Για μια καλή νέα χρονιά.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

είμαι όσα μου δόθηκαν

είμαι όσα μου δόθηκαν, μια στάλα κόκκινο στο απέραντο του μπλε, ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα. ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω, με το δικό μου όνομα γράφω για τον δικό σας πόνο, που ούτε δικός μου είναι ούτε δικός σας. δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ, γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν, γιατί εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι. τώρα απομένει να επιστρέψω εκεί που κάποτε ξεκίνησα, να επιστρέψω εκεί που οφείλω το εγώ που είμαι και που ποτέ δεν γνώρισα.

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο   -1999

Καλή χρονιά σε όλο τον κόσμο με λίγη ποίηση, μήπως και ξαναβρούμε τους εαυτούς μας, που έχουμε χάσει μέσα στην ατέλειωτη βαρβαρότητα του καπιταλισμού.

View original post

Valli Poole, Parvus

valli1042

μαύρο πουλί την αυγή
πόσο γρήγορα δυναμώνει το φως
με το τραγούδι του

στην έρπουσα ομίχλη
ξυλαράκι το ξυλαράκι
εξαφανίζεται

με ζυμωμένη χοντράδα
μια χελώνα σ’ ένα περιστέρι κρώζοντας
κάθονται τρία στη σειρά

χουφτωμένα αυτιά
να συλλέξει
των διερχόμενων τρένων
κάθε λεξιλόγιο

άδειο κλουβί πουλιού / ένα πεθαμένο κτήμα

ένα χάσμα στην αιχμή της κυκλοφορίας
το τραγούδι του μαύρου πουλιού
μπλοκάρεται

χειμωνιάτικη παγωνιά
το κοκατού* σταματά
στην ανάσα μου

κιτρόδεντρο καφίρ
στον κήπο
της παλιάς μπότας

πριν το φως
πριν το τραγούδι του πουλιού –
η πόλη πηδάει στο τρένο

κάτω από ένα ασημένιο φεγγάρι
τα αργυρά χνάρια του σαλιγγαριού
προβάλλουν

πρωί με καταχνιά –
σκιές διαπερνούν το πρόσωπό μου
κούκλες σκιών στον αέρα

τις ώρες μετά την έλευση της νύχτας
τα αστέρια, το φεγγάρι
μετά κάτι άλλο
μεταλλικό στον ουρανό

παγωμένο πρωινό
έξω από το τσαγερό
ξεραίνεται η κόκκινη ανάσα του ρόδου

καπέλα μαγισσών
ευθυγραμμίζονται στο πεζοδρόμια
περπατώ στο σωστό μονοπάτι

Ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασία / το χαμόγελό σου

ηλιακά φώτα τρεμοσβήνουν
ήχος μαύρου πουλιού στον φράχτη
ανυπόμονα για την άνοιξη

μετά τη βροχή
στο παραγώνι φλυαρώντας
δύο σκυλιά ροχαλίζουν

το τραγούδι του μαύρου πουλιού
βασανίζεται σε
μηχανές v8

*Κοκατού (Cockatoo): Είδος παπαγάλου που ζει στις Φιλιππίνες, την ανατολική Ινδονησία, τα Νησιά Σολομώντα, την Παπούα-Νέα Γουινέα και την Αυστραλία.

220px-eolophus_roseicapilla_-wamboin_nsw_australia_-adult-8-2cp

**Γράφτηκε και τυπώθηκε από την ποιήτρια σε ξεχωριστό βιβλιάριο μικρού σχήματος (τσέπης) τον Σεπτέμβρη του 2012 στη Μελβούρνη. Το σχέδιο του εξωφυλλου (που αναρτάται) είναι της Rosie Hingston (2012). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης, Αύγουστος 2016.

Sandro Penna, Ποιήματα

Ο Sandro Penna με τον Pier Paolo Pasolini

Ο Sandro Penna με τον Pier Paolo Pasolini

Η ζωή… είναι να θυμάμαι το θλιβερό
ξύπνημα σε ένα τραίνο, την αυγή: να έχω
δει έξω το αβέβαιο φως: να έχω νοιώσει
στο μουδιασμένο κορμί την παρθενική
και σκληρή μελαγχολία του τσουχτερού ανέμου.

Αλλά ακόμη πιο γλυκό είναι να θυμάμαι
την απροσδόκητη λύτρωση: δίπλα μου
ένας νεαρός ναύτης: το μπλε και το
άσπρο της στολής του κι έξω
μια θάλασσα νωπή από χρώμα.

*

Αν υποχωρήσει λίγο η νύχτα του καλοκαιριού,
θα προβάλλουν στην ακρογιαλιά
-γεννημένοι σιωπηλά όπως τa χρώματά της-
γυμνοί άντρες που ελαφρά πορεύονται.

Κι όπως ο άνεμος κινεί τη θάλασσα, το ίδιο
σπρώχνουν φωνάζοντας οι άντρες τις βάρκες,
σπρώχνουν τις βάρκες οι άντρες φωνάζοντας

Ανατέλλει πάνω στόoν τελευταίο ιδρώτα ο ήλιος.

*

Άρκεί στον έρωτα των εφήβων
η αίσθηση της κατοχής του ήλιου,
καθώς ακινητούν στη ζεστή άμμο.

Έτσι είναι όλα. Δεν έρχεται ένας δυνατός άνεμος
να ανατρέψει την εκτυφλωτική ηρεμία.

Το βράδι, στη σκιά της μητρόπολης,
με φωνές και φωνές παίζουν τα παιδιά.
Στη σιωπή όμως, είναι ανώφελη ακόμη

κι η φωνή τής καμπάνας.

*

Ήλιος δίχως σκιά πάνω σε ρωμαλέα
εγκαταλειμένα κορμιά. Κάθε αρετή σωπαίνει.

Αργά η ψυχή βυθίζεται -με τη θάλασσα-
μέσα σε φωτεινό ύπνο. Αίφνης
αναπηδούν -νεαρά νησίδια- οι αισθήσεις.

Η αμαρτία όμως δεν υπάρχει πια.

*

Αν πίσω απ’ το φωτισμένο παράθυρο
κοιμάται ένα αγόρι τη νύχτα του καλοκαιριού
κι ονειρευτεί…
Περνάει γρήγορο ένα τραίνο
και πάει μακριά.
Η θάλασσα είναι όπως πρώτα.

*

Η θάλασσα είναι καταγάλανη.
Η θάλασσα είναι γαλήνια.
Στην καρδιά είναι σχεδόν μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι γαλήνια.

*

Ο Έρωτάς μου ήταν γυμνός
στο ακρογιάλι μιάς ηχηρής θάλασσας.
Του παραστέκονταν
-ευνοϊκοί και πράοι-
εγώ κι ο καιρός.

Έπειτα τον έκλεψε ένα σπίτι
Μου τον λέρωσε μιά μελάνη. Απομένω
στο ακρογιάλι μιάς ηχηρής θάλασσας.

*

Ας με κρύψει το σκοτάδι κι ο γλυκός άνεμος.
Άπ’ το σπίτι μου διωγμένος σε σένα ήρθα
ρομαντικέ μου φίλε, αργό ποτάμι.

Κοιτάζω τον ουρανό και τα σύννεφα και τα φώτα
των ανθρώπων πέρα εκεί, τόσο απομακρυσμένοι
πάντοτε από μένα. Και δεν ξέρω ποιον θέλω
να αγαπήσω τώρα πια, αν όχι τον πόνο μου.

Το φεγγάρι κρύβεται και μετά εμφανίζεται πάλι
-αργή υπόθεση άσκοπου κυνηγητού
πάνω απ’ το κουρασμένο για βλέμματα κεφάλι μου.

*Από το βιβλίο “Sandro Penna, Ποιήματα”, σε επιλογή, επιμέλεια και απόδοση Σωτήρη Παστάκα, στη σειρά “Το μικρό ΔΕΝΤΡΟ”, Αθήνα, Δεκέμβριος 1981.

pena006

Morris Rosenfeld, Το μέρος που θ’ αναπαυθώ

blog-rosenfeld-031011-1425711626

Μη με ζητάς μες στις μυρτιές που ανθούνε.
Δεν θα με βρεις εκει, μικρό μου και χρυσό.
Εκεί που οι ζωές στις μηχανές θα μαραθούνε
Είναι το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

Μη με ζητάς μες στα πουλιά που τραγουδάνε.
Δεν θα με βρεις εκεί, μικρό μου και χρυσό.
Εδώ μες στη σκλαβιά, με αλυσίδες να βροντάνε,
Είναι το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

Μη με ζητάς μες στις πηγές που αναβλύζουν.
Δεν θα με βρεις εκεί, μικρό μου και χρυσό.
Εδώ όπου δάκρυα κυλούν και δόντια τρίζουν,
Είναι το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

Μα αν μ΄ αγαπάς μ’ αληθινή αγάπη.
Να ‘ρθεις και να με βρεις, μικρό μου και χρυσό.
Δώσε χαρά σε μια καρδιά πληγές γεμάτη
Και γλύκανε το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

Ο Morris Rosenfeld (1862-1923) είναι το ψευδώνυμο του Moshe Jacob Alter, ενός απο τους πλεόν γνωστούς Εβραίους αναρχικούς. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Πολωνία, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και τη yeshiva (ανώτατο εβραϊκό εκπαιδευτικό ίδρυμα). Μελέτησε πολωνικά και γερμανικά. Το 1881 μετανάστευσε στις ΗΠΑ και μετά στο Λονδίνο όπου εργάστηκε ως κοπτοράπτης. Εκεί έγινε αναρχικός, μέλος του Burner Street Club, που ήταν υπό την επιρροή του Πέτρου Κροπότκιν. Το 1886 επανήλθε για οριστική εγκατάσταση στις ΗΠΑ όπου εργάστηκε ως σιδερωτής για 18 χρόνια στη Νέα Υόρκη. Έγραψε στις εφημερίδες Arbeter Frayed, Di Varhayt και Arbeter Zaytung, αλλά και σε μεγάλες εφημερίδες της διασποράς (όπως Der Morgenstern, New Yorker Yiddische Folkszeitung, Yiddische Folksbalatt και Der Taglicher Herold) και ήταν και συνεργάτης της σοσιαλιστικής Forverts (1900-1913). Οργάνωνε ποιητικές βραδιές στις εβραϊκές λέσχες. Η πολύ κακή κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να σταματήσει να εργάζεται ως σιδερωτής, μιας και κινδύνευε να τυφλωθεί, και ζούσε από την πώληση βιβλίων, συνεχίζοντας να γράφει. Το 1898 εκδόθηκε η συλλογή του “Τραγούδια του γκέτο” που μεταφράστηκε σε πέντε τουλάχιστον γλώσσες. Στη Νέα Υόρκη εκδόθηκαν η “Shriftn” (“Εκθέματα”) σεέξι τόμους (1908-1910), τα “Geweylte Shriftn” (“Επιλεγμένα”) σε τρεις τόμους (1912), οι λογοτεχνικές βιογραφίες του ποιητή Ερρίκου Χάινε και του μεσαιωνικού φιλοσόφου Ιούδα Χαλεβί (1906 και 1907, αντίστοιχα). Μια απο τις τελευταίες συλλογές του ήταν η “Lider” (“Τραγούδια”) που εκδόθηκε το 1920 στην ΕΣΣΔ. Μεγάλο μέρος του έργου του διατηρείτο στο Ινστιτούτο Προλεταριακής Κουλτούρας στο Κίεβο έως το 1930, αλλά μετά τις σταλινικές εκκαθαρίσεις χάθηκε οριστικά.

*Από το περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 34, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.

David Edelstadt, Δύο ποιήματα

edelstadt04

Οι σημειώσεις ενός προλετάριου

Μη με φωνάζεις ποιητή.
Του σκάρτου πλήθους δούλος είμαι.
Αυτό είμαι, κι ας ακουστεί
Σαν να είναι της τύχης ειρωνία.
Δεν έχω γεννηθεί για λάγνες άριες,
Για ρόδα, έρωτες και ομορφιά.
Δεν είμαι ποιητής μα προλετάριος,
Τέκνο της πάλης και της φτωχολογιάς!
Αγώνας για ψωμί η δική μου Μούσα,
Ο Παρνασσός μου η κόλαση της φάμπρικας.
Και το μνημείο μας λαμπρό το κρύβει η μαύρη μπλούζα:
Τ’ αδύναμα και άρρωστά μας σωθικά!
Να η χαρά γλυκιά και το σαράκι:
Των κόπων, των βασάνων οι καρποί,
Ποτάμια δάκρυα, αίμα και φαρμάκι,
Νέκταρ γλυκό που δούλους καρτερεί.

***

Η διαθήκη μου
Η Εβραϊκή Μασσαλιώτιδα

Καλοί μου φίλοι, όταν πεθάνω,
Τη σημαία μας φέρτε στον τάφο μου,
Τη λεύτερη σημαία μας στο κόκκινο
Βαμμένη με το αίμα των εργατών.

Κι εδώ κάτω από την κόκκινη σημαία
Το τραγούδι μου πείτε μου, αυτό της λευτεριάς.
Το τραγούδι “Στον αγώνα” που σαν αλυσίδες βροντάει
Των σκλαβωμένων Χριστιανών και Εβραίων.

Ακόμα και στον τάφο μου θ’ ακούω
Το τραγούδι μου της λευτεριάς και της μπόρας
Ακόμα και εκεί θα χύνω δάκρυα
Για σκλαβωμένους Χριστιανούς και Εβραίους.

Κι όταν ακούσω τα σπαθιά να βροντάνε
Στην τελευταία μάχη του αίματος και του πόνου
Από τον τάφο θα τραγουδώ στον κόσμο
να ενθαρρύνω την καρδιά του.

*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.
**Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 34, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.

David Edelstadt

«Ένας μεγάλος ποιητής και ένας από τους καλύτερους τύπους αναρχικών που έζησε ποτέ»
~ Emma Goldman

Σαν σήμερα, 9 Μαίου το 1866, γεννήθηκε ο Αμερικανο-Εβραίος αναρχικός και ποιητής Ντέιβιντ Έντελσταντ (Πεθ. 1892). Υπήρξε ένας από τους «ποιητές του κατέργου»  (συμπεραλαμβανομένων των Morris Rosenfeld, Morris Vinchevsky και Joseph Bovshover), ποιητές οι οποίοι ήταν εργαζόμενοι, δουλεύοντας σκληρά σε φρικτές συνθήκες εργασίας για δώδεκα ή και περισσότερες ώρες την ημέρα. Η πιο δημιουργική περίοδός τους ήταν μεταξύ του 1890 και 1900, έγραψαν ποιήματα με βάση τις δικές τους εμπειρίες εξέφρασαν την αλληλεγγύη των εργαζομένων και την επιθυμία για μια επαναστατική αλλαγή στις συνθήκες εργασίας των εργατών.
 
Ο David Edelstadt γεννήθηκε στην Καλούγκα της Ρωσίας, και σπούδασε την ρωσική γλώσσα και την λογοτεχνία, άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στα Ρώσικα σε ηλικία 12 ετών. Αφού διέφυγε από το πογκρόμ του Κιέβου, της 8ης Μαΐου του 1881, μετανάστευσε στην Αμερική το 1882,  έμεινε πρώτα στο Σινσινάτι, όπου και εργάστηκε στη βιομηχανία ενδυμάτων και δραστηροποιήθηκε στην ανάπτυξη του αναρχικού κινήματος. Το 1888 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου συνέχισε να δουλεύει σε κάτεργα και συμμετείχε στην πρώτη εβραϊκή αναρχική ομάδα της πόλης, την Pionire der Frayhayt (Πρωτοπόροι της Ελευθερίας).

Επίσης, άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα στα γίντις και επιλέχθηκε το 1891, για να γίνει ο συντάκτης της Yiddish αναρχικής εφημερίδας «Die Freie Areibeter Stimme» (Η Ελεύθερη Εργατική Φωνή), την οποία και επιμελούταν μέχρι το θάνατό του. Είχε επίσης συνεργαστεί με την «Die Wahrheit», την «Tfileh Zakeh», την «Varhayt» και  την «Der Morgenshtern», χρησιμοποιώντας συχνά το ψευδώνυμο Paskarel.
 
10177963_295350277290992_2819757069901455850_n

Οι στίχοι του Έντελσταντ τραγουδιόντουσαν σε κάτεργα και πορείες, απεικόνιζαν τις ατέλειες του κόσμου και την θαυμαστή ζωή που θα έρθει μετά την κοινωνική επανάσταση, πολλά από τα ποιήματα ήταν αφιερωμένα στους Μάρτυρες του Σικάγο. Πέθανε στις 17 Οκτωβρίου του 1892 στο Ντένβερ, σε ηλικία μόλις 25 χρονών, από φυματίωση (ο αδελφός και η κουνιάδα του πέθαναν επίσης από την ίδια ασθένεια), η οποία οφειλόταν στις δύσκολες συνθήκες στις οποίες ο ίδιος και οι συνάδελφοί του έπρεπε να υπομένουν. Θάφτηκε στον Κύκλο των Εργατών στο νεκροταφείο Golden Hill στο Ντένβερ.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μετά το θάνατό του πολλές πολιτιστικές ομάδες με το όνομα Έντελσταντ ξεπηδήσαν σε πόλεις σε ολόκληρη την Αμερική (Σικάγο, Βοστώνη, κλπ). Η Edelstadt Singing Society (Σύνδεσμος Τραγουδιού Edelstadt) ιδρύθηκε στη Νέα Υόρκη. Στην Αργεντινή, Εβραίοι αναρχικοί στο Μπουένος Άιρες έδωσαν μία πολιτιστική ομάδα το όνομα του.
 
*Μετάφραση/επιμέλεια: Αδέσποτος
**Πηγή: The bottled wasp pocket diary
https://kollectnews.org/2016/05/09/san-simera-david-edestaldt/

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Πρωτοχρονιά

Piter Artsen, Palinodiae

Piter Artsen, Palinodiae

εις μνήμη Γιάννη Δουβίτσα

Ανήκω στην ευάριθμη (για να μην πω στη μεγάλη, ή μάλλον στην πλειοψηφούσα…) ομάδα των νεοελλήνων αστών, η οποία ουδέποτε κατάφερε να χωνέψει όλες αυτές τις προκάτ ευχές, τους γλυκασμούς, τις (δήθεν) χαρές και συγκινήσεις των εορτών των Χριστουγέννων -εορτών, που (αν δεν κολυμπούσαμε σε ωκεανούς υποκρισίας) άνετα θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τον χαρακτηρισμό των πιο πληκτικών και θλιβερών ημερών του έτους.

Σήμερα, κάτι με τον δέκατο τρίτο μισθό, κάτι με τις ομαδικές εξόδους (και την συνακόλουθο τροχαία σφαγή), τις εκδρομές εν γένει και τις πανηγύρεις, το πράγμα κολάζεται κάπως -τα χρόνια, όμως, εκείνα με τις οικογενειακές και λοιπές συνάξεις, τη γενικότερη στέρηση και μιζέρια, το κρύο και τον συνήθως άθλιο καιρό, οι άγιες καλούμενες ημέρες ελάχιστα απείχαν από μια μείζονα ετήσια δοκιμασία.

Ευτυχώς, τότε, τα Χριστούγεννα ήσαν τουλάχιστον απαλλαγμένα από τα μεταγενέστερα δεινά – το θλιβερότατο και αήθες χριστουγεννιάτικο δέντρο, τη γαλοπούλα, τα ηλίθια και άχρηστα δώρα και τον ορυμαγδό της χυδαίας διαφήμισης, η οποία (εσχάτως) αρχίζει πριν καλά καλά τελειώσουν τα καλοκαιρινά μπάνια. Και τα κάλαντα, που έψαλλαν κατά τις παραμονές τα παιδιά, είχαν μια τρυφερή και αφοπλιστική ειλικρίνεια: προσέβλεπαν σε ένα μικρό χαρτζιλίκι, στην πραγματοποίηση ενός ελάχιστου ονείρου.

Θυμάμαι δύο αδελφάκια στη Νιγρίτα της Βισαλτίας, που με καθαρό μουτράκι και παγωμένα πόδια, βουτηγμένα στο χιόνι, χτύπησαν την πόρτα μας και άρχισαν να μέλπουν, ενώ αραιές μυξούλες τρέχαν πάνω στα χείλη τους:

Κόλιαντα, μπάμπω, κόλιαντα
δυο χιλιάδες πρόβατα
και πεντακόσια γίδια,
δώσε, θειά, καρύδια…

Μετά που τέλειωσαν, το κοριτσάκι άπλωσε την ποδίτσα του, περιμένοντας τα καρύδια…

Η μοναδική χαρούμενη γιορτή (οφείλω να ομολογήσω) ήταν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όταν πλήθη κόσμου, άπασα η μικρή πόλη όπου ζούσα, ανεβοκατέβαινε (υπό βροχήν, συνήθως) στους κεντρικούς δρόμους, με σφυρίγματα, πειράγματα κι αλαλαγμούς, ενώ τα παιδιά τραβολογούσαν τους γονείς στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, προκειμένου να εξασφαλίσουν το δώρο τους – καμιά σφυρίχτρα, ένα τόπι ή (σπανιότερα) μια φυσαρμόνικα.

Στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι οι περισσότεροι ήσαν κατηφείς, μελαγχολικοί και άκεφοι, ξενυχτισμένοι συνήθως στα χαρτιά ή στους επίσημους χορούς. Το κυρίως πιάτο ήταν κόκορας με μακαρόνια (μακαρόνια χοντρά, με βορβορώδη κόκκινη σάλτσα, κομμάτια ξύλου κανέλας και άφθονη μυζήθρα), που τα συνόδευαν με βαρελίσια φέτα και μπόλικο ντόπιο κρασί. Τα γλυκά δεν τα άγγιζε σχεδόν κανείς. Ύστερα πήγαιναν να γείρουν, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, για μερικές ώρες – οπότε, όταν ξυπνούσαν, είχε πια νυχτώσει για καλά και ουδείς εγνώριζε πώς να σπρώξει αυτό το βράδυ… Έτσι, περίπου, στην επαρχία του ’50.

*

Κι ερχόμαστε, τώρα, στη Θεσσαλονίκη, ως επιτυχόντες στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή, όπου παρουσιαζόμαστε στις 10 Νοεμβρίου. Το πανεπιστήμιο δειλά δειλά ανοίγει, αλλά εμείς πρέπει πρώτα να συμπληρώσουμε έναν αυστηρό κύκλο στρατιωτικής εκπαίδευσης 40 ημερών. Η πρώτη έξοδος ορίζεται για τα Χριστούγεννα, οπότε και θα έχουν ετοιμαστεί οι (επίσημες) μπλε στολές εξόδου.

Δεν κατάλαβα ποτέ από που ξεφύτρωσαν όλοι εκείνοι οι φτωχομπινέδες ράφτες, οι οποίοι άρχισαν να ράβουν τις στολές μας: σύντομα δημιουργήθηκε ένα πραγματικό χάος με πρόβες, διορθώματα, ξηλώματα, αναβολές, ματαιώσεις, βάτες, στενέματα, φαρδέματα, κ.ο.κ. -το μόνο σίγουρο ήταν ότι κατά τα Χριστούγεννα είχαν, μεν, ετοιμαστεί μερικές στολές, αλλά ουδεμία χλαίνη… Αποφασίστηκε, μετά από συσκέψεις και διαβουλεύσεις των ηγητόρων, η έξοδος να πραγματοποιηθεί χωρίς χλαίνη, ως επί φθινοπωρινής ευδίας!

Οι Θεσσαλονικείς, λοιπόν, και οι γύρωθεν φόρεσαν τις στολές τους και απήλθαν (κάπως μουλωχτά…) στα σπιτάκια τους, οι υπόλοιποι των μεμακρυσμένων περιοχών, ημείς, αναλάβαμε πάσα σκοπιά και πάσα υπηρεσίαν: η πρώτη μας έξοδος θα γινόταν ανήμερα την Πρωτοχρονιά.

Δεν θα μιλήσω, φυσικά, για εκείνα τα Χριστούγεννα, όπου στο μεγάλο εστιατόριο της Σχολής τοποθετήθηκε ένα τεράστιο δέντρο (πρώτη φορά βλέπαμε κάτι τέτοιο), δώρο της οικείας δασικής υπηρεσίας, το οποίο άρχισαν (χορωδοί και άλλοι καλλίφωνοι) να πατηκώνουν με στρώσεις βάμβακος (χιονίζει, δήθεν) και με άλλα ετερόκλιτα και ετεροθαλή μπιχλιμπίδια. Το βαμπάκι το κουβαλούσαν από το αναρρωτήριο, συσκευασμένο σε ωραία πακέτα, επάνω στα οποία αναγραφόταν με μαύρα παχειά γράμματα Βάμβαξ υδρόφιλος φαρμακευτικός.

Παρατηρούσα με δέος το χιονιζόμενο εκείνο δέντρο που επέτεινε την παγωνιά του χώρου: τα καλοριφέρ είχαν προ πολλού χαλάσει και, απ’ όσο θυμάμαι, το Γ’ Σώμα Στρατού ενέκρινε το σχετικό κονδύλι για την επισκευή τους περί τα μέσα Μαρτίου.

Φθάνουμε, έτσι, αισίως στην παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οπότε ομάδα αισιόδοξων καλλίφωνων πήρε σβάρνα πριν ξημερώσει (εποχούμενη σε ημιυπαίθρια ημιφορτηγά τριών τετάρτων, τύπου Dodge) την ηγεσία της Σχολής, τους καθηγητές των εξωπανεπιστημιακών μαθημάτων (δεν εξαιρέθηκε ούτε ο διδάσκαλος χορού), ψάλλουσα (η καλλίφωνος ομάς) τα κάλαντα.

Κατά το μεσημεράκι άρχισε να καταφθάνει (ή, μάλλον, να καταπλέει, καθότι έβρεχε καταρρακτωδώς) η κουστωδία των ραφτάδων, κομίζουσα άρον άρον και τις υπόλοιπες μπλε στολές: η παράδοση των χλαινών ανεβλήθη, και πάλι, για ευθετώτερο χρόνο…

*

Η Πρωτοχρονιά άρχισε με κάποια χαλαρότητα: η πρωινή γυμναστική παρελήφθη, αλλά αμέσως μετά το πρωινό ρόφημα άρχισε χορός κινητοποιήσεων, διότι στην επιστήμη επί των Νέω Ετει δοξολογία θα αποτελούσαμε το τμήμα αποδόσεως τιμών.

Φθάσαμε με άγριο βαρδάρη στο προαύλιο της Αγιάς Σοφίας στις 9: η δοξολογία είχε ορισθεί για τις 10.30.

Στη Σχολή επιστρέψαμε λίγο πριν από το πρωτοχρονιάτικο γεύμα, στο οποίο παρεκάθησε κατ’ εξαίρεσιν και ο Δοιηκητής. Μετά τις ευχές, τις ημερήσιες διαταγές, τις προσευχές, τα κάλαντα (πάλι η γνωστή ομάς) κ.λπ., άρχισε το σερβίρισμα του φαγητού.

Ήρθαν πρώτα οι σουπιέρες. Όταν δοκίμασα την πρώτη κουταλιά, μάταια προσπάθησα να εντοπίσω τη μυρουδιά εκείνης της σούπας. Ο τραπεζάρχης με αγριοκοίταξε, ώστε αναγκάστηκα να την καταπιώ… Ακολούθησαν πιατέλες, με κάτι τεράστια κουφάρια: ήταν γαλοπούλες γεμιστές (γεγονός που ερμήνευε εκ των υστέρων την απροσδιόριστη μυρουδιά και γεύση της σούπας), σαλάτα λάχανο, και κομπόστα ροδάκινο της ομοσπονδίας γεωργικών συναιτερισμών Θεσσαλονίκης. Το γεύμα έκλεινε με γαλακτομπούρεκο και φρούτο (πορτοκάλι).

Στις 3.30 συγκεκτρωθήκαμε με τις μπλε στολές για την πρώτη έξοδο. Μετά από ενδελεχείς και εξονυχιστικές επιθεωρήσεις, εδέησε να διαβούμε την πύλη της Σχολής.

Πήραμε με τον Νίκο το τραμ και κατεβήκαμε στην Τσιμισκή. Ο δρόμος ήταν έρημος, ο βαρδάρης είχε αγριέψει, τα μαγαζιά κλειστά, κάθε τόσο συναντούσαμε ανωτέρους και απονέμαμε τον οφειλόμενο χαιρετισμό… Σε λίγο ένιωθα τα πόδια με παγωμένα (φορούσαμε μαύρες κάλτσες μερσεριζέ, λεπτότατες, σχεδόν διαφανείς), αισθανόμουν λεπτούς κόκκους άμμου να τρυπώνουν στα παπούτσια μου. -Θα παγώσουμε, μου λέει ο Νίκος, και με παρέσυρε προς την παραλία, όπου το σπίτι μακρινού συγγενούς του, ανωτάτου στελέχους κρατικής υπηρεσίας.

Πάτησε το κουδούνι και, μετά από αρκετή ώρα, μας άνοιξαν. Το διαμέρισμα ήταν γεμάτο κόσμο, οι περισσότεροι έτρωγαν ακόμη, και μας κοίταξαν κάπως περίεργα. Η οικοδέσποινα μας σύστησε και μας πρόσφερε κουραμπιέδες και κονιάκ. Στο διπλανό δωμάτιο η κόρης της και μια παρέα νέων έπαιζαν τυφλόμυγα.

Ξαφνικά έγινε απόλυτη σιωπή. Στο κέντρο του τραπεζιού τεντώθηκε και άρχισε να ξεροβήχει ένας μεσόκοπος προγάστωρ, φημισμένος προπολεμικά (καθώς μας εξήγησαν ψιθυριστά και με δέος) βαρύτονος της Λυρικής. Ο (τέως) βαρύτονος, υπείκων στις παρακλήσεις των οικοδεσποτών που τον τραπέζωναν συχνά, εδέχθη να τραγουδήσει μερικά άσματα του συρμού.

Τον φάγαμε κι αυτόν στη μάπα καμιά ώρα. Όταν τελείωσε, όλοι σηκώθηκαν και, ένας ένας, άρχισαν να φεύγουν. Χαιρετήσαμε και φύγαμε και εμείς.

Είχε, πια, σκοτεινιάσει για καλά. Μη έχοντας που να πάμε (ουδείς των γηγενών μας είχε προκαλέσει σπίτι του), επιχειρήσαμε να κάνουμε και πάλι καμιά βόλτα. Μάταια – τρέμαμε από το κρύο και οι δύο. Κατευθυνθήκαμε δρομαίως στην πιο κοντινή στάση του τραμ, όπου και περιμέναμε αρκετή ώρα, προκειμένου να επιστρέψουμε στη Σχολή.

Όταν, επιτέλους, έφθασε επιβιβαστήκαμε με ανακούφιση. Την ώρα που ξεκινούσε το τραμ, στο διπλανό πεζοδρόμιο περπατούσε η παρέα της τυφλόμυγας, έχοντας στο κέντρο την κόρη της προ ολίγου οικοδέσποινας. Τη στιγμή που βρεθήκαμε στο ίδιο ύψος (εκείνη κοίταζε επιμόνως προς το μέρος μας), είδα τον Νίκο να ανταλλάσσει μαζί της νεύματα και χειρονομίες για κάτι κάπως αόριστο μεν, αλλά πάντως προσεχές, ή ακόμη και αμέσως επικείμενο.

*Την παρούσα πρωτοχρονιάτικη ιστορία βρήκαμε στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 339, 30 Δεκεμβρίου 2004.

**Το Κόσκινο την αναδημοσιεύει από τις Palinodiae http://www.palinodiae.com/ilias-x-papadimitrakopoulos/

Kαταχνιά | Αλέξανδρος Βαναργιώτης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

vanar

Γενέτειρα αίσθηση
Όλες οι οργανικές κατειλημμένες
στις περιοχές μετάθεσής σου
Χρόνια περιφέρομαι ως αναπληρωτής
σε λειτουργικά κενά
του έρωτα
χωρίς ελπίδα
μονιμοποίησης

View original post 57 more words

Ο έρωτας των παιδίσκων του χθες, είναι σήμερα… κυπαρίσσι | Θ. Δ. Τυπάλδος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

tipald

Θα είσαι πάντα εκεί που δε θα υπάρχεις
Δίχως πρόσωπο
Θα έχεις χίλιες δυο μορφές
Τα ραγισμένα σου χείλη
Θα φέρουν στη κόψη τους τη γύαλινη
Τα αποτυπώματα των δικών μου χειλιών
Το αίμα από τραγούδια άηχα
Το αίμα από παραστάσεις θεατρικές
Χωρίς ηθοποιούς
Δίχως σκηνικά
Με μελτέμια αποστραγγισμένα
Πάντα παντού
Πουθενά
Αόριστα τα κρίνη που σε κρήνες
Σαλεύουν και ομολογούν
Τη ματιά σου στο άπειρο

View original post 789 more words