλλειψη,
ακόμη και απομεινάρια παλιών κεριών
για την περίπτωση που θα κοπεί ξαφνικά
το ηλεκτρικό ρεύμα
και τη λογική του πρόσφυγα
ότι μπορεί να κατέχει στ’ αλήθεια
μόνο μια βαλίτσα με αντικείμενα;
Όλα τ’ άλλα είναι τυχαία.
Δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου.
Όλα τ’ άλλα πρέπει να τ’ αφήσεις πίσω.
*Η Άλεβ Αντίλ είναι Τουρκοκύπρια ποιήτρια.
“Αγχέμαχες λέξεις” του Βαγγέλη Αλεξόπουλου
Οι Αγχέμαχες λέξεις είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου, η οποία περιέχει ποιήματα που γράφτηκαν σε μια περίοδο 20 ετών.
Οι «αγχέμαχες λέξεις» είναι λέξεις που βρίσκονται σε πάλη εκ του συστάδην, δηλαδή σώμα με σώμα. Είναι το σώμα των λέξεων, το σώμα του ποιητή και το σώμα του κόσμου που μάχονται το ένα το άλλο. Ο ποιητής μέσα από τις λέξεις του πλάθει μια περσόνα, ένα ποιητικό υποκείμενο, σε πάλη και αυτό με τον κόσμο γύρω, τον πραγματικό και τον φανταστικό. Η πάλη τού προκαλεί πληγές, κατά το ήμισυ, γιατί κατά το άλλο ήμισυ οι πληγές του προκαλούνται από τη βαθιά ευαισθησία που το διακρίνει. Παρότι τις κοιτάζει και αναστοχάζεται, το ποιητικό υποκείμενο συνεχίζει την πορεία του στον κόσμο – ανεξαρτήτως.
Όλα τούτα εκτυλίσσονται κατά μήκος τριών διακριτών αξόνων. Ο ένας άξονας είναι μυθολογικός. Στους στίχους κάνουν την εμφάνισή τους πρόσωπα και μορφές όπως η Ηγησώ, η Πολύμνια, ο Κέρβερος και η Σφίγγα, προσθέτοντας στα ποιήματα ένα επιπλέον επίπεδο ανάγνωσης και πλουταίνοντάς τα σε βάθος.
Ο δεύτερος άξονας που χρησιμοποιεί ο ποιητής είναι η διαπραγμάτευσή του της νεωτερικότητας. Ο ποιητής έρχεται σε διάλογο με το έργο των Μαγιακόφσκι, Πεσσόα και Παβέζε. Τους κρίνει, τους καταργεί ή τους επικροτεί με τους στίχους του, δίνει όμως με αυτόν τον τρόπο το δικό του προσωπικό ποιητικό στίγμα, χωρίς να φοβάται να πάει κόντρα, να αγχιμαχήσει δηλαδή, με τις κρατούσες απόψεις.
Ο τρίτος άξονας, ο σημαντικότερος στη συλλογή κατά τη γνώμη μου, είναι o υπαρξιακός. Ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος διερευνά την ανθρώπινη κατάσταση και επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που προκύπτουν από τον τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου μέσα στις καταστάσεις της ζωής και στον χρόνο. Και επειδή, όπως είπαμε, το ποιητικό υποκείμενο είναι σε διαρκή πάλη και υφίσταται τις πληγές του, έχοντας πλήρη επίγνωσή τους, μα χωρίς να σταματά να προχωρά, οι απαντήσεις που δίνει είναι συνήθως αιχμηρές και επώδυνες:
Μεγαλώνουν τα νύχια μου
Σαν ζώου
Αρπακτικού.
Εγώ τα ακονίζω,
Ελλείψει κορμών,
Στις σάρκες μου.
Στο προτελευταίο ποίημα της συλλογής σηματοδοτείται η ελικοειδής φύση της ανθρώπινης κατάστασης, αυτό που λέμε «η ιστορία κύκλους κάνει»:
…η μετάνοια,
Να καθρεφτίζεται στο γύψινο εκμαγείο
Κάποιας στιγμής
Ή
Ίσως λάμψης.
Επιστροφή
Στο λαβύρινθο.
Όλα και όλοι επιστρέφουμε, γυρίζουμε όπως είπαμε στην αρχή, στο σημείο της εκκίνησης με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μόνο που, κατά την επιστροφή μας, μπορούμε να είμαστε πιο σοφοί, πιο ώριμοι, πιο υποψιασμένοι. Οι «Αγχέμαχες λέξεις» του Βαγγέλη Αλεξόπουλου περιγράφουν αυτήν ακριβώς την πορεία της επιστροφής που περνάει μέσα από τη βαθιά ενδοσκόπηση. Στο τέλος της συλλογής γινόμαστε κι εμείς λίγο πιο σοφοί, λίγο πιο ώριμοι, λίγο πιο υποψιασμένοι. Κι αν το κατάφερε αυτό ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος στην πρώτη του συλλογή, τότε προσωπικά περιμένω με μεγάλο ενδιαφέρον να δω τι θα καταφέρει στην επόμενη.
Χριστίνα Λιναρδάκη
*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/04/blog-post_11.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)
Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα
Le dé de déconstruire
Ένα ζάρι είναι το από
της αποσύνθεσης
είναι όλα παίγνια νου στο νου
μακάρι να κρατηθώ
να μην αποσυνθέσω τα υπόλοιπα
όταν οι φίλες μου χάσουν το κάλλος της τύχης
θα φτιάχνω ακόμα χιαστά μηνύματα με λέξεις κυβικές
πίσω από τα αινίγματα η κάθε ψυχή που δεν γνώρισες
ω πόση τρέλα ευφυίας πάντα η άμορφη
μου κάνει παρέα
πόσα γνωρίζω που θα δεις
αν με γνωρίσεις και σε δω
***
Refusant le dogmatisme
Τον αρνούμαστε χρόνια
σκοτώνει με πάθος
ό,τι κρατούσε κυρίως με θέση
τη θέση
με σιδερένια πυγμή την πυγμή
εμείς;
του περιποιούμαστε τα χέρια
με χέρια
πομάδες αντιρυτιδικές
και τα διάφορα αρνούμαι συσκευασίας
σε σκορπισμένες ομάδες πολεμάμε
κι είναι δύσκολο να νικήσουμε τον ενικό
***
Volubilis
Όσα είναι πάνω από τη γη μου
είναι περαστικά μιας εκστρατείας
άδικης
καταστρέφονται εύκολα αν και μοιάσαν με τον καιρό
με το πρόσωπό μου, όχι με μένα αλλά
*Από τη συλλογή “Νομάς μιας νύχτας – Το μανιφέστο μου”, Ποιητική επιστολογραφία- Poésie épistolaire, Aphrodite Editions.
Γεωργία Τρούλη, Πεδία μέτρησης
Άρχισαν ξαφνικά να συναρμολογούνται
Από τους ώμους οι άνθρωποι
Και όταν κάποιοι ανακοίνωσαν πως
Δεν υπάρχουν άλλα μετρήσιμα πεδία
Και στατιστικές ζωής
Κάποιοι άλλοι αποφάσισαν
Πως
Με κάποιο τρόπο
Θα ήταν όλα εύκολα
Από την αρχή
Σαν ανάσα
Θα αφήναν να κουρνιάσουν στον αυχένα
Τα συναισθήματα
Και να φωλιάσουν στα μαλλιά
Τεράστιες αποφάσεις
Με απολήξεις νευρώνα
Καμιά κλίση της κεφαλής
Κανένα τρεμούλιασμα
Κανείς πόνος
Γιατί μια απόφαση θα ευθυγραμμίζει την πλάτη τους
Θα μένουν σταθερά τα οπίσθια
Και ένα ύφασμα
Θα νομίζει πως δένει την τρέλα
Πισθάγκωνα
Σε αυτή την αγέρωχη όψη
Θα κοιτούσαν ευθεία μπροστά
Πυκνωμένη ιστορία που ξεχειλίζει επεισόδια
Και άρρωστη θάλασσα
Αλλά τόσο θα είχαν ξεχωρίσει
Την ύπαρξη από την ύλη
Που το είναι θα είχε μετατοπιστεί
Ένα βήμα μπροστά
Θα χαμογελούσαν
Ένας διαχωρισμός θα είχε προκύψει
Και μια αίσθηση εκτός ορίων
Η αναπνοή θα γινόταν από όλα τα κύτταρα
Όπως πάντα άλλωστε
Μόνο που τώρα θα την ένιωθαν όλοι
Απροετοίμαστοι και
Μέχρι το κόκκαλο.
Από τον ώμο έλεγαν θα γίνει η συναρμολόγηση
Έκοψαν όλοι το ένα τους χέρι-Δεν συμμορφώθηκαν
Μείναν ολόκληροι
Πελαγία Φυτοπούλου, Κούκος
ΠΟΙΗΣΗ
ISBN 978-618-5155-14-8
σελίδες 48
διαστάσεις 21 Χ 14 εκ.
τιμή 9 ευρώ
Το εξώφυλλο φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Χρήστος Μαρκίδης
Το «κοινωνικό πρόβλημα», αποτελεί τη λύδια λίθο στα ποιήματα που συνθέτουν τον «Κούκο». Με αξιόπιστο στίχο, η ποιήτρια, επιχειρεί τη μνημόνευση και καταγραφή των ασθενειών μιας ένοχης εποχής χωρίς να μπορεί να αδιαφορήσει για την ελαττωματική πραγματικότητα της κοινωνίας. Η συνήθης λυρική φύση της ποίησης, εδώ μετακινείται προς τη δραματική έκφραση, μια κατάσταση την οποία η Πελαγία Φυτοπούλου δείχνει να χειρίζεται με άνεση λόγω της αντίληψης περί δραματουργίας με την οποία την έχει διαποτίσει η ιδιότητα της ηθοποιού και θεατρικού συγγραφέα. Με αφετηρία πάντοτε την κοινωνική εμπειρία και την αισθητική της ελευθεριότητας αξιοποιεί την υπερρεαλιστική γλώσσα και της προσδίδει την οικεία μορφή μιας ποιητικής διαλέκτου, με θαυμαστή ωριμότητα –καρπός, αναμφίβολα, επίμοχθης και μακρόχρονης αφανούς προεργασίας.
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ
Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά
Βιογραφικό:
Η Πελαγία Φυτοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κατερίνη (1972). Ξεκίνησε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (παιδαγωγικό), ενώ παράλληλα φοίτησε σε σχολή δημοσιογραφίας. Πολύ σύντομα πέρασε την πόρτα του θεάτρου και αποφοίτησε από την Ανωτέρα Δραματική Σχολή «ΙΑΣΜΟΣ», Βασίλης Διαμαντόπουλος. Στη συνέχεια παρακολούθησε σεμινάρια αφηγηματικής υποκριτικής, σκηνοθεσίας, καθώς και το Suzuki Actor Method based upon of Tadashi Suzuki. Έπαιξε στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Ίδρυσε τη θεατρική ομάδα «ΣΕΙΡΙΟΣ» και ανέβασε θεατρικά έργα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη βία στην εκπαίδευση, ποιήματα και παραμύθια.Το 2012 εκδόθηκε το πολιτικό παραμύθι «Το ραβδί των καλικαντζάρων» (εκδ. ΙΑΜΒΟΣ). Το 2015 παρουσίασε ΙΟΝΕΣΚΟ και ΑΤΑΪΝΤΕ σε θέατρο της Γερμανίας. Ζει στα Εξάρχεια. Θεατρικά της ιδίας «Σείριος», Πώς ένα παιδί ανακαλύπτει τα δικαιώματά του «Κακτολούλουδο», Το νεκροταφείο των λουλουδιών «Θα το ονομάσουμε πρόγραμμα», Ένα αντιφασιστικό στιγμιότυπο γι’ αυτούς που θα γεννηθούν μετά.
Η Bibliotheque, το Straw Dogs & το ClipartRadio σας προσκαλούν στην Κινητή Βιβλιοθήκη
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πρόσφυγες στην άμμο
Νύχτωσε στην Ελ Μίνα και πυκνή
σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο∙ ολημερίς
ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
σα μουδιασμένο ζώο
Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο
Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος
χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή και όλο ικέτευε
για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε
Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει
*Από τη συλλογή “Ο θάνατος του Μύρωνα” (1960). Το ποίημα αναδημοσιεύεται από την ενότητα “Ποιήματα για πρόσφυγες και μετανάστες” στο ιστολόγιο http://journeyinpoetry.blogspot.com του ποιητή Ανδρέα Καρακόκκινου.
Στρατής Φάβρος, Στοχασμοί σκόρπιοι
Είσαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος
άλλο ένα δίπολο της κοινής λογικής
που μπορούμε να διερευνήσουμε
Είμαι απαισιόδοξος ολοένα
η καθολική αδυναμία επικοινωνίας
με πείθει
κοιτούσα εχθές τις φυλλωσιές των δέντρων
στον κοντινό μου ορίζοντα όπως
έσειαν τα σε όλες τις αποχρώσεις
του πράσινου φύλλα τους
(θέλω μια επιστήμη για να τα πω)
και τον γαλάζιο ορίζοντα
και πως να το πω όλο αυτό
και πως να πω τη συγκίνηση
που με κατείχε κοιτώντας τα
(στη βύθια εγκατακρήμνιση )
και στον ίσκιο της πεθυμιάς
η γλώσσα για άλλη μια φορά
είναι ένα μέσο απόκρυψης αυτού
που είναι
ότι επιτρέπει το μέσο και
η ικανότητα του χρήστη










