Πελαγία Φυτοπούλου: Ένα ξάφνιασμα. Ένας τρελός. Και το τρακ.

koykos-696x365

Η Γιούλη Αναστασοπούλου παρουσιάζει την πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Πελαγία Φυτοπούλου.

Τι θα ήθελες να γνωρίζουν οι αναγνώστες σου για τους ήρωες σου;
Όχι πολλά. Αποφεύγω τις αναλύσεις και τις εξηγήσεις, αυτό είναι δουλειά της επιστήμης και όχι της τέχνης. Επηρεασμένη ίσως από την τεχνική του Ιάπωνα σκηνοθέτη: Tadashi Suzuki, ο οποίος πιστεύει ότι όσο πιο συναισθηματικά  περιορισμένος είναι κανείς, όσο λιγότερα γνωρίζει (στο επίπεδο του ακαδημαϊσμού) τόσο πιο ελεύθερα λειτουργεί και πράττει. Είναι καθαρός. Κι όταν είναι κανείς καθαρός είναι ισχυρός. Γίνεται συνδημιουργός. Και εμένα με ενδιαφέρει αυτός ο αναγνώστης, ο συνδημιουργός, ο συνένοχος στο έγκλημα. Με ενδιαφέρει το σώμα του. Δεν μπορείς να τα δίνεις έτοιμα στο πιάτο, έχει και ο αναγνώστης να κάνει δουλειά. Βεβαίως, η καλή δραματουργία είναι αυτή που κρύβει αλλά δεν αποκρύπτει. Συνεπώς, θα δώσω κάποια στοιχεία. Οι ήρωες μου κυκλοφορούν στις φυλακές ανηλίκων, σε σανατόρια, σε νεκροταφεία και ομαδικούς τάφους, σε γιάφκες και Λούνα Παρκ, σε όνειρα δύσκολα: ανθρώπινα δικαιώματα. Οι ήρωες μου είναι Ένας. Εκείνος ο ένας, ο πάντα μόνος του. Ο ελεύθερος.

Τι σε κινητοποίησε να γράψεις τον ΚΟΥΚΟ;
Στο θέατρο χρωστάω τον ΚΟΥΚΟ, την ποίηση, την αγάπη. Στο θέατρο και στη μάνα μου. Θα εξηγηθώ. Όταν ήμουν νέο κορίτσι, πολύ νέο, παρατηρούσα τους ανθρώπους, ήταν ένα παιχνίδι. Το αγαπημένο μου. Ύστερα έγραφα κάτι γι’ αυτούς. Δεν γνωρίζω την αιτία. Ήταν το βίτσιο μου. Η μάνα με σιγόνταρε. Φρόντιζε να μην ανακαλύψει κανείς τον παραβάτη. Όταν με δέχτηκε ο δάσκαλος μου, Βασίλης  Διαμαντόπουλος, στην δραματική σχολή, άρχισε ο Γολγοθάς μου. Με έβαζε ο άτιμος αυτός γέρος να γράφω για τους ηθοποιούς και τους ρόλους που υποδύονται. Εσύ, η αναρχικούλα, η ποιητριούλα, έλεγε, θα γράφεις κάθε μέρα κι ένα ποίημα. Εγώ, βέβαια, έγραφα καμιά δεκαριά σελίδες. Ένιωθα έναν μικρό ηρωϊσμό που με επέλεξε. Παιδί μου, φώναζε, ποίημα ζήτησα, όχι μανιφέστο. Το γυρνούσε πίσω. Βρες το ποίημα που υπάρχει εδώ μέσα και φέρτο. Του λέω, το ψάχνω δάσκαλε. Απαντά, μην ψάχνεις, βρες. Σιγά-σιγά κατάλαβα, και του πήγαινα λίγες αράδες. Βεβαίως δεν μπορούσα να πάω κόντρα στη φύση μου και όποτε έβρισκα ευκαιρία αθώωνα και την Κλυταιμνήστρα και τη Μήδεια. Γελούσε. Πριν πεθάνει με έβαλε να υποσχεθώ ότι δεν θα αφήσω ποτέ το θέατρο και την ποίηση. Είναι η γη σου, είπε. Εγώ για να τον εκδικηθώ έπαψα για λίγο να γράφω, μετά όμως μια φωτιά άρχισε να με κυνηγά σαν την Κασσάνδρα και δεν άντεξα άλλο, έγραψα τον ΚΟΥΚΟ. Τον κρατούσα όμως, για χρόνια, ήμουν δειλή. Και τώρα που δεν φοβάμαι να πω ότι φοβάμαι, τον έβγαλα. Ήρθε η ώρα. Εκείνη η ώρα που λέει ο Λόρκα: «Και μου δωσε μια, σαν κουτουλιά μουλαριού και δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς».  Ο ΚΟΥΚΟΣ έφυγε από κοντά μου. Είναι ελεύθερος.

Με ποιο άλλο βιβλίο συνομιλεί το βιβλίο σου;
Θα έλεγα πως συνομιλεί ή αν θέλεις φλερτάρει κρυφά με την Κάριν Στρουκ και την «Ταξική αγάπη» της και με την «Αναλφάβητη»  Άγκοτα Κριστόφ. Συχνά επισκεπτόμαστε η μια την άλλη και ενώ δεν έχουμε φαινομενικά κάτι κοινό μεταξύ μας, μας ενώνει εκείνο που μόνο τα παιδιά ξέρουν. Αυτό συμβαίνει τις Κυριακές. Τα βράδια όμως, όταν ο ΚΟΥΚΟΣ μένει μόνος  περιμένει τον Ινδιάνο απ’ την «φωλιά του κούκου». Όλα αυτά υπό το βλέμμα του Αισχύλου. Ο γέρος δεν θυμώνει που άφησα τον Ορέστη στα κρύα του λουτρού και αγαπώ τον Ινδιάνο. Είναι ο Αισχύλος. Ο πατέρας μας.

Πώς γράφεις και πού;
Στο δρόμο, δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρη. Νομίζω στο δρόμο. Μιλάω μόνη μου και είμαι αρκετά παραστατική, μιλάω δυνατά, κάνω χειρονομίες, τέτοια πράγματα. Το καταλαβαίνω απ’ τους άλλους, ο τρόπος που με κοιτούν. Προσπαθώ να είμαι διακριτική αλλά κάτι με πιάνει εκεί στην Ιπποκράτους, σαν να μπαίνουν άγνωστοι άνθρωποι μέσα μου και με κάνουν άνω κάτω. Τα μεσημέρια να με αποφεύγετε!

Αισθάνεσαι ότι ανήκεις σε μια συγκεκριμένη γενιά δημιουργών;
Δεν ανήκω πουθενά. Είμαι ακόμη στους  «Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας». Έχω δουλειά, δουλειά. Δουλειά.

Αν μπορούσες να προσθέσεις κάτι σε ένα αγαπημένο βιβλίο ποια θα ήταν η παρέμβασή σου;
Αν μου επιτρέπετε δεν θα ήθελα να προσθέσω, θα ήθελα να αφαιρέσω κάτι από ένα έργο, κι  ας ξέρω ότι είναι ύβρις. Το ανήλικο κομμάτι μου θα ήθελε να το κάνει αυτό. Το κορίτσι μέσα μου. Όταν ήμουν παιδί διαβάζαμε Όμηρο και τον αγαπούσα πολύ. Την  Ιλιάδα, όχι την Οδύσσεια. Πάντα όμως σταματούσα στη σκηνή με τον  Δούρειο Ίππο. Τι θυμός, τι τσατίλα θεέ μου που είχα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ο παππούς ο Όμηρος  επέτρεψε τέτοια αδικία. Πως μπόρεσε να ταπεινώσει έτσι τους Τρώες, τον γέρο Πρίαμο. Πως; Δηλαδή όλο αυτό έγινε για να θαυμάσουμε τον Οδυσσέα, να δούμε τους Αχαιούς να κομπάζουν; Αχ, μεγάλη τσατίλα έχω! Βέβαια δεν έχασα την πίστη μου στον παππού και σκέφτηκα ότι ίσως όλο αυτό να μην έγινε για τους Αχαιούς, αλλά για να δούμε τι ήταν οι Τρώες. Αλήθεια, πιστεύει κανείς ότι ο Πρίαμος ήταν ανόητος; Ότι οι Τρώες δεν είχαν πολιτισμό; Ότι δέχτηκαν το αλογάκι έτσι, χωρίς να σκεφτούν τον ενδεχόμενο δόλο; Κι όμως, τους έκαναν ένα «δώρο» και το δέχτηκαν. Για μένα αυτό δείχνει αρχές. Οι Τρώες έπεσαν γιατί είχαν αρχές. Και τώρα λέω στο κορίτσι μέσα μου πως δεν πρέπει να αφαιρέσουμε τίποτα, γιατί τώρα, ίσως τώρα να κατάλαβε οι Αρχές τι σημαίνουν.

Γράφεις κάτι τώρα;
Δεν άφησα ποτέ το θεατρικό έργο, την υποκριτική και τα παραμύθια που κατά καιρούς ανεβάζουμε. Είναι έτοιμο ένα θεατρικό έργο κι αν το επιτρέψει η βιοπάλη μου θα ανέβει σύντομα. Το θέατρο ξέρετε είναι ακριβό «σπορ».

Τι σου λείπει από το λογοτεχνικό τοπίο;
Ένα ξάφνιασμα. Ένας τρελός. Και το τρακ.

Απάντησέ μας σε μια ερώτηση που δεν σου έχουν κάνει ακόμα.
Στην ερώτηση αν θα έπρεπε να είναι και να φαίνεται τίμια η γυναίκα του Καίσαρα; Απαντώ:                                                                                Τίμια θα έπρεπε να είναι η Ρώμη και όχι η γυναίκα του Καίσαρα.

Ποιον νέο ποιητή/λογοτέχνη θα μας πρότεινες να φιλοξενήσουμε στις Συστατικές επιστολές;
Εκείνον τον νέο /νέα που έχει μια συστολή, έναν φόβο να δείξει ή να παρουσιάσει τη δουλεία του. Εκείνον που έχει τρακ. Σας έχει ανάγκη.
Εγώ από την πλευρά μου προτείνω το νέο και ταλαντούχο ποιητή Αρτέμη Μαυρομάτη, για την σκηνική οικονομία και τον αυτοσαρκασμό του. Λίγο είναι;
 
Βιογραφικό
Η Πελαγία Φυτοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κατερίνη. Αποφοίτησε από την Ανωτέρα Δραματική σχολή ΙΑΣΜΟΣ-Β. Διαμαντόπουλος και στη συνέχεια παρακολούθησε σεμινάρια αφηγηματικής υποκριτικής, σκηνοθεσίας, καθώς και το Suzuki Actor method based upon of Tadashi Suzuki. Έπαιξε στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ίδρυσε τη θεατρική ομάδα ‘’Σείριος’’ και ανέβασε θεατρικά έργα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη βία στην εκπαίδευση, ποιήματα και παραμύθια. Το 2012 εκδόθηκε το πολιτικό παραμύθι ‘’Το ραβδί των καλικαντζάρων’’ (εκδ. ΙΑΜΒΟΣ).Το 2015 παρουσίασε ΙΟΝΕΣΚΟ σε θέατρο της Γερμανίας. Ζει στα Εξάρχεια. Κυκλοφορεί η ποιητική της συλλογή «Κούκος» από τις εκδόσεις Θράκα.

*Αναδημοσιευση από εδώ: http://www.oanagnostis.gr/πελαγία-φυτοπούλου-ένα-ξάφνιασμα-ένα/

Η Πελαγία Φυτοπούλου

Η Πελαγία Φυτοπούλου

Θεοχάρης Α. Παπαδόπουλος, “Έξυπνες βόμβες”, εκδ. Μανδραγόρας – Παρουσίαση

unknown

Οι εκδόσεις Μανδραγόρας σας προσκαλούν τη Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016 και ώρα 20:00 στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Θεοχάρη Α. Παπαδόπουλου “Έξυπνες βόμβες”, στην εναλλακτική καφετέρια Άνω Πουρναρούσα, οδός Ευφράνορος 10, Παγκράτι (κοντά στην πλατεία Πλαστήρα).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Φαίη Ρέμπελου και η Ελένη Καρασαβίδου.
Ποιήματα θα διαβάσουν η Καρίνα Βέρδη και ο ίδιος ο ποιητής.
Συντονίζει η Καρίνα Βέρδη.

Δείγμα γραφής

Σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Χειμώνας βαρύς.
Τυλίγομαι στο παλτό
της συντροφιάς σου.

Φθινοπώριασε
Συννέφιασε γύρω μου.
Μέσα μου βρέχει.

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

Özdemir İnce, Βir kuş / Ένα πουλί

Bir kuş uçuyordu Sisam’la Kuşadası arasında,
anlayamadım bir türlü Türk müydü yoksa Yunan mı,
bir başka yerden mi yoksa? Hiçbir belirti yok.

Denize sordum onu: “O bir dalıcı kuştur, dedi,
danteller örer durmadan bağrımda”.
Gökyüzüne sordum onu: “o benim ulağımdır, dedi,
mordan, gülrenginden eflatuna kadar”.
Balıklara sordum onu, öteki kuşlara,
teknelere sordum, bayraklı flamalı,
hepsi bir şey söyledi bir cevap alamadım.

Bir kuş uçuyordu Sisam’la Kuşadası arasında
anlayamadım bir türlü Türk müydü Yunan mı,
bir başka yerden mi hangi milletten?
“Ey kuş dedim, kimlerden olursun, hangi ülkeden?”
“Ben bir martıyım, dedi, yaşım evrenin yaşında,
ülkemi sorarsan: yeryüzü, gökyüzü ve deniz,
sınırlarımı sorarsan: topraktır, su ve hava.”

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι
και που να καταλάβω;
τούρκικο πουλί ήταν ή ελληνικό;
Ή αν μήπως από κάπου αλλού ερχόταν;
Κανένα σημάδι.

Τη θάλασσα ρώτησα
δύτης είναι, μου’πε.
Πλέκει, όλο πλέκει
νταντέλες στο στήθος μου.
Τον ουρανό ρώτησα
αγγελιοφόρος είναι, μου’πε
Απ’ το ανοιχτό βιολέ
και το τριανταφυλλένιο
ως το μενεξελί.
Τα ψάρια ρώτησα
και τ’άλλα τα πουλιά
και τα καράβια με λογιώ – λογιώ σημαίες.
Όλα κάτι άλλο μου’ πανε
απάντηση δεν πήρα.

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι.
Έ, που να καταλάβω
τούρκικο ήτανε πουλί ή ελληνικό;
Μην κι απ’ αλλού ερχότανε
Και ποιά είναι η φυλή του;
Έ πουλί, του είπα
Ποιοί είναι οι δικοί σου;
Ποιά είναι η χώρα σου;
Γλάρος είμαι, μου’πε
Πόσο χρονώ είμαι;
Όσο κι ο κόσμος.
Από ποιά χώρα είμαι;
Απ’τη γη, απ’ τον ουρανό, απ’ τη θάλασσα
Τα σύνορά μου ποιά;
Το χώμα, το νερό, ο αγέρας..

*Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε σε τρεις γλώσσες (τουρκικά, ελληνικά, γερμανικά) στην Ανθολογία με τον τίτλο “Kalimerhaba”, που εκδόθηκε το 1992 από τις εκδόσεις Romiosini/Κολωνία, με την επιμέλεια της Νίκης Eideneier και της Arzu  Toker και τιμήθηκε με το βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Ipekci! Απόδοση: Ηρακλής Μήλλας.

Elefant, Άτιτλα ποιήματα

13769611_670679013092003_94830325371467682_n

Έρημες πόλεις απο χαρά
Μετράνε τρύπια νομίσματα
Ξεχνούν πως πετάει ένα πουλί
Στου απογεύματος τη γλύκα αδιαφορούν.
Ήσυχες πόλεις από πάθος
πνιγείτε μέσα στο αλκοόλ
Πνιγείτε μέσα στους υπολογισμούς και τις μεταρρυθμίσεις.
Βουλιάξτε στον πάτο της εκπομπής μαγειρικής.
Γυρίστε τον κόσμο μέσα από μια πρίζα.
Όταν ήμασταν παιδιά, η μέρα ήταν ένας ήσυχος δράκος.
Τώρα είναι μια βόμβα που πηγαίνει άτσαλα απο χέρι σε χέρι.

***

Ο σοβαρός κυβερνήτης
αγαπάει τις χοντρές μπριζόλες
τα αυτοκίνητα που γυαλίζουν
να νιώθει οτι μπορεί να διατάζει
έχει κρεμασμένα τα μάτια
σαν παλαίμαχος μποξέρ
ρυθμίζει την χοληστερίνη του
με τις τιμές των μετοχών
βατραχωμένος σε δερμάτινες πολυθρόνες
σχεδιάζει τους επόμενους βομβαρδισμούς
σπάζοντας μια οδοντογλυφίδα
ανάμεσα στα δόντια του.

***

Σου γράφω μέσα από την φλούδα
του πορτοκαλιού της αϋπνίας.
Μέσα από τεχνητά δάκρυα
της αδύνατης κόρης του φαρμακοποιού.
Μόλις που ακούγεται η θάλασσα
σαν τσαλακωμένο σεντόνι εραστών.
Σου γράφω μέσα από κρύσταλλα κλειστών μαγαζιών.
Απο ιπτάμενα εργοστάσια νυχτερινή βάρδια.
Αυτή η πόλη τι όμορφα αραιώνει το κέφι μας.

***

Είσαι η καταστροφή
Γλυκεία φωνή
Ανεμίζεις τη φωτιά σου
να σταματήσουν τα καράβια
Χείλια που μπορούν να πουν λόγια που ανοίγουνε παράθυρα
ή που κλείνουν πόρτες κάστρων.
Μια έκρηξη είσαι.
Ειδικό εφφέ πάθους.
Πνίγεσαι μέσα στην ίδια σου την θάλασσα.

***

Η κάθε πόλη είναι ένα μισοτελειωμένο τραγούδι
Ένα πεύκο αλατισμένο
Το ξεβαμμένο γαλάζιο των σκουπιδιών
Είναι μια μηχανική καρδιά που καίει νύχτα
Αεροπλάνο που διαλύεται ενώ πετάει και όλοι οι επιβάτες σκάνε στα γέλια
Η κάθε πόλη ανάβει τα φώτα σαν λαμπερό κόσμημα της προσωρινής μας γης
Η κάθε πόλη συλλογή κρανίων και φρέσκων λουλουδιών.

***

Να με θυμάσαι τις ώρες αιχμής
όπως κρέμεται το καναρίνι απο τα πόδια του
τις περίεργες ώρες που γεννιούνται οι αστερισμοί
και οι άνθρωποι κλείνουν τα παράθυρα για τον χειμώνα.
Να με θυμάσαι οταν βάφεσαι μπροστά στον καθρέφτη
όταν ανοίγει σαν λουλούδι το αιδοίο σου
μπροστά στον κάθε τυχαίο άντρα.
Να με θυμάσαι τις ώρες αιχμής
το πρωί που βγάζουν τα φουγάρα τα χτεσινά τους απωθημένα.

***

Το βράδυ είναι μια κουρτινούλα φιλικού αεροπλάνου
που ανοίγοντάς την εμφανίζεται φωτισμένη μια καινούργια πόλη
νοσοκομεία μπαρ τρελάδικα μεγάλοι δρόμοι
Κεραίες υψωμένες σαν κατάρτια ακίνητου πλοίου.
Το βράδυ είναι μια ευλογημένη εφεύρεση
που κάνει την τρέλλα να μοιάζει με κοχυλάκι
που κάνει τα κοσμήματα να λιώνουν από κάβλα στο λαιμό σου.

***

Μέρες κανονικές η μία πίσω απο την άλλη
σαν κατάδικοι με λουλούδι στο πέτο.
Μέρες σαν βαρετή συλλογή από γραμματόσημα.
Μέρες σαν απλά κουτιά που μέσα τους κρύβουν φορητούς καταρράκτες.
Μέρες ιπτάμενες που κάτω από τη μεγάλη τους σκιά γευματίζουν τσιγγάνοι.
Μέρες αργές σαν απόσταξη με δερβίσηδες
να περιμένουν ήσυχοι κάτω από τον σωλήνα να πιούν μια γουλιά.
Μέρες ψυχρού μπλε σαν τεράστιες πινακίδες
που δείχνουν μετά την στροφή τον επόμενο χειμώνα.

***

Δεν έχει σημασία που περνάει ο καιρός
αν έχει ο καθένας θαμμένο το κουτάκι
με τα φανταστικά του εργαλεία σε μια άκρη του κήπου.
Μέσα θα βρείς τα τρυπάνια των δέντρων για δροσερό νερό
τις μυρωδιές των κοριτσιών μέσα σε άλμπουμ με γιαπωνέζικο εξώφυλλο
μηχανάκια -αεροπλανάκια για τις μέρες με ήλιο
μικρό δεντράκι που μιλάει τα βράδυα για τα αστέρια
καραμέλες που μόλις τις γευτείς θέλεις να τραγουδήσεις με πάθος
τη μικρή κατσαρόλα με την μυρωδιά του σπιτιού όταν γιορτάζουμε
τα χειρόγραφα ποιήματα του σκύλου σου
κυάλια που βλέπεις μακριά προς τα μέσα
ερωτικές καρτ ποστάλ σταλμένες προσωπικά
από τις πόλεις που αγάπησες.

***

Χιλιάδες μίλια στα ανοιχτά
κάθε μέρα κάθε νύχτα
να φτιάχνεις το σπίτι σου
να το παίρνει ο αέρας
να το φτιάχνεις πάλι
να γελάς με τις ουρές των πουλιών
να πέφτουν τα άστρα σα χιόνι επάνω μας.
Κορίτσια γαλανά
να κάθονται να σε κοιτούν
με κόκκινα μαλλιά να σε φωτίζουν
τα σπίτια να δροσίζονται
τα φλαμίνγκο να ξυπνάνε μεσα στο όνειρό τους
ο ελέφαντας να ξεκινά για το ταξίδι του.

*Από το http://elefantelefant.blogspot.com Η εικόνα της ανάρτησης είναι το logo του ιστολογίου στη σελίδα του στο Facebook.

Ένα πρόσωπο (Γιάννης Ρίτσος)

greek-translation's avatarΓιάννης Ρίτσος

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο
σαν ολόκληρη μοναξιά, σαν ολόκληρη νίκη
πάνω στη μοναξιά. Αυτό το πρόσωπο
σε κοιτάζει ανάμεσα από δυο στήλες ασάλευτο νερό.

Και δεν γνωρίζεις ποιο απ΄ τα δύο πείθει
Περισσότερο.

Γιάννης Ρίτσος (translatum)
Γιάννης Ρίτσος (ιστολόγιο)

View original post

Άρης Αλεξάνδρου, Ολόκληρη Νύχτα

Artwork: Renata Vogl

Artwork: Renata Vogl

Όπου νάναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.
 
Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.
 
Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.
 
Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.
 
Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνία της χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.
 
Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.
 
Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.
 
Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.
 
*Αναδημοσίευση από το http://www.bibliotheque.gr/article/42292

Νίκος Νομικός (Nikos Nomikos), Από τις “Σημειωμένες Διαφάνειες” / “Noted Transparencies”

nomikos053

1
Μικρό το δωμάτιο, τρία επί τρία,
μα με πελώριες ασκητικές διαστάσεις,
γεμάτες φωτιές και πάθη, που ό,τι κι αν
πούμε, αντέχουν στις μακρινές χρονολογίες,
κι ο λόγος τους, ακούγεται βαθιά, στην ακοή
των αγαπόντων, την ευπρέπεια του πνευματικού
φωτός.

2
Χθες, στις βουβές ώρες της νύχτας, που τα όνειρα,
παιδεύουν τον ύπνο του δικαίου, είδα έναν
πανύψηλο αρχοντάνθρωπο, με μια περγαμηνή
απλωμένη στο στήθος του, προσπάθησα να την
διαβάσω, μα παράξενα ήταν τα λόγια της, και
μου θύμισε, έναν παλιό κόσμο ευτυχισμένο, που
είχα ζήσει κάποτε.

3
Μπροστά στο ύψος του, φαινόμουνα μερμήγκι, κι απάνω
που πήγα να του πω, κάτι δικό μου, άνεμος αφιλότιμος
μου άρπαξε την μόνη αμοιβή, που μου ’φερνε
ο άρχοντας αυτός, και μια βαριά ανάσα
σκέπασε, τον μόνο γλυκόν ορίζοντα που μ’ απέμεινε.

4
Μα τότε η δροσερή μου Πανωραία, με κείνα
τα πλούσια μάτια της ευαισθησίας, σταμάτησε
να τραγουδά, και ο ομοτράπεζος σύντροφος,
άρχισε με μεράκι, ένα δικό του τραγούδι, μια
παλιά επιτυχία, «το νερωμένο κρασί»

ποιος είναι αυτός
από μακριά
που τραγουδεί
λυπητερά
ποιος είναι αυτός
που κλαίει.

5
Κι εκεί που άνοιγε η φωνή του διάπλατα
τρεις σκάλες τ’ ουρανού πιο πάνω. Φάνηκαν
δυο δάκρυα, μεγάλου ανθρώπου, που έχει εκ
γενετής, την ακρίβεια της τέχνης μέσα του,
και τότε φυσικά, μας πήρε όλους η συγκίνηση,
ήταν η εποχή των ανθέων, και της απλότητας,
«άνευ βαΐων και κλάδων» και το σπουδαιότερο,
ότι που είχα αρχίσει, να ζωγραφίζω,
τον χειμώνα της Περσεφόνης.

Ο ποιητής Νίκος Νομικός

Ο ποιητής Νίκος Νομικός

1

The room is quite small, three by three,
but with vast ascetic dimensions,
full of fires and passions, which whatever we
say, outlast distant measures of time,
and their word, is heard deep, in the hearing
of lovers, the decency of spiritual
light.

2
Yesterday, in the mute hours of the night, when dreams,
pester the sleep of the just, I saw a
towering lord-like man, (1) with a parchment
spread across his chest, I tried to
read it, but strange were its words, and
it reminded me, of an old happy world, in which
I had once lived.

3
Confronted by his stature, I seemed an ant, and just
when I went to tell him, something of mine, an ungenerous wind
took my only reward, brought to me
by this lord, and a heavy breath
covered, the only sweet horizon left to me.

4
But then my cool Panorea, with those
luxuriant eyes of sensitivity, ceased
her singing, and my table companion,
began with passion, a song of his own, an
old hit, “the watered-down wine”

who is he
from far away
who sings
sadly
who is he
who weeps.

5
And there where his voice was opening up wide
three steps above the sky. There appeared
two tears, of a big man, who possesses from
birth, the precision of the art within him,
and then naturally, we were all taken by emotion,
it was the season of blooms, and of simplicity,
“without palm leaves and branches” and most significandy,
just as I had started, to draw,
the winter of Persephone.

(1) While in Nomikos’ Greek text the word “αρχοντάνθρωπος” (ar-hon-tan-thro-pos), which is compounding of the words “άρχοντας” (ar-hon-tas) ‘ “lord” and “άνθρωπος” (ahn-thro-pos) ‘ “person”, transliterates as “lordperson”, the most suitable translation is “lord-like man” given the consistency of this recurring term’s context and significance in the work.

*Από την δίγλωσση ποιητική συλλογή του Νίκου Νομικού “Σημειωμένες Διαφάνειες” / “Noted Transparencies”, Owl Publishing, σε αγγλική μετάφραση Γιώργου Μουρατίδη. Το βιβλίο παρουσιάστηκε πριν μερικές βδομάδες στο ποιητικό βιβλιοπωλείο της Μελβούρνης Collected Works, από την εκδότρια Ελένη Νίκα (Helen Nickas – Owl Publishing) και τον μεταφραστή Γιώργο Μουρατίδη (George Mouratidis) ο οποίος έχει γράψει και τον πρόλογο.

**Ο Νίκος Νομικός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934 και εκτός από την ποίηση ασχολείται από μικρός και με την ζωγραφική. Το σχέδιο στο εξώφυλλο της συλλογής είναι δικό του. Στην Αυστραλία μετανάστευσε το 1964 και εργάστηκε 30 χρόνια ως αεροδυναμικός σχεδιαστής της Αυστραλιανής Αεροπορίας. Εκτός από την παρούσα, έχει δημοσιεύσει 9 ακόμα ποιητικές συλλογές και ετοιμάζεται μία ακόμα με τον τίτλο “Πορεία της Βαθιάς Πηγής”. Είναι ένας από τους πιο δυναμικούς ποιητές που έχει αναδείξει ποτέ η ελληνική παροικία της Μελβούρνης και της Αυστραλίας. Είναι η πρώτη φορά που μεταφράζονται ποιήματα του Νίκου Νομικού στα αγγλικά, κάτι που σύμφωνα με τους εκδότες θα συνεχιστεί και στο μέλλον.

***Ο Γιώργος Μουρατίδης γεννήθηκε στην Ελλάδα αλλά ήρθε με την οικογένειά του στην Αυστραλία (Μελβούρνη) σε νηπιακή ηλικία. Φιλόλογος της σύγχρονης λογοτεχνίας, ποιητής και μεταφραστής. Ήταν επιμελητής του έργου “Jack Kerouac’s On the Road: The Original Scroll” (2007). Δίδαξε Πολιτισμικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο RMIT και Αμερικανική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, από το οποίο έλαβε Μάστερ με θέμα τα λογοτεχνικά κινήματα του νταντά και του σουρεαλισμού. Αυτόν τον καιρό ολοκληρώνει το διδακτορικό του με θέμα τη γενιά μπιτ με τίτλο “Becoming Beat: Re-cognising the Beat Generation and the Search for Authenticity”. Η ποιητική του συλλογή με τίτλο “Angel Frankenstein αναμένεται προς το τέλος του χρόνου από το Soulbay Press.

#Για περισσότερες πληροφορίες για το Owl Publishing επισκεφθείτε την ιστοσελίδα τους στο http://www.owlpublishing.com.au

Στην παρουσίαση του βιβλίου. Από αριστερά, ο ποιητής Γιώργος Μουρατίδης (μεταφραστής των ποιημάτων), ο ποιητής Νίκος Νομικός και η εκδότρια Ελένη Νίκα

Στην παρουσίαση του βιβλίου. Από αριστερά, ο ποιητής Γιώργος Μουρατίδης (μεταφραστής των ποιημάτων), ο ποιητής Νίκος Νομικός και η εκδότρια Ελένη Νίκα

Γιώργος Χρονάς – Θεατρικό “Το όνομά μου είναι Τζαίημς Ντην” – Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

img_7985

Φωτογραφίες: Χρήστος Δήμας, Σίσσυ Μόρφη

Το όνομά μου είναι Τζαίημς Ντην

του Γιώργου Χρονά

Ήρθε και πέρασε σαν ένα όνειρο – πλατωνικό. Η ιδέα του γράφτηκε στο κινηματογραφικό πανί. Έκανε τρεις ταινίες. Τις δύο ταινίες, Επαναστάτης χωρίς αιτία, Ο Γίγας, δεν πρόλαβε να τις δει. Και στην πρώτη – του Καζάν, Ανατολικά της Εδέμ, στην πρεμιέρα, απουσίαζε, με ταξιθέτριες την Μαρλένε Ντήτριχ και την Μαίρυλιν Μονρόε.

Ένα μαγικό, παράξενο παιδί γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του 1931 και μεγάλωσε χωρίς μητέρα – με τους παππούδες του και τον πατέρα του να κάνει δεύτερο γάμο μετά το θάνατο – από καρκίνο – της αγαπημένης του μητέρας. Αυτή του έδωσε τα τρία ονόματα Τζαίημς Μπάυρον Ντην. Το Μπάυρον είναι του αγαπημένου της εγγλέζου ποιητή. Το Τζαίημς, του γιατρού που την ξεγέννησε. Το Ντην, του πατέρα του το επώνυμο.

Μεγαλώνει με τους παππούδες του μακριά από πόλεις με αγριοκούνελα, βιβλία, δίσκους, ενορίες πιστών…

Μετά οι γνωριμίες, η τύχη μπροστά του. Η Νέα Υόρκη, το θέατρο, ο Ελία Καζάν… Το ένα φέρνει το άλλο. Χωρίς δολάριο στην τσέπη περνάει από δωμάτιο σε στούντιο, σκηνές, ραδιόφωνο, δημοσιογράφους, δηλώσεις, λατρείες…

Γνωρίζει την Άννα Μαρία Πιεράντζελι και αρχίζει ένας τρελός έρωτας με άσχημη κατάληξη. Ένα μοιραίο τέλος. Αυτή πεθαίνει από καρδιά λίγο μετά τους δύο, αποτυχημένους, γάμους της.
Τα φώτα λάμπουν μπροστά του. Η λεωφόρος είναι γεμάτη φώτα. Που σβήνουν. Ότι κάνει μετά είναι το πλησίασμα στο τέλος του.

Αυτά διηγείται ο Αγησίλαος Σιούνας, στο ρόλο του Ντην. Στη φρουρά του ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, ο Γιώργος Χρονάς – που κάνει και την σκηνοθεσία και την μουσική επιμέλεια.
Στο χορό του, με την Άννα Μαρία Πιεράντζελι, η Δανάη Δημητροπούλου και στο φάντασμα της νεκρής Άννα Μαρία Πιεράντζελι – με τη φωνή της Τζένης Βάνου σαν ηχώ.

Οδηγάει σαν τρελός. Πεθαίνει ακαριαία. Με οξυγονοκόλληση τον ελευθερώνουν – από τα συντρίμμια της Πόρσε του – ή Μερσεντές στην Βουλιαγμένης; Ο πάστορας στον επικήδειό του θα πει στις 8 Οκτωβρίου 1955: Η καριέρα του Τζαίημς Ντην δεν τερμάτισε. Μόλις τώρα ξεκινάει. Ο ίδιος ο Θεός είναι ο σκηνοθέτης του.

Τα λόγια του Δημήτρη Καπετανάκη, το 1937, που ακούγονται στο θέατρο – στο φινάλε, απαλύνουν τον πόνο μας, γι’ αυτό το είδωλο που ήρθε κι έφυγε σαν ανθός που δεν εμαράνθη.

Layout 1

Ο Γιώργος Χρονάς για τον Τζαίημς Ντην

Είναι, ήταν ένα όνειρο ζωής να δω τον Ντην στη σκηνή. Όταν βρήκα τους ηθοποιούς και τους συνεργάτες προχώρησα στο όνειρό μου. Τους ευχαριστώ.

Μιλούσα ήδη από το 1985 στον Μάνο Χατζιδάκι για το όνειρό μου στο Παγκράτι τα βράδια που τον συναντούσα στα καφέ ή εστιατόρια, για την προμετωπίδα που έχω βάλει του Δημήτρη Καπετανάκη και ακούγεται στο φινάλε. Είναι ο ποιητής που πέθανε κι αυτός νέος – 32 χρονών – από φυματίωση στο Λονδίνο το 1944. Είχε γεννηθεί το 1912.

Το βιβλίο που βασίστηκε το έργο μας απόψε, είναι το πρόγραμμα του έργου, κυκλοφόρησε το 1987 και είναι σε Τρίτη έκδοση, 9.000 αντίτυπα. Ίσως να υπήρξα ο εισηγητής του Τζαίημς Ντην, σε γραπτό λόγο, στο πανελλήνιο. Με σεβασμό πάντα στην ωραιότητα των αγαλμάτων.
Σας ευχαριστώ.

Σκηνικά-κοστούμια: ΕΒΕΛΥΝ ΣΙΟΥΠΗ
Video-Art: ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΑΣ
Βοηθός σκηνοθέτη: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Ο Τζαίημς Ντην έρχεται με την Φρουρά του και την Άννα Μαρία Πιεράντζελι
στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9.00 το βράδυ. Για 14 παραστάσεις.
Από την Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016. Σας περιμένει στο ποίημα
της νεότητος και του θανάτου.

untitled00090371

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα

Έλκη

Γιατί η έκκριση του υγρού ανεξέλεγκτη

το οξύ πριν απ’ την ώρα του να καίει

σάλιο ή δάκρυ ποτέ την πρέπουσα στιγμή

γιατί το ερέθισμα καθυστερεί τη σκέψη μου

***

Τέχνη

Πάμε μαζί
μες απ’ τους ορεινούς σταυρούς κι από τα δάση

προς την πρωτεύουσα. Εκεί η νύχτα αναπνέει την πόλη

σαν συλλαβή υγρή μέσα στη λέξη, σαν παραθαλάσσιο μπαρ.

Πάμε μαζί να μελετήσουμε στους κήπους

τους ποιητές, τους γλύπτες και τους μουσικούς της

κάτω από τον ασπρογάλαζο νυχτερινό ουρανό

είναι ωραία η ζωή με τέχνη

***

Οι ξεχασμένοι ποιητές

Οι ξεχασμένοι ποιητές δεν έφυγαν, φυλλορροούν

σε όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας

στους κήπους της Δεξαμενής και στο Βοτανικό

και στους συνοικισμούς του Πειραιά μέχρι τα κρηπιδώματα
του λιμανιού, και στα παλιά διώροφα αργοσβήνουν

Οι ποιητές της σκοτεινής παράδοσης ενέδωσαν – εις πείσμα των καιρών

καταρρακώνουν τα καινούργια σχήματα

Και ταξιδεύουν προς την αντίθετη φορά

προς τους κατάφωτους συνοριακούς σταθμούς

στα ακραία φυλάκια

***

Ψευτίζοντας τον διορισμό

Το πρόβλημα δεν είναι αυτό που εκφράζεται

σε σπίτια ή εκκλησιές, σε σκέψη από κρύσταλλο

μες στο νερό ή πάνω στην καμένη γη

στη μουσκεμένη άσφαλτο προς τα χωριά

φώτα και μούχλα μες στις φυλλωσιές

της λασπωμένης γης, Βαγγέλη μου

του λέω

Ναυαγισμένος ουρανός που δεν νυχτώνει

τα μάτια σου χωρίς λεπτούς μηχανισμούς

απάντησε δακρύζοντας, κόβοντας τους πυράκανθους

αναπολώντας πιο τεχνητές κατασκευές

όχι πια πιστευτές, αληθινές τάχα

είμαστε αυτό σου λέω

scan547

Στην αναζήτηση ισορροπιών μέσα από την ποίηση του Σκυθιώτη

211632g-10245396_703546113017518_2189062766315061760_n

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Πολύ συχνά οι συλλογές πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών διακρίνονται από μία αποσπασματικότητα και μία άνευρη πολυθεματικότητα. Σε έναν κορεσμένο χώρο, η πρωτοτυπία λανθάνει στις σκιές των λέξεων, καθώς ακόμα εντοπίζεται μεγάλη ποικιλία ύφους, μια και ακόμα αναζητούν τη γραφή που τους εκφράζει καλύτερα. Έτσι, είναι λογικό, η πρώτη συλλογή του Πέτρου Σκυθιώτη, «συνθήκη ισορροπίας» (Θράκα, 2014), να προκαλέσει εντύπωση με τη γλωσσική αρτιότητά της που οικοδομείται σε ένα λιτό λεξιλόγιο με χαρακτηριστική ισορροπία στην ένταση των συνθέσεων.

Η προφορικότητα της εκφραστικής του με τα πεζολογικά χαρακτηριστικά της προσδίδει μία αμεσότητα στην ποιητική του. Σε μία κοινωνία που χειμάζεται από την ανισότητα και συνεχώς εμφανίζει αρρυθμίες και τάσεις κατάρρευσης, ο νέος ποιητής προσπαθεί να συνάψει τη δική του συνθήκη ισορροπίας· αποζητά τα δικά του βιώματα ως ισορροπιστής με δοκό την ίδια την ποίηση πάνω στο δηκτικό σκοινί που του όρισε μία κοινωνία άστοργη κι απάνθρωπη (2, 3, 4, 5, 26).

Η ποίησή του είναι βαθιά υπαρξιακή· ακόμα και στις συνθέσεις με ένα κοινωνικό υπόβαθρο και με ενσωματωμένες κοινωνικές παραστάσεις θεμελιώνεται πάνω σε έναν υπαρξιακής φύσης φόβο (1, 8, 17, 19, 27). Μόλο που κυριαρχεί η πρωτοενική έκφραση, η ανησυχία του α΄ ενικού εκφράζει έναν οικουμενισμό. Και τούτο αποκρυπτογραφείται ενίοτε με το α΄ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο (9, 21, 0) σε μία πανανθρώπινη προσέγγιση και κάποτε με αναφορές -άμεσες ή έμμεσες- σε ένα πλήθος ανθρώπων (7, 11, 20) ή ως απρόσωπη έκφραση (16).

Η γλώσσα του είναι συχνά σκληρή και “άκομψη” (9, 22, 23, 24) και άλλες φορές εκφράζει μία βαθύτερη σαρκαστική διάθεση (1, 3, 5, 7), ακόμα κι όταν κρίνουμε ότι ούτε η ποίηση τη χρειάζεται ούτε και οι συνθέσεις· ωστόσο, η “αγένεια” είναι πάντα επιτηδευμένη και ελεγχόμενη, συμβάλλοντας σημαντικά στη διοχέτευση του συναισθήματος και προκαλώντας τον αναγνώστη.

Άλλοτε υιοθετεί ένα ύφος πιο αποφθεγματικό (3, 5, 16, 20, 28) κι άλλες φορές πιο αφηγηματικό (1, 2, 6, 7, 8, 13, 21). Οι θρυμματισμένοι στίχοι αισθητοποιούν την ίδια την αγωνία του δημιουργού που αισθάνεται μετέωρος σε μια κοινωνία σχεδόν κανιβαλική· οι στίχοι του επιβάλλουν το δικό τους ρυθμό στις συνθέσεις, μεταδίδοντας το συναίσθημα των αβέβαιων αντιθέσεων της ζωής. Άλλωστε, ο ποιητής αναζητά συνεχώς την ισορροπία στις αβεβαιότητες της ζωής και τις αντιφάσεις του ευμετάβλητο ανθρώπινου βίου (1, 3, 4, 7, 8).

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι η ποιητική ειρωνεία, με έντονο το τραγικό στοιχείο, διαπνέει όλη τη συλλογή, καθώς ο ποιητής εκθέτει όχι μόνο το σύγχρονο κοινωνικό κανιβαλισμό (7, 8, 10, 12) και την ασφυξία που τον πνίγει στο αδράστειο αστικό περιβάλλον (11, 13), μα και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα (12, 22, 23), τη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον (9, 24) ή ακόμα και τις μεταξύ τους επαφές (10, 11, 26).

Η ποίηση του Σκυθιώτη αφήνει ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη. Ο βαθύς πόνος που εκφράζει ο δημιουργός σε συνδυασμό με το καυστικό χιούμορ του, λειτουργούν ως ποιητική μαχαιριά στι συνειδήσεις -ειδικά όταν προέρχεται από έναν νέο άνθρωπο. Και το χαμόγελο που αναδύεται καθαίρει στην δραματική ποιητική του τον πόνο που γεννούν οι στίχοι του. Απομακρύνει την απογοήτευση και την μελαγχολία· ο σαρκασμός γίνεται το αντίδοτο σε μία καταθλιπτική κοινότητα που αναζητά τη δική της ισορροπία στις νέες συνθήκες.

*Από το http://tvxs.gr/news/biblio/stin-anazitisi-isorropion-mesa-apo-tin-poiisi-toy-skythioti

211632-screen_shot_2016-10-03_at_10-44-54_p-m