Εκείνοι οι σπόροι δεν είναι πια δικοί μας,
οι αυθεντικοί κόκκοι σιταριού,
ούτε και το κίτρο.
Εκείνη η δεκαοχτούρα δεν είναι αυτή που γνωρίζω,
Αλί!
Αυτό δεν είναι το φημισμένο μυρωδάτο ρόδο μας!
Το παλιό Ιρακινό αγγούρι έχει χάσει την διακριτική του γεύση.
Ακόμα και το κορυφαίο γευστικότατο καρπούζι μας,
Δεν είναι πια τα ίδια!
Εσείς φίλοι∙ αδελφές και αδελφοί
δεν είχαμε ποτέ επίγνωση
Καρχαρίες ξεστράτισαν από το δρόμο τους
κολυμπώντας στο αραβικό μας ποτάμι
Ούτε έχουμε δει ασχημότερες θανατηφόρες αράχνες,
να παραμονεύουν μαζί μας στις φυλακές της Φαλούτζα!
Πώς και γιατί κροκόδειλοι περιφέρονται εκεί κάτω,
τέτοια επιταγή έχουμε να ξοφλήσουμε!
Η εισβολή των ΗΠΑ θα μπορούσε να επιφέρει την αλλαγή αλλά όχι ουσιαστική,
όχι την αληθινή
Μια αλλαγή προς το χειρότερο, όχι προς το καλό ή το καλύτερο.
Οι κληρικοί μας δεν είναι πια εκείνοι με τους οποίους αισθανόμαστε ασφαλείς,
Είναι διεφθαρμένοι & λανθάνοντες αδελφοί. Εμείς, άντρες και γυναίκες…
Η μουσική ανάβει σκοτεινά δέντρα
σε ξένες χώρες σπαρμένα μεγαλωμένα
κι αφημένα στον ίσκιο τους.
Μ’ ένα καυτό σπαθί μέσα από φωτιά που καίει αγνοημένη στα απομεινάρια
κάποιου πολέμου κόβω τα σκοινιά του χαμηλοτάβανου ουρανού. Απομακρύνεται
σαν αερόστατο. Τα λόγια τρέχουν ξωπίσω του.
Στις πόλεις που έζησα δόθηκα
χωρίς ψιμύθια. Φιλούσα
κι έτρωγα το χιόνι τους
ακόμα κι όταν μαύριζε
από τις σειρές των ανθρώπων
που γύρευαν
το ένα φουντούκι ζωής.
Μ’ ακολουθούσαν το ζεστό σχήμα
ενός δέντρου
και τα ματογυάλια της γιαγιάς.
Εξέπεμπαν κοφτερό φως
όταν το σύμπαν ερήμωνε.
s
Στην ίδια θέση βρίσκομαι
συλλέγω αντικατοπτρισμούς
από το λειμώνα των νεκρών
κι από τη ζώσα γη.
Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό.
Σειρά από άδειες λάμπες
με παρατηρούσαν όλη νύχτα.
Ξένο σκοτάδι άλαλο καρφί
ο ορίζοντας σαρώνει
τ’ όνομά μου.
Το παράθυρο σιγοτραγουδά:
όμορφος φράχτης με τα σάπια φύλλα του
όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά.
Με τρόπαια
ώμο άδειο μισοπνιγμένο
ένα σκυλί σκαρφαλωμένο στην καρδιά
να γαβγίζει στον αχό του φόβου
κι ένα πουλί κατάσαρκα να κρώζει
βγήκε έξω απ’ το κάστρο των ανθρώπων.
Με δρασκελιές, ονόματα σβήνει όπως τις γόπες.
(Καθώς διαλύεται ο καπνός γαντζώνονται
πάνω του θηράματα επιθυμιών
ξεδιάντροπα σηκώνουν το λιγοστό τους ρούχο.)
*
“Δεν τα ‘νιωσα όλ’ αυτά
μόνο τα έζησα
όχι εγώ
ο δύστροπος μου ύπνος”.
Θρόισμα βαδίσματος
στη σπειροειδή μνήμη της ακοής
νανούρισμα χαμηλωμένο απ’ τη λύπη
τoυ κρατούνε συντροφιά
και ‘κει προς το πρωί κοιμάται.
*
Κόκκινη βροχή στο στήθος τον ξυπνά
γραναζιών στριγγές φωνές χωρίς φθόγγους
ούτε απόχρωση καμιά της σκέψης.
*
Τρεις ίσκιοι χαρακώνουν την ερημιά.
Οι δυο με τη σκιά τους
κι ο τρίτος
μικρός πετούμενος
με το παραμιλητό του.
“Λίλια για πάντα”
Τρέχω αχ φίλε μου
με το πρόσωπο ακάλυπτο
μες στους ανθρώπους
μεγεθυσμένα στην άσφαλτο
των σκιών τους τα χέρια
ασθμαίνουν φριχτά.
Κλωτσάω ώρες μέρες χρόνια
στον άσπρο ορίζοντα ορμάω
μόνο εσένα θ’ αφήσω
τις ουλές μου ν’ αγγίξεις
ακολούθα με φίλε μου.
Κράτησα
στην άγρια στην άγρια
επίθεση κράτησα
σφιχτά το φως σου
άγριες ώρες σκυλιά
κάτω από τ’ ανήλιαγα κορμιά
σε Σένα Βολόντια
προσευχήθηκα.
Μόνο μαζί σου
η γκρίζα της πόλης
ηχώ στις παγωμένες ταράτσες
γίνεται κάλεσμα γλυκό
κι ανάσες αγκάλης
Επτά παράξενα δευτερόλεπτα
— ο κούκος απέναντι
μου βγάζει τη γλώσσα του —
μέχρι να θυμηθείς τη φωνή
στην άλλη άκρη
της γραμμής.
Επτά παράξενα δευτερόλεπτα
και μια αστραπιαία θύμηση
Ξημέρωμα στην άδεια πολιτεία
Η άσκοπη η βόλτα στο λιμάνι
Ένα ταξίδι μας χωρίς αποσκευές.
Επτά παράξενα δευτερόλεπτα
μέχρι ν’ απαντήσεις
σ’ αυτήν την αψυχολόγητη πρόταση
μ’ ένα σου
γέλιο.
Χρόνια μετά
επτά παράξενα δευτερόλεπτα
για να συνειδητοποιήσω τρέμοντας
ότι
επτά παράξενα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για το
μεθυσμένο
βίαιο
απελπισμένο
πέρασμά σου
στη χώρα της σκιάς.
***
ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
Για ποίηση είναι τούτο το χαρτί
όχι για υπολογισμούς
και καιροσκοπικές προσθαφαιρέσεις
δεν είναι τεφτέρι ευκαιρίας
λογιστική απόδειξη
χρεωστικό υπόλοιπο
ή όπως αλλιώς λέγεται
στην αργκό
των επιτυχημένων
— είναι μόνο πρώτη ύλη για απογείωση
***
ΑΝΑΡΘΡΗ ΣΙΓΗ
Με νύχια και με δόντια αγωνίζομαι
να αποκρούω την ασθένεια με χάρη
οι λυσσαλέοι άνεμοι να μη με ξεριζώνουν
στους πέτρινους τους τοίχους να μην
αντιμιλώ.
Αποκηρύσσω τις ετήσιες ταυρομαχίες!
Στα μανιασμένα στίφη αντίθετα
σκιά αλλόκοτη για μια στιγμή περνά
σκιά τρελού κιόλας
χάθηκε…
Γι’ αυτό
με νύχια και με δόντια αγωνίζομαι
σ’ έναν αγώνα άνισο
αναλογιζόμενος
με την επιμονή του γαλιλαίου
ότι το σύμπαν όλο ποντάρει
στην αργοπορημένη ευφυΐα
τoυ ταύρου.
***
ΕΡΗΜΗ ΠΛΑΤΕΙΑ
Όχι,
δεν βρέχει ακόμα!
έχει σκοτεινιάσει όμως
για τα καλά —
σύννεφα σκοτεινά σαν λάκκοι
ανοίγονται μπροστά στα μάτια μου
Κάθε πρωί
ένα καινούριο χελιδόνι
ειδοποιεί για την
επερχόμενη καταιγίδα
Όχι,
καμία ανάγκη
να λάβουμε τα μέτρα μας
προς το παρόν.
Σκοτεινιάζει, μόνο, ραγδαία
και μια ησυχία νεκρική
κλείνει των σπιτιών
τις τελευταίες πόρτες
***
ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ
Τη μέρα που
κηρύχτηκε επίσημα
εκτός νόμου
η νηφαλιότητα
και το γέλιο
— ο δημοσιογράφος τραύλιζε
την ώρα της ανακοίνωσης —
ξύπνησα — όπως άλλοτε
ντύθηκα — όπως άλλοτε
βγήκα έξω — επίσης
στο αδιανόητο πλήθος βάδισα
στις πλατείες και τα πολύβουα καφενεία
αναζητώντας μάταια
το αυτονόητο.
Κι όσο ο ήλιος επέμενε
να χαμογελά
συνέχισα το δρόμο μου
ανοίγοντας διάλογο
με τα περαστικά σκυλιά.
Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο
σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό.
Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές
τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω.
Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν
τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.
Ύστερα ένας Άγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό.
Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.
Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός
κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω.
Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.
Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε.
Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα.
Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ
τι απογίναν οι μαστόροι. (Τα αντικλείδια)
13
Να θέλω κι άλλο
κι άλλο ακόμη. Κι εσύ
να μη μου δίνεις. (Τριαντατρία Χαϊκού)
24
Ουρά παγονιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος. (Τριαντατρία Χαϊκού)
33
Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα. (Τριαντατρία Χαϊκού)
Η ΣΙΩΠΗ
Στην Αυγή – Άννα Μάγγελ
Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
που έρχεται τη νύχτα.
Ανεβαίνει τη σκάλα
χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα
μπαίνει στην κάμαρα
και κάθεται στο κρεβάτι μου.
Μου φοράει το δαχτυλίδι της
και με φιλεί στο στόμα.
Τη γδύνω.
Μου δίνει τότε τις βελόνες
και τα τρία χρώματα
το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
Κι αρχίζω να κεντάω πάνω στο δέρμα της
όλα όσα δε σου είπα
και ποτέ πια δε θα σου πω. (Λίγος άμμος)
ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ
Στην Ανθή
Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
πορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει. (Λίγος άμμος)
Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ
Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου
Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.
Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.
Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.
Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.
Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.
Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.
Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.
Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.
Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.
Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.
Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.
Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.
Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.
Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου. (Που είναι τα πουλιά;)
Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη .
(Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας.)
Ένας ναύτης: Το μυαλό πως μαλακώνει στα Ουράλια;
Ένας άλλος ναύτης: Τι θέλεις να πεις; Δεν κατάλαβα.
μουχλιάζει το τηλέφωνο, ευδαιμονία
…………..
Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είναι ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω .
– Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα .
– Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα .
………….
– Φθέγγομαι τρόμο . Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι
τα ιδανικά; Είναι όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν
από το τηγάνισμα.
………..
Δούλα του φωτός πεταλούδα, φτερά και χνούδι
σε εξωφρένεια!
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κι η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του
κενού με άφρη κοσμικής ύλης.
Ασθενοφόρο γρήγορα για τον βασιλέα Ληρ !
Ευωδιάζουμε από τρέλα.
Δεν πιάνουν τα φρένα,
χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα .
…………….
Η Άννα (που πλησιάζει): Τι νέα έχουμε απ’ την πραγματικότητα;
……
Νικολάι: Φοβάμαι, σύντροφε. Και η επίθεση επίκειται .
Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα.
– Πανάκριβα ραφτικά.
………….
– Ουτοπία.
– Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος.
– Βροχές μανάδες… Άραχλε!
Να και ο τρισάθλιος ήλιος. Μια χλεμπόνα
στ’ ουρανού το κατεστημένο.
…………..
– Με σφίγγει μια αλήθεια, της παραδίνομαι. Με σφίγγει μια
άλλη, κι αυτηνής της παραδίνομαι. Διατρέχοντας του μυαλού
την ωμότητα. Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως
οσφραίνομαι ρούμι.
– Παραδέρνεις. Αλλά εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα
οπτικής, εκκένωση τραγωδίας. Ουδέποτε υπέφερα τις
αντιφάσεις. Αμφί και ρέπω, όχι!
– Χρεμετίζεις φαντασία.
[Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου , δεν είχα βιολογικό
προηγούμενο . Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής .
Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα . ]
Υπερφίαλο φως ισχνότητα του έρωτα!
Τι ναν τα λέμε. Αυτοψυχίατρος είναι ο ποιητής
με καθαρό οινόπνευμα.
Κυρίως θα λεγα θεοσταγής και προ-ιούσα σφήκα.
Θα γαλαζώσει πάλι.
– Μα είναι κι ο άλλος έρωτας, ο γενετήσιος.
– Τι να σου κάνει αυτός. Αν θέλεις, βάζει λίγα παγάκια στη
μελαγχολία μου.
…………………
Είθε να μην υπήρχα
μαβής ο χτύπος της καρδιάς, αλητεία.
Κι αν είπα τις προάλλες τη ζωή αντίρρηση του σκούληκα
δεν έπαψε να φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
η απελπισία.
Θες το ζώο θες ο άγιος τίμημα η απουσία.
Κορφόνυχα μες στη φωτιά σε ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου και χρόνια
έκανα γω το μπόι μου βλαστοβολώντας ύψος
χωρίς να συμβουλεύομαι
κακούς ονειροκρίτες και θολά μαντεία.
Δεν αναμέτρησα κινδύνους, αποτεφρώθηκα.
Πίστεψα στα χρυσάνθεμα ορκίστηκα στη χλόη
κι όπως ρεκάζει επιστήθιος άνεμος από βροχερά
συμπεράσματα
στα ερυθρά χαλάσματα του ήλιου ξαναφαίνομαι
κι ανιστορώ τα ρόδινα νεφρά μου.
………………………….
Είτε στον ύπνο (παξ) είτε στην εγρήγορση (κοάξ) ονομάζομαι
γοργά μελλοθάνατος.
…………..
Θρομβώδη φυλλώματα, συνεσθίομαι
μαζί με τ’ άνθη
διασχίζω τους γάμους των θάμνων
αναφλέγοντας το γραφτό μου σε άναρθρους
όρθρους
κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος
όρθιος.
…………
Λέω συχνά τα νεφρά μου θα υπερισχύσουν.
Εντούτοις μαθητεύω πια συνέχεια σε τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πως όχι
δε θα ξυπνήσω
κάθε πρωί ξεριζώνω φλέγματα υποφέροντας
μιαν άγρια ναυτία που δεν εξελίσσεται ολότελα
κι ανατριχιάζω
κάτι νύχτες με εθελούσιο μαύρο κάτι νύχτες
από τεράστια αιμοχαρή φεγγάρια
για να διαλευκάνω επιτέλους τα άσπρα μου
μαλλιά ως τη συντέλεια.
Δε θυμάμαι θυμάρι που να μην ανάδωσε πάντοτε
την ευωδιά του
με ήλιους ορεινούς αναφωνήματα στη μνημοσύνη.
Δεν ξέρω τι κάνει το συκώτι μου δεν ξέρω
τι κάνει η καρδιά μου
μαστίζομαι από ένοχη θέαση κι ανωφερή
αχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα και εκφέρω φωνήεντα φρίκης.
– Θρησκευτική υπόθεση. Κι ο χρόνος τώρα δεν είναι
μαγνητοταινία της αιωνιότητας. Ανακρούεται επιστήμη,
κουκιά μετρημένα. Μα είναι αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς
τη θάλασσα.
Η Ιστορία τελικά συναναστρέφεται αγάλματα .
……………
– Τι εστί λάμψη;
– Ποιος αποφάσισε τα πτώματά μας;
——————–
– Ξέχειλα τα οράματά μας. Εμπλουτισμένοι αθανασία.
– Νυμφίοι της ελπίδας αρουραίοι.
[Λάμπουμε όλοι στην Κρονστάνδη. Στην πιο περήφανη γεωγραφία]
………………..
Σε βοερά μνημόσυνα βοράς κι αθώας βαρβαρότητας
με πετεινών αθλήματα στους χαμηλόκορμους ουρανούς
ωσότου πιάσουν ένα γύρο οι βροχάδες τα πρωτόνερα
ώσπου να ανοίξει της χυνοπωριάς το κατουροβάρελο.
Θα ‘τανε πέρσι.
Ρεμβώδη νοήματα, τυραγνία του βήχα, σκελετός από μέσα…
………..
[Βραδυάζει στο κείμενο. Η κατακρήμνιση του απογεύματος: ωριμότητα.]
– Αν έλιωνε ο πάγος, αν τους προλάβαινε η Άνοιξη…
……..δεν έχει όρια η ευφράδεια της Σταύρωσης
ούτε το πορτοκαλί που με τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μα εγώ τη γλώσσα την αποκλήρωσα
δε μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω την αγριότητα
οι καιόμενες πορφυρές δεκαετίες
από υδρόγεια νόηση
και αναπηδά στη χύτρα του πεπρωμένου
ο χόχλακας.
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ’ ασπράδι.
…………………
Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ανατείνομαι όνειρος
αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις
εκείνη την αρτηρία του αόρατου
την πλεξούδα του καπνού σε ανώδυνο ύψος.
Εδώ επιμένουμε όλοι.
‘V383’ is a short film shot between February and June 2016 in Maastricht, the Netherlands.
Recitation (translated from Greek):
“I still remember the airplanes in the night sky, crashing into smooth shores due to mist. The moon has fallen. Every bloodstained summer we pray for burnt faces; and so it happens”.
Cyril Zannettacci, “Avenue de Flandres”, Paris 2016
Σοφία Αγάπη Πίστη Ελπίδα
ό,τι μας λείπει γιορτάζει σήμερα
μου το υπενθυμίζουν τα ημερολόγια
δεξιά πάνω από τη σημείωση με τους ανεξόφλητους λογαριασμούς
αυτές που προσπερνάμε γρήγορα ― με τύψεις
Tα πρόσωπα θυμόμαστε ― σ’ αυτά να στείλουμε ευχές
στις λέξεις μη στεκόμαστε
άγνωστες παραμένουν, αν όχι ενοχλητικές
κάτι για να γελάσουμε ζητάμε ―μια πλάκα να σπάσουμε―
μην και θρυμματιστούμε
να περάσει η αδίστακτη μέρα
Tα άλλα ζητάνε αντοχές
κι επιμονές και μνήμες και σιωπές
Σοφία Αγάπη Πίστη Ελπίδα
―σοκολατένια να τους πάρω
και μετά την απουσία να θρηνώ στα διαδίκτυα―
*Ο Τέλλος Φίλης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσε στο Νέο Ψυχικό και, ύστερα από πολυετείς περιπλανήσεις εντός και εκτός, επανεγκαταστάθηκε πριν από λίγα χρόνια, οριστικά, στη Θεσσαλονίκη. Δημιούργησε την ομάδα «Η Ποίηση Γυμνή» και συντονίζει τη δράση της. Έχει εκδώσει τα βιβλία “Η αποσιωποιητική ηλικία” (2014) και “Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ και άλλα κείμενα” (2015).
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος μπορεί να μιλάει για τη ζωή,
τους ανθρώπους να πείθει και να τους ενώνει στο σκοπό του.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος είναι ένας κίνδυνος:
μπορεί να καταλύει τείχη, μάνταλα,
και τα φέρετρα ν’ ανοίγει.
Μέσα στη σάρκα του την πιο βαθιά αξιοκαταφρόνητος να είναι μπορεί
γιατί όλη του η τύχη βρίσκεται στο άλλο κορμί˙
μπορεί να μη γνωρίζει τίποτα, αλλά θα μιλάει για πράγματα εμφανή,
γιατί αυτού του κόσμου το μεδούλι θα αγγίζει:
τις πιο γόνιμες ζώνες του και τα πληγωμένα του μέλη,
και παθιασμένος με τα χείλη του φιλάει
όλες τις επιπτώσεις του λατρεμένου δέρματος,
που είναι το ασφαλές του λιμάνι.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος ποτέ δεν είναι ανόητος
και όταν σφάλλει, κατευθείαν θα το διαπιστώσει:
οι φράσεις του δεν εξαρτώνται απ’ την υπερηφάνεια, αλλά απ’ την υπακοή
στο ρυθμό που το στήθος από το οποίο τρώει του σφραγίζει,
κι όταν έχει καταβροχθίσει πιο πέρα απ’ το δίκαιο,
η δαγκωματιά του θα τον κάνει να επανορθώσει
και να επιστρέψει τους καρπούς στο δέντρο της ζωής.
Ένας άνθρωπος έτσι να μας κάνει κακό δεν μπορεί:
με τις γραμμές του στόματος που αγαπά θα έχει εμμονή
και νιώθει πως ο κορμός του βρίσκεται σε άλλη μέση
και πως βαδίζει με ξένα πόδια ξέρει
και ψηλαφίζει τη συνειδητοποίηση πως είναι ανολοκλήρωτος,
πως είναι ένας άθλιος όταν σκέφτεται τον ίδιο του τον εαυτό.
Αλλά αυτό να μας προσβάλλει ποτέ δεν θα μπορέσει:
γιατί σε οποιοδήποτε άτομο καταφύγιο θα ζητήσει
σαν να ήταν όλοι το μπράτσο που του λείπει.
Εμείς είμαστε ελεύθεροι να του ανοίξουμε τις πόρτες μας:
αν τίποτα δεν του ανοίξουμε, ευτυχισμένος θα πορευτεί
στη φωτιά της σάρκας που χαϊδεύει χωρίς παύση για να τυλιχτεί
γιατί δική του είναι.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος είναι η σιγουριά
πως φυλάει κάποιο μυστικό η ζωή
που θα πρέπει να συλλάβουμε γρήγορα ή αργά.
(Μαδρίτη σαν παραλήρημα, 1996)
ΚΟΥΒΑΝΕΖΙΚΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ
Αν σκέφτεσαι πως σου ανοίγει αυτή η μουσική
άλλων καιρών παράλληλων τις πόρτες,
και πως ένα μπολερό, από μόνο του, μπορεί
να ακυρώσει τη μνήμη σου την τόσο φειδωλή,
μην το αμφισβητείς, έχε πίστη σ’ αυτή τη σπασμένη φωνή
για μια αγάπη πιο σκληρή και πιο όμορφη
από όλες τις αγάπες σου˙
άκου αυτό το τραγούδι που μόνο του μπορεί
να σε ελευθερώσει από το παρελθόν και από το μέλλον
το τόσο πια προβλέψιμο, που αηδία σου προκαλεί.
Ξέχνα, ονειρέψου, άκου, μόνο άκου:
άκου για πάντα αυτή τη σπασμένη φωνή
από ένα παραλήρημα ωραίο κι αξιοζήλευτο
που την αγάπη και την τιμωρία στέφει ένδοξο
για τόσο που έχει αγαπηθεί. Μόνο άκου
οι πιο απαγορευμένες πόρτες πώς ανοίγουνε
για μια φτωχή καρδιά όπως η δική σου
που επιτέλους, ν’ αναπνεύσει λαχταρά, άλλους αέρηδες˙
πώς διαγράφονται όλα αυτά που έζησε, όλα αυτά για να ζήσει:
και είναι όλα μια ωδή, που βιώνεται την ίδια στιγμή που γιορτάζεται.
Άκου, μόνο άκου
καθόσον το τραγούδισμα διαρκεί.
(Νέα Εποχή, 2007)
ΔΟΚΙΜΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ
Για της φωνής τον τονισμό, για το ποίημα,
είναι ανάγκη ο άνθρωπος σε ειρήνη με τον εαυτό του να βρεθεί:
προς το μέλλον να κοιτάζει και να μη βλέπει τίποτα
περισσότερο από έναν πλατύ δρόμο, με ομίχλη αν είναι δυνατόν.
Πόσες φωνές τον επικαλούνται να ακούει
και να καταλαβαίνει πως δεν είναι εύκολο να απαντήσει άμεσα.
Το παρελθόν του να ξεχνάει εντελώς,
γιατί δεν εξυπηρετεί η εμπειρία σε τίποτα.
Να ξέρει πως η ήδη ακουσμένη μουσική
ποτέ δεν θα ηχήσει όμοια με εκείνη τη νύχτα
όπου όλα είναι πιθανά. Να καταλαβαίνει
πως ο χρόνος δεν είναι γνωστός, πως δεν υπάρχει προθεσμία
για να ολοκληρώσει το έργο του, και πως δεν υπάρχει έργο
που διαρκεί για πάντα από μόνο του.
Για της φωνής τον τονισμό, για το ποίημα,
είναι ανάγκη να μην είναι μόνος ο άνθρωπος,
να βρίσκει πάντα κάποιον ικανό να τον διορθώνει,
ν’ αρχίσει νέα ζωή να του ζητά,
να του απαιτεί
τη ζωή ολοκληρωτικά.
(Αυτή η αγάπη και αυτή η φωτιά, 2011)
SONY DSC
*Ο Carlos Javier Morales (Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1967), είναι διδάκτωρ Ισπανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης και καθηγητής ισπανικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Τενερίφη. Έχει εκδώσει 6 ποιητικές συλλογές και έχει ασχοληθεί με την κριτική σύγχρονης ισπανόφωνης ποίησης. Διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://www.carlosjaviermorales.com
**Από την Ανθολογία ΣύγχρονηςΙσπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.
Θέλω να παίξουμε.
Τον στρατό μου θα τον συγκεντρώσω προσεκτικά,
θα τον τοποθετήσω τακτικά
–όπως μ’ ορμήνευσαν σύμβουλοι συμβουλατόροι. Μ
ε τα πιόνια μου αρμονικά,
με μαεστρία στημένα,
θα παγιδεύσω τον τρελό σου
και στου σκακιού το τάρταρο θα τον αφήσω.
Τα άλογά μου και τους πύργους θα κρατήσω,
που ξέρουν να καταπατούν τα χρώματα
–και τα χώματα
ξανά και ξανά.
Και την βασίλισσά μου,
παντρεμένη με συνοικέσιο, ομοίως.
Γιατί αυτή ξέρει
πότε να ακολουθεί και πότε όχι
τα χρώματα,
ανάλογα με το συμφέρον.
Τον τρελό μου όμως θα τον θυσιάσω
–παράπλευρη απώλεια.
Έτσι ρομαντικός που είναι,
απρόβλεπτος και πιστός σ’ αξίες
δεν μου χρειάζεται διόλου!
Κι αυτή η παρτίδα, βέβαιον έχει
το Τέλος.
***
Απάντηση
Μα τα άσπρα και τα μαύρα
κόκκινα θα φανούν στη μάχη.
Και οι στρατιώτες κάποτε
τον τρελό θα τον λατρέψουν.
Και τότε θα μιλούμε με άλλες
αναλογίες και στατιστικές.
***
Τα παραμύθια μας
Ένας έμπορος, επαγγελματίας οδηγός καραβανιών,
στην Μεσοποταμία την αρχαία, διηγείται.
Εμάς τα παραμύθια μας,
γύρω απ’ την φωτιά είναι δοσμένα
για χαμένους παραδείσους,
έρωτες,
φίλους και ξεχασμένους τόπους.
Με αίμα και ιδρώτα
είναι ποτισμένοι οι στίχοι μας.
Από ταξίδια μακρυνά,
απέραντες διαδρομές,
ανείπωτες μάχες,
ανέκφραστα χείλη
αυτών που μείνανε πίσω.
Όχι.
Για φλύαρους πολιτικούς,
κοντυλοφόρους και γραμματικούς,
δεν ομιλούν τα παραμύθια μας.
Ούτε για πρωταπριλιάτικα αστεία,
που εν τέλει δεν αρέσουν σε κανέναν.
Γι’ αυτό και κείτονται στο σκοτάδι,
πιο ξεχασμένα κι απ’ την αδηφάγο έρημο,
πιο λησμονημένα κι απ’ τους νεκρούς μας,
τα παραμύθια μας.
*Από τη συλλογή “Ιστορίες κρίσης (και άλλων παραγόντων”), εκδόσεις Μύρτιλο 2016.