María José Alemán, Ξεφτισμένες άκρες

El perro

El perro

Όταν η σιωπή της νύχτας διακόπτεται από ένα μακρινό γάβγισμα κι αργότερα το μακρινό γάβγισμα διακόπτεται για να δώσει τη θέση του στη σιωπή, μοιάζει με μουσική.

*

Προτιμώ την ατέλεια στο μακιγιάζ που προσπαθεί να τη συγκαλύψει.

*

Όταν το σώμα είναι κουρασμένο φαίνεται πως ο νους σέρνεται πάνω σε ένα γέρικο άλογο.

*

Το να προσηλώνομαι στη μορφή μέσα στην οποία ο ήλιος μπαίνει απ’ το παράθυρο είναι η μόνη σοβαρή ασχολία που έχω σήμερα ως καθήκον.

*

Όλες τις μέρες την ίδια ώρα διασταυρώνεται με έναν άγνωστο και
αυτομάτως μετατρέπεται στην άγνωστη με την οποία αυτός διασταυρώνεται
όλες τις μέρες την ίδια ώρα.

*

Τρεις φορές έχει ανέβει στο βουνό μέχρι στιγμής αυτό το μήνα για να δείξει το
βουνό στους ξένους, σαν να του ανήκε η επίδειξή του.

*

Είναι ένα θύμα του παρελθόντος του, μα όχι του πραγματικού αλλά αυτού που θυμάται.

*

Αποτριχώνει τα πόδια ενώ καπνίζει σαν ένα είδος του τσίρκου, στο μπάνιο.

*

Γερνάμε παρόλο που δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη ζωή. Όμως κρύβουμε το γήρας σαν να ήμασταν υπεύθυνοι γι’ αυτό το λάθος.

*

Το να χάνει κανείς τη μνήμη του πρέπει να είναι παρόμοιο με το να μην έχει ντουλάπα.

*

Το να κοιμάται κανείς είναι μια λειτουργία πρακτική και καθημερινή πατροναρισμένη από το θάνατο.

*

Ένας συγγραφέας που πια δεν είχε τίποτα να πει εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του το σώμα που έγραφε.

*

Έχει συζητηθεί πολύ να γεμίζουμε την κανάτα με νερό, κάθε φορά που γεμίζουμε την κανάτα με νερό.

*

Μου αρέσει το καλοκαίρι γιατί, καθώς οδηγείς, αγγίζεις τα πόδια μου.

*

Ο νους μου είναι άδειος αλλά δεν ξέρω αν είναι ένα επίτευγμα ή μια εκδίκηση.

*

Δυο σκύλοι διασταυρώνονται στο δρόμο μου, ο ένας θα μπορούσε να είμαι εγώ κι ο άλλος επίσης.

*

Απελπίζομαι, αλλά δεν ξέρω ποια είναι η αιτία, ίσως μια υπέρβαση της υπομονής.

*Από τη συλλογή “Ανέκδοτοι Αφορισμοί”. Μετάφραση: Άτη Σολέρτη. Από την Ανολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης.
**Η εικόνα της ανάρτησης είναι παρμένη από το ιστολόγιο της ποιήτριας.
***Η Μαρία Χοσέ Αλεμάν Μπασταρρίκα (γεν. Λαγκούνα, 1967) έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, έχει βραβευτεί για το έργο της και συντονίζει το τμήμα Λογοτεχνίας του Ateneo της Λαγκούνα. Διατηρεί προσωπικό ιστολόγιο στο http://mardeaire.blogspot.com/

Μάριος Μαρκίδης, Για να γίνουμε ταπεινοί

524429_10200473349370198_1803423332_n

Για να γίνουμε ταπεινοί θα ‘πρεπε ν’ αρκεστούμε στα εφηβικά μας σφαιριστήρια.
Στο γκαρσόνι Νίκος
στη θερινή Αρμονία όπου ο Τώνης Μαρούδας σιγοντάριζε τον πασατέμπο
Μετά η στάση του λεωφορείου κι ο δυστυχής Μιχάλης της παρέας μας να χάνει για δευτερόλεπτα το τελευταίο
και να υποχρεούται ως εκ τούτου να βγάλει την αθεόφοβη ανηφόρα με ορθοπεταλιά –
Καίτοι εις Χριστόν βαπιτσθείς
ήτανε μέρες που τον κόλαζαν ο Τζέημς Ντην κι η Νάταλι Γουντ
(μακαρίτες αμφότεροι σήμερα)
τέλειωνε τα αγγλικά της και τον καλησπέριζε η Νέλλη
Μα στα ζητήματα των νηστειών ήταν αμείλικτος.
Για να γίνουμε ταπεινοί θα ‘πρεπε να κάνουμε στη ζωή μας το ράφτη,
το μαραγκό, έστω τον ταχυδρόμο
ν’ ανεβαίνουμε το ωράριο με ένα μονόξυλο των Μοϊκανών
Να σκάβουμε, να ποτίζουμε, να έχουμε το χειμώνα χιονίστρες
να παίζουμε καλούτσικα μπιλιάρδο, ν’ αγαπάμε το παλιό παλτό μας απεριόριστα κι αναντικατάστατα, να απευθυνόμαστε στον πληθυντικό, να ξέρουμε τη γεροντοκόρη φαρμακοποιό που είναι φιλενάδα της μαμής με τ’ όνομά της
Να έχουμε χαγιάτι κι αυλή στο σπίτι και εορτάζοντας συγγενείς
Να λέμε παρών –
θέλεις στο Χαλάνδρι, θέλεις στο Θησείο, θέλεις στα Ψηλαλώνια
στο Λιμανάκι της Αγάπης που μια φορά χάσαμε το ρολόι μας
Να μη ζητάμε το λογαριασμό
γιατί στο τέλος κι ακριβά πληρώσαμε και ταπεινοί δεν γίναμε.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα με ημερομηνία λήξεως”, εκδόσεις Καστανιώτη, 1995.

8702

Άρης Αλεξάνδρου, από τα «Ανεπίδοτα γράμματα»

img_2693

2
Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ΄ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ΄ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.
Άννα

3
Θα σε βρω.
Όπου πατάς
πέφτουν πράσινα φύλλα

6
Μαζί σου διστάζω να μιλήσω
πιο σιγά κι από ένα δέντρο στο σκοτάδι.
Μαζί σου η φωνή μου θα διακόψει τη σιωπή
σαν την αγάπη που διακόπτει για μια νύχτα
τη ζωή μας.
Τα σύννεφα
Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά
τόσο που κι’ ένα κάγκελο να ‘τανε σπασμένο
θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν’ αγγίξεις
τη διαβατική
θηλύτητά τους.
Φρόντισε
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάκτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Μέσα στις πέτρες
Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο
πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα εδώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες τις πέτρες.
Γύμνασμα
Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κι’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.
Το μαχαίρι
Όπως αργεί τα’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κι’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ΄ την λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Υποσημείωση
Φίλε ή αντίπαλε μην τα’ αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Πέντε ποιήματα

Η αναχώρηση

Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό
γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων
καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό
αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω
Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών

***

Υστεροφημία

Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

***

Η συμμαχία του θεού

Θε μου, τι να μισούσα απόψε περισσότερο
Την ψεύτικη θάλασσα, μικρή σαν λίμνη, ανώνυμη
το ποδοβολητό και τις φωνές μικρόψυχων παιδιών
φώτα θαμπά που φέγγαν στα κεφάλια μας,
εκείνον τέλος που με βασανίζει τόσο ανέμελα
όσο όλοι μαζί που πέρασαν ή θα ΄ρχονται,
εκείνον που λυπάμαι τόσο που γεννήθηκε
έτσι αργά σε τόπον αφιλόξενο – τα βέλη σου
γι’ αυτόν που έκαμε όλες τις επαναστάσεις και τα ποιήματα
που τον ακούω, νύχτα μέρα, και βογκάω

***

Ο όμορφος αφροδισιολόγος

Ο φίλος μου ο όμορφος αφροδισιολόγος
νεαρός, με ωραία χείλη και βοστρύχους ξανθούς
μου εξήγησε τρία απογεύματα γιατί αποφάσισε
μιαν ειδικότητα που στις μέρες μας έχει ξεπέσει.
«Τι να ελπίσω σ’ ένα δυο σταγόνες αίματος, έλεγε
σ’ ένα τοπίο όλο κόκαλα αποκαρδιωτικό.
Αυτά μπορώ και τα σκεπάζω – μένουν πάντοτε
θερμές εστίες μιας μόλυνσης τρομαχτικής
τ’ ασήμαντα θανατηφόρα έλκη»

***

Οίκτος

Εγκλωβισμένους μες στη φυλακή της άνοιξης
όλο χειρονομίες και ψιθύρους
Πώς τους λυπάμαι τους ερωτευμένους
που τριγυρίζουν συντροφιά ή μόνοι
μέσα στο στήθος τους άλλο πια δεν λάμπει
μονάχα η ψεύτικη, η αλλοιωμένη εικόνα
Μα περισσότερο λυπάμαι αυτό τον νέο
που πλέκει στίχους όλο απελπισία
γι’ αυτούς, μόνο γι’ αυτούς θέλει να ζήσει
Κι όμως λυπάμαι περισσότερο τον ήλιο
που λάμπει φρέσκος στην καρδιά της μέρας

*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr

Peter Mews reviews Barry Hill’s Grass Hut Work

unnamed

Grass Hut Work
by Barry Hill
Shearsman Books, 2015

The poems in Grass Hut Work are a kind of coda to Barry Hill’s 2014 non-fiction epic Peacemongers, a book of self-discovery and intellectual journeying that took him to the heart of the East, to India and Japan.
Out of this opus was born a slim volume of poems, so beautiful, so hungry for meaning, so redolent with the history of Japan’s poets, as to contain the world within its lacquered shell. From the opening lines of the magnificent ‘Bow to the weatherman,’ Barry Hill draws the reader in, not least with his seductive use of the second person, and brings us along the old path to the poet’s grass hut. Here you take off your shoes …

Relax.
Make your breath papery

Tune the body
To its whispered
arrival.

Put the radio on
Fill the kitchen
With storm news from Sapporo.

Bow to the weatherman.
Later in the volume, Hill takes the reader to Sapporo for some first-hand reports of the weather and other insights into the poet’s mind. In this way the collection performs its
dual functions, seducing the reader with a bright and practical travelogue while enjoining us to seek further inward along the ancient road to the soul. Hill follows the paths trodden by Japan’s great poets – Basho, Kenji, Ryokan, Dogen – seeking enlightenment, and seeking peace through his immersion in the poetical history of the country.

The journey begins in Kyoto, a landscape littered with hacked turnips, gleaming cabbages, and picturesque paths. There is always a gate, a path, a low stone wall, a perfectly pruned tree. Sign posts leading to one hut or another. There is always a duality at work. Ageing and youth. Inside and outside.

For the crystal night

I had a wild piss beside the house
Then went inside to forget sutras
Drink wine. The rice streams. Truly
I don’t know how old I am.
Outside, the paths of Kyoto are pitted by self- doubt: ‘The all-too-familiar earth /
The same, same self.’ Alone in his hut the poet asks: ‘Are you writing the same poem / or just getting older…?’ From Kyoto we head to the north, to Sapporo and beyond, the country of Zen Master Ryokan, where the winds are icy and the people,

carry sea-spray into their bedclothes
have salt in their ears, their fingernails.
Every child is born a fish.
The pong of crabmeat pervades everything and the cold sea melts the snow ‘in this “excessively lucid landscape.”’ It is too cold for insight and the poet heads south again, into Kenji country. Even as he reads Kenji on the train, Hill acknowledges a debt to the great poet.

I have been under no illusion thus far
I have failed to live up to myself.
And yet,

At each page I shed the pong of crabmeat.
Hill travels next to Hiroshima, where the contradictions of culture and history are so stark. The poet travels heavily here as if weighed down by falling ash: ‘Summer, and not a flower to be seen.’ It is here in Hiroshima that his interior struggles take on a more urgent note: ‘In the grass hut / I strive to be nobody.’ It is a striving to be everyman, this absolution of self, but as Hill laments, it is not possible here, particularly here, in Hiroshima, to forget: ‘Anyway I’m afraid / Of not feeling a thing.’ And this was Basho’s sin, that lack of empathy.

Leaving the cicadas of Hiroshima behind, the poems take us back to Kyoto, and a sense of inner peace, or at least, resignation, descends. We are disciples too. The poems frequently use the second person, imploring and guiding the reader along the disciple’s path.

Don’t stop…
Show your indifference…
Then step right in.
You’re here…
Put the kettle on.
Make the tea.
Taste the tea.

If you’ve arrived
Soliciting memorable lines
Toss those out with the leaves.
And this is where Barry Hill leaves us, bewildered and dazed by the experience, in full possession of the wisdom and self-doubt of a remarkable poet.

So what’s it to be? More slap-dash meditation
Or a return to leaf-litter and the vice of poetry?

*Peter Mews is a Melbourne bookseller and novelist. He is the author of Maritime and Bright Planet.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/mews-hill/

Brendan Bonsack, a poem / ένα ποίημα

13932925_680492352107566_6948917675856619799_n

Κειτόμαστε διπλωμένοι
Όπως ένα γράμμα

Το τέλος και
Η αρχή

Το δικό σας και
Το Αγαπητό

Ανακαταμένοι όπως
Οι στροβιλισμοί
Στις εκβολές

Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Βασίλης Βασιλειάδης, Απόσπασμα από τό Fuck Off, ένα ποίημα σέ δημιουργία

ayto660

ξάγρυπνη και ιδρωμένη
βολοδέρνει ή νευρικότητα του μπροστά στόν ανεμιστήρα
σαλεμένη ή παρεγκεφαλίδα
βουλιάζει σέ συστοιχίες λεξημάτων
reor
reri
Ratio
άρθρωση λόγου κατρακυλισμένη σέ υπολογισμούς καί λογαριασμούς
οί εκτιμήσεις τής λογιστικής
εποπτεύουν μέρα-νύχτα τόν εγκέφαλο
καί ή μηχανική τών νευρώνων του
φροντίζει νά συναρτηθεί ή εννοιολογία τών λέξεων
μέ τήν κατά γράμμα αναπαράσταση
τής πραγματικότητας τής υπαρκτής συναλλαγής
γλώσσα καταπονημένη από περιορισμούς καί καταστολές
τάξης ασάλευτης καί αδιαμφισβήτητης,
αγγαρεμένο από τήν διαχείρηση σκοπιμοτήτων
λογικόγλωσσικό σύστημα………..
στρίβει τσιγάρο
ξεδιψάει τόν χωροταξικό του αποκλεισμό
μέ μία σκατόμπυρα τών εβδομήντα λεπτών τό μισόλιτρο
σκουπίζει μέ τήν παλάμη τά χείλη του
καί συνεχίζει…….
Λόγος
ενέργεια ωστική τού γίγνεσθαι
πού χαράζει μέ
τόλμη
όνειρο
φαντασία
ακόμη καί μέ ουτοπία πού ζητάει από τό κάθε παρόν τό αδύνατο
τή ρότα τού υπάρχω πρός τόν ανοικτό ορίζοντα τού Είναι
επιμένει
νά μήν υπάρχουμε έτσι απλά
αλλά νά Είμαστε,
ή άρθρωση Λόγου
κυοφορεί κεφαλαιοποιήσεις τών στοχασμών καί τών ενεργημάτων
ακόμη καί μέ τρόπο συγκρουσιακό
ώς δράστης ανατινάξεων τών αδιεξόδων
σέ ένα Είναι
σπάνιας έλλογης ποιότητας καί αισθητικής
ύφανση περίτεχνη
μέ νήμα ανθρώπινων καί ανθρωπιστικών αξιών,
όταν μιλάς μέ Λόγο,μουρμούρισε
έχεις άλλη οπτική τής ζωής καί τού ανθρώπου
είναι απόλαυση μιά τέτοια ματιά……
άλλο είναι
ν΄αγαπάς
νά ονειρεύεσαι
νά ερωτεύεσαι
νά φαντασιώνεσαι
νά ουτοπίζεσαι
καί νά ενεργείς
μέ τόν Λόγο
πού σέ θέλει νά συνειπάρχεις μαζί του διαλεκτικά
καί αλλοιώς είναι νά υπ(ο)-άρχεις
σάν ζωή καί σάν άνθρωπος
υπό τή Αρχή
Ratio……..
οί αυτοματισμοί ξύνουν τά ιδρωμένα του αχαμνά
βρίζει τό σκυλί πού γαυγίζει τήν ομηρία του στό αστικό διαμέρισμα.
γέλασε δυνατά μιλώντας στόν εαυτό του……
άντε ρέ μπαγλαμά
νά σέ δώ νά ερωτεύεσαι ανθρώπους καί ζωή
μέ τούς κανόνες
τής Ratio
rational way of love…….χαχαχα….γάμησε τα
δέν μπορούσε νά σταματήσει τό γέλιο
γινεται?αναρωτήθηκε
εμ δέν γίνεται
είσαι χαμένος από χέρι
τσαλάκωσε τό άδειο τενεκεδάκι τής μπύρας
καί τό πέταξε στό πάτωμα
πάμε,
πάμε παρακάτω
θά τά πούμε όλα σ΄αυτήν τήν ξαγρύπνια………..
Reality
Πραγματικότητα
ασύμπτωτη κι αντίθετη
μέ τήν Αλήθεια
Truth……….
μερικές φορές
από ατύχημα σπάνιο
μπορεί καί νά ταυτίζονται……
τήν πραγματικότητα μάς τήν κατασκευάζουν
κομμένη καί ραμένη στά μέτρα τους
ή τήν κατασκευάζουμε εμείς
κατά πώς θέλουμε νά μάς εξυπερετήσει,
ή Αλήθεια όμως
αυτή ή ασέβεια πρός τήν Πραγματικότητα
ακόμη κι άν δέν φαίνεται
ενυπάρχει
αψηλάφιστη
σάν ζητούμενη έκπληξη
καί παράδοξο………
αφοσιώνεται γιά λίγο στήν καταστολή μυαλού
πού εκπέμπει δωρεάν ή τηλεόραση
επανέρχεται….
αλλοίμονο
άν παγιδευτεί τό μυαλό
καί ό δημιουργικός του στοχασμός
στίς κάθε φορά κατεστημένες κατασκευές ζωής
στίς παγιωμένες εικόνες
καί στις φαινομενολογίες
τού κόσμου τής Πραγματικότητας,
σκέψου μονάχα
νά κατασπαταληθείς κωμικοτραγικός
σάν υπήκοος πεδίων επιφάνειας
σέ καθεστώς πραγματικότητας
μόνο στήν Αλήθεια
υπάρχεις
σάν Είμαι
ανεμπόδιστο
νά παραβιάζει ακόμη καί νά αγνοεί ντιλετάντικα
τις επιστασίες καί τά προστάγματα της……..
βαριέται
αλλάζει σκηνικό
ακούει τίς ρίμες τών Melle Mel,Kid Creole καί Cowboy
νά μικροφωνίζουν επάνω στίς διαπασών νότες τού HipHop
απολαμβάνει τήν ρυθμική γέννηση τής βλάσφημης ποίησης
ράπ old school
χαμογελάει τήν ικανοποίηση του
πού αυτά τά δεκαεξάμπαρα γυροφέρνουν τόν κόσμο
φτύνοντας στά μούτρα όπου βρεθούν κι όπου σταθούν
τόν κυρίαρχο λόγο
μέ τίς κατεστημένες λογικές καί εκφραστικές ιεραρχίες
καί τούς ηλίθιους,τούς γαμημένους τούς ανταγωνισμούς του……….
Ethic
Ethos
Ηθος
γεννημένο από τίς θελημένες αυτορρυθμίσεις
τής ελευθερίας
τής αλήθειας
τής δικαιοσύνης
τού λόγου
τρόπος πού ευφορεί τήν ανθρώπινη ολοκλήρωση,
πρόκληση αιρετική
γιά νά αναδιπλωθείς γιγαντωμένος
καί αυτοξεπερασμένος
πρός τήν ανοιχτή συνείδηση
πού σκέφτεται
πώς τά πράγματα μπορεί νά υπάρχουν κι αλλοιώς
έξω καί πέρα
από τήν εμβέλεια τών συμβάσεων
και τών προαποφασισμένων φορμαλισμών
πού σέ επικυρώνουν όντας άφωνος
σάν τόν οντολογικό κληρονόμο τους…….
πατάει μηχανικά σχεδόν στό πληκτρολόγειο
http://www.global porno
τό σωτήριο visual μπορδέλλο
καταποντισμένος στή κάβλα
από τό άσαρκο in vitro
ηλεκτρονικό γαμήσι,
ή στύση κάνει τό αίμα νά λυσσάει στήν καροτίδα
ή σπερματόρροια καταχύνεται στό πάτωμα
σκουπίζει τόν φαλλό μέ τίς καρώ χαρτοπετσέτες τού fast food…….
Ηθική
Moral
κατασκευασμένη από τίς ετυμηγορίες καί τίς διατάξεις
τού Κανόνα
τής πραγματικότητας
τής ratio
τής νομιμότητας,
υπαινικτικό τής ακύρωσης τού Ηθους
αυτό τό αντιαισθητικό ψηφιδωτό
ορθολογικής κανονοκρατίας τής Moral,
απειλεί τιμωρία
τό όπλο τού φόβου
τής ένοπλης Ηθικής
άν τό υπάρχω αρνηθεί νά γίνει παθολογία υποταγής
στήν τάξη τού Κανόνα καί τής Αρχής……
πήρε τήν Φωφώ στήν αγκαλιά του
κι άφησε τήν αγάπη της νά γλύφει τό αξύριστο πρόσωπο του
τήν χαιδευε μιλώντας την,
σκέφτομαι Φωφώ μου
πώς Αμοραλιστής κι Ανήθικος
αντίθετος πρός τήν ζωή τήν κανονιστική
πού σέ βουλιάζει στά σκατά τών προσωπικών σου κατεστημένων συμβάσεων
μπορείς νά είσαι,
Άηθος όμως Φωφάκι
δέν έχεις τό δικαίωμα νά είσαι,
άμ δέν σαλεύει ό νούς από τό Ηθος,συνέχισε
από τήν Ηθική σαλεύει
αυτή τήν διαστρέβλωση τού Ηθους
τήν γαμημένη τήν Moral
τόν διακινητή μεγάλων ποσοτήτων αισχρότητας
τοξικής καί θανατηφόρας
γιά εμάς………………..΄………..

Αντιγόνη Ηλιάδη, Δίσκος φυσικής μουσικής

Avesalom Esperando el sonido

Avesalom Esperando el sonido

Στον Τ. φυσικά.

Θα ξυπνήσεις ένα βράδυ νηστικός
θα σου πω ιστορίες για τους κόσμους
ένας απόηχος θα ακούεται παιδικός
η καρδιά σου θα φυτρώνει δυόσμους

Μικρά σχήματα σκύλου

Βγήκε ο σκύλος από τον βάλτο
στο νερό πλησίασε διψασμένος
δεν είδε τη σκιά στο λάκκο
κι αμέσως έκανε ένα άγριο σάλτο
στην άλλη όχθη έφτασε αφηνιασμένος

κι ο βοσκός τον κοίταζε
τα πρόβατα να φυλάξει
ο θάνατος είναι διακριτικός
κι αν ο σκύλος βρεθεί νεκρός
πολύ δεν θα τον νοιάξει

σαν δεις μέσα από τη σπηλιά το φως
μη φοβηθείς είπε στον σκύλο ένα αστέρι
ξάπλα επάνω μου να κοιμηθείς
μόνο η αγρύπνια σου το ξέρει
θα σου φιλώ τα μάτια και το χέρι

κι οι θάμνοι κόκκινοι τώρα σκάζουν
η νύχτα πράσινη πέφτει βαριά
και οι τζίτζικες δεν θα ησυχάσουν
η γη για το σκυλί θα κλαίει γοερά

Υποσχετική χροιά

μεγάλη μικρή η ξένη σου χροιά
και κάπου πιάνω ένα βέβηλο σε αγαπάω
μα κάποιο βράδυ μεθυσμένος
μου είχες πει σφιχτά θα σε κρατάω
στα όρη στα άγρια τα βουνά

κι αν ο γκρεμός είναι μισός
ολόκληρος εγώ θα σε φυλάω
από τους λύκους μακριά
σαν τις νεράιδες τα πουλιά
μαζί μου θα σε αποπλανάω

και στα μισά του κόσμου
θα σε περιμένω ως βράδυ αργά
τους εφιάλτες θα ξεριζώνω
τα όνειρά σου τα κακά

για μία ρημάδα ευτυχία
ποτέ δεν θα θυμώνω
μες στους αγρούς θα χάνομαι
σαν το κορίτσι μου πληγώνω
θα ξαγρυπνώ μου είπες ως αργά
στο στήθος σου κοντά θα σιμώνω
την καρδιά σου να ακούω να χτυπά

Αριθμός δύο

δύο φωνές και δύο κρασιά
η άλλη μου είπες
και σου ‘χω πει θα σε προδώσει
η τρίτη είναι βέβηλη και αργά
από τη γαλήνη θα σε ερημώσει

μη σταθείς μη στάξεις ομορφιά
κι ό,τι γνωστό κι άπειρο
θέλεις σε μία στιγμή να βιώσεις
στα αγρίμια κράτα λίγο συντροφιά
τη γη ολόκληρη θα νιώσεις

καίει είναι η ψυχή σου μια αγέλη
και η φωνή σου την καλμάρει
μην την αφήσεις να χυθεί στα έλη
και όχι να πεις δύο και τρεις
σαν έρθει ο χάρος να την πάρει

Το δάσος

στο σταυρωμένο μου όνειρο
θα σκέφτομαι σαν
δάσος με πουλιά σεμνά
εσένα
κι αυτό ας νομίζεις πως μου αρκεί
στα χρώματα θα χώνομαι
τα φθηνά
τα ξωτικά τα θολωμένα

Σε περιμένω

μην αργείς
πάμε μακριά να δούμε
από πού έρχονται οι γλάροι
και σκέψου πόσο ψηλοί
στο λιμάνι που ζούμε
φαίνονται οι φάροι
στα πλοία
μη χαθείς

σκέψου εγώ
πάνω από τρεις
το αρνήθηκα φορές
το βαγόνι που ήρθε
να με πάρει

ας με φάνε τα αγέρια
της πόλης οι καημοί
θα σε περιμένω
σε αυτό που στέκει
κι η ματιά μου τα νυχτέρια
στο άφαντο εκεί

Αναπόφευκτα πράγματα

τους κήπους θα μπερδεύω
για παράδεισο
κι ας με καθησυχάζεις
χρόνο θα κλέβω
από τον θεό
να μελετώ
αυτό το μάταιο προς
την άβυσσο

Το όνειρο του δυτικού ανθρώπου

ο ήλιος είναι σκοτεινός
όλες το ξέρουμε
γινάτι κάνουμε
σε άλλη γλώσσα ξένη
μέχρι να ‘ρθει ο κύριος
μαυροντυμένος
την πόρτα να χτυπήσει
είναι ένας περαστικός

τα κορμιά μας λυγισμένα
γεννηθήκαμε στη φύση
από στόματα σφιχτά σαφρακιασμένα
που κατάγονται από της ντροπής
τη μαύρη δύση

αφηνόμαστε
κι ένας φτωχός πεζός
μας κάνει τα κουμάντα
ασπαζόμαστε
μία θρησκεία νόθα
και δεν υπάρχει άνθρωπος
που δεν έφυγε
νεκρός

Heart of Darkness by David Urwin

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Something is rotten in the states of Europe

children fighting for survival     tear-gassed

at close range

into the eyes

                                          down the throat.

Something is rotten in the Jungle

of democracy

and civilisation

refugee children starving

sent away from terror       to suffer in horror

or be killed on the road           to a better life.

Something is rotten in the states of America

land of the free                    capital of liberty.

Is something rotten at the heart of humanity?

refs:https://www.theguardian.com/world/2016/aug/02/child-refugees-calais-failed-by-britain

Woman’s Hour, Radio 4, August 3rd, 2016.

Dave Urwin is a Mancunian poet living in west Wales. Some of his poetry is on http://www.jadedmountain.wordpress.com.

View original post

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ναυάγιο

The_Last_Stand_by_ATAPLATA

Στρόβιλοι τρέμουλο φρικτοί
ρευστοί ερειπιώνες
βουτιά σ’ εβένινα νερά
λεπτά αιώνες

τείχη στιλπνά
κυμάτων ουρανοξυστών
προσόψεις είδωλα νεκρών
κοράλια ιππόκαμποι ανεμώνες.