Deborah Antón Soriano, Ποιήματα

hqdefault

Πεντακόσια χρόνια πίνοντας απ’ την ίδια πηγή και δε συνέβη σε κανένα να γεμίσει την κανάτα με άλλο καταραμένο πράγμα: μουσική του ασανσέρ, τριαντάφυλλα και κουκούλια

οι ρυτίδες των χειλιών της Παρθένου Μαρίας περιέχουν ένα μήνυμα που ρέει απ’ τις καρδιές σαν ποτάμια old fashioned ανθρώπων και στίχους του e e cummings
Collige virgo rosas μάζεψέ τα κάνε μ’ εκείνα μια ζώνη βγες στο δρόμο κάπνισέ τα αν είναι απαραίτητο
χόρεψα με έναν άνδρα που παρακαλά στις εκκλησιές και φοράω ένα φόρεμα φτιαγμένο από τσάντες ζαχαρίνης
ένιωσα τα τριχοειδή αγγεία της μύτης σπασμένα τον εγκέφαλο λίγο ή καθόλου οξυγονωμένο ένα παραθυρόφυλλο γεμάτο τρύπες
τσουρουφλίστηκα με τον ήλιο της συμφοράς περιμένοντας μερικά πλοκάμια που υπάρχουν μόνο στα βιντεοπαιχνίδια του Lucas Arts
επίσης ικέτεψα τον Babaji με τα μάτια στυλωμένα στη ραφιέρα του δικού μου  
δωματίου
και πέρασα με ένα δερμάτινο μπουφάν επιθυμώντας να κλωτσήσω τους κάδους με την απελπισία του πράσινου σταυρού του φαρμακείου
τραγούδησα παραλυμένη απ’ τον τρόμο θέλωντας να είμαι ο Roy Orbison με το λαιμό σφήκες γεμάτο
όλα για να καταλήξω καταβροχθισμένη από κάτι κι απ’ τη ζωή πιο μεγάλο
αφού είχε εξαλειφθεί το φως ο χρόνος το ύστατο φυσσίγιο

(Από Το κουτί των μπισκότων)

I

Φοράμε το κοστούμι και βγαίνουμε στον κόσμο:
το κοστούμι των ατόμων, ο κόσμος και τα καθήκοντά του,
οι ουρές πέρα απ’ τον τάφο. Ένα μέρος εμετικό.
Στριμώχνονται μαγδαληνές, ο ιδρώτας, κτήρια,

άσφαλτος καναδική, φύση κρυφή.
Ο κόσμος που ταλαιπωρείται, αγωνίζεται για τη βροχή.
Η βούληση η αστική, αυτός ο άταφος σταυρός,
η κενή δειλία, βρώμικα του χθες ποτήρια.

Η ζωή είναι σαν ένα κοστούμι: άμα τεράστιο δεν μας έρχεται
φοβόμαστε μήπως μας το λερώσουν, μήπως μας σκίσουν την πλάτη.
Το φοράμε, προσαρμοσμένος κανένας δε μένει.
Δεν έχει σημασία τι αναμένεται. Πάντα στο ίδιο ράφι

δύο επιλογές συναγωνίζονται για ένα όνειρο χρυσωμένο:
ένα ταξίδι πρώτης τάξης στον παράδεισο τον κλεμμένο.

(Από το Ασυμφωνίες στο εργοστάσιο κλωνοποίησης)

*Η Deborah Antón Soriano (Αλικάντε, 1986), μεγάλωσε στην Έλτσε, σπούδασε Διαφήμιση και Δημόσιες Σχέσεις στη Μαδρίτη και Ισπανική Γλώσσα και Λογοτεχνία. Έχει εκδώσει ένα βιβλίο και μία ποιητική συλλογή, ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ποιητικές ανθολογίες και κάποια από αυτά έχουν βραβευτεί.

**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Φιλοσοφία και ποίηση

poetry

Του Θεοχάρη Παπαδόπουλου*

Πολλοί μελετητές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, έχουν φτάσει στο σημείο να θεωρούν την ποίηση ως κάτι το ευτελές, ή το ανάξιο λόγου και αυτή η παρεξήγηση έχει ξεκινήσει από τον Πλάτωνα, που εξορίζει τους ποιητές από την Πολιτεία του. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο ποιητής λειτουργεί ως μιμητής και αντιγράφει τα αισθητά πράγματα, δηλαδή τα είδωλα των ιδεών. Άρα δημιουργεί παραπλανητικές αποτυπώσεις του κόσμου. Επιπλέον, η ποίηση εξάπτει τα πάθη των ανθρώπων με το συγκινησιακό της περιεχόμενο. Ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει τους ποιητές ως «τρίτους από της Αληθείας». Δηλαδή, με απλά λόγια, ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει την ποίηση ως μια απάτη και θεωρεί τους ποιητές, ανθρώπους πονηρούς, που μπορούν να εξαπατήσουν και να παρασύρουν. Στην πραγματικότητα, ο Πλάτωνας γνώριζε την τεράστια δύναμη της ποίησης, που μπορούσε να ξεσηκώσει και να οδηγήσει τα πλήθη σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις και ανατροπές. Χαρακτηριστικό είναι ένα παράδειγμα από την αρχαία Ελλάδα: Κάποτε οι Σπαρτιάτες είχαν να πολεμήσουν με έναν πολυάριθμο και δύσκολο εχθρό, γύρεψαν βοήθεια από τους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι τους έστειλαν έναν χωλό ποιητή. Τον Τυρταίο. Κι όμως! Ο Τυρταίος έγραψε ποιήματα, που ξεσήκωσαν τους Σπαρτιάτες και τελικά, κατάφεραν να νικήσουν.

Είναι, όμως, η φιλοσοφία εχθρός της ποίησης;

Ας δούμε πρώτα, πως αντιμετωπίζει η ποίηση τη φιλοσοφία: Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε πολύ μακριά. Οι περισσότεροι ποιητές χρησιμοποιούν τη φιλοσοφία στους στίχους τους. Ένας από τους πιο φιλοσοφημένους ποιητές είναι ο Καβάφης. Πόση φιλοσοφία υπάρχει στο στίχο: «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι» ή στους στίχους: «Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι· / τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα»;

Πολλοί ποιητές, έγραψαν ποιήματα, που αναφέρονται στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου. Ένα από αυτά τα ερωτήματα έχει να κάνει με το θάνατο. Τι είναι ο θάνατος και πώς τον αντιμετωπίζουμε; Μια από τις πιο καταλυτικές απαντήσεις, για την αντιμετώπιση του θανάτου έδωσε ο ποιητής Λάμπρος Πορφύρας, όπου στο ποίημα «Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου», γράφει: «Πιέτο, η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει / που αν έρθ’ η μοίρα σου η κακιά, να της χαμογελάσεις, / καημοί καινούργιοι αν έρθουνε, μαζί σου ας πιουν κι εκείνοι, / κι αν έρθει ο Χάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις».

Φυσικά, υπάρχει και η κοινωνική διάσταση της φιλοσοφίας, που αντανακλάται στην ποίηση. Η κοινωνική ποίηση αντέδρασε εναντίον της φιλοσοφικής θεωρίας ενός θεολογικού ντετερμινισμού. Με απλά λόγια, η κοινωνική ποίηση, ήρθε σε αντίθεση με τη θεωρία, ότι, οτιδήποτε συμβαίνει είναι αιτία ενός μεγάλου θεϊκού σχεδίου και άρα όλες οι κοινωνικές αδικίες γίνονται για το γενικό καλό. Η κοινωνική ποίηση, που κακώς χαρακτηρίστηκε «στρατευμένη», γιατί ήταν πάντα πέρα από κόμματα και πολιτικές σκοπιμότητες, κατορθώνει να διαλύσει τις όποιες θεολογικές ντετερμινιστικές αυταπάτες. Η καυστική σάτιρα του Βάρναλη, η κρυστάλλινη διαύγεια των στίχων του Αναγνωστάκη, η χειμαρρώδης πλημμυρίδα των στίχων της Γώγου είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα ποίησης, που υποστήριξε την δημιουργία μιας κοινωνίας, που δεν θα υπάρχει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Μια φιλοσοφία χειροπιαστή, που ξέφυγε από το αφηρημένο επέκεινα και στάθηκε στο συγκεκριμένο τώρα.

Ας δούμε, τώρα πως η φιλοσοφία αντιμετώπισε την ποίηση πέρα από τον Πλάτωνα, που παραθέσαμε πιο πάνω. Ο γάλλος φιλόσοφος Joseph Joubert (Τζόζεφ Ζουμπέρ), γράφει: «Δεν θα βρεις την ποίηση πουθενά, αν δεν κουβαλάς λίγη μαζί σου». Ο άγγλος ποιητής και φιλόσοφος Samuel Taylor Coleridge είναι ακόμα πιο κατηγορηματικός: «Ποτέ κανένας δεν υπήρξε μεγάλος ποιητής χωρίς συγχρόνως να είναι ένας βαθυστόχαστος φιλόσοφος», ενώ για την ποίηση γράφει ότι είναι: «Οι καλύτερες λέξεις τοποθετημένες στην καλύτερη σειρά.» Ο Βολταίρος έχει γράψει ότι η ποίηση είναι η μουσική της ψυχής. Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έχει γράψει πως: «Ποιητής είναι αυτός που τον εξόρισαν από την παιδική ηλικία». Άρα, ο ποιητής ψάχνει τη χαμένη του παιδική αθωότητα και άρα η ποίηση δεν εξαπατά, ούτε παρασέρνει. Ίσα-ίσα, η ποίηση μπορεί να ξεσκεπάσει αλήθειες, που είναι έντεχνα κρυμμένες.

Αλλά αξίζει να δούμε πως και οι ίδιοι οι αρχαίοι φιλόσοφοι εκφράστηκαν για την ποίηση. «Η ποίηση είναι ευγενέστερη και πιο φιλοσοφημένη από την ιστορία», γράφει ο Αριστοτέλης, ενώ ο ίδιος ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει την ποίηση: «πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό». Αυτόν τον τελευταίο χαρακτηρισμό της ποίησης από τον Πλάτωνα δεν τον γνωρίζουν πολλοί και ίσως να είναι σκόπιμο το ότι δεν έχει διαδοθεί, όπως η ιδεαλιστική προσέγγιση της Πολιτείας, που αναφέραμε στην αρχή αυτού του κειμένου.

Όμως, ενώ η φιλοσοφία και η ποίηση, μπορούν να συναντηθούν με πολύ απλούς, αλλά βαθυστόχαστους στίχους, στην σύγχρονη ποίηση έχει επικρατήσει μια τάση, που για να κατανοήσει ο αναγνώστης τους σύγχρονους ποιητές, θα πρέπει να έχει εντρυφήσει στη φιλοσοφία του Kierkegaard (Κίρκεγκορ), του Heidegger (Χάιντεγκερ), του Derrida και των κακέκτυπών τους στην Ελλάδα. Την παραπάνω τάση ενθαρρύνει, διαφημίζοντάς την το κρατικοδίαιτο εκδοτομιντιακό κατεστημένο.

Συμπερασματικά, η ποίηση και η φιλοσοφία δεν είναι αντίθετες και εχθρικές η μια με την άλλη, αλλά μπορεί να ενυπάρχει η μια στην άλλη, όπως αποδείξαμε και πιο πάνω. Πόσο μάλλον, που πολλοί σπουδαίοι ποιητές ήταν και φιλόσοφοι, που είτε εκφράστηκαν φιλοσοφικά στους στίχους τους, είτε μας άφησαν και φιλοσοφικά συγγράμματα εκτός από τις ποιητικές τους συλλογές.

*Κείμενο ομιλίας, που διαβάστηκε σε εκδήλωση του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις» για την παγκόσμια ημέρα της φιλοσοφίας, στις 20/11/2016.
Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/12/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Jacques Prévert, Ο περίπατος του Πικάσσο

Σκίτσο: Γιώργος Χαλκιάς

Σκίτσο: Γιώργος Χαλκιάς

Πιάτο ολοστρόγγυλο από πορσελάνη πραγματική
και στη μέση ένα μήλο
Απέναντι του
ένας ζωγράφος της πραγματικότητας
μάταια προσπαθεί να το ζωγραφίσει
το μήλο όπως είναι
αλλά
δεν αφήνεται έτσι
το μήλο έχει κάτι να πει
κρύβει πολλά καμώματα στο σάκκο του
το μήλο
και να’το που γυρίζει
στο πιάτο το πραγματικό
ύπουλα γύρω από τον εαυτό του
αργά χωρίς να κουνηθεί
και σαν το δούκα της Γκίζας που μεταμφιέστηκε σε βαλβίδα γκαζιού
γιατί ήθελαν με το ζόρι να του κάνουν το πορτραίτο
το μήλο μεταμφιέζεται σ’ ένα ωραίο μεταμφιεσμένο φρούτο
και τότε ο ζωγράφος της πραγματικότητας
αρχίζει να καταλαβαίνει
ότι όλες οι όψεις του μήλου είναι εναντίον του
και
όπως ο δυστυχισμένος φτωχός
όπως ο φτωχός άπορος
που ξάφνου βρίσκεται να ευχαριστεί έναν
οποιοδήποτε σύλλογο φιλανθρωπικό και ελεήμονα
κι επίφοβο φιλανθρωπίας ελεημοσύνης και φόβου
ο δυστυχής ζωγράφος της πραγματικότητας
γίνεται ξαφνικά θλιβερή λεία
μιας αναρίθμητης ορδής συλλόγων ιδεών
Το μήλο γυρνώντας θυμίζει τη μηλιά
τον Παράδεισο της γης την Εύα τον Αδάμ
το ποτιστήρι
τη δεντροστοιχία τη σκάλα
τον Καναδά
τις Εσπερίδες
τη Νορμανδία
το ερπετό του σφαιριστηρίου και τον όρκο του μηλίτη
και το προπατορικό αμάρτημα
και τους προγόνους της τέχνης
την Ελβετία με το Γουλιέλμο Τέλλο
κι ακόμη το Νεύτωνα
τόσες φορές βραβευμένο στην έκθεση της Παγκόσμιας Έλξης
κι ο ζωγράφος ζαλισμένος χάνει απ’ τα
μάτια του το μοντέλο του
κι αποκοιμιέται
Και τότε ο Πικάσσο
που πέρναγε από εκεί όπως από παντού
κάθε μέρα σαν στο σπίτι του
βλέπει το μήλο και το πιάτο και το ζωγράφο που κοιμάται
Τι ιδέα κι αυτή να ζωγραφίσεις ένα μήλο
λέει ο Πικάσσο
και ο Πικάσσο τρώει το μήλο
το μήλο λέει: Ευχαριστώ
και ο Πικάσσο σπάει το πιάτο
και αποχωρεί χαμογελώντας
και ο ζωγράφος βγαλμένος άγρια από το όνειρο του
σα δόντι
βρέθηκε ολομόναχος μπροστά στο έργο του το μισοτελειωμένο
και μες στη μέση του σπασμένου πιάτου
αντίκρισε τα τρομερά κουκούτσια της πραγματικότητας

*Μετάφραση από τα γαλλικά: Βάλια Σερέτη. Το ποίημα και το σκίτσο της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Poetry Bar http://poetrybar.blogspot.com.au/2013/10/blog-post.html

Γεωργία Τρούλη, Ένα (άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου)

%cf%83%ce%ba%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf1

Ένιωσαν τα χέρια να κρατούν αυταπάτες
Τα έβγαλαν από την θέση τους
Τα έβαλαν μια έλξη μια λέξη πιο κάτω από τον ώμο τους
Κι έπειτα έστρεψαν το βλέμμα στον καθρέφτη
Πόσο αταίριαστη ένωση
Πόσο βαθιά αυτονόητη κι επινοημένη
Και εμποτισμένη με πείσμα και εμμονή
Πόσο εκ του μηδενός εκπορευόμενη
Άκουσαν έπειτα δύο τρία λαικά άσματα
Λίγο ένιωσαν παλμό
Και γύρισαν
Τον καθρέφτη από την ανάποδη
Το σώμα από την άλλη μεριά
Το άσμα από την αρχή
Και τερμάτισαν συνεύρεση
Και συνομιλία
Μέχρι εκεί ακουμπούσε η πρώτη το μπράτσο
Ο δεύτερος τον κώλο
Και οι δυο μαζί τα χέρια
Σε μια έλξη μια λέξη
Πιο κάτω από τον ώμο τους

Δύο (οι εραστές του απόλυτου τίποτα)
Ο μόνος λόγος που άντεξαν ακόμη
Ήταν ότι ακόμη άντεχαν
Κι είχαν περιέργεια
Κι έτσι αφέθηκαν
Απρόθυμα να βαδίσουν
Μέχρι που ήρθε η δύναμη να ορίζουν το βήμα
Το ένα πόδι πίσω από το άλλο
Και μια εποχή πίσω από την ιστορία
Έναν άνθρωπο
Δίπλα σε ένα άλλο σώμα
Όταν ανακάλυψαν τον χάρτη
Και την ήπειρο
Έκοψαν το σχήμα
Κι έδωσαν άλλο όνομα
Καθώς έκαναν γεωτρήσεις νερού

Και κάποια στιγμή δίψας είδαν ότι ακόμη αντέχουν
Κι έφτυσαν στη γη δυο φορές το όνομά τους
Ξεκοίλιασαν την διαδρομή
Την πορεία
Η περιέργεια για προορισμό
Όλο μεγάλωνε
Μαζί με την εποχή
Το σώμα τους
Και τον χρόνο.

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Βασίλης Βασιλειάδης, ανύποπτος

ekrhksh-pagideumenou-autokinhtou-eksw-apo-thn-trapeza-ths-ellados

ανύποπτος
άφησε τήν πολιτική νά αρχηγέψει επάνω του,
αυτή τήν άγλωσση καί υπάκουη πουτάνα τής βιομηχανικής κερδοφορίας
καί τόν στρατολόγησε στήν “Διεθνή τής Κατανάλωσης”,
μέ τόν κυνικό οπορτουνισμό τού μυαλού του νά έχει υποτροπιάσει
είναι ταγμένος σέ μιά ζωή
πού ξεκινάει μέ τίς αισιόδοξες φαντασιώσεις καί τήν αφέλεια τού Τίποτα
καί τελειώνει μέ τήν απογοήτευσή τού Τίποτα,
τόν συνάντησα ανατριχιασμένο
νά αναρωτιέται δυνατά,
πώς φαντάστηκα ότι μπορώ νά ζήσω χωρίς τήν αλήθεια τού όνειρου
τού ανυπάκοου στά “αποφασίζουμε καί διατάζουμε ” τής πραγματικότητας;

Ανεμολόγιο – Ένα νέο λογοτεχνικό project

unnamed

http://www.anemologio.tumblr.com

Κάθε τόπος, μια ιστορία…
 
Γράψε μια ιστορία με αφορμή έναν τόπο…
Γράψε μια ιστορία για ένα νησί, για ένα χωριό, για μία χώρα, ή ακόμα και για μία γειτονιά. 
Γράψε για το μέρος που δεν έχεις πάει ποτέ, αλλά έχεις ταξιδέψει με το μυαλό σου.
Εκεί όπου έβλεπες τη θάλασσα, εκεί όπου φύσαγε το αεράκι.
Αυτό είναι και το ανεμολόγιο, μια πυξίδα που κατευθύνει το σώμα και τη ψυχή σου.

Διάρκεια: 1/1/2017 – 30/6/2017 (περιορισμένος αριθμός συμμετοχών)
Έκταση: από 50 – 1500 λέξεις
Θεματική – είδος: κανένας περιορισμός
Συμμετοχή: Μία για κάθε άτομο (ίσως αλλάξει αυτό μελλοντικά)
Επικοινωνία: giorgos.iatridis@gmail.com
 
Πιο αναλυτικά, 
το κάθε κείμενο θα πρέπει να έχει:
1. τίτλο (μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει και το ίδιο το μέρος για τίτλο) 
2. φωτογραφία (που να ταιριάζει με τον τόπο – ιστορία)
3. βιογραφικό (ένα μικρό βιογραφικό του συγγραφέα, κι αν θέλει κάποιο link για επικοινωνία)
Για καλύτερη ομοιομορφία στις συμμετοχές, ένα παράδειγμα καλής εμφάνισης μπορείς να βρεις από εδώ.
 
Ακόμα, 
όλες οι συμμετοχές θα κοινοποιούνται στο facebook και στο twitter. 
Τα δικαιώματα των ιστοριών παραμένουν στους συγγραφείς.
Όλοι οι συμμετέχοντες θα ειδοποιούνται με email όταν ανεβαίνει το κείμενό τους. 
 
Σκοπός του εγχειρήματος είναι μέσα από τις λέξεις, να φτιάξουμε γέφυρες και να ενώσουμε τόπους. 
Φυσικά η διάδοση της ανοιχτής λογοτεχνίας, αλλά και να δώσει βήμα για να ακουστούν νέες φωνές

Γιώργος Ιατρίδης

Γρηγόρης Σακαλής, “Γιατί γράφετε;”

ksipnisteautous-70izy1z7l8g0ks44kosgcg408-6ylu316ao144c8c4woosog48w-th

Δεν γράφω για να χαϊδέψω αυτιά
ούτε τα δικά μου
γράφω για τους φίλους μου
τ’ αδέσποτα σκυλιά
γράφω για τους φίλους μου
τ’ ατίθασα παιδιά
γι’ αυτούς που λένε όχι
ξέρω είναι λίγοι
μα τι να τους κάνεις τους πολλούς
αυτοί είναι μαντρωμένοι
σε στρατόπεδα ενταγμένοι
γράφω γι’ αυτούς
που ονειρεύονται ακόμη
κάτι καλύτερο
κάτι πιο όμορφο
από την κόλαση
που ζούμε σήμερα όλοι.

ΤΕΦΛόΝ – Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο – Τεύχος 16

unnamed

Τεύχος 16
Χειμώνας–Άνοιξη 2017

Γίνε συνδρομητής/τρια στο Τεφλόν και απόκτησε αντικολλητική προστασία! Διάβασε εδώ

ΘέΜΑΤΑ

Etel Adnan: Η εξορία ως πατρίδα
Τη δεκαετία του ’70,  η Ετέλ Αντνάν υψώνοντας τη φωνή της ενάντια στα τύμπανα του πολέμου, την πατριαρχία και τον σοβινισμό, υπήρξε μια από τις πρώτες συγγραφείς που αμφισβήτησαν το στερεότυπο της άβουλης, υποτακτικής Αραβίδας. Εδώ και έξι δεκαετίες επιχειρεί μέσα από την ποίησή της να αγκαλιάσει την εξορία ως κομμάτι της εαυτής της, ταξιδεύει από χώρα σε χώρα και κάθε φορά η γη κάτω απ’ τα πόδια της γίνεται ωκεανός. Κείμενο: Jazra Khaleed, Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου, Jazra Khaleed

Ari Banias: Αναπάντεχη λυρική τρανσμαγεία
Τα ποιήματα του Άρι Μπάνιας έχουν θάρρος, ένταση και θυμό, μας καλούν να φανταστούμε την τρανς μαγεία μας, να κατοικήσουμε στο περιθώριο, να αναδιατάξουμε την τρέλα. Ο Αμερικανός ποιητής αναρωτιέται τι σημαίνει να ζεις, να αγαπάς, να κάνεις τέχνη, ή απλά να φουσκώνεις ένα μπαλόνι σε καιρούς που είναι απεχθείς αλλά και αποκαλυπτικοί, και αν στις ζωές μας μπορεί να υπάρξει ακόμα –αμαυρωμένο, προβληματικό, και σίγουρα άνισο– ένα εμείς. Επιμέλεια-Μετάφραση: Kyoko Kishida, Κείμενο: Kerry Carnahan

Clemens Schittko: Γερμανία, είσαι υπόνομος
Με χιούμορ και (αυτο)σαρκασμό ο Κλέμενς Σίτκο περιγράφει τα αδιέξοδα και τα ζόρια όσων βρίσκονται στον πάτο της γερμανικής κοινωνίας. Διατείνεται ότι το σεξ των Γερμανών διαρκεί κατά μέσο όρο περίπου τρία λεπτά, απαριθμεί 99 λόγους που η επανάσταση δεν θα συμβεί στην εύκρατη ζώνη και καλεί τη Γερμανία να ξεγυμνωθεί και να συνειδητοποιήσει ότι είναι θνητή. Κείμενο: Jazra Khaleed, Μετάφραση: Jazra Khaleed, Entehrendame

Tomas Sidoli: Ένας οποιοσδήποτε
Στο έργο του Βέλγου ποιητή κάποιοι ανακαλούν, ανιστορούν και αναλογίζονται, αναπαριστούν αυτό που δεν είναι, αυτό που δεν υπάρχει ή που δεν υπάρχει πια, εκείνο που δεν ήταν ή δεν υπήρξε, που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η ποίησή του έχει καταβολές στα χιμαιρικά τοπία όπου η παρουσία νοσταλγεί την απουσία, στους μη τόπους όπου η απουσία συμπληρώνει και νοηματοδοτεί την ύπαρξη, σε μια ζώνη σκιάς. Κείμενο-Μετάφραση: Abat-jour

Ποιήματα: Αντώνης Αντωνάκος, Νίκος Βιολάρης, Δήμητρα Κατιώνη, Αντωνία Κοσένα, Άγγελος Κυρίου, Λεύκιος, κ. λλάμα, Παυλίνα Μάρβιν, Τάσος Στεργίου, Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Γιώργος Τσιόγγας, Πύρρων ο Ύστερος, Νάντη Χατζηγεωργίου, Ωμέγα.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Άννα Γιαρμενίτη
 
Κοπιάστε στα:
Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών [με κουτί ενίσχυσης]
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη κτήματος Πραπόπουλου, Προφήτη Ηλία 49 [με κουτί ενίσχυσης]
Κ*ΒΟΞ, Αραχώβης & Θεμιστοκλέους [με κουτί ενίσχυσης]
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 [με κουτί ενίσχυσης]
Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22 [με κουτί ενίσχυσης]
Μικρό Καφέ, Αραχώβης 38 [με κουτί ενίσχυσης]
Λοκομοτίβα Βιβλιοκαφέ, Μπόταση 7 [με κουτί ενίσχυσης]
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37
Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62
Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος, Πλατεία Καρύτση 3
Βιβλιοπωλείο Σπόρος, Δροσίνη 7

Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com

Max Ritvo, Αιώνες (Aeons)

aeons_cover

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν η βραβευμένη από την Poetry Society of America ποιητική συλλογή Αιώνες (Aeons) του Max Ritvo, σε μετάφραση και επιμέλεια της συντακτικής ομάδας του Τεφλόν.

Ο Μαξ Ρίτβο, τον οποίον παρουσιάσαμε στο τχ. 12 του περιοδικού, γεννήθηκε το 1990 στο Λος Άντζελες. Από μικρή ηλικία έπασχε από το σάρκωμα του Ewing, μια σπάνια μορφή καρκίνου των οστών. Ποιήματα, συνεντεύξεις και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί σε διακεκριμένα περιοδικά όπως τα The Los Angeles Review of Books, New Yorker, Poetry, Boston Review και Yale Literary Magazine. Σπούδασε ποίηση στο Πανεπιστήμιο Γέιλ και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Έφυγε από τη ζωή στις 23 Αυγούστου 2016.

[ Λίγα λόγια για το βιβλίο ]

Στους Αιώνες ο Ρίτβο περιστοιχίζεται από πρόσωπα σε ένα σύμπαν μέδουσα. Το όνομά του βρίσκεται στο στομάχι μιας χήνας. Η γλώσσα είναι ένα φύλλο που σκίζεται, ένα βουλωμένο υδραγωγείο. Οι επιθυμίες δεν φωτίζουν στιγμιαία την οθόνη του μυαλού αλλά χρωματίζονται αργά καθώς περνούν μέσα από το σώμα. Το σώμα που είναι άλλοτε ουρανός, άλλοτε καβούκι, άλλοτε ύφασμα. Η βελόνα του πικάπ εισχωρεί στο κεφάλι. Στην καρδιά φυτρώνουν νύχια. Το δέρμα βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με τον φλοιό και τον οπό των δέντρων. Το μυαλό είναι ένα μαύρο γάντι. Ο βολβός της τρίχας κάτι που μασιέται μέχρι να βγάλει χυμό. Το αίμα χαρούμενο κι εξουθενωμένο. Ο θάνατος καρδιοκατακτητής.

Η ποίηση του Ρίτβο αποτελεί θαυμαστό μείγμα αμεσότητας, εμβρίθειας, γρίφων, επινοήσεων, ενσαρκώσεων και εκλάμψεων. Πότε φασκιωμένη με τη ζεστασιά των θηλαστικών και πότε «δέσμη καθάριο νερό που εκρήγνυται» κρύβει μέσα της «μια ελπίδα σε σχήμα πουλιού». Στους διαδρόμους των νοσοκομείων ο ποιητής παρατηρεί ψύχραιμα και διερευνητικά το μαβί διάχυτο φως ενός επικείμενου θανάτου˙ ξαπλωμένος ανάσκελα στον τομογράφο τού στέλνει φιλιά.

[ Δείγμα Γραφής ]

Σκέϕτηκα ότι θα κατανοούσα τον κίτρινο κεραυνό
σε μια ζωγραϕισμένη καταιγίδα –
τον αποϕασιστικό τρόπο με τον οποίο εξαϕανίζεται
καθώς ϕαντάζομαι τον εαυτό μου να εκσϕενδονίζεται
με το κεϕάλι στον πίνακα.

Αντ’ αυτού έχω αυτή την εικόνα δυσαρέσκειας,
σκέψη που δεν εγείρεται, αλλά χωρίζεται στα δύο
στην αναπάντητη ερώτηση του κεραυνού,

το μυαλό μου
ένα μαύρο γάντι
που το περνάς για άντρα
στη μέση μιας χιονοθύελλας

***

Έτσι τώρα εκείνος καταλαβαίνει λάθος, θυμάται
τα δάχτυλα, νιώθει έρημος.
Από κάτω του κολυμπούν κυανόπτεροι τόνοι με
πενήντα μίλια την ώρα,
γρήγοροι και αόρατοι σαν τα κατεργάρικα δάχτυλα.
Αυτές οι θαλάσσιες ραϕές, αυτοί οι μαυριδεροί
μανδύες εντέρων,
είναι τόσο γρήγοροι όσο και οι σκέψεις του ψαρά.
Καθώς η σκέψη προχωρά μπροστά,
ένα νέο ψάρι ανεβαίνει μέχρι την καρίνα της
αγκυροβολημένης βάρκας –
ποιητική συνενοχή μεταξύ πολλών,
ποιητική συνενοχή των σιωπηλών,
νανούρισμα μέσα σε άλλο νανούρισμα.

***

ΣΥΜΠΑΝ ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΗΜΑΣΤΑΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ

Μου δόθηκε ανταμοιβή:
Εσείς οι δύο θα επιλέξετε
πού θα αναπαυθώ.

Είμαστε τρεις γλυκύτατοι κυνηγοί με το βλέμμα καρφωμένο
στον ποτισμένο με λίπος βούρκο.

Στο βάθος κάθε τρύπας από σφαίρα
αναζητούμε τον φακό του γυαλιού

που θα ανατίναζε το είδωλο
της λείας μας.

Είναι ένα χαστούκι δυνατού αέρα.
Κοιτάμε ψηλά
το ιλαρό φεγγάρι.

Πέφτω κάτω στη λευκή λάσπη.

Όταν η αναπνοή παίρνει να γίνεται άρρυθμη,
γαργαλήστε με, πολυαγαπημένοι μου –
προκειμένου η αρρυθμία να μπερδευτεί.

***

ΟΠΩΣ Η ΕΥΑ

Κρατώ το σώμα απ’ το οποίο φύτρωσα˙
το πλευρό σου είναι ο λάκκος μου.

Είμαι ένα ημισέληνο στεφάνι από φύλλα˙
ο ομφαλός σου εκπνέει αυτές τις λέξεις.

Little birds playing with the fences:which side is the outside?

I Christina's avatarLetter Cravings

What would a poem be
if it was never, at least by someone,
read out loud?
What would be the love
that was only strictly contained
in its own boundaries?
What if the kid
that is crying and screaming
on the top of its voice
was actually at some point understood?
What if I was heard?
What if you were touched?
What if the universe works in two directions
and when things go wrong
it’s only its way of saying
that it cannot reach us,
not necessarily that we cannot reach it.
Maybe it’s its own way of complaining.
Maybe we need to let more things inside…
Maybe it’s our strength that frightens us.

(And in case you are still wondering.)
No side is the outside.
Once you are in, you are all in.

View original post