О́сип Мандельшта́м (Οσίπ Μαντελστάμ) – Ερανίσματα από την ποίησή του

assets_large_t_420_1002878-jpg

Του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη   

Μία από τις πλέον τραγικές μα και συνάμα λυρικές μορφές της ρωσικής ποίησης των αρχών του 20ού αιώνα ήταν ο Οσίπ Εμιλιέβιτς Μαντελστάμ.

Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1891 στη Βαρσοβία, αλλά την παιδική του ηλικία και τα πρώτα χρόνια της νεότητάς του τα πέρασε στην Πετρούπολη, όπου ζούσε η οικογένειά του και στο Πετροπάβλοσκ, όπου πήγαιναν διακοπές τα καλοκαίρια.

Ο πατέρας του ήταν ένας Εβραίος αυτοδίδακτος μικροαστός κύριο χαρακτηριστικό της ζωής του οποίου ήταν οι συνεχείς αποτυχημένες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εκτός απ’ αυτό, εκείνο που τον χαρακτήριζε ήταν η κακή γνώση και χρήση τόσο της ρωσικής όσο και της γερμανικής γλώσσας. Απεναντίας, η μητέρα του ήταν μια καλλιεργημένη γυναίκα που προσπαθούσε να μεταδώσει στον γιο της την αγάπη για τη λογοτεχνία.

Ο πατέρας του τον προόριζε για ραβίνο και για τον λόγο αυτό του απαγόρευε να διαβάζει «κοσμικά» βιβλία, γι’ αυτό και ο Οσίπ σε ηλικία 14 ετών έφυγε από το σπίτι και κατέληξε στην ανώτατη ιερατική σχολή ταλμουδικών σπουδών στο Βερολίνο. Αντί όμως να μελετάει το ιερό βιβλίο των ομοφύλων του, προτιμούσε να ασχολείται με τα κείμενα του Σίλερ και των άλλων Γερμανών φιλοσόφων του 18ου αιώνα.

Οσον αφορά τα βιογραφικά στοιχεία του Οσίπ Μαντελστάμ που αναφέρονται στην προεπαναστατική Ρωσία ότι διαθέτει σήμερα ο ερευνητής είναι ελάχιστα και συνήθως θησαυρίζονται είτε στο αυτοβιογραφικό του δοκίμιο «Ο θόρυβος του Χρόνου», είτε στις αναμνήσεις ανθρώπων του περιβάλλοντός του.

Συνεχείς αλλαγές του τόπου διαμονής, προφανώς εξαιτίας των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε ο πατέρας του αλλά και η φοίτηση στην ανώτατη εμπορική σχολή, ένα από τα πλέον προοδευτικά εκπαιδευτική ιδρύματα της εποχής εκείνης, είναι μερικές από τις εικόνες που έχουμε για τον Μαντελστάμ. Το 1907 φεύγει για το Παρίσι λόγω της γοητείας που ασκούσαν πάνω του οι Γάλλοι συμβολιστές. Το 1910 θα φοιτήσει για δύο εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο της Χαϊλδεβέργης, ενώ το 1911 θα αρχίσουν οι σπουδές του στο τμήμα της Ρωμανογερμανικής Γλώσσας της Ιστορικής και Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Σπουδές τις οποίες δεν θα ολοκληρώσει, παρ’ όλο που διάφορες μαρτυρίες επιβεβαιώνουν αυτό που θα φανεί αργότερα περίτρανα στη τέχνη του, τη γοητεία που ασκούσε πάνω του η ελληνική γλώσσα και ιστορία.

Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε το 1908 και είναι συνδεδεμένα με την κυκλοφορία του περιοδικού «Απόλλων», στα τέλη του 1909. Την περίοδο αυτή γνωρίστηκε με τον Ν. Σ. Γκουμιλιόφ, μια φιλία που κράτησε μέχρι τον θάνατό του. Ταυτόχρονα εισέρχεται στον κύκλο του ποιητή Βιατσεσλάβ Ιβανόφ, στον οποίο είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση το πάθος του νεαρού Οσίπ. Το 1913 κυκλοφορεί ιδίοις αναλώμασι η πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Λίθος» από τον εκδοτικό οίκο «Ακμή». Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Μαντελστάμ γράφει μερικά ποιήματα επηρεασμένος από την πρωτόγνωρη φρίκη των πολεμικών συγκρούσεων. Το 1916 βρίσκεται για ένα χρονικό διάστημα στην Κριμαία, όπου γράφει ένα από τα καλύτερά του ποιήματα, το Tristia.

Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του Μαντελστάμ τα πρώτα μεταεπαναστατικά χρόνια. Μοναδικές μαρτυρίες τα άρθρα του σε αντικομμουνιστικές εφημερίδες και φυλλάδια μεταξύ 1917-1918. Την επόμενη χρονιά πηγαίνει από το Κίεβο στην Κριμαία με τα στρατεύματα των λευκών υπό τον στρατηγό Βράνγκελ, ενώ το 1920 καταφεύγει στη Γεωργία προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψή του από τους Κόκκινους. Από εκεί για ένα διάστημα βρίσκεται στη Μόσχα αλλά και στην Πετρούπολη, δίχως όμως να έχουμε σαφείς ενδείξεις για τον ακριβή χρόνο, παρά μόνο τις δικές του σημειώσεις στα ποιήματά του.

Το 1920 εγκαθίσταται στην Πετρούπολη. Το 1922 κυκλοφορεί η ποιητική του συλλογή «Tristia» με τον υπότιτλο «Πετρούπολη-Βερολίνο». Προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζειν κάνει μεταφράσεις από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Την ίδια χρονιά, το 1922, παντρεύεται στη Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα Ζαζίνα, αδελφή του ποιητή Ευγένιου Χαζίνα.

Το 1925 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ο θόρυβος του Χρόνου». Το 1928 κάνει την εμφάνισή της η πρώτη αναδρομική συλλογή έργων του, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και η συλλογή δοκιμίων του με τον γενικό τίτλο «Περί ποιήσεως». Μετά από τη χρονιά αυτή ο Οσίπ Μαντελστάμ δεν εκδίδει τίποτε.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’20 και μετά ο Μαντελστάμ αρχίζει, μαζί με άλλους, να βιώνει τη σκληρότητα του νέου καθεστώτος. Πλήθος λογοτεχνών της εποχής του στρέφεται, καθ’ υπόδειξη της κομματικής ιεραρχίας, εναντίον του. Πολλοί διακόπτουν κάθε επαφή μαζί του. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις δημόσιων προπηλακισμών.

Το 1934 ο Μαντελστάμ συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι είχε γράψει επικριτικούς στίχους και επιγράμματα κατά του Στάλιν και καταδικάζεται σε φυλάκιση τριών ετών στο στρατόπεδο Τσερντίν. Εκεί κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας πέφτοντας από το παράθυρο του νοσοκομείου. Από εκεί, σε χρόνο άγνωστο σε μας, μεταφέρεται στο Βαρόνεζ. Εικάζουμε όμως ότι πρόκειται για το 1935. Στοιχεία για τον βίο του ποιητή κατά τη διάρκεια αυτής της τριετούς εξορίας δεν υπάρχουν.

Για δεύτερη φορά συλλαμβάνεται στις 2 Μαΐου 1938 και εξορίζεται στο Μαγκαντάν, στην ανατολική Σιβηρία. Κατά τη διάρκεια της μεταγωγής του εκεί, τα όργανα της Κα.Γκε.Μπε. τού δημιουργούν τις υπόνοιες ότι θέλουν να τον δηλητηριάσουν. Φτάνοντας στο στρατόπεδο συγκέντρωσης αρχίζει και κλέβει το φαγητό των συγκρατούμενων του, οι οποίοι τον χτυπούν, τον χλευάζουν και τον αναγκάζουν, εν τέλει, να τρέφεται με σκουπίδια και να ζει έξω από τα παραπήγματα στο τρομερό σιβηριανό κρύο. Μετατρέπεται σε μια εξαθλιωμένη φιγούρα και παρά τις φροντίδες κάποιων εξόριστων γιατρών ο θάνατος τον βρίσκει στο Βλαδιβοστόκ στις 27 Δεκεμβρίου του 1938.

Τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου δεν τις γνωρίζουμε και προφανώς δεν θα τις μάθουμε ποτέ. Γνωρίζουμε όμως τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη για κάθε ελεύθερο πνεύμα. Γνωρίζουμε τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν στο όνομα ενός καλύτερου μέλλοντος για τον άνθρωπο. Γνωρίζουμε το συλλογικό έγκλημα που έγινε στο όνομα του ανθρωπισμού. Η ζωή και το έργο του Οσίπ Μαντελστάμ δεν θα μας αφήσουν ποτέ να τα λησμονήσουμε.

http://logoskaitexni.blogspot.com

Όσιπ Μάντελσταμ, Η αυγή του ακμεϊσμού

8bc30a70e3c3b1db6043121f68f26c27

I.

Παρ’ όλη την συγκίνηση που νιώθουμε μπροστά στα έργα τέχνης, καλό θα ήταν οι κουβέντες για την τέχνη να γίνονται με συγκρατημένο ύφος. Για τον περισσότερο κόσμο το έργο τέχνης είναι ελκυστικό μόνο και μόνο επειδή αντανακλά την κοσμοθεωρία του καλλιτέχνη. Ωστόσο, ενώ η κοσμοθεωρία για έναν καλλιτέχνη – όπως το σφυρί στα χέρια ενός τεχνίτη – είναι και το μέσον και ο τρόπος, το μόνο πραγματικό είναι το ίδιο του το έργο.

Να υπάρχει – ιδού το ύψιστο φιλότιμο του καλλιτέχνη. Δεν θέλει άλλο παράδεισο εκτός από την ύπαρξη, και όταν του μιλάνε για πραγματικότητα, εκείνος περιορίζεται να χαμογελάει πικρά, μια και γνωρίζει μια πραγματικότητα απέραντα πιο πειστική: την τέχνη.

Το θέαμα ενός μαθηματικού που με ευκολία βρίσκει το τετράγωνο κάποιου δεκαψήφιου μας κάνει αρκετή εντύπωση. Όμως πολύ συχνά αγνοούμε πως και ο ποιητής βρίσκει την δέκατη δύναμη ενός φαινομένου, ενώ η σεμνή εμφάνιση ενός έργου τέχνης όχι σπάνια μας ξεγελά όσον αφορά στη φοβερά πυκνή πραγματικότητα που περιέχει.

Αυτή η πραγματικότητα στην ποίηση είναι ο λόγος καθ’ εαυτόν. Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, αναπτύσσοντας τη σκέψη μου σε όσο δυνατόν πιο ακριβή και καθόλου ποιητική μορφή, χρησιμοποιώ κατ’ ουσίαν σύμβολα και όχι λέξεις. Οι κωφάλαλοι συνεννοούνται άριστα και οι σιδηροδρομικοί σηματοφόροι κάνουν την αρκετά πολύπλοκη δουλειά τους χωρίς τη βοήθεια λέξεων. Έτσι, αν εκλάβουμε το νόημα ως περιεχόμενο, τότε όλα τα υπόλοιπα τα οποία υπάρχουν σε μια λέξη μπορούν να θεωρηθούν ένα απλό μηχανικό συμπλήρωμα, που το μόνο που κάνει είναι να δυσκολεύει την γρήγορη μετάδοση της σκέψης. Σιγά σιγά ένα προς ένα τα συστατικά της λέξης χωρέσανε στην έννοια της μορφής, και μόνο το συνειδητό νόημα, ο Λόγος, μέχρι τώρα λανθασμένα και αυθαίρετα θεωρήθηκε ως περιεχόμενο.
Από αυτή την περιττή τιμή ο Λόγος έχει μόνο χάσει. Ο Λόγος διεκδικεί την ισοτιμία με τα άλλα συστατικά στοιχεία. Ο φουτουριστής, στην αδυναμία του να χειριστεί το συνειδητό νόημα ως δημιουργική ύλη, το πέταξε ελαφρά τη καρδία στη θάλασσα επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσίαν το μεγαλύτερο σφάλμα των προκατόχων του.

Για τους ακμεϊστές το συνειδητό νόημα, ο Λόγος, είναι η ίδια η ωραία φόρμα, όπως η μουσική για τους συμβολιστές. Και αν στους φουτουριστές «ο Λόγος καθ’ εαυτόν» ακόμα μπουσουλάει, στον ακμεϊσμό για πρώτη φορά σηκώνεται όρθιος και μπαίνει στη λίθινη εποχή της ύπαρξής του.

II.

Η αιχμή του ακμεϊσμού δεν είναι στιλέτο, δεν είναι κεντρί της ντεκαντάντσιας. Ο ακμεϊσμός, για εκείνους που είναι συνεπαρμένοι από το πνεύμα της δημιουργίας, δεν απαρνείται λιγόψυχα το φορτίο του αλλά το δέχεται χαρούμενα για να ξυπνήσει και να αξιοποιήσει αρχιτεκτονικά τις δυνάμεις που κοιμούνται μέσα του.

Ο αρχιτέκτονας λέει: χτίζω, άρα έχω δίκιο. Η Συνείδηση του δίκιου μας είναι εξαιρετικά πολύτιμη στην ποίηση, και, αφού απαρνηθήκαμε με περιφρόνηση  τα παιδιαρίσματα των φουτουριστών, για τους οποίους δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να πιάνουν με τη βελόνα του πλεξίματος την κάθε δύσκολη λέξη, εισαγάγαμε την γοτθική μέθοδο στις σχέσεις των λέξεων – όπως την εδραίωσε στη μουσική ο Sebastian Bach.

Ποιος τρελός θα δεχόταν να χτίζει αν δεν πίστευε στην πραγματικότητα του υλικού, την αντίσταση του οποίου θα έπρεπε να υπερνικήσει. Η άμορφη πέτρα κάτω από τα χέρια του αρχιτέκτονα μεταμορφώνεται σε ουσία – και δεν είναι γεννημένος να χτίζει εκείνος για τον οποίον ο ήχος της σμίλης που σπάει την πέτρα δεν είναι απόδειξη μεταφυσική. Ο Βλαντιμίρ Σολοβιέφ αισθανόταν έντονο προφητικό δέος μπροστά στους άσπρους φινλανδικούς ογκόλιθους. Η βουβή ευγλωττία του γρανίτη τον συγκινούσε σαν κακή μαγεία. Όμως η πέτρα του Τιούτσεφ, που «κύλησε από το βουνό κι έμεινε στην κοιλάδα, πεσμένη από μόνη της ή σπρωγμένη από ένα σκεπτόμενο χέρι» είναι ο Λόγος. Η φωνή της ύλης σ’ αυτό το απρόσμενο πέσιμο ακούγεται σαν έναρθρος λόγος. Σ’ αυτήν την πρόκληση μπορείς να απαντήσεις μόνο με την αρχιτεκτονική. Οι ακμεϊστές σηκώνουν με ευλάβεια την μυστήρια πέτρα του Τιούτσεφ και την τοποθετούν στα θεμέλια του οικοδομήματός τους.

Η πέτρα σαν να έχει λαχταρήσει μιαν αλλιώτικη ύπαρξη. Αποκάλυψε από μόνη της την ίσως κρυμμένη μέσα της  ικανότητα της δυναμικής – σαν να ζήτησε να την τοποθετήσουν στο σταυροθόλιο του ναού για να συμμετέχει εκεί στην χαρούμενη αλληλεπίδραση των ομοίων της.

III.

Οι συμβολιστές κάθε άλλο παρά σπιτόγατοι ήταν, τους άρεσε να ταξιδεύουν, όμως δεν ένιωθαν καλά, ένιωθαν άβολα στο κλουβί του οργανισμού τους καθώς και σε εκείνο το παγκόσμιο κλουβί, που έχτισε ο Κάντ με την βοήθεια των κατηγοριών του.

Πρώτος όρος για εκείνους που θέλουν να χτίσουν με επιτυχία είναι ο ειλικρινής σεβασμός στις τρεις διαστάσεις του χώρου. Δεν πρέπει να τις βλέπουν σαν βάρος ή σαν ατυχές γεγονός, αλλά σαν ανάκτορο, δουλεμένο από τον ίδιο τον Θεό. Και πράγματι, τι θα λέγατε για έναν αχάριστο επισκέπτη, που τρώει και πίνει σε ξένο σπίτι, κάνει κατάχρηση της φιλοξενίας του οικοδεσπότη του, ενώ την ίδια στιγμή μέσα στην ψυχή του τον περιφρονεί, λογαριάζοντας συνεχώς πώς να του τη φέρει. Μπορείς να χτίσεις μόνο εν ονόματι των τριών διαστάσεων, διότι είναι ο όρος οποιασδήποτε αρχιτεκτονικής. Να γιατί ο αρχιτέκτονας πρέπει να είναι σπιτόγατος – και οι συμβολιστές ήταν κακοί αρχιτέκτονες. Να χτίζεις – σημαίνει να παλεύεις με το κενό να υπνωτίζεις τον χώρο. Το κακό βέλος του γοτθικού κωδωνοστασίου είναι ταυτόχρονα μοχθηρό, διότι όλη η έγνοια του είναι να τρυπήσει τον ουρανό, να τον μεμφθεί για το κενό του.

IV.

Η ιδιομορφία του ανθρώπου, εκείνο που τον κάνει είδος, είναι κάτι που υπονοείται από μας και ταυτόχρονα χωράει στην πολύ πιο ευρεία έννοια του οργανισμού.

Την αγάπη τους για τον οργανισμό και την οργάνωση οι ακμεϊστές την μοιράζονται με τον Μεσαίωνα και την φυσιολογική ευφυΐα του. Στο κυνήγι της εκλέπτυνσης ο 19ος αιώνας έχασε το μυστικό του αληθινά περίπλοκου. Εκείνο που τον 18ο αιώνα φαινόταν σαν λογική εξέλιξη της έννοιας του οργανισμού – ο γοτθικός ναός -, σήμερα ενεργεί αισθητικά σαν κάτι το τρομερό – η Notre Dame -, ενώ είναι πράγματι γιορτή της φυσιολογίας, η διονυσιακή της κραιπάλη. Δεν θέλουμε πια να διασκεδάζουμε με την βόλτα «στο δάσος των συμβολιστών» μια και έχουμε δάσος πιο παρθένο και πιο πυκνό: την θεία φυσιολογία, την απέραντη περιπλοκή του σκοτεινού μας οργανισμού.

Ο Μεσαίωνας ορίζοντας με τον δικό του τρόπο το ειδικό βάρος του ανθρώπου, το αναγνώρισε και το αισθανόταν για τον καθένα άσχετα από την αξία του. Ο τίτλος του «μαιτρ» εχρησιμοποιείτο πολύ πρόθυμα και χωρίς πολλές σκέψεις. Ο πιο ταπεινός βιοτέχνης, ο τελευταίος γραφιάς είχε το μυστικό της σπουδαιότητας, της ευλαβούς αξιοπρέπειας – τόσο χαρακτηριστικής γι’αυτή την εποχή. Ναι, η Ευρώπη πέρασε από το λαβύρινθο μιας διάφανης, εκλεπτυσμένης κουλτούρας, όταν την αφηρημένη ύπαρξη, την χωρίς πολλές περιπλοκές ιδιωτική ζωή, την εκτιμούσαν ως άθλο. Από κει και η αριστοκρατική οικειότητα που έδενε όλους τους ανθρώπους, τόσο αντίθετη με το πνεύμα της «ισότητας και αδελφότητας» της Μεγάλης Επανάστασης. Δεν υπήρχε ισότητα, δεν υπήρχε ανταγωνισμός, υπήρχε η συνωμοσία εκείνων που υπήρχαν εναντίον του κενού και της ανυπαρξίας.

Να αγαπάτε την ύπαρξη του αντικειμένου πάνω από το ίδιο το αντικείμενο, και την ύπαρξή σας πάνω από τον εαυτό σας – να η ύστατη εντολή του ακμεϊσμού.

V.

Α=Α : Τι ωραίο ποιητικό θέμα! Τον συμβολισμό βάραινε και βασάνιζε ο νόμος της ταυτότητας, ο ακμεϊσμός τον κάνει σύνθημά του και τον προτείνει αντί για το αμφίβολο a realibus ad realiora.

Η ικανότητα να εκπλήσσεται – είναι η μεγαλύτερη αρετή του ποιητή. Μα τότε πως μπορεί να μην εκπλήσσεται μπροστά στον ποιο καρποφόρο απ’ όλους τους νόμους – το νόμο της ταυτότητας; Όποιος συγκινείται ευλαβικά μπροστά του – είναι αναμφίβολα ποιητής. Έτσι, αναγνωρίζοντας την κυριαρχία του νόμου της ταυτότητας, η ποίηση έχει στην ισόβια κατοχή της όλα τα υπάρχοντα αντικείμενα χωρίς όρους και περιορισμούς. Η λογική είναι το βασίλειο του απροσδόκητου. Το να σκέφτεσαι λογικά σημαίνει να εκπλήσσεσαι διαρκώς. Αγαπήσαμε την μουσική των αποδείξεων. Η λογική σχέση για μας δεν είναι το τραγουδάκι «δυο πουλάκια κάθονται», αλλά συμφωνία με αρμόνιο και χορωδία, τόσο δύσκολη και εμπνευσμένη που ο διευθυντής της ορχήστρας αναγκάζεται να εντείνει όλες τις ικανότητές του για να εξουσιάζει τους μουσικούς του.

Πόσο πειστική είναι η μουσική του Bach! Τι δύναμη των αποδείξεων! Να αποδεικνύεις και να αποδεικνύεις χωρίς τελειωμό: στην τέχνη το να αποδέχεσαι κάτι καλή τη πίστει είναι ανάξιο του καλλιτέχνη, ανάλαφρο και βαρετό… Δεν πετάμε, ανεβαίνουμε μονάχα σ’ εκείνους τους πύργους που μπορούμε να χτίσουμε.

VI.

Ο Μεσαίωνας μας είναι  πολύτιμος, διότι είχε σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση των πλευρών και των χωρισμάτων. Ποτέ του δεν μπέρδευε διαφορετικές οπτικές γωνίες και το επέκεινα το αντιμετώπιζε με μεγάλη επιφυλακτικότητα. Το ευγενικό κράμα της λογικής και του μυστηρίου και η αίσθηση του κόσμου ως ζωντανής ισορροπίας μας ενώνει μ’ αυτήν την εποχή και μας παρακινεί ν’ αντλούμε δυνάμεις απ’ τα έργα που γεννήθηκαν στο ρωμανικό έδαφος γύρω στα 1200.

Ας αποδεικνύουμε το δίκαιό μας έτσι ώστε ως απάντηση να συνταράσσεται ολόκληρη η αλυσίδα των αιτιών και αιτιατών από το άλφα ως το ωμέγα, ας μάθουμε να κουβαλάμε «πιο ελαφρά και ελεύθερα τα κινητά δεσμά της ύπαρξης».

*Μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφτσκαγια

**Από το http://milwntasgiatoxioni.wordpress.com

Franz Kafka, Ποιήματα

kafka001

Στον Όσκαρ Πόλλακ
8 Νοεμβρίου 1903

Ψυχρή είναι σήμερα η μέρα και σκληρή.
Παγωμένα τα σύννεφα.
Οι άνεμοι σέρνουν το κρύο.
Παγωμένοι κι οι άνθρωποι.
Τα βήματα ηχούν σα μέταλλο
Πάνω σε χάλκινες πλάκες,
Και τα μάτια ατενίζουν
Λίμνες λευκές.

Στην παλιά πόλη είναι στημένα
Χριστουγεννιάτικα σπιτάκια με φώτα
Και πολύχρωμα παράθυρα που κοιτούν
Στη μικρή χιονισμένη πλατεία.
Ένας άντρας βαδίζει σιωπηλά
Στη φεγγαρόφωτη πλατεία μες το χιόνι,
Και τη μεγάλη του σκιά φυσά
Ο άνεμος πάνω στα σπιτάκια.

Άνθρωποι που σκοτεινές γέφυρες διαβαίνουν
Βιαστικά στη Λειτουργία πηγαίνουν
Με θαμπά φωτάκια στο χέρι.
Στο γκρίζο ουρανό σύννεφα περνούν
Πάνω από εκκλησίες
Με μισοσκότεινα καμπαναριά.
Κάποιος που σε αντηρίδα εκκλησίας ακουμπά
Το νερό της νύχτας κοιτά,
Με τα χέρια σε πέτρες αρχαίες.

***

Στην Χέντβιχ Βάιλερ
29 Αυγούστου 1907

Στον ήλιο του απογεύματος
με γερμένη την πλάτη μες το πράσινο
σε παγκάκια καθόμαστε.
Τα χέρια μας κρέμονται κάτω,
θλιμμένα ανοιγοκλείνουν τα μάτια μας.

Κι οι άνθρωποι ντυμένοι περνούν
με βήμα τρικλιστό πάνω σε χαλίκια
κάτω απ’ αυτόν τον τεράστιο ουρανό
που απλώνεται μακριά απ’ τους λόφους
ως τους λόφους πέρα μακριά.

***

Για τον Ούγκο Μπέργκμαν στην Πράγα
20 Νοεμβρίου 1897 (;)

Υπάρχει ένας ερχομός και μια φυγή
Ένας χωρισμός και συχνά καμιά-επιστροφή.

***

Για την Φελίτσε Μπάουερ στο Βερολίνο
11 Δεκεμβρίου 1912

Για τη δεσποινίδα Φελίτσε Μπάουερ
την εύνοιά της να αποκτήσω
με τις αναμνήσεις αυτές
από παλιούς και άτυχους καιρούς.

***

1907/1908

Μες τα σκοκάκια έτρεχα
σα μεθυσμένος δρομέας
κατρακυλώντας στον άνεμο

***

Σεπτέμβριος 1909

Μικρή ψυχή
χορεύεις και πηδάς
στο ζεστό αγέρα το κεφάλι γέρνεις
τα πόδια σηκώνεις πάνω απ’ την χλόη
που αστράφτει και ανεμίζει τρυφερά

***

Οκτώβριος 1917-Ιανουάριος 1918

Δε γνωρίζω την ουσία
δεν έχω το κλειδί
σε φήμες δεν πιστεύω
κατανοητά όλα
γιατί είμαι ο εαυτός μου

Τριών λογιών:
Σαν κάτι να ξενίζει
Να ξεχνάς το βλέμμα
Να κρατάς το κέρδος
Ή απλά δυο λογιών, γιατί το τρίτο στοιχείο
περιέχει το δεύτερο

***

Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1922

Και πάλι, και πάλι στη μακρινή εξορία, στη μακρινή εξορία.
Σε βουνά, σ΄έρημο, σε χώρα απέραντη
αξίζει να περιπλανηθώ.

*Από το βιβλίο “Franz Kafka, Η πληγή και η λέξη”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσαλονίκη 2012. Μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος.

παγοθραυστικό

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

15871919_10154910702018874_2360329914987699043_nτο χιόνι, που σκάλιζε το σπίτι,
στον υπόκωφο χρόνο/
κι ένας ένας τους παρέλαυναν
με τις εικόνες φορεμένες στο πρόσωπο,
φωτογραφίες διαβατηρίων
με μισή σφραγίδα
ακόμη νωπή/
ανέκφραστοι
σαν να μη γνωρίζονταν,
στα ταξίδια που βρίσκονταν
ενώ απομάκρυναν/
την υγρή άργιλο της ανάσας τους,
με το φάντασμα
από ένα αχνιστό φιλί/

ακόμη αναρωτιέμαι/

το ξέρουν ότι,
κι αν κόλλησαν τα χείλη
στο σκοτεινό πέλος της θάλασσας/
με μια ακίδα θερμότητας που γεννιέται απ’ τον ίδιο τον αχό τους,
θα ανάψει -και πάλι -η νύχτα τους
σαν παροπλισμένο παγοθραυστικό;

photo: Thomas Annan ‘Old Vennel, Off High street’, 1868 – 1871

View original post

Δημήτρης Τρωαδίτης, Το άνυδρο

friss3

οι κερασιές των ονείρων μας
δεν άνθισαν φέτος
υπέκυψαν στην ξεραΐλα
των άγονων γραμμών
στο κέντρο των μεγαλουπόλεων

οι ανθοφορίες αναβλήθηκαν
στο άνυδρο πεδίο
οι σχέσεις μίσχοι κομμένοι
στη διαλεκτική των στενών δωματίων
των αιθουσών βασανιστηρίων

κάποια πουλιά είπαν θα έρθουν
την άλλη φορά
μα δεν φαίνεται σημάδι τους

όλες οι αμαρτίες ξεπέζεψαν
κατέβαλαν αμαχητί
τους τροχιοδρόμους του μυαλού μας

παρ’ όλα αυτά
η ελπίδα πεθαίνει τελευταία

Βασιλης Βασιλειάδης, όλη ή τεχνολογία γύρω μου

rompot-15871474_1899422323716899_3175432252331033633_n

όλη ή τεχνολογία γύρω μου
τόσο άγρια καί τόσο γρήγορα εξελιγμένη
μέ φοβίζει
ειδικά ή ρομποτική μέ τά ρομπότ
τήν τεχνητή νοημοσύνη
τούς αυτοματισμούς,
έφτυσε από τό μισάνοιχτο παράθυρο ό ανώνυμος ταξιτζής,
αγαπώ τήν δουλειά μου
οδηγός ταξί
αλλά έρχονται από τό κοντινό μέλλον τά αυτοκίνητα δίχως οδηγό,
σέ πέντε-δέκα χρόνια θά είμαι άνεργος,
σέ λιγότερα χρόνια θά μείνει καί ή γυναίκα μου δίχως δουλειά
είναι καθαρίστρια
στόν τομέα τού καθαρισμού προβλέπεται εκατό τοίς εκατό ρομπότ,
γέλασε μέ θυμό
όλοι οί φίλοι μας φοβούνται πώς είναι απλά ζήτημα χρόνου γιά νά χάσουν τή δουλειά τους,
ό ένας είναι γκαρσόν,ό άλλος μάγειρας,ή άλλη κασιέρισα σέ σούπερμαρκετ,
όλοι μας εργάτες
καί όλοι μας ηλίθιοι πού στηρίζουμε αυτούς πού έχουν ετοιμάσει τόν εργασιακό μας θάνατο,
παντελώς ηλίθιοι,
τό χειρότερο είναι πώς όχι μόνο δέν έχουμε αποδεχτεί τήν ηλιθιότητα μας,
αλλά θεωρούμε τούς εαυτούς μας έξυπνους,
είναι νά γελάει κανείς μαζί μας,
άκου κι αυτό
οί συγγραφείς,ποιητές,συντάκτες καί σεναριογράφοι
αλλά καί άλλοι δημιουργοί τής τέχνης
είναι τά επαγγέλματα πού κινδυνεύουν άμεσα,
άκου τί έχουν κάνει οί γαμιόληδες,
έχει κατασκευαστεί ρομπότ πού τού δίνεις τό θέμα
καί σέ ένα δευτερόλεπτο,
ασύλληπτος χρόνος,
μέσα σέ ένα δευτερόλεπτο έχει γράψει τρείς σελίδες,
τά χρησιμοποιούν λέει μυστικά οί μεγάλες εταιρείες παραγωγής τηλεοπτικών σήριαλ,
οί εφημερίδες καί οί μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι,
πόσο μαλάκες είμαστε τελικά?αναρωτήθηκε ό ανώνυμος ταξιτζής
μάς πήρε ό κατήφορος κι εμείς ωραιοποιούμε τό κατρακύλισμα,
εμένα μέ ενδιαφέρουν οί πουτάνες,είπε ό ανώνυμος επιβάτης
νά μήν εξαφανίσει ή ρομποτική τίς πουτάνες,
τίς αγαπώ τίς πουτάνες,μουρμούρισε εξομολογητικά,
έ δέν θά τό πιστέψεις,είπε ό ταξιτζής
αυτό ακριβώς σκεφτόμουν νά σού πώ αλλά μέ πρόλαβες,
στήν Ελβετία
έχουν κατασκευάσει κιόλας ρομπότ πουτάνα
καί γυναίκα γιά τόν άνδρα καί άνδρα πουτάνα γιά τήν γυναίκα
λένε πώς δέν φτουράει μπροστά τους ή ζωντανή πουτάνα,
καί ή γυναίκα καί ό άνδρας είναι καβλιάρηδες καί τζαναμπέτες,
γέλασε δυνατά,
νά σού πώ γιά τή ρομπότ γυναίκα πουτάνα
φορτισμένη μέ τεχνητή νοημοσύνη καί άπειρη φαντασία
σέ γαμάει όπως θέλεις εσύ,
δέν μπορείς νά φανταστείς πόσο τέλεια γκόμενα είναι αυτή ή ρομποτική πουτάνα,
μέ επιδερμίδα βελούδινη,σώμα αγαλματένιο,αναλογίες τέλειες,
τήν κατασκευάζουν όπως θέλεις εσύ,
στήν αρχή λένε πώς θά είναι λίγο ακριβές,
όπως ήταν ακριβές οί έγχρωμες τηλεοράσεις όταν πρωτοβγήκαν,
θυμάσαι τίς εγχρωμες τηλεοράσεις?
κόστιζαν μία περιουσία τότε,
μετά κάποιον χρόνο θά είναι φθηνές,
γιά τό μόνο πού δέν είμαι σίγουρος,αναρωτήθηκε δυνατά ό ταξιτζής
δέν τό έγραφε αυτό,
άν μπορεί νά ιδρώνει σέ ένα τρελό αχαλίνωτο γαμήσι,
αλλά κι άν ιδρώνει τί μυρωδιά θά έχει ό ιδρώτας της,
ποιός όμως δίνει σημασία στίς λεπτομέρειες,απάντησε μόνος του
έτσι κι αλλοιώς καμιά κρεάτινη πουτάνα όταν σέ γαμάει δέν ιδρώνει,
έτσι δέν είναι?ρώτησε τόν ανώνυμο επιβάτη
ά,είναι καί τό θέμα τής μοναξιάς,
πώς θά αντέξεις τήν μοναξιά δίπλα στό ρομπότ πουτάνα,
είναι ένα ζήτημα αυτό,
αλλά τώρα πού τό σκέφτομαι
τόσα καί τόσα δισσεκατομμύρια ζευγαρωμένες μοναξιές σέ όλο τόν κόσμο,
γιά εμάς τούς ζωντανούς,τούς κρεάτινους μιλάω,
αντέχουν ή μία τήν άλλη,
παύση,μετά δυνατό γέλιο,
έ,άν τήν βαρεθείς,αγοράζεις μία δεύτερη ρομπότ πουτάνα,
τήν σπιτώνεις σέ χώρο άλλον
καί τήν έχεις γκόμενα,
γέλασε τόσο δυνατά,πού ξάφνιασε τόν ανώνυμο επιβάτη,,
αυτά είναι λεπτομέρειες συνέχισε,
άν γαμάς εσύ όπως καί όποτε γουστάρεις,
τί σέ ενδιαφέρει ή μοναξιά στή συμβίωση καί ό ιδρώτας στό γαμήσι?
μήπως τώρα πού δισεκατομμύρια άνδρες καί γυναίκες γαμούν καί γαμιώνται βίρτουαλ
κολλημένοι μπροστά στόν υπολογιστή,
εκσπερματώνουν οργασμικά χωρίς νά έχει αγγίξει ό ένας τόν άλλον είναι καλλίτερα?
σκατά είναι,αλλά τό κάνουν,
άκου κι αυτό,συνέχισε ό ταξιτζής
λένε πώς στό ρομπότ γυναίκα πουτάνα
τής έχουν τοποθετήσει μήτρα τέλειας τεχνολογίας
καί πλακούντα υψηλής λειτουργικής νοημοσύνης,
έτσι άν θελήσεις νά αποκτήσεις παιδί,
μία τεχνητή γονιμοποίηση,
καί τό έμβρυο κυοφορείται ζωντανό,
σέ εννιά μήνες γεννημένος άνθρωπος,
παιδί δικό σου,παιδί θνητού καί κρεάτινου,
καί τής ρομποτικής πουτάνας, τής αθάνατης,στό ρόλο τής μαμάς,
χα,χα,χα,
γάμησε τα,μουρμούρισε ό ανώνυμος επιβάτης,
καί άνεργος σέ λίγα χρόνια καί χωρίς πουτάνες,
γάμησε τα,
γιατί?τί δουλειά κάνεις? τόν ρώτησε ό ταξιτζής
δικηγόρος,απάντησε ό ανώνυμος επιβάτης,
τότε γιατί στεναχωριέσαι?
τό μόνο επάγγελμα πού δέν μπορεί νά αγγίξει ή ρομποτική
είναι αυτό τών πελατών σου,
τών εγκληματιών καί τών παράνομων,
όσο αυξάνονται οί πωλήσεις ρομπότ,τόσο περισσότεροι από εμάς θά μένουν άνεργοι,
κι όταν δέν έχεις νά φάς περνάς τό κατώφλι τής παρανομίας άνετα καί ανενδοίαστα,
κι εγώ ίσως είμαι ένας μελλοντικός σου πελάτης,
ό ανώνυμος επιβάτης πλήρωσε τό κόμιστρο
καί χάθηκε στό πλήθος………….

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Ένα ποίημα

15874631_585416758319540_4830991239259552966_o

Αδειάζω
από τις φιλικές
λέξεις,
δεν εμπιστεύονται τα χέρια
το χρόνο
μου,
με στίχους
τον σκοτώνω κάθε
μέρα.
~
Για να μ’ ακούς,
όσο πληθαίνουν οι μέρες τόσο
λιγοστεύει
το φως.
Είναι που γίνομαι αυτός,
αυτό
είναι που
με ξεράβει.
~
Και γελώ,
γιατί νοιώθω το σφιγμό μου
να γίνεται ταξίδι.
Μακρινό,
εκεί έξω με όλα στον ίδιο φωτισμό,
απλά κουτιά
με φόβους.
~
(alexmil)

*Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Αλέξανδρου Μηλιορίδη στο Facebook. Η φωτογραφία είναι του ιδίου. Λέει για τη φωτογραφία: “Η φωτογραφία είναι από το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ο στόχος είναι να δώσω την εικόνα μιας άγνωστης πόλης, όπου το φάσμα του ορατού δημιουργεί Καφκικούς χωρόχρονους, σαν να αιωρείται ψηλά μια γιγαντιαία μέδουσα μεταλλική που εκπέμπει φόβο”.

PMQs by Di Coffey

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Can the Prime Minister tell us
if she gives a fuck
about the thousands relying on food banks?
And what about army vet, Bob,
who sleeps under a bridge?
Can we find a nearer treatment centre
for Lil’s kid who has mental health problems
and put an end to suicides among
the mentally ill forced to take jobs?
And can home-care be arranged for Martha
who’s been bed-blocking for months?

Is the Prime Minister aware that
the rent on Tom’s flat has increased
in parallel with his decrease in wages
and that elderly Cath, living in the sticks,
misses the library bus that
brought the world to her door?
Does the prime Minister give a damn
about London being cleansed
of unemployed families, forcing them
to live in cheaper houses up North?

Will the Prime Minister prevent
police and firemen’s jobs being cut?
What will she do about families
who…

View original post 54 more words

Μάριο Μπενεντέτι, Απόσπασμα

presos-polc3adticos-libertad

Δεν κάνει κάποιος πάντα αυτό που θέλει
ίσως να μην μπορεί
για αυτό είμαι εδώ
να σε κοιτάζω και να μου λείπεις.
Γι’ αυτό δεν μπορώ να σου ανακατέψω τα μαλλάκια
ούτε να σε βοηθήσω με τον πίνακα του πολλαπλασιασμού
ούτε να παλέψουμε.
Εσύ το ξέρεις ήδη πώς έπρεπε να διαλέξω άλλα παιχνίδια
και πώς τα έπαιξα στα σοβαρά.
Κι έπαιξα για παράδειγμα κλέφτες και αστυνόμους
αλλά οι κλέφτες ήταν οι αστυνόμοι.
Κι έπαιξα κρυφτό
αλλά άμα σε έπιαναν σε σκότωναν
Κι έπαιξα κυνηγητό
και λερώθηκα
αλλά οι λεκέδες ήταν απο αίμα.
Παιδί μου αν και είσαι μικρός
πιστεύω πως πρέπει να σου πω την αλήθεια
για να μην την ξεχάσεις.
Γι αυτό δεν σου κρύβω πως μου έκαναν ηλεκτροσόκ
πως σχεδόν μου σακάτεψαν τα νεφρά
όλες αυτές οι πληγές, τα τραύματα και τα πρηξίματα
που τα στρογγυλά σου μάτια
κοιτούν υπνωτισμένα
είναι δυνατές κλωτσιές
από μπότες στο πρόσωπο
υπερβολικός πόνος για να στον κρύψω
υπερβολικός βασανισμός για να τον σβήσω.
Επίσης είναι καλό να ξέρεις
πως ο γέρος σου σιώπησε
ή έβρισε σαν τρελός
που είναι κι αυτός ένας όμορφος τρόπος να σιωπάς.
Και πως ο γέρος σου ξέχασε όλους τους αριθμούς
(γι ΄αυτό δεν θα μπορούσα να σε βοηθήσω με τον πολλαπλασιασμό)
και όλα τα τηλεφώνα.
Και τους δρόμους και τα χρώματα των ματιών
και τα μαλλιά και τις ουλές
και σε ποιά γωνία
ποιό μπάρ
ποιά στάση
ποιό σπίτι.
Και να θυμάται εσένα
το προσωπάκι σου
τον βοηθούσε να σωπάσει.
Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις από τον πόνο
και άλλο να πεθαίινεις από ντροπή.
Γι’ αυτό τώρα
μπορείς να με ρωτήσεις
και κυριώς εγω μπορώ
να απαντήσω.
Κάποιος δεν κάνει πάντα αυτό που θέλει
αλλά έχει δικαίωμα να μην κάνει αυτό που δεν θέλει
Κλάψε τώρα παδί μου,
είναι σαχλαμάρες
πως οι άντρες δεν κλαίνε
εδώ κλαίμε όλοι.
Φωνάζουμε, ουρλιάζουμε,κλαίμε, κραυγάζουμε, καταριόμαστε
γιατί είναι καλύτερο να κλαίς παρά να προδίδεις
γιατι ειναι καλύτερο να κλαίς παρα να σε προδίδουν.
Κλάψε
αλλά μην ξεχνάς.»

*Αναδημοσίευση από το https://riotinthedunes.wordpress.com/2017/01/07/hombre-preso-que-mira-a-su-hijo-mario-benedetti-φυλακισμένος-που-κοιτά-το-γι/ Οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για τη μετάφραση.

Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, Ποιήματα

o-%ce%ba%cf%8d%ce%ba%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%b1%ce%bd%cf%8e%ce%bd_palinodiae

Vaucluse

Cercato ho sempre solitaria vita

Μοναξιά ζηλευτή ενός Πετράρχη
μές στη γαλήνια κλειστή κοιλάδα
όπου η καθάρια Sorgues γενιέται.

Εκεί το είδωλό του να ξεχάσει επιζητούσε,
εκεί τες δόξες και τιμές που τον κατέτραχαν,
εκεί τη μισητή του Avenio (*) και την αυλή τη.

Από την ποίησι, τη λήθη και τη σιωπή
τον αποσκοπούσαν μοναχά των σκυλλιών υλακές
από μακριά αναγγέλοντας τον ταχυδρόμο.

* Avenio (λατινικά = Avignon)

***

Από τους πρώτους

E pereio che egli alquanto tenea
Della opinione degli Epicuri, si diceva
Tra la gente volgare che queste sue
Speculazioni erano solo in cercare se
Trovar si potese che Iddio non fosse.
Boccaccio, giorn. Secta, nov. IX.

Καθώς που διέσχιζε τη Φλωρεντία καβαλλάρης,
περίλυπος ή μάλλον περιφρονητής,
messer Γουίδος Καβαλκάντι – ποιητής –
του Καβαλκάντε ντι Καβαλκάντι ο γυιός,
οι δεισιδαίμονες πολίτες παραμέριζαν
με κάποιο φόβο ή και σεβασμό
κρυφομιλόντας, κρυδείχνοντάς τον – και
“πως κάποιο καινούργιο επιχείρημα κατά της ύπαρξης
Θεού, θα ζήταε βέβαια (πως νάτανε να μην υπήρχε)
πιαίνοντας έτσι, πάντα μόνος, σκεπτικός”.

***

Λάουρα

Τη Λάουρα π’ αγάπησε ο Πετράρχης
αθάνατη κατέστησε μές τους αιώνες.

Σήμερα ακόμη, δειλινές κάποιες ώρες, περνόντας
από της Avignon μια παληά συνοικία,
ριγά κανείς γλυκά θωρώντας

να βγαίνει μεγαλόπρεπη από μιαν εκκλησία
λεπτή, ξανθή, γαλανομμάτα
τη Λάουρα π’ αγάπησε ο Πετράρχης.

***

Η Λάουρες και η Βεατρίκες

… Μα πρέπει να μαντεύαν
τα μέλη ιδανικού κορμιού υπό ποδήρη εσθήτα,
ειδωλολατρικό να τους οδήγα ένα ένστικτο,
γιατί ο βαθύς των έρωτας
όσο σεμνός να τους φαινόταν κι ιερός
κύριος και δεσπότης δεν ήταν της ψυχής των μόνο
μα πύρωνε κι ολόκληρη τη σάρκα των.

***

maxresdefault

Roc de Chere

Λευκό σαν αλκυών, στη γαλανή λίμνη γλυστρούσε
το βαποράκι μας, μπροστά απ’ το Βράχο των Πνιγμένω,
κι εγώ θυμήθηκα σκοπό, παληό, που μ’ αρρωστούσε
(κάποιες Σειρήνες με καλούν, ακόμα, π’ αλαργαίνω).

Αλλά σε μια πιο δυνατή, του ζέφυρου πνοή,
ν΄ απομακρύνωθέλησα τη νοσηρή μαγεία,
σαν Οδυσσέας βούλωσα τ’ ατιά μου με κερί
κι άπληστα ωσφράνθηκα μια ροδοδέντρων ευωδία.

***

Πάνω σ’ ένα αίσθημα φραγκισκανό

Ω ποια γλυκειά συγκίνησις,
όταν της “αδελφής βροχής”
και τα πουλάκια κρύβονται
και σαν ταπέτα απλώνονται

Όλες οι θλίψεις φεύγουνε
Μη νάναι δάκρυα χαράς
που ξανά με ριζώνουνε
και κάνουν κι αναβλύζουνε

ποια μέθη με κρατά
αρχίζει η μουσική
στις στέγες, στα κλαριά
φύλλα και φλοιοί πλατώνων.

σα νάσαν χελιδόνια
η στάλες της βροχής
βαθειά μέσα στη γη
παληές πηγές ζωής;

***

Βροχή

Τη στέγη δέρνει μια βροχή σα να της κουβεντιάζει,
στο παραθύρι το κλειστό χονδρές κυλούν η στάλες,
μαστιγωμένη απ’ το Βορρηά βουίζει η καπνοδόχη.

Σύννεφα μαύρα οδοιπορούν στον ουρανό τον γκρίζο
ωσάν ιππότες θλιβεροί σε κάπες τυλισμένοι,
οπού προσμένουν τα πουλιά μαντάτα να τους φέρουν.

Κλειστός μέσα στην κάμαρη, αφίνομαι σε μνήμες…
Τόρα κατάσπρων λιμανιών θυμάμαι την ασφάλεια
ενώ σφοδρά στο πέλαγος μαίνετο η καταιγίδα,

και τόρα ενός αρχοντικού, τη ζεστασιά, το πλούτος…
Ή μιας καλύβας στο βουνό, τη φτωχική συμπόνια…
τα χείλη τα πονετικά π’ από αντροπή σωπαίναν.

Θάθελα πράγματα πολλά νάλεγα αυτή την ώρα…
Νάκλαιγα και να γέλαγα… Μ’ ανήμπορος, το νιόθω,
σκύβω πάνω στο στήθος μου κι αφίνομαι στη ρέμβη

Παρίσι, Μάρτης 1927

***

Το κοιμητήρι

Ύστερη των χωριάτων κατοικία,
το κοιμητήρι, γύρω από την εκκλησία
κείται, χωρίς καμιά στο νου, έγνοια να δίνει.

Κορόνες κι αγριολούλουδα μόν το στολίζουν
κομπαστικές επιγραφές κει δεν θα βρήτε
γιατί απλοί σταθήκαν όλοι στη ζωή τους.

Γύρω του όπως πάλι, να! παντού η ζωή αργάει,
χοχλά η γης, οι κάμποι προχωράνε,
που λες και του κοιμητηριού μακρυά η ζωή δεν θάναι.

***

Από τα “Τετράστιχα της ζωής”

Θε να μπορέσω πάλε από ιλαρότη να σκιρτήσω,
Το βάλσαμο παρήγορο στη θλίψη αναζητώντας,
Μακριά ‘πτα ματαιόλογα του τιποτένιου ανθρώπου
Το Σύμπαν θα εναγκαλισθώ σε σφίξιμο τρελλό.

Φίλε, βαθιά σου πάντα ερεύνα με τη ματιά αυστηρή
Από λυγμούς και απειλές γεμάτος ο αγέρας
Των ρυακίων το νερό με δάκρυα θολωμένο
Μέσα, βαθιά σου κρύψου, ερεύνησε, μακριά ‘πτο φως.

Ανασηκώσου, ω ψυχή μου και τη θλίψη διώξε
Δε βλέπεις στον ορίζοντα τον ήλιο που ανατέλλει;
Οι αχτίνες του τα όνειρα τ΄ ανθρώπου δε χρυσόνουν…
Είνε για σε. Στις φλόγες του πέταξε να λουστής.

Την ευτυχίαν άλλοτες αν έδιωξα ‘πό μένα,
Ζωή, δεν πρέπει συ αιώνια να μνησικακής…
Ήμουν παιδί κι η γνώση βούιζε στη κεφαλή μου
Που τότε μ’ επονούσε απ’ της καρδιάς μου τα μαρτύρια.

Καιρέ, που σ’ έχασα, φυλλομετρώντας τα βιβλία,
Για να τσαλόσω την ψυχή, το πνεύμα, την καρδιά…
Κάθε πρωί και νέα αυγή έφεγγε στον ορίζοντα
Κι έσκυφτα εγώ και έλυωνα, τυφλός για τη ζωή.

Σαν αφινόμουν άλλοτες στην θλίψη μου τη μαύρη
Σ’ εσένα ενάντιος εγώ δεν ήμουν, ω Ζωή.
Την ευθυμίαν ήθελα πάλε να συναντήσω
γΓελώντας στην ακρογιαλιά για ψέλνοντας στα δάση.

Ανήμπορα, το είνε μου, να ξαναπλάστε, ω χέρια,
Γιατί η καρδιά μου τόσο λίγο φρόντισε γι’ αυτό…
Η ώρα δεν εσήμανε που τόσα μου υποσχότανε
κΚαι ωργισμλενη κ’ η Ζωή, σα θάλασσα, κυλά…

Αλεξάνδρεια

*Μετάφραση από τα γαλλικό Μ.Π. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 25 (1915) του περιοδικού “Γράμματα”.

***

Ελληνική θάλασσα

Σαν μπαίναμε με το βαπόρι μας μές στη θάλασσα
την Ελληνική,
το σώμα μου πλημμύρισεν από ρυθμούς υγείας.
Και βλέποντας φως και γαλάζι, μπροστά μου, πίσω μου,
γύρω-τριγύρω,
θάρρεψα πως, σαν άλλος Ανταίος,
άγγιζα τέλος τη γη.
Κ’ είδα το πλοίο μας, όλο κατάρτια κι όλο πανιά
και τους ταξιδιώτες μου
σαν τόσος συντρόφους του Οδυσσέως.

***

Φυγή μέσα στο χρόνο

Έφευγε πονεμένος
μές στο χρόνο
ζητώντας να κατρακυλά πάντα πιο γρήγορα
μέσα στα βάθη της αιωνιότητος.
Μια φοβερή πληγή να κλείση προσπαθούσε,
επούλωσιν απ’ τον καιρό προσμένοντας μονάχα.
Μηδέ τον θάνατο μπορούσε να επικαλεσθή.
Έφευγε πονεμένος μες στο χρόνο.
Μια τραγική φυγή, εξωφρενική.
Τις μέρες, τις στιγμές, παρακαλούσε
ν’ αφήσουν τα δαγκάματά τους στο σαρκί του,
τον φόβιζε το μέτωπό του το αρρυτίδωτο,
ζητούσε να κρυφτή, ζητούσε να χαθή
μέσα στο χρόνο, σαν σε μια νεκρού αγκάλη.
Έφευγε ταραγμένος μές στο χρόνο
απ’ τον καιρό προσμένοντας μονάχα θεραπεία,
τη λήθη επικαλούμενος, την ανοιχτέρμονη τη λήθη.
Βογγούσαν οι αγέρες, μαίνονταν οι θάλασσες,
ο ήλιος κάθε βράδυ έγερνε στη δύση του,
υπάρξεις βλέπανε το φως κι άλλες το χάνανε,
κι όμως για κείνον ήταν όλα μια παρηγορία.
Αισθανόταν το χρόνο έτσι να τού φεύγει, να γλυστρά,
ο χρόνος έφευγε τρελλά, πετούσε…

22-covers