Στο που και που

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Στο που και που
γυρεύω στις λάσπες πυξίδες λαθραίες
δαγκωμένες στην άκρη, φαγωμένες λιγάκι.
Ακουμπώ σε βράχους που δε στηρίζονται πουθενά,
Είναι μια απάτη των ματιών η σταθερότητα που εμφανίζουν.
Χάνονται αν πάρεις τα μάτια σου, η ύπαρξη τους βασίζεται μόνο στη δική σου.
Οι σκιές κρατιούνται από το φόβο στα όνειρα
και μου πιάνουν κουβέντα.
Στο που και που. Μόνο στο που και που.
Υπολείπομαι φαντασίας όταν συνομιλώ με κάτι που μου μοιάζει,
ή τουλάχιστον με κάτι που γυρεύει κομμάτια μου,
ή είναι αυτά.
Ο φόβος.
Καλός συνομιλητής αν ξέρεις να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις.
Οι οπαδοί του ξέρουν από ενέδρες, αυτά τα χουμε ξαναπεί.
Στο που και που αντιμιλώ στις σκιές κι εκείνες αλλάζουν χρώμα,
ξεφυσούν κι από τα ρουθούνια τους βγαίνει η φωνή μου, εις διπλούν.
“Τι θα είσαι χωρίς εμάς;”
“Τι θα είστε χωρίς εμένα;”
Τις ξεκολώ, μία μία, κι ας μου πήρε χρόνια να τις…

View original post 9 more words

Γιώργος Μπουρλής, Αντί προλόγου

4dfa6c76-368b-4a7f-b5e2-72b73fa29e53

στις πολιτείες του κόσμου
η ιστορία δεν είναι πάντα ίδια
κι η ζωή δεν έχει στα συρτάρια της μόνο μπιζού,
ακριβά ουίσκι, τραπεζικά βιβλιάρια,
ιδιωτικά σχολεία και μέρες που σέρνονται δίχως
να τις ξαναζεί μετά κανείς.
στις πολιτείες του κόσμου υπάρχουν και μανάδες που
αρνούνται να ράψουν κάλτσες για ετοιμοθάνατους
και τα χαμόγελά τους έχουν ξαστερώσει πια και
δραπετεύουν απ’ το πρόσωπο.
πατεράδες που σκαλίζουν μόνοι τους τα σχήματα στα
σύννεφα και γεννοβολάν ανθρώπους μπλέκοντας
αρχαίες φωνές και ουρανό και ορυκτά και
χρυσή ύλη απ’ το διάστημα.
μεγάλες αδερφές φτιάχνουν με χιόνι καρβέλια ψωμί και
τους δίνουν ονόματα μελλοντικών αγαπημένων.
γυναίκες, γυναίκες περιμένουν κάθε ξημέρωμα να
ζωντανέψουν οι πεθαμένοι τους ποιητές,
και αυτοί ζωντανεύουν.

ένα παιδί σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του
για να χορτάσει περισσότερο κόσμο
κι ονειρεύεται να γίνει κάποτε ο ταχυδρόμος
που θα πηγαίνει τα γράμματα στο φεγγάρι.

*Περιλαμβάνεται ως Πρόλογος στο βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή.

b191514

Hermann Hesse, Το ξέρεις και συ;

George Krause, Christmas lights (1979)

George Krause, Christmas lights (1979)

Το ξέρεις και συ, ότι μερικές φορές
Στη μέση μιας έντονης τέρψης,
Σε μία γιορτή,σε μία φαιδρή αίθουσα,
Ξαφνικά πρέπει να σιωπήσεις και να φύγεις;
Ύστερα στην κλίνη σου πλαγιάζεις δίχως ύπνο,
Όπως κάποιος που ξάφνου τον βρήκε πόνος της καρδιάς.
Τέρψη και γέλια ανεμοσκορπίζονται σαν καπνός,
Κλαις, κλαις, χωρίς σταματημό-
Το ξέρεις και συ;

*Απόδοση: Βούλη Ζώγου
**Ο Έρμαν Έσσε (2 Ιουλίου 1877 – 9 Αυγούστου 1962) ήταν Γερμανός λογοτέχνης.

Τι είναι αυτό

An Lou's avatarcamera lucida

τι είναι αυτό που νοσταλγώ σαν να το γνώρισα
ξέχασα σαν να τo ‘χα ζήσει
το περιμένω σαν να μου το υποσχέθηκαν
το φοβάμαι σαν να με φοβέρισαν
και μοιάζει με νερό
που στην επιφάνειά του καθρεφτίζεται μια έρημος
κι είναι σκληρό σαν ατσάλι το νερό
ανατριχιάζει όμως συνάμα, τρέμει
γιατί μόνο αυτό ξέρει
με μια κίνηση να κρύβει και ν΄αποκαλύπτει
το τίποτα
Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ

Photo by Karin Rosenthal
11079058_763377943776792_2870709250198295671_n

View original post

3 ποιήματα, Dorothy Parker | μτφρ. Ασημίνα Λαμπράκου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

l

Η ανταμοιβή της κυρίας

Κυρία, μην αρχίζεις ποτέ, Κυρά
Κουβέντα με τη δική σου την καρδιά∙
Τις όμορφες λέξεις σου κράτα αγνές∙
Ποτέ μη μουρμουρίζεις αυτό που θες.
Τον εαυτό σου δείξε, με λόγο και κοψιά,
Γοργή σα ρυάκι και ρηχά.
Δροσερή να είσαι τόσο και γοργή όσο να πάς
Σαν από χιόνι τ’ Απριλιού, νιφάς∙
Λεπτή να είσαι και ζωηρή
Σαν από κερασιά του Μαγιού, ανθί.
Κυρία, μη μιλήσεις ποτέ, Κυρά
Για τα δάκρυα που σου καίνε την παρειά –
Ποτέ δεν θα τον κερδίσει αυτή
που οι λέξεις της έδειξαν πως να χάνει, έχει φοβηθεί.
Σοφή να είσαι και μακριά από θρήνο μοιραίο,
Θα αποκτήσεις (έτσι) το παλικάρι σου το ωραίο.
Σοβαρή μην είσαι, ούτε αληθινή,
Κι η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί –
Κι αν αυτό σε κάνει να νοιώθεις τυχερή
Η πρώτη που το πέτυχε, θα είσαι εσύ, παιδί.

View original post 732 more words

Αλέξης Αντωνόπουλος, Η σιωπή της Βεατρίκης

salvatore

Και ποιος σου λέει ότι ο Δάντης
δεν της έφερε κρυφά τον Θάνατο;
Ν’ αφουγκράζεται ο Ποιητής
για πάντα τον Παράδεισο
μέσα απ’ τη σιωπή της.

Και ποιος σου λέει ότι τα έντομα
δεν συναντάνε τον Θεό
πριν τα κάψει η λάμπα;
Κι ότι για τα έντομα
δεν αξίζει;

Σ’ έναν μου εφιάλτη, το αεροπλάνο έπεφτε.
Θα πέθαινα. Μήπως πέθανα και τώρα-
Θα πέθαινα. Και τα ερωτηματικά ήταν εκεί, μα
δεν άφηνα τη ζωή να τελειώσει έτσι.

Ενώ το αεροπλάνο έπεφτε,
μια τελεία, ξανά και ξανά,
η ίδια τελεία, ξανά και ξανά,
έπνιγε όλα τα ερωτηματικά.

“Έχω αγαπήσει.
Έχω αγαπήσει.
Έχω αγαπήσει.”

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Ron Sakolsky: Hands Off ‘Surreal’

Robert Graham's avatarRobert Graham's Anarchism Weblog

Max Ernst 'L'ange du foyer' Max Ernst ‘L’ange du foyer’

Miriam-Webster has declared “surreal” the word of the year for 2016. As Ron Sakolsky argues below, they don’t seem to know what the word means, which doesn’t inspire a lot of confidence in their dictionary. At least they didn’t choose “anarchy”!

surreal-dictionary-com_

HANDS OFF THE WORD “SURREAL”!

The enemies of poetry have always been obsessed with making it a slave to their immediate ends. They see jet bombers without thinking of Icarus.

Benjamin Péret

On December 19, 2016, the gatekeepers of discourse at Miriam-Webster Dictionary named “surreal” as its Word of the Year.

Far from taking this dubious distinction as a compliment, the living surrealist movement is appalled by Webster’s simplistic, distorted and one-dimensional characterization of the term “surreal” as being relegated to descriptions of disaster situations. As surrealists, we must speak for ourselves to provide a larger surrealist context for understanding the deeper questions of…

View original post 384 more words

Όταν μαλώνουν τα βουβάλια… Για έναν πρόσφατο διάλογο της Ένωσης Ελληνικού Βιβλίου με τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων

buffalo-fight-3

Στο τελευταίο ενημερωτικό δελτίο (δείτε το εδώ) που κυκλοφόρησε η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου (ΕΝΕΛΒΙ), η πιο πρόσφατη και μεγαλύτερη από τις ενώσεις εκδοτών βιβλίου, με την οποία είναι γνωστές και δημοσιοποιημένες οι όχι ακριβώς αγαστές σχέσεις μας κατά το παρελθόν, πληροφορηθήκαμε ότι η Ένωση είχε το τελευταίο διάστημα μια πολύ επιμορφωτική επικοινωνία με τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ), από την οποία ζήτησε α) εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ 6% σε όλα τα στάδια παραγωγής του βιβλίου και β) εξαίρεση των μεταφραστών, επιμελητών και εικονογράφων από τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, που σημαίνει απαλλαγή των υπηρεσιών τους από ΦΠΑ. Θα δούμε στη συνέχεια, εκτός από την απάντηση της ΓΓΔΕ, κυρίως με ποιους όρους διεξάχθηκε αυτός ο διάλογος και τι σημαίνει για όλους εμάς, τους εργαζόμενους μεταφραστές, επιμελητές και διορθωτές στην Ελλάδα σήμερα.

Κατ’ αρχάς, η ΓΓΔΕ απάντησε αρνητικά και στα δύο αιτήματα της ΕΝΕΛΒΙ, με μία εξαίρεση: η εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ αναγνωρίζεται μόνο στις εκτυπωτικές εργασίες καθετοποιημένων μονάδων (δηλαδή μεγάλων τυπογραφείων), με την αιτιολογία ότι «εκτελούνται από επιχείρηση με δικά της υλικά κατ’ εντολή του πελάτη» και έτσι «δεν συνιστούν υπηρεσίες φασόν, αλλά στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι συντελείται παράδοση βιβλίων, εφημερίδων ή περιοδικών και εφαρμόζεται ο συντελεστής ΦΠΑ στον οποίο υπάγεται το αγαθό βάσει της δασμολογικής κλάσης στην οποία κατατάσσεται» (σ. 7 του ενημερωτικού δελτίου της ΕΝΕΛΒΙ). Ήδη βλέπει κανείς εδώ πώς για το κράτος αρκεί να «θεωρείται» το κρέας ψάρι για να γίνεται κιόλας: το τύπωμα βιβλίων από μεγάλες καθετοποιημένες μονάδες αναβαπτίζεται και μετατρέπεται σε «παράδοση βιβλίων κλπ.», πράγμα που οδηγεί στην απαλλαγή των επιχειρήσεων αυτών από τον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ και στην υπαγωγή τους στον ευνοϊκό μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ του βιβλίου (6%). Έτσι άλλωστε και το προϊόν βιβλίο καταλήγει να έχει ασήμαντο υλικοτεχνικό κόστος για τους μεγαλοεκδότες (οι οποίοι κατά τα λοιπά μάς καλούν να γίνουμε συμμέτοχοι στις «απώλειές» τους «λόγω κρίσης»). Ας κρατήσουμε αυτή τη… μεθοδολογία του κρατικού μηχανισμού και αυτά τα οφέλη για τους εκδότες, και ας περάσουμε στο σημαντικότερο για εμάς θέμα της διαμάχης ΕΝΕΛΒΙ-ΓΓΔΕ, αναφορικά με την εξαίρεση των συναδέλφων από τον ΦΠΑ.

Η απάντηση της ΓΓΔΕ περιέχει εξαρχής ένα αποκαλυπτικό στοιχείο: δηλώνει ότι η ΕΝΕΛΒΙ ζήτησε την εξαίρεση των μεταφραστών, επιμελητών και εικονογράφων βιβλίων από τις διατάξεις του ΚΦΔ «κυρίως λόγω του ότι πρόκειται για παράλληλη και περιστασιακή απασχόληση, η οποία ασκείται και από συνταξιούχους» (σ. 6)! Δηλαδή η ΕΝΕΛΒΙ, η ένωση των μεγαλύτερων εγχώριων εργοδοτών στον κλάδο του βιβλίου, της οποίας τα μέλη εμπορεύονται χιλιάδες τίτλους ετησίως, υποστήριξε επισήμως στο ελληνικό κράτος ότι ουσιαστικά όλα τα βιβλία στη χώρα μεταφράζονται, διορθώνονται, εικονογραφούνται (κοινώς: παράγονται) από «παράλληλα και περιστασιακά απασχολούμενους, καθώς και από συνταξιούχους». Τα θαυμαστικά δεν φτάνουν για να σχολιάσουν το επιχείρημα αυτό… Στην πραγματικότητα, η ΕΝΕΛΒΙ ήθελε να πει ότι οι συνάδελφοι μεταφραστές, επιμελητές, διορθωτές, εικονογράφοι είναι, ή ακριβέστερα πρέπει να θεωρούνται, από τυχάρπαστοι έως ανύπαρκτοι, χομπίστες, κομήτες, βαριεστημένοι ανεπάγγελτοι, εισοδηματίες – με δυο λόγια, κοινωνικές κατηγορίες που περί άλλα τυρβάζουν (και υπό τις άλλες τους ιδιότητες φορολογούνται, αναγνωρίζονται κοινωνικά, ζουν, σε τελευταία ανάλυση), συνεπώς α) δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον από δημοσιονομική άποψη και β) καλώς πληρώνονται ψίχουλα, στη χάση και στη φέξη. Αυτοί οι αόρατοι εξωγήινοι, κατά την ΕΝΕΛΒΙ, λογικό είναι να απαλλάσσονται από βάρη όπως ο ΦΠΑ, ώστε να είναι και με τη βούλα τόσο φτηνοί όσο επιτάσσει η αλλοπρόσαλλη κατάστασή τους.

Μπροστά σε αυτά τα τραγελαφικά, η απάντηση της ΓΓΔΕ φαντάζει μνημείο ορθολογισμού όσο και κυνισμού: λέει, με λίγα λόγια, στην ΕΝΕΛΒΙ ότι από τον ΦΠΑ εξαιρούνται μόνο οι μισθωτοί, ενώ όλοι οι άλλοι, μεταφραστές, επιμελητές, εικονογράφοι, όσο παρδαλούς κι αν θέλει να τους παρουσιάζει η ΕΝΕΛΒΙ, θα θεωρούνται επιχειρηματίες και θα υπάγονται στο κανονικό καθεστώς του ΦΠΑ. Αν δε η ΕΝΕΛΒΙ επιθυμεί να εξαιρεθούν οι συνάδελφοι από μια τέτοια φορολογική επιβάρυνση, δεν έχει παρά να τους προσλάβει, υπό την έννοια με την οποία ορίζει το κράτος τη σχέση εξαρτημένη εργασίας (σ. 8):

Ειδικότερα, ως προς την ύπαρξη σχέσης εξάρτησης, έχει γίνει δεκτό από την Υπηρεσία μας ότι από τον έλεγχο των πραγματικών περιστατικών θα πρέπει να διαπιστώνεται ότι πληρούνται αθροιστικά τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

– Η υπηρεσία να παρέχεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο,
– να εκτελείται σύμφωνα με τις οδηγίες, τις εντολές και την εποπτεία του εργοδότη,
– την ευθύνη για το αποτέλεσμα της υπηρεσίας να την έχει ο εργοδότης,
– να υπάρχει διαρκής απασχόληση και φυσική παρουσία του παρέχοντος στους χώρους εργασίας του εργοδότη ή στους χώρους που υποδεικνύονται από αυτόν,
– η αμοιβή να καταβάλλεται περιοδικά (π.χ. μηνιαία).

Ιδού λοιπόν τι λένε μεταξύ τους τα βουβάλια, εργοδότες και κράτος: οι μεν ισχυρίζονται ότι οι «εξωτερικοί συνεργάτες» τους που παράγουν το προϊόν βιβλίο είναι περαστικοί απ’ τον χώρο, άρα θα όφειλαν να είναι φτηνοί κι αφορολόγητοι, οι δε ανταπαντούν ότι είναι επιχειρηματίες, εκτός αν γίνουν μισθωτοί κατά το πρότυπο των βιομηχανικών εργατών και των δημοσίων υπαλλήλων, διότι άλλη εξαρτημένη σχέση εργασίας δεν υπάρχει (την ώρα που χιλιάδες εργαζόμενοι στην Ελλάδα και εκατομμύρια διεθνώς δουλεύουν ακριβώς υπό «άλλες» εξαρτημένες σχέσεις εργασίας, από το σπίτι, με ασφυκτικές προθεσμίες, αμοιβές πείνας, πληρωμές μία στο τόσο, χωρίς κανένα εργασιακό ή/και ασφαλιστικό δικαίωμα). Για τα βουβάλια, ανάμεσα στους επιχειρηματίες και τους αόρατους υπάρχει το κενό μηδέν, που διακόπτεται μόνο από την πρόκληση-κλείσιμο του ματιού του κράτους προς την εργοδοσία να αρχίσει να γεμίζει το κενό αυτό με προσλήψεις. Για τις οποίες προσλήψεις, βέβαια, αμφότερα τα μέρη γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ, αφού οι μεν εργοδότες απλώς θέλουν να κάνουν ακόμα πιο φτηνούς τους αόρατους «εξωτερικούς» τους, το δε κράτος έχει ήδη βρει τον τρόπο να χαρατσώνει αλύπητα όσους βαφτίζει «επιχειρηματίες», άρα κανένα μέρος δεν έχει συμφέρον από την ενίσχυση της μισθωτής εργασίας με την παραδοσιακή έννοια του όρου.

Ας πάρουμε όμως για λίγο τον λόγο κι εμείς, τα βατράχια. Αυτοί που μας θέλουν αφενός να δουλεύουμε σαν ακραία υποτιμημένοι παρίες και αφετέρου να πληρώνουμε χαράτσια σαν φτασμένοι μπίζνεσμεν –και αμετανόητοι «φοροφυγάδες»– θα έπρεπε να έχουν υπόψη τους ότι αντλούν δημοσιονομικές «υπεραποδόσεις» και συντηρούν την κερδοφορία τους με δανεικά δικά μας: τα χρήματά μας, τον κόπο μας, τον χρόνο μας, τις γνώσεις μας, την εργασία μας. Βαφτίζοντάς μας οι μεν ανεπάγγελτους, οι δε «επιχειρηματίες», μας υποχρεώνουν να τους θυμίσουμε ότι τα βατράχια (σε αντίθεση με τα βουβάλια) έχουν την ακατανίκητη συνήθεια να μεταμορφώνονται: γι’ αυτό, όσο δεν μας σέβονται, καλά θα κάνουν να μας φοβούνται.

Σε όλους τους υπόλοιπους… καλές γιορτές!

*Αναδημοσίευση από το μπλογκ του Συλλόγου Μεταφραστών Επιμελητών Διορθωτών στο http://www.smed.gr/2016/12/blog-post.html#more

Beau Smith, Copper frog

Beau Smith, Copper frog

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Η ερωμένη του Φίλωνος

Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος στη μοναδική σωζόμενη φωτογραφία του

Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος στη μοναδική σωζόμενη φωτογραφία του

Σας βεβαιώ περιπαθώς να γράψω εμελέτων,
και είχον θέμα λετοιμον κ’ εμπνεομένου στάσιν
Οπότε έλαβαν φαιδράν οι στοχασμοί μου φάσιν
Κ’ εκάγχασα την τραγικήν φενάκην καταθέτων.

Χθες έτυχε σχολαστικόν ερώντα ν’ απαντήσω,
Εκφράζοντα το πάθος του προς την πεφιλημένην,
Πώς ήρχισε νομίζετε; προσβλέπων την Ελένην
Σε αγαπώ, εφώνησεν, ο μέλλων αγαπήσω.

Κ’ εκάγχασα την τελετήν αυτήν αναπολήσας
Αλλά ησθάνθην προς αυτόν παλμούς ευγνωμοσύνης
Ως αποτρέψαντ’ απ’ εμού το βέλος της οδύνης
Με κλίσιν ρήματος το πυρ του έρωτος συγχύσας.

Διότι είναι μέγιστος ο άνθρωπος εκείνος
Ο προκαλών μειδίαμα, το έαρ, εις τα χείλη
Ευγνωμοσύνην ο θνητός και στέφανον οφείλει
Πού είναι το μειδίαμα; είναι παντού ο θρήνος.

Αρκεί, αρκεί ο στεναγμός ον η πραγματικότης
Εκ της καρδίας αποσπά ροφώσα την καρδίαν
Προς τι να διεγείρωμεν κ’ ημείς την αθυμίαν;
Προς τι το δάκρυ; αρκετά θρηνεί η ανθρωπότης.

Λοιπόν… αλλά τι έλεγον; δεν ενθυμούμαι πλέον
Η λήθη είναι αδελφή με την ευγνωμοσύνην
Και πάντοτε εις την αυτήν αποκοιμώνται κλίνην
Την χάριν ελησμόνησα εντός λεπτών, βραχέων!

Ναι λησμονώ ενίοτε, αλλ’ ό,τι λησμονείται
Την ερωμένην μου της χθες, της αύριον τα χρέη
Και τα βιβλία των σοφών εφ’ ών η λήθη κλαίευ
Θέλετε μήνιν; τοκισταί προτρέπω να γενήτε.

Και ήδη άνευ θέματος διέμεινα, να παύσω;
Αλλά οι λογιώτατοι ζητούν αρχήν και τέλος
Και είμαι λίαν ευπαθής προς των σοφών το βέλος
Αρκεί απλώς να τους ιδώ ίνα την λύραν θραυσω.

Την των ονείρων υπερβάς ο Φίλων ηλικίαν
Πολύ ηγαπησεν, αλλά ολίγον ηγαπήθη
Πολλάκις όρκους έρωτος ακούων εκοιμήθη
Και ερωμένος προδοθείς ηγέρθη τη πρωΐαν.

Αλλ’ επί τέλους και πιστήν απήντησ’ ερωμένην
Πιστήν ως εις τους ποιητάς εμμένει η πενία
Το ψεύδος εις τους συγγραφεις και η ανοησία
Πιστήν ως ο υπάλληλος εις θέσιν ναρκομένην.

Οι ποιηταί οι ψάλλοντες το όμμα και τα χείλη
Την κόμην και τας παρειάς τον πόδα και τας χείρας
Προ ταύτης πάσας τας χορδάς θα έθραυον της λύρας
Δε έχει τίποτ’ εξ αυτών του Φίλωνος η φίλη.

Και την ηγάπα προσφιλώς κ’ επίσης ηγαπάτο
Κ’ εις της ζωής τας ατραπούς εβάδιζον συγχρόνως
Και ήτο σύντροφος κοινός ο βίος και ο πόνος
Και εις εκείνην η ζωή αυτού αντανεκλάτο.

Πιστή, εις τον αιών’ αυτόν τον μέγαν! ποία χλεύη
Με τας ρυτίδας παλαιών αιώνων εκοσμείτο
Και είχε μεσαιωνικάς αρχάς; λοιπόν τις ήτο;
Ο Φίλων την σκιάν αυτού περιπαθώς λατρεύει.

Γελάτε; αλλά θλιβερά δεν είναι η ειρωνεία;
Ο Φίλων μάτην πανταχού την πίστην ερευνήσας
Και ουρανόν και θάλασσαν και γην ανακινήσας
Ηράσθη της σκιάς αυτού εν τη αποτυχία.

Γεννάται αύτη με ημάς, ακολουθεί παν βήμα
Και εις ημέρας εορτής και εις ημέρας πένθους
Σκιρτώμεν και αυτή σκιρτά και ομοιάζει ένθους
Αν πάσχωμεν της συμφοράς αναλαμβάνει σχήμα.

Ουδέποτε μνησικακεί, μας αγαπά λαθραίως
Περί το σώμα στρέφεται, συστέλλεται, απλούται,
Ως φύλαξ απειλητικός ενίοτε ορθούται
Και είναι πρώτος φίλος μας και παάλιν τελευταίος.

Ιδέτε πώς εκτείνεται ισχνή και τεθλιμμένη
Εις την ακτίνα την ωχράν του δύοντος ηλίου
Πριν εις το σκότος βυθισθή το πλήρες μυστηρίου
Εις την μακράν αυτήν σκιάν ο θάνατος προσμένει.

Όταν το σώμα εκταθή εις την εσχάτην κλίσιν
Κατά τον τύπον έπεται των φίλων συνοδεία
Πλην παραλλήλως άλλη τις ακολουθεί κηδεία
Σκιαί τεσσάρων την σκιάν κομίζουσιν εκείνην.

Και ούτω βαίνει με βραδύ και τεθλιμμένον βήμα
Ουχί ως σύζυγος Ινδού, η βία καιομένη
Αλλ’ εκουσίως τον ουδόν του τάφου καταβαίνει
Και καταπίπτει μεθ’ ημών νεκρά υπό το μνήμα.

Ω μόνε σύντροφε πιστέ του ανθρωπίνου βίου
Δεν είσαι έλλειψις φωτός και σύμβολον του πόνου
Του μεθ’ ημών βαδίζοντος δια παντός του χρόνου
Έως ού χάση η ψυχή το θάλπος του ηλίου;

*Για περισσότερα στοιχεία, παραθέματα, αντιπροσωπευτικά έργα και παρουσίαση του ποιητή πηγαίνετε εδώ: http://www.palinodiae.com/dhmhtrios-paparrhgopoulos/

ta-apanta-tou-paparigopoulou-palinodiae

Βλαδίμηρος Μαγιακόβσκι, Σύννεφο με παντελόνια

Le grand écrivain's avatarΚΕΝΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

024_001

Владимир Маяковский – ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ

(7 Ιουλίου 1893 – 14 Απριλίου 1930)

—

ΣΥΝΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ
Τετράπτυχο
(Αποσπάσματα)

Απόδοση Γιάννη Ρίτσου – Άρη Αλεξάνδρου

Σ’ εσένα Λίλη

—

Πρόλογος

—

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
—
Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχειά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.
—
Εσείς οι αβροί!…
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
—
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς…

View original post 1,239 more words