Νάνος Βαλαωρίτης, Το Ονειροδρόμιο

“Τι κρύβεις στην κωλότσεπη;” 1969 Αθήνα. Έργο του Κωστή Τριανταφύλλου

Στο αιχμηρό διψασμένο θέρος
που θερίζει
του Κωστή
κι όπου παραθερίζει χαράζοντας άξονες
στον καθαρό αέρα ενός πρωινού
όταν φαινόταν ακόμα η Ανδρομέδα
με γυμνό μάτι.
Τώρα που μόνο με τηλεσκόπιο φαίνεται
ας του ευχηθούμε καλή γειτονιά και εύγε
τρισάξιε Κωστή!
Η Ανδρομέδα σίγουρα μας πλησιάζει
με ταχύτητα 8 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο,
να μας καταβροχθίσει.
Σε λίγο θα γεμίσει ολόκληρος ο ουρανός με τ’ άστρα της καπάκι…
Από δεξιά του Πολικού Αστέρος και της διψασμένης Άρκτου.
Όλα αυτά στο Ονειροδρόμιο του Κωστή,
στον εκθαμβωτικό ουρανό της Ακροστιχίδας Ανδρομέδα
και του δικού μας Γαλαξία – όταν
ένας αλχημικός γάμος
θα λάβει χώρα με ανθρωπόγριφους
έτοιμους να φάνε ο ένας τον άλλον με
κανιβαλική – καρναβαλική όρεξη και
“γλωσσική” διάθεση κυριολεκτικά.

*Το ποίημα είναι αφιερωμένο στο έργο “Ονειροδρόμιο” του Κωστή Τριανταφύλλου.

Αργυρώ Αξιώτη, Τρία ποιήματα

Ακρυλικά

Πατούσαμε τότε
πάνω σ’ αφράτη σαντιγί
που άφησε στον ουρανό
ένα μόλις διερχόμενο αεροπλάνο.
Γελούσες.
Έδειχνες τις ριγέ τέντες
τα μπαλόνια το συντριβάνι.
Μύριζε ροδόνερο γιασεμί μαστίχα.
Σε ποτήρια θολά κοιτούσαμε
το βυθισμένο υποβρύχιο..

Πέρασαν χρόνια
σκοτεινά
πολύχρωμα
τα πινέλα δε μας λείψανε.

Κάθε που βάζω κόκκινο κραγιόν
αναρωτιέμαι
πού πήγε όλο αυτό το άσπρο.

*

Φωνολογία

1
Συνήθιζα ν’ ακούω στ’ όνομά σου
γυρίζοντας αυθόρμητα από την πρώτη συλλαβή.

2
Μπέρδευα συχνά τα διπλά σύμφωνα
δεν άντεχα τα δυο ν’ ακούγονται ένα.

3
Όταν μου απαγόρευσες τα φωνήεντα
έφτιαξα τραγούδια σιωπηλά με σίγμα συριστικό.

4
Έχεις τη βραχνάδα του ανθρώπου
που σκέφτεται πολύ
πριν ανοίξει το στόμα του,
είπες.

5
Αρθρώθηκα δίπλα στη θάλασσα
με μια κάποια καθυστέρηση
από γη και δυο παλλόμενα ρο.

*

Η νύφη

Γυμνόστηθη γελώντας
στάθηκε στο βατήρα
πιο έτοιμη από ποτέ
να βουτήξει επιτέλους
στην πήλινη γαβάθα
με το πηχτό ρυζόγαλο.

*Από τη συλλογή “τρύπα στο πάτωμα”, εκδόσεις των άλλων, 2021.

Νικόλας Κουτσοδόντης, Δύο ποιήματα

ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΑΣ ΚΑΤΣΟΥΦΗΣ

Όχι με τις φιλοδοξίες ενός καναρινιού
δίπλα στο γαλάζιο μικροαστικό ψυγείο
αλλά μικροί πολύ μικροί
στη ζεστή ιστορία του κρεβατιού μας
όπου κοιμάσαι
εξουθενωμένος σαν βυζαντινή εικόνα
απ’ τα θυμιάματα σε μια πλωτή εκκλησία.

Μέσα στην πρωινή σιωπή του δωματίου
είσαι ολόκληρος
κουλουριασμένος στο γκρι, μια φέτα
από ψωμί γιασεμιού
κι όπως η κουβέρτα έμεινε ώρες στάσιμη
υγρός μουσκεμένος σαν από συννεφένια βενζιναντλία
και οι πνοές σου σμάρια μικρών πουλιών
σε τσιμεντένια γούρνα.
Έρχομαι τότε ήσυχα στο αυτί σου
με τα χείλη μου να το πλάσω
τις γροθιές σου να κάνω μια γλαστρούλα
ηρεμίας πλάι στο στόμα
ανακατεμένης με υπνόσκονη
που σε κάνει έτσι αστείο.

*

6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Στις επετείους ένα πλήθος μακρομάλληδων χορεύει μακεντόνσκι * κάτω απ’ τον φωτισμό του δήμου που κρύβει το μισό τους πρόσωπο σε κάτι κίτρινο σαν μέλι και σαν μίσος ο χτύπος συλλέγεται απ’ το αυτί όπως κι οι μέρες που συμβιώσαμε έχουν την αίσθηση γεμίσματος και περικύκλωσης και τέλος πάντων τέτοια μέρα μαζεύουμε δυνάμεις για να πούμε τι καλά που νικήσαμε αριθμούς κι ανθρώπους σπίτια δρόμους κι ίσως τους οδηγούς ταξί που νύχτα προς Καλαμαριά ξεφυσάν κι αγανακτούν με μετανάστες στα πλυντήρια αυτοκινήτων. Όλα νικήθηκαν αλλά μαζί κι η ζέστη απ’ το αγκάλιασμα το μάζεμα του σώματος τη νύχτα στιγμές στιγμές που θύμιζε ρούχο καλά διπλωμένο. Η νίκη απλώθηκε άφθονη αέρας σ’ άδειο υπόγειο κι αιχμηρά κενά κοχύλια που ματώνουνε το πέλμα και όλα εντάξει.

*Η σλαβόφωνη γλώσσα που συνόδευε τη μουσική της Μακεδονίας με χάλκινα, πνευστά και κρουστά. Επειδή το επίσημο Ελληνικό Κράτος, κατά τον Μεσοπόλεμο κι έπειτα, απαγόρευσε τη γλώσσα, τα τραγούδια αυτά ονομάστηκαν «Μουγγά τραγούδια».

**Από τη συλλογή «Ίσως φύγεις στο εξωτερικό», Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Μάτση Χατζηλαζάρου, στίχοι

Είναι η καρδιά μου
το εκστατικότερο καστανό μάτι.
Τα δάκρυα στέρεψαν,
τα φτερά μου πια δεν με ζυγιάζουνε,
σ᾿ όλα μου τα βουνά
δε βρίσκω πια ούτε πηγή,
ούτε δέντρου φυλλωσιά,
ούτε νύχτα δε βρίσκω
απάνω στα βουνά μου,
είναι πάντα μέρα.
Κάνουμε την ποίησή μας στο χαρτί,
γιατί χάσαμε στη ζωή
τον οίστρο κάποιου λυρικού τραγουδιού.
Η αρμονία μας υπάρχει (όταν τη βρούμε)
μες στον κάλυκα
ενός μηδαμινού αγριολούλουδου
την άνοιξη στην παλιά Κόρινθο.
Θα παίζω πάντα εκείνο το παιχνίδι
που δεν ξέρω τους κανόνες του.
Θα μπαρκάρω στο καράβι
που δεν πιάνει σε λιμάνι.

*Από τον τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2021.

Αthena Farrokhzad: UR Åsnans År (αποσπάσματα)

Σκέψου ότι κάτι τόσο επονείδιστο μπορεί να εκχυθεί στην πορσελάνη
λέω της κόρης μου στο παλιατζίδικο
Ρίχνει τη ματιά της πάνω στο μεταχειρισμένο παζλ
βλέπει το ξεφλουδισμένο στις άκρες υποζύγιο
με το σκονισμένο γκρίζο δέρμα και το περιφρονημένο ύφος
που ανακάλυψα ανάμεσα στα κατσαρολικά
Στα περσικά, της εξηγώ, υπάρχουν δύο λέξεις για το γαϊδούρι
που και οι δύο είναι προσβλητικές
και μια τρίτη επίσης, το μάτι του γαϊδουριού,
όμως αυτή σημαίνει κουνέλι
Παίρνω στο σπίτι το γαϊδούρι και το τοποθετώ πάνω στην ηλεκτρική κουζίνα
γεμίζω τα καλαθάκια του με κουρκουμά και κανέλλα
Η κόρη μου μπήγει μια οδοντογλυφίδα στο στόμα του
έτσι που το σανό να κρέμεται κι από τις δυο πλευρές
Κι εγώ σφραγίζω τα αυτιά του φίλου μου
Τώρα είμαστε εσύ κι εγώ, βλοσυρό πλασματάκι

Ο καιρός δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο πια
ούτε ήλιος ούτε αέρας ούτε χιόνι ούτε βροχή
μόνο ένας αμελητέος ουρανός
Μην είσαι ανόητη, αντιτείνει η κόρη μου
ο άνεμος υπάρχει ακόμα κι όταν δεν τον βλέπεις
Τσιγαρίζω το σκόρδο στο κραμβέλαιο
για την μελιτζανοσαλάτα από την Κασπία Θάλασσα
Ο κουρκουμάς κηλιδώνει το μωσαϊκό
Η κόρη μου φέρνει τους μαρκαδόρους της και λέει:
Τα βάφουμε όλα κίτρινα

Στο παρελθόν διακοσμούσαν τα τραπέζια στο παλάτι
με φιγουρίνια που απεικόνιζαν πολιτικά γεγονότα
για να προσφέρουν στους συνδαιτυμόνες των επίσημων δείπνων θέματα συζήτησης
Εμείς φέρνουμε τις πορσελάνινες μινιατούρες των εαυτών μας
με σκοπό να τραβήξουμε την προσοχή από και προς εμάς τους ίδιους
Γινόμαστε το δέλεαρ σε όποια εξουσία
μας θέλει όμηρό της
Σκύβουμε το κεφάλι μεταξύ
δυο απεχθών πυρών

Ω προλετάριε του ζωικού βασιλείου
πόσες φορές κουβάλησες το ίδιο σου το βάρος
την κάθε υπεραξία που δημιούργησες
και τον κάθε εμπαιγμό που έλαβες ως αντάλλαγμα
Όταν το μαστίγιο δεν πλαταγίζει προτάσσεται το καρότο
σαν ένα ανέφικτο έπαθλο
ποτέ σου δεν θα γίνεις ισάξιος του αλόγου
Οποία μοίρα για ένα ζώο
Δως μου τώρα να κρατώ τα καλάθια σου

Σ’ ένα πάρκο στην Γκάζα στέκεται ένα κτηνοτρόφος
Τα παιδιά λατρεύουν να μας επισκέπτονται, λέει
δεν υπάρχει καμία άλλη διέξοδος εδώ
Όλα είναι ακριβά εξαιτίας της πολιορκίας
δανειστήκαμε τα χρήματα από τους συγγενείς και τους φίλους
φέραμε λαθραία ζώα από την Αίγυπτο μέσα από τις υπόγειες σήραγγες
Κατά την διάρκεια του πολέμου, διηγείται, σκοτώθηκε πολύ κόσμος
Από πάνω μας πετούσαν τα αεροπλάνα, δεν μπορούσαμε να ταΐσουμε τα ζώα
Όταν επιτέλους επιστρέψαμε τα βρήκαμε νεκρά, παγώνια, μαϊμούδες και τίγρεις
τα περισσότερα νεκρά από την πείνα, κάποια τα είχαν πυροβολήσει
Ο κτηνοτρόφος χαϊδεύει την γενειάδα του
Οι ζέβρες, εξηγεί, κοστίζουν ακριβά και είναι δύσκολο να τις περάσεις από τις σήραγγες
Κι έτσι αγοράσαμε δύο λευκά γαϊδούρια που τα βάψαμε
με βαφή μαλλιών και κολλητική ταινία
Κάθε μήνα έπρεπε να διορθώνουμε τις ρίγες
ήταν όμως φτηνό και ο κόσμος το δέχτηκε
και σε αντίθεση με τις αληθινές ζέβρες τα παιδιά μπορούσαν να καβαλικεύσουν
Ένας οργανισμός των Αγίων Τόπων υπό το όνομα Καταφύγιο για τα Γαϊδούρια
μας κατήγγειλε για κακομεταχείριση ζώων, εγώ όμως τους διαβεβαίωσα
ότι οι ζέβρες μας γλυτώνουν τα επαχθή βάρη
που τα υποζύγια πρέπει να υπομένουν

Ο Θεός είπε στο Νώε: Θα εξαλείψω τους ανθρώπους
γιατί έχουν γεμίσει τη γη με βία
Θα καταστρέψω και τη γη και αυτούς
μα με σένα επιθυμώ να συνάψω μια συμφωνία
Από όλα τα ζωντανά θα φέρεις στην κιβωτό από ένα ζευγάρι
που όλα μαζί θα επιβιώσουν με σένα
Κι ο Νώε έφερε τα ζώα στην κιβωτό
όμως όταν ήρθε η σειρά των γαϊδουριών το θηλυκό αντέδρασε έντονα
Μα αν είναι δυνατόν, μούγκρισε, τι ανόητη συμφωνία είναι αυτή
Περιμένω τόσο καιρό τον κατακλυσμό
έχω προσευχηθεί στον Θεό να κάνει εκκαθάριση στη γη
Πάρε μαζί σου τούτον τον ανόητο
που θεωρεί τον εαυτό του επιβήτορα
Εφόσον έχεις μια φοράδα ανάμεσα στο πλήρωμα
Επέτρεψε της να ζευγαρώσει με αυτόν και να φέρει στον κόσμο τον καρπό του
για να τελειώσει επιτέλους αυτή η παρωδία μια για πάντα
Το είδος μου έτσι θα γλιτώσει την επίγεια ζωή

Θα έδινα τα εναπομείναντα αυγά μου
για να περιπλανηθώ τώρα στην Κασπία Θάλασσα
Να αφήσω την παραλία που γυναίκες στις ξαπλώστρες σπάνε τον σπόρο ανάμεσα στα
δόντια τους
να κολυμπήσω μέχρι τα νούφαρα, με τις εξέδρες πετρελαίου απέναντι στον ορίζοντα
Και ακριβώς την στιγμή που θα έχω αποφασίσει να βυθίσω το κεφάλι μου μέσα στο νερό
θα με προσπεράσουν με την βενζινάκατο τα αδέρφια μου φωνάζοντας
Τι λέει κοχυλάκι, δεν σκέφτεσαι βέβαια να κάνεις καμιά ανοησία
Άμαθο ακόμη πουλαράκι, τα ‘χασες λοιπόν μόλις σου γυρίσαμε την πλάτη
έλα, πιάσε το σκοινί κι ανέβα στο σκάφος
θα ψαρέψουμε μια μουρούνα και θα καπνίσουμε το χαβιάρι της
Olagh bazi dar nayar, η ζωή είναι μικρή
τελειώνει σε μια στιγμή κι ούτε που το παίρνεις χαμπάρι

Δεν είχα ύπνο απόψε, λέω στον αγαπημένο μου
καθοδόν προς την λίμνη με την κόρη μας
Μόλις έκλεισα τα μάτια μου είδα γαϊδούρια που γκάριζαν τριγύρω
σε μαζικούς τάφους γεμάτους με διαμελισμένα σώματα
Ονειρεύτηκα μια εικονική εκτέλεση που έλαβε χώρα
μέχρι που δεν ξανάγινε άλλη καμιά
Είδα το κρεμασμένο σώμα
να πέφτει κάτω σαν τσεκούρι
το υπέρτατο μαρτύριο ολοκληρωμένο
Από πίσω μου πάνω στο ποδήλατό της η κόρη μου μου γνέφει
Κοίτα, μου φώναζει, τώρα εξαφανίζω μαγικά το δάχτυλό μου
και τώρα το ξαναεμφανίζω

Αδερφέ μου, γιατί σαπίζουν μόνο τα πτώματα
Θέλω να γίνω ένα με την γη που περιηγηθήκατε
Γιατί πρέπει να βρίσκομαι σ’ ένα όριο τόσο αυθαίρετο
Τόσο αποκρουστικό να έχει οποιαδήποτε μορφή
ώστε να είναι κάτι

Να ξαναδώ θέλω τον γενέθλιο τόπο μου
όσο ακόμα ζουν αυτοί που ήταν παρόντες στην γέννηση μου
γιατί όταν όλοι αυτοί ταφούν δεν θα είναι πια δικός μου για να τον ξαναδώ

Πίστευα πως τα παιδιά θα μ’ έδεναν με τον κόσμο
όμως είναι τα χέρια που είναι δεμένα
τα υπόλοιπα πετιούνται μέσα σ’ έναν άρρωστο καταρράκτη
Ζούληξα το δάχτυλο του πιο μικρού και το μεγαλύτερο δεν είχε φαΐ για το δείπνο
κι ο μόνος ορίζοντας που βλέπουν είναι το σαρακοφαγωμένο μου σώμα που ξεβράζεται
στην στεριά
Κι από τα όρια που τράβηξα και περιφρούρησα ούτε ένα  δεν ήταν καλότυχο
Μια τέτοια μάνα δεν αποτελεί καλή βάση για να ευημερήσει ένα παιδί
Χρειάζομαι μια γιαγιά να της τηλεφωνήσω για την συνταγή, έναν αδερφό
που θα ανάψει την ψησταριά, έναν αδερφό που ξέρει πως ηχεί το καρπούζι
Κοίτα καλά το έδαφος, με παρηγορεί ο αγαπημένος μου
Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να καταφέρει ένα κορμί


*Από τη συλλογή “UR Åsnans År” (Η Χρονιά του Γαϊδάρου). Μετάφραση: Αντώνης Μπογαδάκης

**Σχετικός σύνδεσμος: https://thraca.gr/2024/10/12o-panthessaliko-festival-poiisis-athena-farrokhzad.html

Η Athena Farrokhzad (γεν. 1983 στην Τεχεράνη) είναι Σουηδή ποιήτρια, θεατρική συγγραφέας, μεταφράστρια και κριτικός. Έχει γράψει τέσσερα ποιητικά βιβλία, μεταφρασμένα σε είκοσι γλώσσες. Στα ελληνικά οι Εκδόσεις Αντίποδες κυκλοφόρησαν το “ΛΕΥΚΟΣΕΛΕΥΚΟ” το 2016, σε μετάφραση του Αντώνη Μπογαδάκη. Η Farrokhzad διηύθυνε το πρόγραμμα δημιουργικής γραφής στο Biskops-Arnö και τώρα είναι η επικεφαλής στο λογοτεχνικό τμήμα του Σπιτιού του Πολιτισμού στη Στοκχόλμη. Έχει μεταφράσει ποιητές όπως οι Adrienne Rich, Audre Lorde, Juliana Spahr και Natalie Diaz στα σουηδικά.

Γιώργος Αναγνώστου, Αχ αυτά τα Άρθρα!

Αφιερωμένο στα περιοδικά DF741.J68 & JV6001.A1 D53  

Mην τα υποβιβάζετε
τα άρθρα.
Μην τα υποτιμάτε
Την κατηγορία
μονότονης μορφολογίας
Τη μομφή
μέρος του λόγου
«φτωχοί συγγενείς»
αναθεωρήστε.
Εμπειρικά στοιχεία τα
κριτήρια βέρα με φαντασία.

Τες αποκλίσεις τους
–όπως τώρα δα–
αρθρώστε
Διαφορετικότητα στον κανόνα.

Τες ενώσεις ε-τουτες
ακόμα σημειώστε
Έκτακτα προμηθεύουν λέξεις
–«πειθαρχεία Ταο, τατου στο σώμα»

Πέρα από σύνορα
στις αιχμές θεωρίας
νοήματα ζαλίζουν
Διαγλωσσικής élξης.

Και όταν στοίχημα παρέμβασης
κερδίσουν, την ήττα σε ητα
ανατρέψουν
δημόσια παρέλαση τότε
ρυθμός ντουντούκας
τα
οριστικά
τα-τα
τα-τα-τα οι-οι
οι-οι τα-τα-τα τα-τα
Ταράζει το ντουνιά!

Όταν δε το λόγο
μου απευθύνουν
–Ε εσύ!
λιώνω
χρόνια τώρα
μαγεύουν
προσωπικής γραμματικής
αναδιάρθρωση σε
Πολιτιστικό βάθρο τα
προσκυνώ

Το πρώτο το χρυσό
Το δεύτερο το μελωμένο
Το τρίτο το πιο κοπιαστικό

Στρατιές ακολουθούν
τα-της-των οι-η-το
ο-ε-ω του-τις-τους
εύσημα ίσως τότε αποκομίζουν
–tα-tα-ta-ta!

(παρακαλώ!)

Άδετα βέβαια αυτά τα άρθρα=
άνευ εξωφύλλων
Απόντα από των βιβλιοπωλείων
τις βιτρίνες
Από πανεπιστημίων ρετιρέ
με έξωση μειωμένα …


Αλλού το ρεύμα τους
κυκλοφορεί
απαιτεί εντοπισμό
κωδικούς πλοήγησης
–DF741.J68 & JV6001.A1 D53–
Σε πλήρη προβολή
αυστηρά παρατεταγμένα
το διασχίζουν.

Δέστε τα!
Μηχανές στο φουλ
αγέρωχα ρυμουλκά
ιδέες κατευθύνουν.

Δέστε τα
–επαναλαμβάνω και όχι–
Δέστε τα
συρραφή πυροπροστασίας
λόγιστρα συγγραφής
διαρθρώνουν νέα κλίμακα
μεγαλοπρέπειας
Ιδού τα άρθρα
Ναυαρχίδες γνώσης!

Σημειώσεις

  1. ta: ευχαριστώ
  2. DF741.J68 & JV6001.A1 D53: κωδικοί εντοπισμού των περιοδικών Journal of Modern Greek Studies and Diaspora: A Journal of Transnational Studies αντίστοιχα.

Wallace Stevens, Τέσσερα ποιήματα

Όχι ιδέες για το πράγμα,
αλλά το πράγμα καθαυτό
Στο πρώτο τέλειωμα του χειμώνα,
Το Μάρτη, μια κοκκαλιάρικη κραυγή απέξω
Φαινόταν σαν ήχος μες στο νου του.
Τό ’ξερε πως την άκουσε,
Μία κραυγή πουλιού την αυγή ή νωρίτερα,
Στον αγέρα των αρχών του Μάρτη
Ο ήλιος ανέτελλε στις έξι,
Όχι πια ένα τσακισμένο λοφίο πάνω απ’ το χιόνι
Απ’ έξω θά ’ταν.
Δεν ερχόταν απ’ την αχανή εγγαστριμυθία
Του ξέθωρου παπιέ-μασέ του ύπνου
Απ’ έξω ερχόταν ο ήλιος.
Εκείνη η κοκκαλιάρικη κραυγή – ήταν
Ένας σολίστ που το σολ του προηγούνταν του συνόλου.
Ήταν τμήμα του κολοσσιαίου ήλιου,
Περικυκλωμένο από τη χορωδό του άλω,
Μακριά ακόμα. Ήταν σαν
Μια νέα γνώση της πραγματικότητας.

*

Η περιοχή Νοέμβρης

Δύσκολο είναι ν’ ακούς το βοριά ξανά,
Να βλέπεις τις δεντροκορφές που λυγούν
Βαθιά λυγούν, και ηχηρά, με μια προσπάθεια
Τόσο μικρότερη απ’ την αίσθηση, τόσο πιο λίγη απ’ τη μιλιά
Λέγουν και λέγουν, όπως λέγουνε τα πράγματα,
Στο επίπεδο εκείνου που δεν είναι ακόμα γνώση:
Μια αποκάλυψη δίχως πρόθεση ακόμα.
Επικριτής μοιάζει του Θεού, του κόσμου
και της φύσης του ανθρώπου, που σκεφτικός κάθεται
στον ρημαγμένο της ερημιάς του θρόνο.
Βαθύτερα, βαθύτερα, ηχηρότερα, ηχηρότερα,
Τα δέντρα λυγούν, λυγούν, λυγούν.
Το ποίημα που πήρε τη θέση ενός βουνού
Ήταν εκεί, λέξη προς λέξη,
Το ποίημα που πήρε τη θέση ενός βουνού.
Αυτός ανέπνεε το οξυγόνο του,
Ακόμα και με το βιβλίο ανάποδα, στη σκόνη
του τραπεζιού του.

*

Του θύμιζε πως είχε ανάγκη

Ένα μέρος για να μεταβεί με τη δική του κατεύθυνση,
Πως είχε ανασυνθέσει τα πεύκα,
Μετακινήσει τα βράχια και βρει το δρόμο του στα σύννεφα,
Για τη θεώρηση που θα ήταν ορθή,
Όπου θα ήταν πλήρης σε μια ανεξήγητη πληρότητα:
Τον ακριβή βράχο όπου οι ανακρίβειές του
Θα ανακάλυπταν επιτέλους αυτό που πλησίαζαν, τη θέα
στην άκρη,
Όπου θα ξάπλωνε, και κοιτώντας τη θάλασσα κάτω,
Θα αναγνώριζε το μοναδικό και μοναχικό του σπίτι.

*

Ο κόσμος ως στοχασμός

Πολύ καιρό ξόδεψα ασκούμενος στο βιολί μου, ταξιδεύοντας. Αλλά τη βασική άσκηση του συνθέτη, τον στοχασμό, τίποτε δεν την σταμάτησε μέσα μου ποτέ. Ζω σ’ ένα μόνιμο όνειρο, που ούτε νύχτα ούτε μέρα δεν σταματά.

Georges Enesco

Ο Οδυσσέας είναι που σιμώνει απ’ την Ανατολή,
Ο ατέρμονος πλάνης; Τα δέντρα επιδιορθώνονται.
Εκείνος ο χειμώνας ξεπλένεται. Κάποιος κινείται
Στον ορίζοντα και υψώνεται από πάνω του.
Μια μορφή φωτιάς πλησιάζει τα εμπριμέ υφάσματα
της Πηνελόπης,
Που μόνη η άγρια παρουσία της ξυπνά τον κόσμο
στον οποίο κατοικεί.
Τόσον καιρό, συνέθεσε έναν εαυτό με τον οποίο
να τον καλωσορίσει,
Του εαυτού του σύντροφο για αυτή, που τον φαντάστηκε,
Οι δυο σε μια καταφυγή βαθιά θεμελιωμένη, φίλος και φίλος
ακριβός.
Τα δέντρα είχαν επιδιορθωθεί, ως βασική άσκηση
Σε έναν μη ανθρώπινο στοχασμό, μεγαλύτερο της.
Δεν την πρόσεχαν τη νύχτα ανέμοι σαν σκυλιά.
Τίποτε δεν ήθελε που δεν μπορούσε να της φέρει ερχόμενος
μόνος.
Δεν ήθελε λάφυρα. Τα χέρια του θα ήταν το περιδέραιό της,
Κι η ζώνη της, η απώτατη τύχη της επιθυμίας τους.
Ήτανε όμως ο Οδυσσέας; Ή ήταν μονάχα η θέρμη του ήλιου
Στο μαξιλάρι της; Η σκέψη παλλόταν διαρκώς μέσα της
σαν την καρδιά της.
Οι δυο παλλόντουσαν διαρκώς μαζί. Ήταν μόνο μέρα.
Ήταν ο Οδυσσέας, και δεν ήταν. Κι όμως, είχαν συναντηθεί,
Φίλος και φίλος ακριβός και ενός πλανήτη η ενθάρρυνση.
Το βαρβαρικό σθένος μέσα της δεν θα ατονούσε ποτέ.
Θα μιλούσε λίγο στον εαυτό της καθώς χτενιζόταν,
Το όνομά του επαναλαμβάνοντας, με τις υπομονετικές του
συλλαβές,
Χωρίς να τον ξεχνά ποτέ αυτόν, που όλο πλησίαζε κοντύτερα.

*Μετάφραση: Αντώνης Μπαλασόπουλος

**Από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/wallace-stevens/

Βασίλης Νικολόπουλος, Δύο ποιήματα

Πρωινό

Το μπουκάλι κυλά στο πάτωμα
ένα σύνολο από αταίριαστα μεταξύ τους κομμάτια
Αυτά ταξιδεύουν στον ήλιο, πέρα μακριά, στη θάλασσα
Στις ρωγμές τελικά του δωματίου, χωρίς όρους, επιστρέφουν,
Διατρέχουν τη φλέβα

Στις πλάκες αυτού του πεζοδρομίου,
στις κολώνες του ηλεκτρισμού, στις ζάντες των αυτοκινήτων,
όπου ο σκύλος μυρίζει το ίδιο του το κάτουρο·
μόνος με την ουρά του στα σκέλια

Ξεπλυμένο αίμα της χτεσινής νύχτας,
οι συμμορίες βλάπτουν τον έρωτα
Σε γνωρίζω, σε κατοικώ όπως το πτώμα τον τάφο του
Σαν κι αυτό που δεν θα ειπωθεί από χείλια

*

Ερχόμενοι σ’ αυτόν τον κόσμο

Δοσμένοι ολοκληρωτικά ταξιδεύοντας,
εξόριστοι,
ανένταχτοι,
προβληματικοί υπό την έννοιά του,
εννοιολογικά τσακισμένοι,
συλημένοι
καταληστευμένοι και στηλιτευμένοι,

ερχόμενοι σ’ αυτόν τον κόσμο

για να καπνίσουμε,
να θαυμάσουμε,
να λατρέψουμε και να μισήσουμε,
να οργιστούμε,
να μουσκευτούμε απ΄ τη βροχή,
μια στιγμή περηφάνιας
πριν πέσουμε στο σκοτάδι

να επιτεθούμε,
πονώντας,
εκλιπαρώντας σε έναν τόνο παράξενο,
σπάζοντας το κέλυφος του μυθικού στρειδιού,
μένοντας μόνοι

*Από τη συλλογή “Οι μηχανές δονούν το τετράγωνο καθώς πλησιάζουμε στη σταύρωση”, Έκδοση Αγαύη, Αγρίνιο 2024.

Ευγενία Βάγια, Πέντε ποιήματα

ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ

Έριχνα το κέρμα ευλαβικά
στις μύτες σηκωμένη και κατέβαζα με φόρα
το κουλό χέρι της δόξας

έπειτα περίμενα
καθηλωμένη
στη λιμνούλα
της σκιάς μου

είχα δει κάποτε τον σιδερένιο χείμαρρο
να ρέει χωρίς προειδοποίηση
μες στις παλάμες του τυχαίου.

*

ΘΕΟΣΤΑΛΤΗ ΕΚΛΑΜΨΗ

Μ’ όλη τη φωταψία
δεν είδα φως
που να μη μου το κάψει
αύριο ο ήλιος.

*

ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Η λογική και τα λογιστικά
το αχανές κι απερινόητο
τα ίχνη του ανείπωτου
οι θυρίδες της εξουσίας
η αλήθεια ως έκθεμα
και τα ραφεία τεχνασμάτων.
Ανάμεσά τους, πόλεις και ποτάμια.

  • ΠΟΕΖΙΑ Η ΑΝΩΦΕΛΗΣ

Πιο κατηφορική από το μάτι
Πιο ερειπιώδης απ’ το δάκρυ
Η ποίηση είναι εικονολάτρισσα και λογοφοβική.
Αποφλοιώνει το κρεμμύδι ώς το βαθύ του μέλλον
Τις Κυκλάδες.
Μια καίρια μαχαιριά
Κι η λάμψη τρέχει στη σκληρή θαλάσσια ράχη.

*

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΕΙ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

Όταν με βλέπετε έτσι
νά ’χω
μάτια και χέρια ανοιχτά
σαν τον Χριστό πάνω απ΄το Ρίο
μόνο ένα πράγμα
μη με ρωτήσετε
“Τι κάνει η μάνα σου”

*Από τη συλλογή “Η ρήξη – δενδρίτες και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Περισπωμένη, Ιούλιος 2023.

Γιώργος Κοζίας, Επτά δημόσιες αμαρτίες

Οι προσπάθειες μας υπήρξαν ατελέσφορες,
εκλιπαρώντας μισό γραμμάριο ελευθερίας,
στα ωραία πάρτι γενεθλίων να κλαίμε,
στα γαλήνια μνημόσυνα να γελάμε.

Στο κάτω-κάτω δεν είχαμε άλλη επιλογή,
με φως και με σκότος:
Οκνηρία, Αλαζονεία, Λαιμαργία
Λαγνεία, Απληστία, Οργή, Ζηλοφθονία

Επτά τα θανάσιμα αμαρτήματα,
το μερτικό μας ξοδέψαμε με κρότο
Ερασιτέχνες Υπάλληλοι Αναπνοής.

Ποιοι λεηλάτησαν τα σπίτια
των επιθυμιών και των πόνων,
τα εφηβικά κορμιά, τα ερωτικά ενδύματα;
Τι χάσαμε, τι μας πήραν οι ύπατοι
οι ντελικάτοι θάνατοι, οι τελετάρχες φίλοι;

Οξυγόνο με δόσεις πάλι μας τάζουν
και με θλιμμένο ύφος
σε αμήχανες κηδείες με άνθη μας χλευάζουν.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιά … Ελεγεία και σάτιρες”,. Εκδόσεις, Περισπωμένη, 2017.