UPDATE & CONFIRMATION of forthcoming launches & literary events at Collected Works Bookshop:
Wednesday, 25th May: MPU present their members reading featuring Anne ELVEY & Peter ROSE
6-30 for 7
Friday, 27th May: A meet & greet during Friday night drinks with Iggy McGOVERN,briefly in town from Ireland; 5 till 7
June 9th, Jessica Wilkinson presents DOUBLE LAUNCH of RABBIT magazine, nos. 17 & 18, 6 for 6-30
JUNE 15th, Kent McCarter presents the CORDITE x 6 launch, 7-ish till 8-30
June 16th, midday, rejoycing BLOOMSDAY, the annual Ulysses reading around the room!
June 21st, Gig Ryan presents a reading for Devin JOHNSTON (Flood Editions, USA) with Lisa Gorton, Ann Vickery & Kris Hemensley; 6 for 6-30
JULY 9th : Susan Hawthorn presents SPINIFEX BIG POETRY READING including Patricia SYKES, Louise CRISP, Robyn ROWLAND, Jordie ALBISTON, Gina MERCER, Sandy JEFFS and others to be confirmed
July 28th: Jessica Wilkinson/RABBIT launch of new series of chapbooks featuring Tamryn Bennett, Connie Frascarelli, Mark Peart, Maureen Gibbons
[more retails f/coming]
Further enquiries, Kris Hemensley, 9654 8873 (if you’re in Melbourne) Otherwise see the Facebook page.
Ο δάσκαλος ανέβηκε
Με στόμφο
Στην έδρα
Το φυτό κύριοι
Πρώτα βγάζει
Τα άνθη
Μετά τα φύλλα
Ύστερα τα κλαδιά
Ακολουθεί ο κορμός
Και προχωρούμε στις ρίζες
Μερικοί χειροκρότησαν
Πολλοί τα έχασαν
Τόλμησα να φωνάξω
Οι εξελίξεις αρχίζουν
Από κάτω
Προς τα πάνω
Δίπλα μου συζητούσαν ακόμα
Μάλλον πρόκειται
Γιά βιολογικό παράδοξο
Ίσως θαύμα ανατομικό
Ένας τρίτος μας έλυσε την απορία
Ο δάσκαλος κρατούσε
Εσκεμμένα το βιβλίο ανάποδα.
ΤΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ
Ας κουβαλάμε μαζί μας
Όπου κι αν πάμε
Τα απαραίτητα εργαλεία
Ο θάνατος μπορεί να μας βρει
Παντού
Ποιός θα μυρίσει
Την πτωμαϊνη μας ;
Όλες οι μύτες κρυολογημένες
Ας κουβαλάμε μαζί μας
Τα απαραίτητα
Ένα κασμά ένα φτυάρι
Τα ατομικά μας στοιχεία
Το τελευταίο φόρεμα
Του θανάτου
Δεν είναι το σάβανο
Είναι η ανθρώπινη
Φροντίδα
Ο πεθαμένος δεν κρυώνει
Αν το αφήσεις έξω απ’ το λάκο
Ο πεθαμένος κρυώνει
Αν το αφήσεις
Έξω α’ τη θύμηση.
*Επιλογές από το “Σκοτεινός Θάλαμος”
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Δώστε μου μερικά μέτρα
Πολύχρωμες κορδέλες
Δυό τρία τενεκεδένια
Μετάλλια
Χαλκομανίες πρωτότυπες
Αυτοκόλλητα άστρα
Ένα χάρτινο καπέλλο
Και μιά σπάθα πλαστική
Ωραίο καρναβάλι
Θα γίνει ο γυιός σας
Όχι καλέ
Ο άντρας μου γυρίζει
Απ’ τον πόλεμο.
ΔΑΣΚΑΛΕ
Ρίξε λίγο παραπάνω
Κανέλλα στο μάθημα
Δάσκαλε
Έτσι κι αλλιώς
Περιεχόμενο
Δεν υπάρχει.
Ο ΗΡΩΑΣ ΡΕΜΑΛΙ
Τον είπαν ήρωα
Γιατί σπατάλησε τη ζωή του
Στη μάχη τη δική τους
Τον είπαν ρεμάλι
Γιατί σπατάλησε τη ζωή του
Στο γλέντι το δικό του.
ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Τώρα που θα πας σχολείο
Νά ‘σαι καλός και φρόνιμος
Για να προκόψεις
Τώρα που έπιασες δουλειά
Νά ‘σαι καλός και φρόνιμος
Για να σε εκτιμήσουν
Τώρα που πέθανες
Χοροπήδα όσο θέλεις.
Η ΜΙΜΗΣΗ
Τη φωνή της πόρνης
Προσπάθησε να μιμηθείς
Την ώρα που πουλάει
Το κορμί της
Τη φωνή του πολιτικού
Την ώρα που υπόσχεται
Τη φωνή του Πάπα
Τη ώρα που συγχωρεί
Τη φωνή του έμπορα
Την ώρα που παζαρεύει
Τη φωνή του δάσκαλου
Την ώρα που συμβουλεύει
Τώρα που τις μιμήθηκες όλες
Προσπάθησε να μιμηθείς
Και τη δική σου φωνή.
Η ΜΕΤΑΘΕΣΗ
Η ζυγαριά που κρατούσε
Η δικαοσύνη
Έγερνε πάντα εξιά
Η αγορανομία σφράγιζε
Κάθε χρόνο
Τα σταθμά κανονικά
Ένας καινούριος
τη υπηρεσία
Έκανε αναφορά
Ελλιποβαρή σταθμά
Πήρα μετάθεση
Μετά μιά βδομάδα.
ΕΚΑΝΕ…
Μπροστά μου
Βάδιζε ένας παπάς
Έκανε
Τέτοιο σκοτάδι
Ούτε καν μπορούσα
να τον ξεχωρίσω.
ΔΕΙΚΤΗΣ
Σε κάθε λαιμό κρέμεται
Ένας χρυσός σταυρός
Και στο χρηματιστήριο
Ο δείκτης της αξίας του.
ΓΚΛΟΠΣ (Γενικά χαρακτηριστικά)
Κατασκευάζεται με μεράκι
Στον τόρνο από ξύλο σκληρό
Μπορείς να το φορέσεις
Με φαρδιά μαύρη ζώνη
Εξωτερικά
Ή
Τυλιγμένο σε εφημερίδα
Βαθιά στην κολότσεπη
Εσωτερικά
χρησιμοποιείται
Σε έκτακτες περιπτώσεις
Με λελογισμένη δύναμη
Αν γίνει όμως κακή εκτίμηση
Το χτύπημα ανοίγει
Κεφάλια ή μύτες
μερικές νοικοκυρές το χρησιμοποιούν
Στην κουζίνα
Ανοίγουν φύλλα
για πίτα.
ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Πατρίδα μου οι ρίζες σου
Στον ήλιο απλωμένες
Επάνω κρέμεται η τιμή
“Ενθύμιον”
Για το περαστικό τουρίστα
Πατρίδα μου μας στήνουνε
Στον τοίχο
Και μας πυροβολούν
Μέσ’ από φωτογραφικό
Φακό
Για μια φωτογραφία.
ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙ
Στις 17 κάθε Νοέμβρη
Οι εργάτες θα κουβαλούν τα σκηνικά
Το πλήθος θα μπογιατίζεται
Το θέατρο θα φωταγωγείται
Περάστε κόσμε λαϊκή απογευματινή
Στις 17 κάθε Νοέμβρη
Η οργή των σκοτωμένων θα δυναμώνει
Η δικιά μας η φωνή θα χαμηλώνει
Η πόρτα θα σκουριάζει
Και οι θεατρίνοι θα μασούν τα λόγια τους
Στις 17 κάθε Νοέμβρη
Θα στήνουν πάγκους με γλυφιτζούρια
Και θά ‘ρχονται παπάδες
Με νόμιμες ταρίφες
Οι θεατρίνοι θα ξεχάσουν του ρόλους
Ο κόσμος θα περνάει από συνήθεια
Στις 17 κάθε ΝοέμβρηΧτυπάτε νεκροί τα ταμπούρλα
Ο χρόνος χοντραίνει τ’ αυτιά.
ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 1979
Είναι ωραίοι οι ανώνυμοι
Καθώς στο πανηγύρι έρχονται
Μ’ ένα γαρύφαλλο στο χέρι
Για να τιμήσουν τους νεκρούς
Μα πιο ωραίοι είναι όταν φεύγουν
Κρατώντας στο ίδιο χέρι
Ένα σουβλάκι της ώρας
Πραγματικά ξελιγωμένοι
Από την υπερένταση της συγκίνησης.
ΕΚΕΙ ΜΙΑ ΕΛΙΑ.
Ο ήλιος επάνω.
Σκιά από κάτω.
Στέκει ο στρατιώτης με μάγια βουρκωμένα.
Κοιτά την ελιά, κοιτά τον ήλιο, κοιτά το χώμα.
Εκεί μια ελιά,
Εκεί ο ήλιος.
Εκεί το χώμα που έγινε ένα με το στρατιώτη.
Εκεί κάτι που γυαλίζει
Εκεί κάπου χάνεται εκείνο που δε γνώρισε.
Εκεί η ελιά.
Εκεί ο άνθρωπος εξευτελίστηκε.
και αρνήθηκε ν’ ανασαίνει.
***
Χωρίς Όνομα
ΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ φανάρια ανάβουν,
σίδερα ξεκινούν.
Φανάρια ανάβουν,
άνθρωποι προχωρούν.
Είναι η διασταύρωση λογικού παράλογου.
Στρατιώτες βαδίζουν πολλοί,
σημασία κανείς.
Μια φωνή ακούγεται.
Εφιαλτική σκηνή.
Εν, δύο, τρία… Αλτ!
Κλίνετε επ’ αριστερά και δεξιά.
Προσοχή!
Ο εχθρός… Πυρ.
Αίμα.
Αίμα γέμισε η φανέλα του στρατιώτη.
Ήταν ο 173/6852/13 τόσο.
***
Δειλινό
Η ΚΟΠΕΛΑ ΦΙΛΑΕΙ το αγόρι.
Το αγόρι φιλάει την κοπέλα.
Ο ήλιος δύει.
Δυο πουλιά πετούν.
Τα πρόσωπα των παιδιών από αγάπη φωτίζουν.
***
Καραβάνι
ΚΟΡΑΚΙΑ ορμούν.
Το σώμα με το ράμφος τρυπούν.
Αίμα απομυζούν.
Η δουλειά σίγασε σαν την πρωινή βροχή.
Η ζωή πέρασε ξαφνικά σαν αστραπή
μέσα στο καραβάνι που βρίσκεται στο δρόμο δίχως τέλος
και αρχή.
***
Διαμελισμός
ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΕΣ ΣΗΜΑΙΕΣ στους εξώστες
κραυγάζουν το διαμελισμό της γης.
Άγνωστες πατρίδες κομμάτια
στα πυροβόλα του αλόγιστου κέρδους.
Πιες μια κόκα-κόλα.
Ζήσε και συ περήφανα.
Ο απόηχος κάποιας τουφεκιάς.
Σκέφτεσαι.
Φαινόταν ύποπτος, είπαν.
***
Ξεχασμένος
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑΧΥΤΟΣ στα κουφάρια των σκιωδών δρόμων.
Σύριγγες σπασμένες στο διαμέρισμα της φωνής του ανέμου.
Ξεχασμένοι επαναστάτες στην Καταλονία.
στέκουν σε πολεμίστρες αραβικών κάστρων.
Χάθηκε η πορεία στις κατοχυρωμένες σελίδες της ιστορίας.
***
Καθημερινές Στιγμές
ΤΟ ΜΠΡΙΚΙ ψήνει τον καφέ.
Το άχνισμά του διαλύεται στον αέρα
που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας.
Δύο επί τρία,
κάθε πρωί φαίνεται όλο και πιο μικρή.
Σαν τα μπρίκια των πειρατών σε θάλασσες αφρισμένες
να κουρσεύουν φρεγάτες πριγκίπων.
Ο κλοιός μικραίνει.
Τα λάφυρα αποδεικνύονται λίγα μπρος στη φαντασία του πριν.
Στο γιαπί της γωνίας τσιμεντοσακούλες
ζεσταίνουν τα ξυλιασμένα ρούχα των εργατών.
Κρύο δυνατό τούτο το Γενάρη.
Φιγούρες βιαστικές.
Περπατήγματα στις πλάκες του πεζοδρομίου
και ο θόρυβος των φρένων του λεωφορείου.
Καθημερινές στιγμές.
Στέκομαι μπρος στον καθρέφτη με το νερό να μου παγώνει τα χέρια.
Φραπ… Φρουπ… Φραπ.
Οι τσίμπλες έχουν φύγει.
Βλώπω καθαρά τη διαδρομή της ζωής και του θανάτου.
Καθημερινές στιγμές ζωγραφίζουν
τον άπειρο πίνακα του γίγνεσαι.
***
Ο Τρελός
ΜΙΑ ΠΟΛΗ, θα μου πείτε, είναι μια πόλη.
Σε αυτήν όμως το βουνό ανατολικά
φαντάζει σαν εκείνους τους ασιατικούς δράκους,
έτοιμο να την καταβροχθίσει,
και η θάλασσα πρησμένη στα δυτικά της
να πλέουν τράτες και θαλασσοπούλια.
Οι παλαιότεροι στους καφενέδες διηγούνται ιστορίες,
περασμένα γεγονότα
για κρεμασμένους και Ινχδούς με τεράστια σπαθιά.
Υπάρχει και ένας μύθος για ένα γερο-τρελό.
Μπορεί και να μην ήταν, λέγανε.
Όταν σουρούπωνε,
έβγαινε με δυο κουβάδες σκουριασμένους στην επάνω πόλη
και έψαχνε μανιωδώς στα σοκάκια.
Κατηφορίζοντας σιγά σιγά στους δρόμους της κάτω πόλης
που έμοιαζαν δέρμα κατεργασμένο,
μονολογούσε για κάτι μυαλά δυστυχισμένα,
σκορπισμένα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Αυτά μαζεύει στους κουβάδες του
για να μην τα πάρουν οι τοκογλύφοι.
Οι κουβάδες πάντα αδειανοί.
Καμιά ακρίδα στριφογυρνούσε μέσα.
Μα ο τρελός έλεγε ότι τα μυαλά ξεχείλιζαν στους κουβάδες του.
Κοχλάζανε βγάζοντας αφρους.
Φώναζε κοιτάζοντας γυρω του.
τα μάτια του σπίθες, άστρα παράξενα.
Φώναζε για τα καλύτερα μυαλά της εποχής του.
Οι περαστικοί χαμογέλαγαν πλάγια στον κεντρικό δρόμο.
Η καρδιά του σε συνεχή αιμορραγία
από του κόσμου το παράλογο.
Δεν άντεξε πολύ.
Βρέθηκε παγωμένος ένα πρωί κοντά στο άγαλμα της πλατείας.
Κράταγε σφιχτά τους κουβάδες του.
Με μια ακρίδα στον έναν να χοροπηδάει,
στον άλλον, τον δίχως πάτο, το χάος του είναι.
***
Λευκό Ποίημα
ΟΤΑΝ Η ΒΡΟΧΗ ΧΤΥΠΑΕΙ το πρόσωπο με μανία
και ο ουρανός είναι μολυβένιος,
λες και έχει φάει γροθιά στο στομάχι,
ακούγεται το ανεξήγητο μουρμουρητό
στους παγωμένους διαδρόμους των ανθρωπίνων σχέσεων.
Το τρίξιμο των πάγων στο λευκό ποίημα της άγνοιας.
Τα μάτια σπίθες σμυριγλιού ακονίζουν το μαχαίρι της τρέλας
βλέποντας τα πουλιά να λγοστεύουν στυς δύσκολους
καιρούς της σιωπής.
***
Φυγή
ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΝΑΧΗ στης νύχτας το χορό,
τραβάς φωτογραφία με φόντο το κόκκινο.
Ταμπούρλο σε γύφτικο ρυθμό.
Δάκρυα χαράζουν τη μορφή σου στου έρωτα το δρόμο.
Ανυψώνεσαι,
θανατώνεσαι,
πουλί σπάνιας μοναξιάς.
Γυναίκα μοναχή
στην τραγωδία του ζην
επικίνδυνα τεντώνεις τη φαντασία σου με μεταξένιες κλωστές.
Πολύχρωμα σχέδια ξεδιπλώνεις,
ώσπου να σε βρει το ξεμέρωμα στου δωματίου σου τη φυγή.
***
Σιγή
ΚΑΘΟΜΑΣΤΕ σιωπηλοί
γύρω από τη φωτιά καμένων ονείρων
καιι είναι η σιγή
δάκρυα εσπερινής βροχής στα θαμπωμένα τζάμια.
***
Στους Αγαπημένους Συντρόφους
ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ άλλων πλανητών,
όνειρα – προσδοκίες – στόχοι,
δίκτυα της φαντασίας,
δραπέτευση απο την πεζή πραγματικότητα.
Ναι! Άγγελοι-αστράνθρωποι,
κομίσατε μηνύματα για την αλλαγή της μοίρας του κόσμου.
“Φύγατε νωρίς και ο θερισμός αργεί να ‘ρθει”.
Πριν το κλείσιμο της αυλαίας ήσασταν εκει.
Φτωχύναμε.
Μια θέση στην καρδιά αμς έχετε.
Παρόντες,
όταν ένα ποτήρι κρασί έρχεται να κατεβάσει τον κόμπο στο λαιμό.
Καλή αντάμωση στο αρχιπέλαγος των ψυχών.
***
Αεικίνητο
ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ φεύγουν στο χωροχρόνο.
Οι καημοί των ανθρώπων το διάβα τους μαρτυρούν.
Ποιος, αλήθεια, νιώθει
το αεικίνητο της ιστορικότητάς μας στις καθημερινές στιγμές;
Ράισμα αγέρα
στα πρόσωπα πορευόμενων σ’ ένα ταξίδι στο άπειρο.
Για το γνώθι σεαυτόν;
*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2004.
ΕΠΕΙΔΗ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ έχουν έναν κοινό παρονομαστή και
γι’ αυτό δέ μιλούν πια τα βράδια
Επειδή προχωρούνε οι κύκλοι προχωρούνε τα χρόνια
φορτώνοντας κάθε λογής απώλειες στο ενεργητικό μας
Δε βρίσκω τό λόγο να μοιράζω τις επιλογές μου το κρεβάτι
μου τους ήλεκτρικούς θορύβους μέσα στ’ άγρια μεσάνυχτα
Ξέροντας καλά πως κάθε μέρα επικοινωνώ όλο και λιγότερο
μάταια προετοιμάζοντας την άμυνά μου
Σήμερα δε βρισκόμαστε σε φίλια εδάφη δεν παίρνουμε όσο θα
‘πρεπε τα προσήκοντα μέτρα προφύλαξης
Περάσαν έρωτες κι επαναστάσεις δημιουργήθηκαν κάποια
κενά που δε γεμίζουν μέ σάκους άμμου με υποτροπές
της μνήμης ή με σχήματα εικαστικά
Κι άλλωστε γύρω μας επίλεκτοι σκοπευτές άγρυπνα
παρακολουθούν τις κινήσεις μας τό μεταβολισμό των ελπίδων
Πυροβολώντας μικρές σταγόνες βροχής ομοιώματα ονείρων
παράτολμους εραστές αγνώστων λοιπών στοιχείων
Πυροβολώντας τήην ίδια την Ποίηση καθώς πλησιάζουμε
αμέριμνοι στο στόχαστρό τους
Καθώς ακόμη περιπλανιόμαστε αάδιόρθωτοι νοσταλγοί στα
έμπεδα κάποιου άλλου παλιού καιρού
*Από τη συλλογή “Τα πουλιά και η αφύπνιση” (1987).
Αυτή τη φορά ο ταχυδρόμος δεν θα βρει τον Βασίλη Καραβίτη, ποιητή και μεταφραστή, για να του επιδώσει τον φάκελο με το νέο τεύχος του Εντευκτηρίου. Ο σεμνός αυτός δημιουργός αναχώρησε ήδη εις γην μακάρων, ένθα απέδρα πάσα οδύνη, λύπη και στεναγμός.
Ο Βασίλης Καραβίτης γεννήθηκε τo 1934 στην παραμεθόρια Νέα Ορεστιάδα, μεγάλωσε στον Πειραιά και ανδρώθηκε στην Αθήνα της δεκαετίας του’50, όπου σπούδασε νομικά και δικηγορούσε για αρκετά χρόνια. Eξέδωσε εννέα ποιητικές συλλογές, δύο πεζογραφήματα και μετέφρασε ξένη μεταπολεμική ποίηση και ιδιαιτέρως ορισμένους καινοτόμους και άγνωστους τότε στην Ελλάδα Πολωνούς ποιητές (Χέρμπετ, Μιλότς, Ρουζέβιτς, Σιμπόρσκα κ.ά.). Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων και για πολλά χρόνια από τους τακτικούς συνεργάτες του περιοδικού Διαγώνιος στη Θεσσαλονίκη.
Ο σώζων εαυτόν ποτέ δεν σώθηκε αρκετά
Οι μεν πηγές υπόγειες πάντα κι ακαθόριστες
σε λίγες άγνωστες καρδιές ―φοβάμαι― άφαντες
εξ ου κι όλοι βολεύονται με το αρχαίο νεράκι του Θεού
ελάχιστο, ως γνωστόν, και για τη δίψα του μωρού
ό,τι ονομάζουνε δηλαδή ξανά όσοι ορέγονται ακμή
Ελπίδα ή Άλκηστη της Ανθρωπότητας
(κι εσύ μείνε να κόπτεσαι για άλλες υπερβάσεις).
Τέτοια καμώματα μου φέρνουν ένα είδος σπαραγμού
αφού στο πείσμα το ρηχό κι ακαταπόνητο
μιας άστοχης κι από ανέκαθεν τυφλής αναπαραγωγής
δεν βλέπω πια ούτε για δείγμα να επιπλέουνε
ιδιότητες αγνές κι ορμές πασίχαρες της έκπαλαι ζωής
όσες στηρίζαν δηλαδή εκ παραδόσεως το μέσα μας
όταν σαν όλο κλυδωνίζεται απότομα και καταρρέει.
Παράδειγμα, η φιλία που μας έδενε ως ιστός
κι ως άνθος άπειρο κι αρχέτυπο φροντίζαμε παιδιά:
Με κηπουρούς ανάξιους όπως οι σωρηδόν επίγονοι
καλείται τώρα να υπάρξει αυτοφυές
και μόνο του να επιζήσει.
Γι’ αυτό κι εγώ, συμμέτοχος εξ ορισμού
της τόσης δυστυχίας μας, δεν στέργω πλέον
να συντρέχω τους ανάξιους συντρόφους μου.
Ένα βασίλειο σκιάς στήνω αφιλόξενο και κρύβομαι καλά
όταν τρυπώνει ο ήλιος κι αποσύρεται αμήχανος
χωρίς να βρίσκει τίποτα να ξεσκεπάσει.
Εκεί, με μίσος γόνιμο κι ακούραστη οργή,
μόνος πληθαίνω και διασώζομαι
ίσως σε μια δική μου τρέλα λογική
που σαν μανόμετρο ανθρώπινης υφής
αυτό το «ποίημα» προσπαθεί
αδέξια να καταγράψει.
[από τη συλλογή Λυπομανία (1989)]
***
Wislawa Szymborska | Βισουάβα Σιμπόρσκα
Όνειρα
Απόδοση: Βασίλης Καραβίτης*
[δημοσιεύτηκε στο τεύχος 104 του Εντευκτηρίου]
Σε πείσμα της γνώσης και της τέχνης
των γεωλόγων,
τους παραπλανητικούς μαγνήτες, τα γραφήματα και τους χάρτες ―
σε κλάσμα δευτερολέπτου το όνειρο
στοιβάζει μπρος μας πετρώδη βουνά,
όπως στην πραγματική ζωή.
Και μετά τα βουνά, κοιλάδες και πεδιάδες
με τέλεια υποδομή.
Χωρίς μηχανικούς, εργολάβους ή εργάτες,
εκσκαφείς, σκαπανείς ή εφόδια ―
βρυχώμενους αυτοκινητόδρομους, στημένες
αυτομάτως γέφυρες,
πυκνοκατοικημένες σφύζουσες πολιτείες.
Χωρίς σκηνοθέτες, μεγάφωνα, εικονολήπτες ―
στίφη ανθρώπων που ξέρουν πότε να μας
τρομάξουν
και πότε να εξαφανιστούν.
Χωρίς επιδέξιους αρχιτέκτονες,
χωρίς ξυλουργούς, πλινθοκτίστες, μπετατζήδες ―
ένα σπίτι προβάλλει απροσδόκητα στο
μονοπάτι, όμοιο ακριβώς με παιχνίδι,
με απέραντες αίθουσες που αντηχούν απ’ τα
βήματά μας
και τοίχους καμωμένους από συμπαγή αέρα.
Όχι μόνο η κλίμακα, αλλ’ επίσης και η ευκρίνεια ―
ένα ιδιαίτερου τύπου ρολόι, μια ατόφια μύγα,
ένα σκέπασμα στο τραπέζι με λουλούδια από
σταυροβελονιές,
ένα δαγκωμένο μήλο με σημάδια από δόντια.
Κι εμείς ―σε αντίθεση προς τους ακροβάτες
του τσίρκου,
τους ταχυδακτυλουργούς, τους μάγους και
τους υπνωτιστές―
μπορούμε να πετάμε χωρίς φτερά τώρα
να φωταγωγούμε υπόγειες στοές με τα
μάτια μας,
να μιλάμε με ευφράδεια σε άγνωστες
γλώσσες,
να συζητάμε, όχι μόνο με τον καθένα,
αλλ’ ακόμα και με αυτούς τους νεκρούς.
Και σαν πρόσθετη αμοιβή, παρά την ελευθερία μας,
τις επιλογές της καρδιάς μας, τις προτιμήσεις μας,
φλεγόμαστε
από λαχτάρες ερωτικές ―
και το ξυπνητήρι χτυπάει.
Τι μπορούν να μας πουν, λοιπόν, οι διάφοροι
ονειροκρίτες
οι μελετητές των ονειρικών ενδείξεων και
των οιωνών,
οι γιατροί με τα ντιβάνια της ψυχανάλυσης ―
Εάν κάτι βγαίνει αληθινό
είναι συμπτωματικό,
για έναν και μόνο λόγο :
ότι μέσα από αυτά τα όνειρα,
τις φωτοσκιάσεις και τις αναλαμπές τους,
τις αναπαραγωγές και τις ασυναρτησίες τους,
τις τυχαιότητες και το σκόρπισμά τους,
είναι δυνατόν, παρά ταύτα,
ένα ολοκάθαρο νόημα, κάπου κάπου,
να ξεγλιστρήσει.
Πάρε δυο σύγνεφα· μια λίτρ’ αγέρα·
δροσιάς δυο γράνα και μια φλογέρα·
τρεις τόνους Πίνδο· τέσσαρους χιόνι·
μια λίτρ’ ανάσαση και ένα αηδόνι,
δεμάτια τέσσερα δάφνες, μυρτούλες·
ράσα· ξεσκλίδια· γύφτους· αυγούλες·
πέντ’ έξι σήμαντρα· γλαν γλαν καμπόσα·
χιλιάδες κύματα· Όλυμπο και Όσσα·
κρεβάτια· γαίματα· σάπια κουφάρια·
αστροπελέκια· σκύλους και ψάρια.
Ένα ξεφτέρι· δυο πήχες ράμμα·
καμπόσα δάκρυα μέσα σε γράμμα·
λαψάνες· λάπατα και καυκαλίδες·
περικοκλάδι και τσουτσουμίδες.
Δυο δράμια άγρια, σκληρά σκουλήκια·
βροντές· βοριάδες· ρόδα και φύκια·
αϊτό κλωσούρα, δέκα φλοκάτες·
δυο ραμπαούνια· μάτια πινιάτες·
μία νυχτερίδα, μία χελώνα·
νιόνυφη άνοιξη· προεστό χειμώνα·
βλαστήμιες άπειρες· σάρκα καμπόση
και νεκρολούλουδα χορτάτη δόση.
Αχτίδες, σάβανα και έρμα πλάγια·
ένα βρικόλακα· μια κουκουβάγια·
έναν Αλήπασα· καντάρι τρέλα…
Σε μια θεόχτιστη ρίξ’ τα παδέλα·
ύστερα κρούσταλλο ρίξε νεράκι,
βρυσούλας γέννημα… ή και απ’ αυλάκι.
Πέσε τ’ ανάσκελα και πίθωσέ τα
στα έρμα στήθια σου και βάσταέ τα.
Φύσησε, φύσησε στα σωθικά σου,
καμίνι άναψε μες στην καρδιά σου.
Άσ’ την παδέλα να πάρη βράση,
μονάχα πρόσεχε να μη σου σπάση.
Ας πάρη μπούρμπουλα μονάχα τρία,
και είναι έτοιμο μ’ επιτυχία
γιαχνί αθάνατο, ποιητικό…
Κένωσ’ το, κένωσ’ το ζεστό ζεστό
σε αλαβάστρινο σκουτέλι ή πιάτο…
και πες του κόσμου: Κόπιασε, φά το.
[πηγή: Λίνος Πολίτης, Ποιητική ανθολογία, Δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη, τ. Ε΄, Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1988, σ. 154-155]
Του γκιόνη όποιος λέει πως η φωνή
στης φύσης τη μεγάλη αρμονία
δεν είναι αναγκαία, ―με συγχωρεί―
μα λέει μια μεγάλη ανοησία…
Μονότονο θα ήτανε το αηδόνι,
εάν δεν ήταν κι η φωνή του γκιόνη.
«Πρόλογος», 1-6. Έργα αργίας, 1883. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Ε΄. Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες. «Δωδώνη», χ.χ. 154.
Έλαμπε την νύκτα ταύτην ήλιος ακτινοβόλος
και εχύνετο το μαύρον πέριξ φως των κεραυνών.
Εν σιγή βρονταί εβόων. Ήστραπτε της γης ο θόλος,
και το έδαφος εν λύπη έχαιρε των ουρανών.
Όρθιος εν εγρηγόρσει εκοιμώμην εν τη κλίνη,
ότε αίφνης έμπροσθέν μου έστη γέρων νεαρός,
κι εν ευγλώττω σιγή λέγει: τι ανήσυχος γαλήνη,
τι ακτινοβόλον σκότος, τι τερψίλυπος καιρός!
«Νεοελληνική ποίησις: Ρωμαντική σχολή», 1-8. Έργα αργίας, 1883. Κ.Θ. Δημαράς (επιμ.), Ποιηταί του ΙΘ΄ αιώνα. Βασική Βιβλιοθήκη, 12. «Αετός» Α.Ε., 1954. λζ΄.
«Ο Γκάρυ Σνάιντερ ζει στην ύπαιθρο. Ξυπνά το πρωί και ακούει τα πουλιά. Εμείς ζούμε στην πόλη», Kathleen Wood
αυτό που θέλω να κάνω είναι να κάνω την ποίηση πασίγνωστη
αυτό που θέλω να κάνω είναι να κάψω
τα αρχικά μου στον ήλιο
αυτό που θέλω να κάνω είναι να
διαβάζω ποίηση από το μέσο ενός
φλεγόμενου κτηρίου,
στεκόμενος στη γρήγορη λωρίδα μιας λεωφόρου,
πέφτοντας από την κορυφή του Empire State Building
ο λογοτεχνικός κόσμος γλύφει τ’ αρχίδια πεθαμένων σκυλιών
θα προτιμούσα να είμαι ο Ρίτσαρντ Σπεκ (1) παρά ο Γκάρυ
Σνάιντερ, θα προτιμούσα να βρίσκομαι σ’ έναν πύραυλο προς την κόλαση
παρά σε ένα Βόλβο για την Μπολίνας (2)
θα προτιμούσα να πουλώ όπλα σε αρειανούς
παρά να περιμένω σιωπηρά ένα γράμμα
από κάποιον άρρωστο κλόουν μ’ ένα
μυαλό χωρισμένο στα τρία
που να μου λέει ότι έχω κερδίσει ένα
αλεξίσφαιρο ζευγάρι ροζ γυαλιά
για το ποίημά μου «Φθινόπωρο μέσα στην Άνοιξη»
θέλω να με μισήσουν όλοι όσοι
διδάσκουν για να ζήσουν
θέλω οι άνθρωποι ν’ ακούν την ποίησή μου και να έχουν
πονοκεφάλους
θέλω οι άνθρωποι ν’ ακούν την ποίησή μου και να ξερνάνε
θέλω οι άνθρωποι ν’ ακούν την ποίησή μου και να
κλαίνε, να ουρλιάζουν, να εμφανίζονται, ν’ αρχίζουν να
αιμορραγούν, να τρώνε τις τηλεοράσεις τους, να ξιφομαχούν
μέχρι θανάτου και
να βγαίνουν έξω και να μεθούν οργιαστικά με
κάποιου άλλου το χρήμα
αυτό δεν είναι πάρτυ, δεν είναι ντίσκο
δεν είναι μια ανόητη
λοταρία από έξυπνα λογοπαίγνια και ευαίσθητες σκέψεις και
ευχάριστες θεωρίες για το
πόσες πολλές αμφιβολίες μπορούν να χορέψουν στο κεφάλι
ενός πολυβόλου,
αυτό δεν είναι ένα ψευτοαριστοκρατικό απόγευμα με
καπουτσίνο και σκατά
δεν είναι επιβεβαίωση της ζωής για το ότι
οι μέρες μας έχουν νόημα
καθώς παρατηρούμε τα λουλούδια ν’ αναπνέουν μέσα από τις
ψυχές μας κι ερωτευόμαστε απελπισμένα
δεν είναι σύγχρονες εκτυπώσεις, δευτεροκλασάτο
λαπαδιασμένο φεστιβάλ μπήτνικ που γκρινιάζουν για το
σπασμένο ουράνιο τόξο
είναι ένα καρναβάλι του τρόμου
είναι ένα πρωτόγονο θέαμα για το
πώς να κινείσαι στην κεντρική αρένα
είναι φρίκη και άγρια ομορφιά
που βαδίζουν χέρι χέρι σ’ έναν βομβαρδισμένο δρόμο
καθώς τα βλήματα ουρλιάζουν, ενώ ένας ουρανός
στο χρώμα του αρτηριακού αίματος
αναβοσβήνει
όπως τα φώτα του Μπρόντγουεη
μετά το θάνατο από AIDS του τελευταίου τζάνκι
δεν έρχομαι να παραχώσω την ποίηση
αλλά να την ανατινάξω
ούτε να την κανακέψω στα γόνατά μου
σαν ένα καθυστερημένο παιδί με όμορφα μάτια αλλά να την
πετάξω από έναν γκρεμό σε παγωμένες θάλασσες και
να δω αν η γαμιόλα μπορεί να
κολυμπήσει για τη ζωή της
σίγουρα η αγάπη είναι ένα υπέροχο πράγμα
που στ’ αλήθεια χρειαζόμαστε
μα, φίλοι μου…
υπάρχουν τόσα πολλά να μισείς Αυτές τις Μέρες
εγώ έχω το δικό μου
μιας και το μίσος απλά είναι αγάπη με μια αγκίδα μέσα της
μια αγκίδα μεγάλη όπως το Ριτζ
και πιο βαρύ απ’ όλους τους λογαριασμούς που ποτέ θα πληρώσω
μιας και μας καταδιώκουν,
μας πουλούν ραδιενεργά γοητευτικά βραχιόλια
και δημητριακά για πρωινό που
μειώνουν το IQ σου πενήντα βαθμούς ανά μπουκιά,
έχουμε πολιτικούς που νομίζουν ότι το να ξεκινήσουν τον τρίτο
παγκόσμιο πόλεμο θα ήταν μια καλή κίνηση καριέρας
έχουμε όμορφες γυναίκες με μάτια σα βρεγμένες πέτρες
που μας κρυφοκοιτάζουν απ’ τις σελίδες
άψυχων περιοδικών
υποσχόμενες ότι θα μας
γαμάνε μέχρι να χύσουμε αίμα
ας μπορούσαμε μόνο ν’ αγοράσουμε κάποιους απ’ αυτούς
τους όμορφους σουγιάδες
εγώ έχω το δικό μου
1) Ο Richard Franklin Speck (1941-1991) ήταν κατά συρροή δολοφόνος.
2) Η παράκτια περιοχή Bolinas στην Καλιφόρνια είναι μια αυτόνομη κοινότητα γνωστή για τους ερημίτες κατοίκους της.
***
ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΑ ΝΙΑΤΑ
καταραμένα νιάτα στα μαύρα
καταραμένα νιάτα που δείχνουν όμορφα στα μαύρα
καυτά μαύρα
καταραμένα νιάτα που δεν νοιάζονται μ’ αυτόν
τον ιδιαίτερο τρόπο που γοητεύει εσένα,
διαβάζουν μόνο τις αναγγελίες θανάτων και τις
διαφημίσεις
καταραμένα νιάτα παγωμένα στα αισθήματα
καταραμένα νιάτα σέξι,
με άνεμο ντυμένος θάνατος και
έτοιμα να πάνε οπουδήποτε
καταραμένα νιάτα που δεν καταλαβαίνουν από ινδάλματα
όταν γεννήθηκαν, εκείνα ήταν ήδη καρτούν.
καταραμένα νιάτα που πιστεύουν στον
παράδεισο του κάθε δευτερολέπτου,
της ατέλειωτης νύχτας γεμάτη σάρκα,
της τρομερής πείνας για έκσταση
καταραμένα νιάτα άγρια με εύθραυστο σκοπό
είναι ο τρόπος που κινούνται με χάρη μέσα απ’ το
δηλητηριασμένο νερό
μη ξεχνώντας τίποτα
καταραμένα νιάτα που θα πεθάνουν δοκιμάζοντας,
και υπάρχουν
χειρότερα πράγματα να πεθάνεις σ’ αυτές τις μέρες
*0 David Lerner γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη και εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Αιρετικός ποιητής, έζησε μια μποέμικη ζωή και συνδέθηκε με τις δραστηριότητες των «Barbarians» στο γνωστό Cafe Barbar του Σαν Φρανσίσκο. Μαζί με τον Μπρους Ίσακσον δημιούργησαν τον εκδοτικό οίκο «Zeitgeist Press» και οι δυο τους αναφέρονται ως οι «Ezra Pound και T.S. Eliot του περιθωρίου». Ο Lerner πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης το 1997 και το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του παραμένει αδημοσίευτο.
Γράφει ο Μπάκυ Σίνιστερ: «Ήήταν ένας εύγλωπος φωνακλάς, ένας καλομίλητος μανιασμένος, ένας τρελός με σπουδαία πένα. Η ποίησή του θα μας θυμίζει μια περίοδο που η ποίηση ήταν οξυδερκής, μαγική και κάτι παραπάνω από απλά επικίνδυνη».
**Από την ανθολογία του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, Οκτώβρης 2013.