Bob Kaufman, Believe, Believe / Πιστέψτε, Πιστέψτε

Believe in this. Young apple seeds,
In blue skies, radiating young breast,
Not in blue-suited insects,
Infesting society’s garments.

Believe in the swinging sounds of jazz,
Tearing the night into intricate shreds,
Putting it back together again,
In cool logical patterns,
Not in the sick controllers,
Who created only the Bomb.

Let the voices of dead poets
Ring louder in your ears
Than the screechings mouthed
In mildewed editorials.
Listen to the music of centuries,
Rising above the mushroom time.

Πιστέψτε, Πιστέψτε

Πιστέψτε σε αυτό. Νεαροί σπόροι μήλου,
σε γαλάζιους ουρανούς, που ακτινοβολούν νεαρό στήθος,
Όχι σε έντομα με μπλε κοστούμια,
που μολύνουν τo ύφασμα της κοινωνίας.

Πιστέψτε στους ταλαντευόμενους ήχους της τζαζ,
που σκίζουν τη νύχτα σε περίπλοκα κομματάκια,
…που την ξανασυναρμολογούν,
σε δροσερά λογικά μοτίβα,
Όχι στους αρρωστημένους ελεγκτές,
που δημιούργησαν μόνο τη Βόμβα.

Αφήστε τις φωνές των νεκρών ποιητών
να ηχούν πιο δυνατά στα αυτιά σας
…από τις στριγγλιές που ακούγονται…
σε μουχλιασμένα άρθρα.
Ακούστε τη μουσική των αιώνων,
που υψώνεται πάνω από το χρόνο των μανιταριών.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

William Everson, Seed / Σπόρος

Some troublous birth,
Like an awkward awakening,
stirs into life.

Terrible and instinctive
It touches my guts.
I fear and resist it,
Crouch down on my norms, a man’s
Patent assurances.

I don’t know its nature.
I have no term for it.
I cannot see its shape.
But, there, inscrutable,
Just underground,
Is the long-avoided tatency.

Like the mushrooms in the oak wood,
Where the high-sloped mountain
Benches the sea,
When the faint rains of November
Damp down the duff,
Wakening their spores- –
Like them,
Gross, thick and compelling,
What I fear and desire
Pokes up its head.

Σπόρος

Κάποιος σπόρος μέσα μου,
Κάποια ταραγμένη γέννηση,
σαν ένα αμήχανο ξύπνημα,
αναδεύεται στη ζωή.

Τρομερό και ενστικτώδες
αγγίζει τα σωθικά μου.
Το φοβάμαι και του αντιστέκομαι,
Σκύβω πάνω στις νόρμες μου.
διαβεβαιώσεις μου.

Δεν γνωρίζω τη φύση του.
Δεν έχω κανένα όρο γι’ αυτό.
Δεν μπορώ να δω το σχήμα του.
Αλλά, εκεί, ανεξιχνίαστο,
Απλά υπόγεια,
…είναι η μακροχρόνια απελπισία που έχει αποφευχθεί.

Όπως τα μανιτάρια στο δάσος της βελανιδιάς,
όπου το ψηλό βουνό…
…ακουμπάει στη θάλασσα,
Όταν οι αμυδρές βροχές του Νοεμβρίου
υγραίνουν την άμμο,
ξυπνώντας τα σπόρια τους…
Σαν κι αυτούς,
ακαθάριστα, παχιά και επιτακτικά,
Αυτό που φοβάμαι και επιθυμώ
βγάζει το κεφάλι του.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Joyce Mansour, Τρία ποιήματα 

Σʼ αρέσει να πέφτεις στο ξεστρωμένο μας κρεβάτι
οι παλιοί ιδρώτες μας δεν σʼ αηδιάζουν
τα λερωμένα, από ξεχασμένα όνειρα, σεντόνια μας
οι κραυγές μας που στο σκοτεινό δωμάτιο αντηχούνε
όλα ετούτα ξεσηκώνουνε το αχόρταγο κορμί σου,
το άσχημό σου πρόσωπο επιτέλους λάμπει
που οι χτεσινοί μας πόθοι είναι όνειρα αυριανά σου

*

Η ανάσα σου μέσα στο στόμα μου
τα ξερά σου χέρια τα νύχια σου τα σουβλερά
δεν αφήνουνε ποτέ το κρεμεζί λαρύγγι μου
κρεμεζί απʼ την ντροπή την ηδονή τη γλύκα
τα μελανιασμένα χείλια σου βυζαίνουνε το αίμα μου
κι οι στιλβωμένες σάρκες μου θα σε ξεσηκώνουν πάντα
ενώ τα μάτια μου θα μένουνε κλεισμένα.
Πόσοι έρωτες έκαναν να κραυγάζει το κρεβάτι…

*

Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια
θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη μου
σε ανόσιες σε σπρώχνουν πράξεις
που τα ίσια μαλλιά της ασημένης κεφαλής μου
μπλέκονται στα νύχια σου
απʼ την παραφορά καμπυλωμένα
που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος
ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος.
Το κορμί σου ισχνό ανάμεσα στα σατινένια μου σεντόνια…

*Από τα “Ερωτικά”, Εκδόσεις Κείμενα, 1978. Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.

Γωγώ Πονηράκου, Δύο ποιήματα

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Τις πιο οριστικές αλήθειες
τις μοιράζομαι με ξένους,
γιατί έχουν ευθύβολα μάτια και
θαρρετά αυτιά
Μετά μετανιώνω,
έγιναν αμέσως
δικοί μου

-σαν
τους φόβους.-

Αλλά,
για λίγο,
όσο έμοιαζαν ερευνητές,
που παρατηρούν
το άγνωστο πλάσμα,
μπόρεσα να πω
το ακριβές που είχα στο μυαλό μου
και να το φτύσω
στο κέντρο της παλάμης
σαν μπουκιά που μου
κάθισε
στον λαιμό

*

ΣΥΓΓΕΝΗΣ Η ΘΛΙΨΗ

Δεν έγινε βιαστικά
την προετοίμαζε καιρό,
το χιούμορ χάραζε το μισό του πρόσωπο
το υπόλοιπο το διέτρεχε μια γαλήνη ανυπόκριτη
σαν μάσκα κλόουν
ένα αγκίστρι τραβούσε το στόμα προς τα κάτω
παραμορφωμένος και γελούσε που
δεν την καλοδέχτηκε κανείς για όσο φορέθηκε
αυτή η μάσκα
συμπλήρωσε τα εξήντα και
έφυγε, μέσα στον ύπνο του σαν ανέκδοτο
οι καθρέφτες καλύφθηκαν με λευκά πανιά
το σπίτι μύριζε λιβάνι, ίσως δυόσμο

Ο αποχαιρετισμός ήταν κλαυσίγελως
ανάμεικτος με ντροπή,
αγάπη και ειλικρίνεια.

*Από τη συλλογή “Έξζιτ”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Alejandra Pizarnik, Σιωπές 

σιωπή εγώ ενώνομαι στη σιωπή
εγώ έχω ενωθεί στη σιωπή
και αφήνω να με κάνουν
αφήνω να με πίνουν
αφήνω να με λένε

μαχαιρωμένη απ’ αυτό που λείπει
από την άτιμη αναμονή
θα ξαναγεννηθώ στα τρομερά παιχνίδια
και θα τα θυμάμαι όλα

οι ναυαγοί πίσω από τη σκιά
αγκάλιασαν αυτή που αυτοκτόνησε
με τη σιωπή του αίματός της

η νύχτα ήπιε κρασί
και χόρεψε γυμνή ανάμεσα στα κόκαλα της ομίχλης
ζώο ριγμένο στο πιο μακρινό χνάρι του
η κοπέλα γυμνή καθισμένη μέσα στη λησμονιά
ενώ το ανοιγμένο κεφάλι της πλανιέται κλαίγοντας
ψάχνοντας να βρει ένα πιο αγνό σώμα

ύστερα όταν πεθάνουν
εγώ θα χορέψω
χαμένη στο φως του κρασιού
κι ο εραστής του μεσονυκτίου

που είναι
πίσω από τα μάτια μου
κι από τα μάτια σου
τώρα που είναι νύχτα
στο αίμα
και δεν μπορούμε να δούμε
τον κρύο κόσμο μεγάλο

δεν έχει σημασία αν όταν φωνάξει η αγάπη
εγώ είμαι νεκρή
θα έρθω
πάντα θα έρχομαι
αν κάποτε
μου φωνάξει η αγάπη

ταξιδεύτρα της καρδιάς μαύρου πουλιού
είναι δική σου η μοναξιά τα μεσάνυχτα
δικά σου τα γνωστικά ζώα που πληθαίνουν τον ύπνο σου
περιμένοντας τον πανάρχαιο λόγο
δική σου είν’ η αγάπη κι ο ήχος του ραγισμένου ανέμου

*Mετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Γρηγόρης Σακαλής, Μηδέν

Γάζα.
Ένας λαός
έζησε τον όλεθρο
την εξόντωση
την καταστροφή.
Έθαψε
χιλιάδες μέλη του
άντρες, γυναίκες, παιδιά
χιλιάδες έμειναν ανάπηροι.
Ένας μικρός λαός
πέρασε τα πάνδεινα
αφού όλοι οι δυνατοί
υποστήριξαν τους σφαγείς του
τι κρίμα
και η δική μας χώρα το ίδιο.
Τα σχέδια των δυνατών
εν μέρει υλοποιήθηκαν.
Είναι η ώρα της ανακωχής.
Αυτός ο λαβωμένος λαός
πρέπει ν΄ αρχίσει από το μηδέν.
Τους ετοιμάζουν τώρα για εθνοκάθαρση.
Θα γίνουμε συνένοχοι;

Έφη Καρασμάνη, Σατυρικό

Θα είναι πάλι ο εκλεχτός, με πιάνει παραζάλη
τώρα που θα ‘ναι η χρέωση θαρρώ με το κεφάλι;

Γιατί κατέχω ορέγεται την πρυτανεία ξανά,
ήρθε η ώρα οι φοιτητές να πάρουν τα βουνά;

Σαν μασκαράς του σύριζα, μάγκα κάνει τον Ζώρα
και τότεσας ξεκίνησε γι’ αυτόν η κατηφόρα.

Έδωκε και συνέντευξη και δήλωσε σταράτα,
“ευθύνη έχει ο πρύτανης στην εδικιά του τράτα”.

Του πρύτανη τη βούληση γυρέψανε κι οι μπάτσοι
κι αυτός για δόλιο φοιτητή δεν έχυσε ένα δάκρυ.

Λέξη δεν ηύρε για να πει και ούτε μια συγνώμη
που σε δικό του έδαφος δάρθηκαν τόσοι ανθρώποι.

Άνθρωπο δε λογάριασε, μα μήτε όμως κάτη
και με σαράντα αργύρια και εργολάβο βάνει.

Και σαν εκείνον το φονιά του Πόε μέσα χτίζει
δυο γάτες και πολλά χαλά το χώρο που ορίζει.

Κι έγινε τότε χαλασμός, τις γάτες ποιος τις σώνει;
κι έτσι ξεσηκωθήκανε μαζί μας κι οι γειτόνοι.

Κι εκείνος που δεν διάβασε τον Μαρξ ή τον Μπακούνιν
βγήκε στο δρόμο κι έγινε και το Ηράκλειο, Μπρούκλιν.

Γιατί ακόμα κι αν κανείς για αναρχικούς δεν κλαίει,
στο τέλος αγανάκτησε, η γάτα ίντα φταίει;

Δεν άργησε όμως να φανεί πώς φασισμό μυρίζει 
γιατί θαρρώ λίγο μετά νοσοκομείο σφραγίζει.

Πώς διάολο τούτη η σφαγή στον κόσμο θα περάσει,
είναι παλιό κι ας το ‘πανε, τώρα, “νόμο και τάξη”.

Όντε οι μπάτσοι κι οι γιατροί γίνονται συνεργάτες,
ναζί αποφασίσανε να κάνουν κι εδώ κάστες.

Κοντάκης υποψήφιος για αξίωμα και πάλι,
τον πρύτανη θα κάψουμε σ’ αυτό το καρναβάλι.

*Ένα σατυρικό ποίημα για τα γεγονότα της εκκένωσης της κατάληψης Ευαγγελισμού στο Ηράκλειο Κρήτης και τα παρελκόμενά της αλλά και για τα κατορθώματα του πρύτανη, σε κρητική διάλεκτο. Κάτης είναι ο γάτος και αναφέρομαι στις γάτες που μπαζώθηκαν στο κτίριο και οι οποίες απελευθερώθηκαν πάλι με την επανακατάληψη…

Μαρία Πανούτσου, Η Οφηλία δεν μένει πια εδώ

Τρίπτυχο

a

Bar man
Δεν ήπιε ούτε το τσάι της.
Πλήρωσε και αφού κοίταξε για τελευταία φορά,
την διακόσμηση του χώρου
κατευθύνθηκε στην έξοδο του Bar.
Ήταν πολύ πρωί ακόμη άδεια η αίθουσα
μόνο εκείνη και ο Bar man.
Έξω ψιλόβρεχε.
Η αίσθηση της ζωής την συνεπήρε.
Ένα ισότονο έβγαινε από μέσα της.
Οι δρόμοι είχαν ονομασίες.
Εκείνη γύρευε ένα συγκεκριμένο δρόμο.

b

H Οφηλία δεν μένει πια εδώ
Υπάρχουν πολλά, είδη έρωτα.
Το επιβεβαιώνουν οι πληγές στο σώμα των ανθρώπων
καθώς μαρτυρούν την μοναδικότητα κάθε συντρόφου.
Εσύ αγαπημένε, είσαι το καντήλι
που φωτίζει τον παραδείσιο τάφο μου,
αφού εσύ τα περιέχεις όλα,
στην φωνή
και στην αιώνια παλινδρομική κίνηση της αγάπης σου,
γεμάτη από μύθους και ιστορίες λαών που πνίγηκαν στον χρόνο..
Εσένα, κρατώ σαν λάβαρο της ελευθερίας μου
και δεν σε απαρνιέμαι.
Ανησύχησα καθώς είδα το σπίτι μας, άδειο.
Και όμως αυτός ήταν ο βαθύτερος σκοπός μου.
Να πεις: «Η Οφηλία δεν μένει πια εδώ».

C

Μαζί
Δεν θέριεψε ο ήλιος / Πρώτη μέρα
Δεν σύρθηκε το βλέμμα μια αυγή
Στο πρέπον και μη / να δώσει θέλει πέρας
Σε τόπο / χρόνο / οι άνθρωποι μαζί/
Σε στέκια μιας κοπής / Δεύτερη μέρα
Ατάραχη ζωή χωρίς ήχου πνοή /
Και πριν και τώρα / πάντα εδώ /
Κάτι πικρό / Rock πέρασμα / κι άτεγκτο σκληρό/
Γερνούμε εμείς οι νέοι/ μ’ ένα φάκελο κρυφό/
Δεν είναι μέσα κι έξω νικηφόρος ο ψαλμός/
Τρίτη μέρα / Τοπίο θολό / κι αγαπημένο /
Μια γυναίκα μόνη / Θρέφει μωρό και θάνατο μαζί/
Πνίγεται ο άνδρας /σε μικρή λίμνη από κλάμα/
Τέταρτη μέρα/σκυλιά παρέα με βατράχια /
Ξεβράζονται σε πεζοδρόμια / περιπατητές μαζί τους εκλιπαρούν/
Ένα ποτάμι από φως / Πέμπτη μέρα/
Μήνυμα πάνω κι από τον χτύπο της καρδιάς /
Αστραφτερή στιγμή / με μια μπουκιά/ στο στόμα /
Πιότερο και από την ίδια την ζωή / Εσύ/
Μέρα… δεν θυμάμαι πια τον αριθμό /
Ξεχασμένη από καιρό / ξαναγυρνώ πάλι σε σένα
‘Όπως ο διψασμένος στην δροσερή πηγή/
Βελούδινη κάθε επαφή / στο στόμα και στα χέρια /
Αφή και πάλι αφή / μοναδική / που ξεγελά θάνατο και ζωή

Χρήστος Κολτσίδας, Άτιτλο

στην Όλγα, το πουλάκι

Τις νύχτες μπαίνεις στα όνειρά μου
λες κι ήρθες σε δικό σου κήπο

Λ. Νικολακοπούλου, Θεός αν είναι

Μπαίνεις στ’ όνειρο, όπως πουλάκι βρίσκει το κλαδί του. Δυο μέρες δεμένη στη μουριά. Πράσινα τα μάτια σου, τα περπατάνε ζώα. Ακούγονται τριξίματα, δέντρα να πέφτουνε με κρότο. Πού είν’ ο άγγελός σου που χαρίζει λουλουδάκια; Πού είναι το καλό παιδί που πάει στο σχολείο; Το κατσικάκι, ο αποκεφαλισμένος κόκορας, η κούνια πάν’ απ’ τους γκρεμούς; Δυο μέρες δεμένη στη μουριά, δυο βράδια η κοιμωμένη στο μαντρί. Να είναι ζεστά, κι έξω να βρέχει. Κι ο Σεραφείμ να ξέρει να μιλάει στο σκοτάδι.

Τι μάτια είναι αυτά;
Δεν είναι δάση, είναι πηγάδια.

Δυο απορίες που γυρνάνε ελεύθερες στον κήπο
και τον κρατάνε ανθισμένο.

Και βγαίνεις απ’ τ’ όνειρο.  

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχονται από εδώ: https://mag.frear.gr

Μάτση Χατζηλαζάρου, Χαμόγελα

Λόγια για τη σύγχρονη μουσική επονομαζόμενη “Swing”

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

Μια ανεμώνη τινάχτηκε
μέσα στην αγκαλιά μου
πίσω απ᾽τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα
Η θάλασσα αναμοχλεύει τ᾽άσπρα της χαλίκια
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν
από μιας κοπέλας το λαιμό.
Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά
χορεύουμε, χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Όταν μεθάει το κρασί
το πίνω μες τα χείλια σου
ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.
Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

*Από τον τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2021.