.children. by Sonja Benskin Mesher

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

stand back to spite the craving, look on as from afar.   people, some write hymns & mantra others watch tv, not the news.               oh no not the news, the truth is too depressing, a bit near the mark.

i guess yours sleep in bed, loved and cherished.                                              others love and cherish , yet their families sleep in mud,                                                                                                   on streets.

the words came suddenly. an odd day, no gentle people to woo thee, day of stress,      and horror, you watch the news.                                                         a day of reality, the reckoning that nowhere is safe.

come in dreams, the shape of your face remaining. there is a line now,        dreams and aspirations.   words and degradations.                                                                                   lines deepen, water etched.

the rain falls round our houses.

how small.

how white

the child,

skin rinsed

with tears.

salt in the wind.

sbmblessings

View original post

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Η Πρωία

Κάτι αναφύεται μες στη Νύχτα.
Βοηθούν και οι μηχανικές κινήσεις
των πραγμάτων στην απαρχή της ημέρας.

Στηρίζουν το δίχτυ της προσδοκώμενης ερμαφρόδιτης
ανασύστασης του πεδίου των συγκρούσεων
υπό τον ορυμαγδό της Οικουμένης.

Μια απαρχή των κραυγών και ιαχών της ημέρας
που καθορίζουν τη συνέχεια που μέλλει να λάμψει.

Από εκεί που πήγαζα-μέσα στα δένδρα των λέξεων
που αραιά ή πυκνά απλώνονταν και με σκέπαζαν-

οι σκαπανείς εκείνοι στους οποίους ανήκα υψώνονταν
ως περιστύλια και αφουγκραζόμενοι τη γύρω ραθυμία
αποφάσιζαν όπως αντιπροσωπεύσουν εαυτούς
στο νέο παιχνίδι που στηνόταν και τους περίμενε.

Θα ήσαν μόνοι τους συμπέραινα, οδυνηρά μόνοι
αλλά και ευχάριστα στην απαρχή της ημέρας.
Οι πόνοι ήσαν μέρος της ζωής τους.

Ένας ειδικός πόνος που είχε ανακύψει σε μια καταραμένη
προκυμαία, απατηλή και βρίθουσα από ανθρώπινα μειράκια,
τον είχε καταβάλλει σημαντικά.

Διαρκούσε πολύ όπως όλοι οι μεγάλοι πόνοι οι αναπάντεχοι,
οι διακατέχοντες τη ζωή μου προ αμνημονεύτων χρόνων.
Και όμως φοβόταν μήπως είχε έλθει η Τελική Κρίση.
Αγωνία μεγάλη τον καταλάμβανε.

***

Με Κομμένη την Ανάσα

Το φαρμακωμένο φίδι που βγαίνει από το στόμα μου
συνεχώς και δημιουργεί όλους αυτούς τους στίχους,
όλες αυτές τις λέξεις, τις προτάσεις τις φαρμακωμένες.

Αυτό που δεν ξέρω να κάνω μες στο Χωρόχρονο,
αυτό το μπέρδεμα του νου μου, αυτή η απελπισία
την ώρα που τα πουλιά κελαηδούν και σε τρελαίνουν.

Δεν υπάρχει τίποτα να αναζητήσω, να συμβουλευτώ,
ξαπλωμένος καθώς είμαι, καθώς δεν ξέρω τι να κάνω.

Στο βάθος του χρόνου, στο βάθος της φύσης,
στο βάθος των ήχων και της βαριεστιμάρας κι έλλειψης
ενδιαφέροντος, πηγαινοέρχομαι μες στα δώματα της λύπης.

Όλα το κενό τα καλύπτει, αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος.
Αυτή οδηγεί στο κόψιμο της αναπνοής κι αυτό είναι
το μόνο ενδιαφέρον αν θέλετε την αλήθεια.

Όλα τόσο μπερδεμένα, αφιονισμένα, σταματημένα.
Οι καθημερινές εργασίες των ανθρώπων
και οι περισπούδαστες σκέψεις των διανοουμένων
το μόνο που κάνουν είναι να συσκοτίζουν την αλήθεια.

Όλος αυτός ο θόρυβος των πληροφοριών σκοτεινιάζει το νου,
ταράζει την καρδιά, αφήνει τον εαυτό αδειανό.
Και τότε έρχεται ο πόνος αδυσώπητος
και καλύπτει το κενό μεγαλόπρεπα.

Αυτό δεν θα μπορούσα να το πω άλλοτε,
αν δεν είχα τόσο πολύ βασανιστεί τώρα τελευταία.
Αν δεν είχαν φύγει όλα όσα αγαπούσα, όσα λάτρευα.

Γυρεύω κάτι να απαλύνει τον πόνο μου μες στη ζούγκλα.
Γυρεύω κάτι που θα με πάει μακριά.
Τα αφήνω όλα πίσω μου αποφασιστικά, τελεσίδικα.

Δεν γέμιζε ο χρόνος με τίποτα σας λέω.
Μια αμαξοστοιχία λέξεων παραταγμένων στο διηνεκές.
Βυθισμένος κι εγώ εκεί κάτω, εκεί που δεν ήξερα.

Κολλημένος στο κάθισμά μου, στη γωνιά μου τη μοναδική.
Και όλα τα άλλα ανέφικτα, άσχετα, απροσδόκητα.
Δεν τα θέλησα ή μήπως τα επιθύμησα βαθύτατα;
Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν είναι σε θέση να ξέρει.

Μια φωνή που έρχεται, που έρχεται και με κυριεύει.
Αδυνατώ να ελπίσω, αδυνατώ να δω.
Μου κόβεται η αναπνοή με το παραμικρό.

Δεν μπορώ να απαρνηθώ φαίνεται κάτι παλιές τρέλες,
κάτι αθώα σκιρτήματα του νου, κάτι επαναλήψεις.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Ζ. Δ. Αϊναλής, Συναρτήσεις 

2501873386_00019d1e52_m

I
 —
Τώρα θα υπάρξει διασταύρωση της αδιαθεσίας στο 4
Τώρα το 8 θα γυρίσει σελίδα
Δι’ απαλών ονύχων το 1 θα διεισδύσει στα θέσφατα
Και θα διυλίζει το 3 τον κώνωπα στο 7
Τώρα το 6 της άνοιξης θα γίνει ζημία στη διασπορά του 9
Και το 2 θα σέρνει το 5 απ’ την καταπακτή πιο βαθιά
Και τι θα μείνει τώρα το 0 μάτι μόνο στα σκοτεινά
 —
Μαλθακότης  ευδαίμων
κι ο πόνος στα σωθικά
1 πλην 10 ίσον μείον 9
–
–
II 
—
Θα γυρίσω τον άξονα κάθετα στην εκμετάλλευση του 7
Και θα βουλιάξει το 3 στων άστρων την επανάληψη
Θα λάμνει δεμένο το 4 στα κουπιά
Και το 2 δίχως πηδάλιο στο ναυάγιο του 9
Ένα 1 θα φωνασκεί στην πρύμνη μηχανικά
Και στ’ αμπάρια το 8 να μπάζει νερά
Θα κρέμετ’ απ’ το πόδι το 5 σα τσιγκέλι στα  ιστία νεκρό
Και το 0 θα καγχάζει σα στόμ’ ανοιχτό
 —
2 και 5 μας κάνει 7
—————- πτώμα που ζέχνει
—————————– κι η σήψη να κυβερνά
  —
–
III
—
Δάγκωμα σκοτεινό το 1 στην καρδιά νούμερο 8
Αποτρέπω τη συμφόρηση στο 7 πριν να βγω
Και κρύβω καλά το πρόσωπο στο 9
Και μένει το 4 να με σέρνει δετό
Γυμνός δεξιώνομαι στο 5 τον εξευτελισμό
αρμοί σκοτεινοί, χειροπέδες κι οι κλείδες του 6 στιλέτο στο 3 απτό
Χάνω στο 2 την έξοδο και θανατορραγώ
Στο περικάρδιο του 0
Κεκαρμένη η κρίση με συλλαμβάνει πανικού.
 —
3 μείον 9 = μείον 6 πεθαμένα παιδιά
 —
κάρβουνα αναμμένα κι αγκάθια αιχμηρά
όπλα καπνισμένα και πολύ ζωντανά.
–
–

IV
—
Τώρα θα σημάνουν οι καμπάνες στο 4
Και θα εκπνεύσ’ η σιωπή στο 8
Βλέπω την ανάσα να σώνεται πριν το 2 σωρός
Και το σώμα να καίγεται στο 5 πηλός
Λίγο χώμα τα χέρια μου στο 9 πανικός
Κι η ομιλία να τελειώνει κάπου μεταξύ του 1 και του 7
 —
Οι πρώτοι αριθμοί δεν μιλάν μεταξύ τους.
 —
Κάπου εκεί το 3 διαιρούταν στο κενό με τον  εαυτό του
Και το 6 έπαιζε με τη λέξη ξανά
– να δαγκώσεις και πάλι τον εγκλεισμό στην καρδιά.
 —
—
 V
—
Τόσο 9 πριν απ’ την άνοιξη και η σιωπή  στενή.
 —
Κοιτάω το 7 σαν τη γλίτσα να προσκολλάται στη  γη.
—
Και το 2 παραμελημένο κι ανήμπορο ν’ αρθρώσει φωνή.
  —
 —
Όσο και να διαιρείς θα μένει πάντα ένα υπόλοιπο
————————————————- στη νύχτα σκοτεινό
τέρας υπόλογο να τεχνουργεί σκυφτό.

Θανάσης Τζούλης, Έξι ποιήματα

Σχέδιο: Adolph Gottlieb

Σχέδιο: Adolph Gottlieb

Το σκοτωμένο πουλί

Υπάρχουν δρόμοι χωρίς τέρμα
που γλιστρά η νύχτα το κορμί της.
Υπάρχουν δρόμοι μ’ ένα στύλο
και μ’ ένα πουλί σκοτωμένο
στο κρανίο του.
Το σκοτεινό φεγγάρι
κατάπιε όλη τη νύχτα
κι’ αυτός ο στύλος είναι ορόσημο του δρόμου.
Αρχίσαμε από τα μάτια μας,
μην πουληθούμε στους δρόμους
στο πρώτο καραβάνι που θα βρούμε.
Άλλοτε οι δρόμοι είχαν τέρματα.
Μα τα πρόσωπα είναι στραμμένα στον τοίχο
κι’ από τα χέρια τους πέφτουν
δυό απαγχονισμένοι
μέσα στη νύχτα.

***

Τα κουπιά των νεκρών

Οι νεκροί
σκίζουν το καταπέτασμα
του σπιτιού μας.
Κρεμάστε τα πορτραίτα
και μη βροντάτε
τα έπιπλα.
Τα νερά είναι ζεστά από το σώμα τους.
Μη βροντάτε τα χέρια
και φαίνονται άδεια.
Οι νεκροί πέφτουν από τα σύννεφα
και γεμίζουν το σπίτι μας,
τα νερά στάθηκαν έκπληκτα στην πόρτα,
δεν άφησαν ακόμα την κραυγή τους.
μες στα νερά χάσαμε τα πόδια μας,
κρατείστε τα κουπιά των νεκρών.

***

Ανακομιδή

Όλη τη νύχτα έχανες τα δόντια σου –
μου χρειαζόταν αυτό το εμπόδιο.
Πλύνε το χώμα απ’ το κορμί σου,
δεν έχεις ούτε νύχτα, ούτε μέρα στο κορμί σου
όσο να βυθιστείς μες στο πηγάδι.
Τράβηξε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι,
δεν έφυγες από τα δέντρα με τις εποχές
που είχαν τα χορτάρια αίμα.
Ανάμεσα απ’ τα μέλη σου
δεν είναι μέρος για το σπαραγμό,
δεν κάρπισαν τα μάτια σου να πω πως σώθηκες
με τη νωχέλεια στους δείχτες του ωρολογιού.
Μάσε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι
και μεσ’ από τα κόκκαλά σου
την οδύνη μου

***

Οι πέτρες και ο χρόνος (Απόσπασμα)

ΧΙ

–
Κάηκ’ η ζωή μας και γίναμε ποίηση.
Κλείστε τα παράθυρα.
Μόνο η φωνή ας βροντάει
σαν το σκυλί μέσα στις θύελλες.
[Σπόνδυλοι, 1961]

***

Η αρκούδα

Η αρκούδα που κυνηγά τον άνθρωπο
ποιος ξέρει αν δεν ήταν άνθρωπος
και φοβάται μη ξαναγίνει;

***

Ο φόβος

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Τη νύχτα τα όνειρα ξεκλειδώνουν την πόρτα
και κουβαλούν στο σπίτι μας νεκρούς
κι ύστερα βγάζουν τα κεραμίδια του σπιτιού
να κατεβεί ο Χριστός στο άδειο σπίτι
να τον σπαράξει ο φόβος μας
γιατί είναι η δική του σειρά
να πιστέψει σε μας
απόψε και την άλλη νύχτα και την άλλη

Το πρωί οι νεκροί είναι στην ίδια κουβέρτα
και κρύβουν με τα χέρια το χτυπημένο κορμί
μη φοβηθούμε και τους κλείσουμε έξω από το σπίτι
όταν ο αέρας ρίχνει τα κλειδιά από τις πόρτες

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Την ίδια ώρα η μάνα
φοβερίζει το πεθαμένο παιδί
να μη γυρίσει σπίτι αυτή τη νύχτα
θα το χτυπήσουν στην ίδια μεριά

Πώς να δηλώσουμε τους νεκρούς
να τους σώσουμε και να σωθούμε;

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε
κρατήσαμε τον ύπνο να κρυφτούμε στο μαλλί του
να ξεφύγουμε από το φόβο
που περιμένει στη πόρτα μονόφθαλμος

Πριν από την τελευταία ώρα
η μάνα διώχνει τους νεκρούς από την καταπαχτή
κι αυτοί γυρίζουν μαζεύοντας τις πατημασιές μας
γιατί φοβούνται πως χαθήκαμε
την ώρα που ο αέρας ρίχνει τα κλειδιά από τις πόρτες

Πώς να δηλώσουμε τους νεκρούς
να τους σώσουμε και να σωθούμε;

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Μίλτος Σαχτούρης, Πέντε ποιήματα

15871442_10154720852116011_3389932355311811186_n

Ο βυθός

Ένας ναύτης ψηλά

στα κάτασπρα ντυμένος

τρέχει μέσ’ στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ’ τη γης

με τα κόκκινα μάτια

λέει ένα τραγούδι

που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι

φτάνει ως το καράβι

φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο
φεγγάρι

*Από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

***

Η σκηνή

Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει

ένα κεφάλι από πηλό

τους τοίχους τους είχαν στολίσει

με λουλούδια

απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί

δυο σώματα ερωτικά

στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια

και πεταλούδες

ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε

στη γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες

τις πλευρές

δε θά ‘ταν φρόνιμο κανείς

να τους τραβήξει

ένας από τους σπόγγους έσπρωχνε τα
σώματα

στον έρωτα

Η δυστυχία απ’ έξω

έγδερνε τις πόρτες

*Από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

***

Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα

οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο
ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε
κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι

έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι

έπειτα μπήκε το φεγγάρι

αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

Οι μέρες περνούν

το χιόνι μένει

*Από τη συλλογή ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ

***

Η πηγή

Φεγγάρι πεθαμένο μου

για ξαναβγές και πάλι

θέλω να δω το αίμα
σου

δεν έκαιγες λυχνάρι

φώτιζες

το φοβισμένο πρόσωπο

θέλω να δω

το φοβισμένο πρόσωπο

τώρα

πάλι και πάλι

τότε

όλο το σώμα μου ήταν

μιά πληγή

φεγγάρι

μια πηγή

και φώτιζε

της νύχτας το σκοτάδι

Φεγγάρι πεθαμένο μου

θέλω να δω το αίμα
σου

τώρα

πάλι και πάλι

*Από τη συλλογή ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ

***

Το μαρτύριο

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι

σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι

περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί

κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο

και μέσα φαίνονταν

τα σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το
κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο

να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου

και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός

ν’ αδειάζει από μέσα μου να φεύγει

Μάριος Χάκκας, ένας Έλληνας beat

xakkas-696x643

Του Γιάννη Ν. Μπασκόζου*

Διαβάζει κάποιος το παρακάτω κείμενο. Πολύ σημαδιακό για την ιδεολογία του Μάριου Χάκκα, ενός αποσυνάγωγου, αναρχικού , αριστερού, μποέμ λογοτέχνη. Που θα τον τοποθετήσει;

Όμως δεν θα ’χουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο (έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω, έτσι και σου ξέφευγε γινόσουν ύποπτος). Ου να χαθούνε. Εμ κι εμείς τ’ ανθρωπάκια που δεχθήκαμε χρόνια να τρώμε στη μάπα τη «ράγια»; Και να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Τι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως εγώ, απ’ όσο ξέρω και οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Αν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτε. Δεν έχουμε χρόνο πια για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Μήπως φταίγαν τα πρόσωπα και οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Να τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η ίδια η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις «πιστεύω». Τίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα.

Τι είναι αυτό που κάνει τον Μάριο Χάκκα ξεχωριστό;

Όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα πρόκειται για μια πεζογραφία ενός ατόμου που ψάχνει την ταυτότητά του. Σε όλο του το έργο όπως έχει ήδη παρατηρήσει και ο Αλ. Ζήρας το κεντρικό πρόσωπο αντιπαρατίθεται στο σύνολο, η εσωτερική ζωή βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συμβάσεις, το άτομο απέναντι στις κοινωνικές υποχρεώσεις, αντίθετο με το ιδεολογικό ή οποιοδήποτε συλλογικό όραμα. Υπάρχει πάντα μια διχοστασία μεταξύ υπαρκτής πραγματικότητας και υπαρξιακής μοναδικότητας.

Κι ερχόμαστε στο δεύτερο σημείο καθώς ο συγγραφέας αλλά και οι ήρωες του είναι τα άτομα που βιώνουν μια βαθιά υπαρξιακή κρίση και μια αφόρητη μοναξιά. Ο επικείμενος θάνατος δυναμώνει την αίσθηση του «χωρίς νόημα κόσμου». Όμως ο Χάκκας δεν πιστεύει όπως ο Κίρκεγκαρντ ότι ο θάνατος δίνει νόημα στη ζωή. Αντιθέτως θα ήθελε να ζήσει πολύ, μια άλλη ζωή, αλλά όμως με έναν διαφορετικό τρόπο: με τη σοφία που του προσέδωσε ο επικείμενος θάνατος του. Ξέρει βέβαια ότι δεν υπάρχει τέτοια διέξοδος. Νιώθει μόνος, είναι μόνος. Μια μονάδα ριγμένη στο άπειρο όπως θεωρούσε τον άνθρωπο ο Χάιντεγκερ.

Η φιλοσοφία του εδράζεται σε μια προσωπική εμπειρία. Ο Χάκκας είναι μόνος, αισθάνεται αβοήθητος, άλλοτε τρομαγμένος κι άλλοτε απογοητευμένος αντιμέτωπος με τον φόβο του θανάτου, τον φόβο του «δεν ταιριάζω με τους άλλους» και καταλήγει σε μια δική του φιλοσοφία, στάση ζωής. Καταλήγει σε έναν ωραίο αναρχισμό, αγανακτισμένο, πρωταρχικό.

Με κούρασαν επιστήμη και κοινωνιολογική ερμηνεία. Επιδιώκω μια κοινωνία που θα γίνουνε τα πάντα μπάχαλα: αστέρες πρώτου μεγέθους να παίζουνε ρόλο κομπάρσου, διαδηλωτές και τανκς μέσα στους δρόμους, ποιος πρώτος ποιος δεύτερος, όλοι να παριστάνουν τους έσχατους (εκτελούσα διαταγές αφεντικό, να σου λένε), ανθρωπάκια που ταξιδεύουν με το λεωφορείο, πρωθυπουργοί που περιμένουν στη στάση σειρά.

Δε με εκφράζει πια καμιά σκοπιμότητα και καμιά λογική, κυρίως το αναπόφευκτο του θανάτου κάποιων κυττάρων, μερικών οργανισμών που κλείνουν τον κύκλο τους και δε θα ξανάρθουν. Ακόμα και στον οργανισμό μου τον ίδιο θέλω να μαλώνουν τα κύτταρα, να επιμένουν τα παλιά, ν’ αντιστέκονται, πεθαμένα πια να μην αποβάλλονται, να παραμένουν εκεί προκαλώντας μια γενική αναστάτωση.

Καταλήγει σε αυτόν τον ατομικό αναρχισμό ξέροντας ότι δοκίμασε ότι υπήρχε στην εποχή του και απέτυχε: Από τη χούνη του Κουταλά φωνάζω κι η φωνή μου χτυπώντας στα βράχια γυρίζει σε μένα. Από ένα τυφλό δωμάτιο πολυκατοικίας φωνάζω κι η φωνή μου βουλιάζει σ΄αφρολέξ καναπέδων. Από τον ύπνο μου – βαθύ πηγάδι – φωνάζω κι η φωνή μου βρίσκει στα σφιγμένα δόντια μου, επιστρέφει και χρωματίζει μαύρα τα σπλάχνα μου.

Παρόλο που διαβάζοντάς τον ξέρουμε ότι τα περισσότερα στοιχεία είναι αυτοβιογραφικά εντούτοις κατανοούμε ότι όσα γράφει αφορούν πολλούς, πολύ περισσότερους από όσους πιστεύουμε. Γίνεται σηματωρός μια εποχής , ίσως και πολλών εποχών. Όταν γράφει Πόσο φυράναν οι ιδέες, πόσο λιγόστεψαν οι αφελείς σ΄αυτό τον κόσμο και οι ήρωες νομίζω ότι εκφράζει προδρομικά κάτι βαθύτερο του οποίου εμείς οι νεώτεροι αργήσαμε να γίνουμε κοινωνοί. Δε μου αρέσουνε οι τέλειες κοινωνίες, οι αισθητικές και οι αρμονίες. Όλα να πάσχουνε κάπου, σώματα, σύμπαν κι ομάδες κατά γκρεμού κι επιπλέον καμιά όρεξη για νέο στήσιμο. Αντίθετα, μανία για περισσότερα χαλάσματα γύρω. Έτσι κι αλλιώς κι αυτοί που λένε πως σιάχνουνε, κυβερνήσεις παπάδες, μυστήρια, περισσότερο όλεθρο σκορπίζουν τριγύρω τους.

Ας σκεφτούμε ότι αυτά τα λέει το ΄60, πριν γίνει ο Μάης ΄68 , πολύ πριν πέσει το τείχος του Βερολίνου και καταρρεύσει ο υπαρκτός και συμπαρασύρει οράματα γενεών στο διάβα του.

Προσωπικά βρίσκω αρκετά κοινά σημεία με τους έλληνες υπαρξιστές- ένα βραχύβιο κίνημα. Δεν ξέρω πόσο τους ήξερε κι αν τον γοήτευαν καθόλου αλλά διαβάζοντας το Κοινόβιο διαπιστώνεις , όχι τόσο φράσεις, όσο περισσότερο εικόνες και διάθεση που θυμίζουν το κίνημα της Ιπτάμενης Παράγκας του Σίμου του υπαρξιστή. Κι αυτοί είχαν χιούμορ , λέγανε τσιτάτα όπως Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΗ!» ή το άλλο «ΑΝ ΑΠΕΛΠΙΣΤΕΙΣ, ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ!», και είχαν αυτό το χιούμορ ,άλλοτε υποδόριο, άλλοτε δηκτικό, αντιθετικό ως προς την όποια καθεστηκυία τάξη, όταν πήγαιναν σε συγκεντρώσεις και τους πέρναγαν για παράταιρους ή χαφιέδες, είχαν κάτι κοινό με τον αποσυνάγωγο Χάκκα, και τη θέλησή του να απαρνηθεί τα πάντα. Απλώς οι υπαρξιστές εκείνοι ήταν πιο χαρούμενοι, οργάνωναν πάρτυ, χόρευαν μπούγκι, έκαναν τρέλες.

Τα παραληρηματικά κείμενο του Κοινόβιου και του «Τα τελευταία μου» θυμίζουν σε πολλά τους αμερικάνους μπητ. Όπως το «Ουρλιαχτό” του Γκίνσμπεργκ:

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
μιαν αναγκαία δόση,
(…….)

που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό
κάτω απ’ τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ’ τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
του πολέμου,
που διώχτηκαν απ’ τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
μέσ’ απ’ τον τοίχο…

Βρίσκω ομοιότητες και με τον Τζακ Κέρουακ σε δύο θέματα: στη σχέση με τη φιλία και το αυθόρμητο της γραφής. Οι μπίτνικ ήταν μια παρέα με κοινό τρόπο σκέψης. Ο Κέρουακ ήταν τυχερός έζησε όλη του τη ζωή με μια παρέα ομοειδή και ομόγνωμη. Ο Χάκκας είχε μια άλλου είδους παρέα, περισσότερο φιλική και λιγότερο ομογνωμική. Γι αυτούς οραματίζεται ένα κοινόβιο: για τον ζωγράφο Δημήτρη, τον Φαίδωνα που είχε τέλος φρικτό- έγινε ανώτερος υπάλληλος, τον Τσαούση – ακόμα χειρότερα – ήταν παντρεμένος, τον Νότη- περιμένει παιδί, τον γιατρό με τα άγχη του και τον ποιητή Γκόρπα, τρελαμένος κι αυτός- αλλά ίσως πιο κοντά του. Όμως τους χάρηκε τους φίλους του μέσα σε ένα στενό σαλονάκι ενός φτωχικού ιατρείου, από εκεί ταξίδευαν και δεν είχαν ανάγκη να κάνουν ούτε βήμα προς την πιο κοντινή ταβέρνα.
Η περίφημη παρέα του Κέρουακ έβαλε σκοπό να αλλάξει τη λογοτεχνία, απλοποιώντας τις φόρμες και απαλείφοντας τα περίτεχνα σχήματα λόγου. Για τον Κέρουακ είπαν ότι «Στο Δρόμο» είχε μια ακατέργαστη, φαινομενικά ανύπαρκτη φόρμα με τις ασύντακτες παραγράφους και το φτωχό επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο, πράγμα βέβαια που δεν το εμπόδισε να γίνει το βιβλίο-αναφοράς του κινήματος της δεκαετίας του ’50. Γιατί Η «αυθόρμητη πρόζα», όπως το έλεγε ο Κέρουακ, η αδιαμεσολάβητη φόρμα δηλαδή μπορεί να μεταγγίσει απευθείας το περιεχόμενο στον αναγνώστη, προκαλώντας ένα «σοκ τηλεπάθειας», όπως στο Κοινόβιο ή στο «Τα τελευταία μου». Ειδικά σε αυτό το τελευταίο όπου σε κατάσταση παράκρουσης όσο ανεβαίνει ο πυρετός ο συγγραφέας ταξιδεύει προς το ουράνιο τόξο, συναντά απίθανους ανθρώπους, όπως μια παγκόσμια πρωταθλήτρια δρόμων, και μια υπέροχη σεξουαλική γυναίκα και μετά αρχίζει να κατεβαίνει καθώς πέφτει ο πυρετός. Μάλιστα συναντά έναν με μεγάλη άσπρη γενιάδα – τον Άγιο Πέτρο- και του ζητά ακόμα και να πεθάνει να μπορεί να συνεχίσει να γράφει, ή έστω να πάρει μια παράταση για να βγάλει ένα φτενό βιβλιαράκι. Ο άγιος του το αρνείται και ο Χάκκας του λέει ‘θα αναγκαστώ να το γράψω στα πρόχειρα – που καιρός για καλλιγραφίες…- και θαναι εναντίον σου!

Άλλο κοινό στοιχείο είναι ότι όπως ο Κέρουακ έτσι και ο Χάκκας πάλευε μέχρι τέλος με τους προσωπικούς του δαίμονες, τόσο τους λογοτεχνικούς, όσο και τους πραγματικούς. Ο Χάκκας στο τέλος γράφει απίθανα ωραία παραληρηματικά κείμενα, από όπου περνάει η οικογενειακή καταπίεση ( η σκηνή με το κορίτσι και το αρνάκι που διακόπτεται από την αυστηρή μητέρα), το γενετήσιο ανικανοποίητο ( η ανάγκη να τα έχει με μια πραγματικά ωραία γυναίκα με ψηλά καπούλια και γεμάτο στήθος), ο χρόνος που δεν του φτάνει γιατί άρχισε αργά να γράφει κι αργά να αποστασιοποιείται από τη βιωτή και το αριστερό όραμα.

Παρά την ειρωνεία και τον σαρκασμό ο Μάριος Χάκκας παραμένει πιστός σε ένα όραμα της νιότης. Με την «ωραία υπεροψία του ανυπεράσπιστου» – όπως θα έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος στην «Φαίδρα», θα το ανακαλεί συχνά και θα θυμίζει ότι αυτή ήταν η ζωή του. Έχει ένα ωραίο όσο και ενδεικτικό κείμενο «Μπροστά σ΄ένα τάφο», όταν επισκέπτεται τον τάφο του Μαρξ στο Λονδίνο , που είχε παέι για τη θεραπεία του:

Όλα ξεκίνησαν απ’ αυτό το γρανιτένιο κεφάλι που στέκει μπροστά μου, κι εκείνοι κι οι άλλοι, κι ετούτοι κι οι μετέπειτα, κι οι καλοί κι οι κακοί, μόνο που οι καλοί βγήκαν γρήγορα από τη μέση, πλάκωσαν τα ντουγκασβίλια και τους ξεπάστρεψαν έτσι που μείναν πάνω μόνο οι αχώνευτοι. Θα μου πείτε “βρέστε μου μια κατσαρόλα που να βράζει το γάλα χωρίς να το χύνει”. Αυτό προσπαθώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί λέω να προσέξω για να μη φουσκώσει και πάντα την παθαίνω. Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους.

Θα μπορούσε κανείς να βρει ομοιότητες και με τον Αντρέα Φραγκιά στην παρουσίαση των χαμηλών κοινωνικών τάξεων, να τον θεωρήσει ποιητικό πρόδρομος του αναρχισμού του Λευτέρη Πούλιου κ.τ.λ. Αλλά μάλλον κάπου στο βάθος ο Μάριος Χάκκας παραμένει ακατάταχτος και αποσυνάγωγος.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θράκα, Νο 7, αλλά εμείς το πήραμε από εδώ: http://www.oanagnostis.gr/μάριος-χάκκας-ένας-έλληνας-beat/

Nikos LeFou Pierrot Ziakas, Οι υπόνομοι ξερνάνε πεταλούδες

ziakas

Δώδεκα και είκοσι δυο
ένα ρετάλι σώμα ντύνεσαι Σάββατο βγαλμένο δέρμα, στάχτη στο καφέ
και τρεις χτυπάς φορές στο πάτωμα
να σε ακούσει κάποιος
αλλά είσαι στο υπόγειο
οι τοίχοι με γυρισμένη πλάτη
τώρα μαθαίνεις τις λέξεις με γρατζουνιές
κάνεις το σώμα σου τρίτο δεύτερο κωλάδικο στον Έβρο
στάση για φαντάρους και νταλικέρηδες
το κατάστημα διαθέτει ευρύχωρο πάρκινγκ
κι άλλες ανέσεις
το σόου ξεκινάει αυστηρά σε μια κάποια συγκεκριμένη ώρα
κι από τότε μετράς αμέτρητα υπεραστικά δρομολόγια
θα μου άρεσε να σου πω “εντός μου”
αλλά έχουν περάσει μόλις είκοσι λεπτά
κι ήδη σε γεύομαι νερό
σε κάνω χώμα / σπασμένο δέρμα
όπως μαθαίνω τη σημασία του ρήματος
“Έρχομαι”
το τρόμο της λέξης “εποχή”
γιατί κρύβει μέσα τον χρόνο
κι εσύ κάνεις την ηχώ μέσα στο κούφιο μου
μια και δεκατέσσερα
τρυπώνω σε μια εσοχή του σύμπαντος
όπου σε μυρίζω θάλασσα
μου γνέφεις αγάπη
όπου είσαι κάτι ωκεάνιο
είμαι κάτι όμορφο
τα δέντρα δεν έχουν κρεμασμένους
η μουσική δεν σπάει κόκκαλα
όπου ξεριζώνεις το στέρνο μου
και βρίσκεις πάλι εσένα
όπου το μέλλον δεν είναι στραμμένο στο κρόταφο
το σώμα σου είναι εκδρομή
τα δόντια μου στη θέση τους
όπου είμαστε χρυσόψαρα στη γυάλα
σε μαθαίνω κάθε φορά από την αρχή
όπου αγαπιόμαστε έτσι κι αλλιώς
χωρίς ποιήματα κι επαναστάσεις
τώρα πετάω πάνω απο τη πόλη
και βρίσκω πάνω στα παράθυρα
είμαι το κρύο στις φυλακές Γενάρη μήνα
το λασπωμένο προαύλιο
η άδεια μεριά στο κρεβάτι
το ατυχές του συμβάντος
το απόβαρο του ανθρώπου
κι όλο γυρίζει μια λόξα στο ταβάνι
που
/
δεν μπορεί
/
θα της γυρίσει το μάτι.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του ποιητή στο Facebook.

3 ποιήματα, Izet Sarajlić | μτφρ. Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

is

Το πρόσινο ζευγάρι υποζύγιο

Με πράσινο ζευγάρι υποζύγιο
έμπαινε στην πόλη
η Άνοιξη.
Φτερά χήνας παίρνανε οι συγγραφείς
και τη χαιρέταγαν
με διθυράμβους.
Τώρα αεροπλάνα-τούρμπο φτερουγίζουν
κι οι συγγραφείς όλο και πιο σπάνια
για την Άνοιξη γράφουν.

View original post 338 more words