Ανδρέας Καρακόκκινος, Τρία ποιήματα

karakokkinos055

Ο ήλιος δε θα βγει

Ο ήλιος δε θα βγει
κι η ανατολή θα κρυφτεί
πίσω από τα μάτια σου.
Το κλάμα των παιδιών
θα απλωθεί μες στην καρδιά σου
κι οι φωνές τους θα πνίξουν
το τελευταίο χαμόγελο
που απόμεινε να περιμένει
το φως της άνοιξης.

***

Μελαγχολικό δειλινό

Ο ήλιος αργά αργά
σβήνει τη λάμψη του
αφήνοντας πίσω του
ένα ξεθωριασμένο
κόκκινο χρώμα
σημάδι πως
έρχεται η νύχτα
να βάψει στα μαύρα
γη και ουρανό
όπως τα όνειρα
που ξεθωριάζουν
και σβήνουν την ομορφιά
του λαμπερού χαμόγελου.

***

Στη μοίρα σου

Στη μοίρα σου
βάλε μια πινελιά χαμόγελο
κι ύστερα ζωγράφισε σ’ αυτήν
τη θάλασσα
τον ήλιο το φεγγάρι
τον έρωτα
το πρώτο σου φιλί.
Δέσε τη ζωγραφιά
σε μια κορνίζα
από στίχους ποιητών
κι ένα κομμάτι άνοιξης.
και τότε κοίταξε μπροστά
και δες το αύριο
μέσα στον πίνακα σου της ζωής,
χωρίς απόγνωση
χωρίς το βάρος των ποδιών σου.

*Από τη συλλογή “Πνοή της άνοιξης”, Θεσσαλονίκη 2007.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Τρομεροί αμαρτωλοί

Ευγένιος Ντελακρουά, Η αγωνία στην κήπο

Ευγένιος Ντελακρουά, Η αγωνία στην κήπο

Ίσως ο πιο τρομερός Κύκλος της Κόλασης -ο Κύκλος για τους πιο τρομερούς Αμαρτωλούς- να μην έχει ανάγκη από κοφτερά σίδερα ή νερά που βράζουν.
   

Μια στιγμή της ζωής σου – αν είσαι ένας από τους τρομερούς αυτούς Αμαρτωλούς. Η πιο όμορφη στιγμή της ζωής σου. Η πιο ευτυχισμένη. Και τη ζεις ξανά. Και αναρωτιέσαι πώς γίνεται να είσαι τόσο τυχερός, πώς γίνεται να Του ξέφυγες, πώς γίνεται να συγχωρέθηκες δίχως να έχεις ζητήσει καν συγνώμη. Και τη ζεις ξανά. Ξανά και ξανά. Και είσαι πεπεισμένος πως είσαι στον Παράδεισο· και γελάς με όλους εκείνους που, ενώ ήσουν ζωντανός, σε τραβούσαν -φοβισμένοι- προς το Φως. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Και αρχίζεις να προσέχεις λεπτομέρειες.

Ατέλειες στο σώμα της ερωμένης σου ή μια υποψία αμφιβολίας στο χαμόγελο του γιού σου. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Ήταν απλά άλλο ένα δάσος σαν όλα τ’ άλλα που είχες διανύσει· απλά ένιωθες ότι τα πάντα ήταν πιθανά εκείνη την ημέρα. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Δεν σε κοιτούσε καν στα μάτια όταν σου έλεγε ότι σ’ αγαπάει. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Όποια κι αν ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής σου, πόσα δευτερόλεπτα κράτησε; Άξιζε; Για εκείνα τα δευτερόλεπτα; Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Όχι πάλι· ναι, πάλι· για ακόμη μια αιωνιότητα θα βυθίζεσαι στην αγκαλιά του πατέρα σου. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Ανάθεμα. Ανάθεμα εκείνη τη στιγμή που είδες πρώτη φορά το πρώτο σου σκυλί· τώρα θα ήθελες μονάχα να το πνίξεις.
  
 
Εκείνοι που γδέρνονται από τα κοφτερά σίδερα, εκείνοι που βράζουν μέσα στα νερά, κρύβονται –με όση ψυχή, με όση μνήμη τούς έχει απομείνει- στο σώμα της, ή στο χαμόγελο του, ή στο δάσος, ή στις λέξεις της, ή στην αγκαλιά του, ή στην πρώτη φορά που έπαιξαν με το σκυλί τους. Ελπίζουν να επιστρέψουν ξανά, ίσως μετά από τόσες αιωνιότητες που δεν θα μπορούσαν να μετρήσουν, στα μέρη στα οποία τώρα κρύβονται. Και εσύ επιστρέφεις. Ξανά και ξανά. Και για πάντα.

*Ο Αλέξης Αντωνόπουλος διαχειρίζεται την ιστοδελίδα http://www.alexantonopoulos.com 
όπου μπορεί κανείς να βρει τα γραπτά του.

Βασίλης Βασιλειάδης, Στη διαδρομή Βαρσοβίας-Θεσσαλονίκης

zouni

“άνοιξε τήν χούφτα σου” μού είπε
καί μέ μία κίνηση τήν γέμισε μέ ανθρώπινα,
τήν γέννηση
τήν ηδονή τού ερωτισμού
τόν οργασμό
τίς επιθυμίες
τίς αισθήσεις
τά όνειρα
τίς σχέσεις
τούς έρωτες
τίς αγάπες
τίς συγκρούσεις
τήν προσπάθεια
τούς αγώνες
τίς ευτυχισμένες καί δυστυχισμένη στιγμές
τήν υγεία
τήν αρρώστια
τήν τροφή
τήν πείνα
τήν ακμαιότητα
τή φθορά
τόν θάνατο
“τί νομίζεις πώς είμαστε,αυτά τά είκοσι όλα κι όλα κομμάτια είναι ό άνθρωπος καί ή ζωή,
αυτό είναι τό βιός τής ύπαρξης μας” μουρμούρισε χαμογελώντας ό κυνισμός του
καί μού γύρισε τήν πλάτη φεύγοντας,
“μά εγώ θέλω νά είμαι,δέν μού φτάνει νά υπάρχω μόνο “φώναξα δυνατά γιά νά μέ ακούσει,
“αυτό είναι δική σου ευθύνη”αποκρίθηκε
“ό τρόπος τού νά είσαι ξεκινάει πέρα από όλα αυτά πού σού έδωσα ,
χρειάζεται ένα πράγμα μόνο
παιδεία τέτοια πού νά κάνει τό μυαλό ελεύθερο ,
οί συνθέσεις,ανασυνθέσεις, οί προσθέσεις καί οί αφαιρέσεις τών λίγων κομματιών ,αυτών πού κρατάς στή χούφτα σου ,
τά λιγα αυτά κομμάτια τής ύπαρξης σου,
χρειάζονται έρωτα, φαντασία καί παρορμητισμό
γιά νά γίνουν τό είναι σου,
καί νά θυμάσαι αυτό,
νά είσαι αποζητώντας πάντα τήν ομορφιά “…..

Θοδωρὴς Βοριᾶς, Έξι ποιήματα

Artwork: Adolph Gottlieb

Artwork: Adolph Gottlieb

10
Ἔφυγες απὸ τὴν πόλη

πρὶν νὰ πεθάνεις ἐγκλωβισμένος,
τώρα κι  πὸ τὸν ἔρημο σταθμὸ
ζητᾶς νὰ ξεκολλήσεις
ὅπως οἱ ποιητὲς
δὲ χώρεσες
ποτὲ
πουθενά.

11
Χαμένες ψηφίδες

[α΄]
Κομμένο ρόδο,
πιὸ κάτω ἡ πατρίδα,
πιὸ κάτω στάχτες.

[β΄]
[Μὲ τοὺς στίχους]
Θά ’ρθω μαζί σας.
Φορέστε μου φτεροῦγες.
Ξεκαρφῶστε με.

[γ΄]
Ψηφίδα ἥλιου
ξεχασμένη στὴν τσέπη,
στὸ πὰζλ τῆς νύχτας.

[δ΄]
Ἑάλω πόλιν·
δεκαεπτὰ σοκάκια
σ’ ἕνα χάικου.

12
Τὰ σημάδια τῶν καιρῶν

Οἱ ποιητὲς ποὺ νιώθουν
τὰ σημάδια τῶν καιρῶν
γράφουν ποιήματα
ὁλόιδια μὲ ρημαγμένα σπίτια,
μ’ ἐρημωμένα σοκάκια κι  λητοπαρέες.
Κάνουν τόπο στὶς λέξεις
νὰ βροῦν  πομεινάρια ξεχασμένα
-κρυμμένα τσιγάρα
κάτω  πὸ τὰ κεραμίδια
τοῦ χαμόσπιτου.
Οἱ ποιητὲς ποὺ νιώθουν
τὰ σημάδια τῶν καιρῶν
δὲ χωρᾶνε στὰ σαλόνια.
Ψάχνουν στοὺς δρόμους γιὰ στίχους
ὁλόιδιους μὲ μπαλωμένα ροῦχα
μιᾶς μόδας ποὺ ἔσβησε.
Ψάχνουν στὶς τσέπες τους
γιὰ σκόρπιες συλλαβές,
γιὰ νὰ πληρώσουν.

13
Τὸ παραθύρι

Ὅταν περάσεις, νὰ σταθεῖς,
νὰ δεῖς ἐπίμονα στὸ παραθύρι,
τῆς ἐρημιᾶς τὴ γύμνια νὰ χορτάσεις,
τοὺς ὀργασμοὺς τοῦ  νέμου
μὲ τὴ σκόνη.
Νὰ δεῖς,
τώρα ποὺ δὲν  πόμεινε ταβάνι,
φύτρωσε στὸ σαλόνι ἕνα δέντρο,
μέσ’  π’ τὰ φύλλα του κοιτάζω
τοὺς περαστικοὺς τῆς γειτονιᾶς.
Τώρα πιὰ νικήσανε τ’  στέρια,
πέφτουν ἐλεύθερα στὸ ξέσκεπο
ὑπνοδωμάτιό μας
τζάμι γιὰ τζάμι ἄσπαστο
δὲν ἔχουνε  φήσει.

14
Ἀπόψε φτιάξε μιὰ πατρίδα

Ἀπόψε πέφτουν ὅλα τ’ ἄστρα,
πέφτουν τὰ κάστρα κι οἱ σημαῖες.
Ἀπόψε μάζεψε ὅ,τι εἶναι νὰ μαζέψεις
τὶς  ναμνήσεις
ποὺ θὰ στάξουν ἱστορία.
Σκύψε καὶ κλέψε λίγο χρῶμα,
σκύψε καὶ κλέψε λίγο χῶμα,
σμίξε τ’ ἁπλόχερα καὶ φτιάξε μιὰ πατρίδα
σὰν παραμύθι
νὰ μαγεύει τὰ παιδιά μας.

15
Ἀναστημένα χέρια

Φέτος  ναστήθηκαν στοὺς μπαξέδες
χέρια  πὸ καιρὸ θαμμένα.
Μὲ φώναξαν νὰ μοῦ χαρίσουνε λουλούδια
γιὰ τὸ στεφάνι τῆς πρωτομαγιᾶς.
Συμπόνεσα περισσότερο  π’ ὅλα
ἐκεῖνο μὲ τὴ σκουριασμένη βέρα,
ἐκεῖνο ποὺ τοῦ φορέσανε φθηνὸ  σήμι,
ἐκεῖνο μὲ τὸ βραχιολάκι
μὲ τὶς ἐρυθρόλευκες κλωστὲς τοῦ Μάρτη,
ἐκεῖνο ποὺ εἶναι λερωμένο  πὸ λογιῶν λογιῶν
χρώματα μαρκαδόρων.
Ἔγινα παιδί·
τὸ χάιδεψα καὶ τὸ φίλησα ἐκεῖνο τὸ χεράκι.
Σήκωσα ψηλὰ τὸ βλέμμα
κι ἔσταξε στὰ μάτια μου ζωὴ
 πὸ τὰ μάτια τῶν κλαδιῶν.

*Από τη συλλοή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.

Η σονάτα τού σεληνόφωτος (Γιάννης Ρίτσος)

greek-translation's avatarΓιάννης Ρίτσος

1

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.
Άφησε με να έρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια…

View original post 2,214 more words

Κ. Π. Καβάφης, Κάτω απ’ το σπίτι

1525167_1444293919123548_285682983_n

Χθές
περπατώντας σε μια συνοικία απόκεντρη
πέρασα κάτω απο το σπίτι
που έμπαινα σαν ήμουν νέος πολύ.
Εκεί το Σώμα μου είχε λάβει ο Έρως
με την εξαίσια του ισχύν.

Και χθες σαν πέρασα απ’τον δρόμο τον παληό
αμέσως ωραίσθηκαν απ’τη γοητεία του Έρωτος
τα μαγαζιά..τα πεζοδρόμια..οι πέτρες..
και τοίχοι..και μπαλκόνια..και παράθυρα..
τίποτε άσχημο δεν έμενεν εκεί.

Και καθώς στέκομουν κ’εκύτταζα την πόρτα
και στέκομουν κ’εβράδυνα κάτω απ’το σπίτι
η υπόστασις μου όλη απέδιδε
τη φυλαχθείσα ηδονική συγκίνησι.”

(1918)

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Το ποίημα που δεν τελειώνει 1-Δοκιμές

11026484_425437527613092_281507088_n

Η σκέψη μου δεν χωράει σε λέξεις,

καλύτερα, δεν μπορώ τη σκέψη μου να τη χωρέσω σε λέξεις,

καλύτερα, δεν επαρκώ.

*

Ποίηση

Προσποίηση

*

Α-πορία ίσον ποιητικό αδιέξοδο

ίσον αδιέξοδο λεξιλογικό

ίσον αδιέξοδο συνδυασμού λέξεων
ίσον αδιέξοδο εύρεσης λέξεων.

*

Ξενυχτώ χρόνια

Ξενυχτώ νανουρίζοντας λέξεις

*

Μού ΄παν ήταν τρεις:

Kαβάφης

Σολωμός 

Παπαδιαμάντης

[Με αυτή τη σειρά]

Μπορεί να ‘ναι αλήθεια.

*

Λευκές κόλλες.
Ε, και;

*

Στίξη που αιωρείται.

*

Την ατεχνία μου την ονόμασα “συνωμοσία των λέξεων”

*

Δεν γράφεται έτσι η ποίηση,

Χωρίς ταξίδι ζωής.

*

Γυρίζω σ΄αυτό που άφησα μισό
-
σ΄αυτό που έχει την αξίωση να λέγεται “ποίημα” και να είναι-
και
 φεύγω πάλι.

*

Πάλι αλλάζω 

άλλαξα 

θα αλλάξω 
μια λέξη.


*

Παιδεμός.

*

Συντρίβομαι από αυτό που
αδυνατώ να εκφράσω.
*

Με αφήσανε οι λέξεις.

Χωρισμός.

*

Εννοιες-λέξεις

Σκόρ 1-0

*

Αν ανατείλλει μαγικό συνταιριασμα

θα ανατείλλω κι εγώ.

*

Ψοφάω για τις μέρες που δεν έπιασα στυλό.

*

Δεν γράφω σήμερα,

απεργεί η σκέψη.

*

Εγώ 
Εσύ

Στη μέση η Ποίηση

*

Παίζω

Ποίηση εγώ

Ποίηση εσύ.

*

Οι λέξεις μου ο καθρέφτης μου

-Μα η λέξη δεν καθρέφτισε τη σκέψη

-Μα η σκέψη πληγώθηκε από τη λέξη.

-Μα η σκέψη παρέμεινε σκέψη,δεν έγινε λέξη…

*Από το ιστολόγιο της ποιήτριας Βαρελάκι στο http://varelaki.blogspot.com Το κολάζ της ανάρτησης είναι της ποιήτριας

561643_10151167687944618_1275343544_n

(τι χρωστώ στην) Εθνικής Αντιστάσεως

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Hundenacht-Gundula-Schulze-Eldowy-full.jpg

Στην απόγνωση που λειαίνεται τα Σάββατα
– με ελάχιστα φράγκα μα πολλές δαγκωνιές –
το παλιό μας σκοτάδι εξηγείται:
είναι ένα πηγάδι αδρανούς φωτός,
που βαθαίνει ακυβέρνητο/

Γενναίε Ακρίτα,
των ενδογενών μου συνόρων,
για πότε μεγάλωσες;

Πώς και δεν είσαι ακόμη,
ένα νήπιο με βρεγμένα καλτσάκια,
απόδετο/
που στο αρχαίο νεκροταφείο της Λειψίνας καθέλκυε/
σαν μπαλόνι ξεφούσκωτο/
του χρόνου τη λάσπη;

Στα οστά που σιωπούν,
ψιθυρίζει ο ήλιος ένα γοερό καλοσώρισμα,
κι ακόμη διακρίνονται,
οι αποθήκες των ανθρώπων
που εκβλασταίνουν/
καθώς η ζωή εξοντώνεται,
μια μυωπική εικόνα από ενδεχόμενα μέλλοντα,
εστιάζει.

Σ’ αυτές τις ίδιες στάχτες
θα συνεχίσεις να γερνάς
και να ανθίζεις/


16299435_10155001266073874_2409253128671307433_n.jpg

photos: Gundula Schulze Eldowy –

α) Margarete Dietrich – Berlin 1979, aus der Serie “Berlin in einer Hundenacht”  

β) o. T., Berlin 1982, 50 x 60 cm, Gelatine Silver Print, aus: Mappe “Zeit an Zeit”, erschienen 1989 mit insgesamt 20 Fotos aus den Jahren 1979-89

View original post

Για το Αντάρτικο2

antartiko

Δημήτρης Γκιούλος και Κωνσταντίνος Παπαπρίλης – Πανάτσας, Αντάρτικο2
Ελευθεριακές εκδόσεις Κουρσάλ, 2016

Η ιδέα ενός ποιητικού διαλόγου, ενός ποιήματος που γράφεται από δυο ή περισσότερα πρόσωπα, δεν είναι μια ιδέα ξένη στην ιστορία της ποιητικής τέχνης. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως την συναντάμε συχνά και οι λόγοι για αυτό είναι αρκετοί. Από την μια, η δημιουργία ενός «συλλογικού ποιήματος» ενέχει αφάνταστες δυσκολίες συντονισμού των διαφορετικών δημιουργικών ρυθμών και ιδιωμάτων, ενώ από την άλλη, η σύνδεση ποιητικών αποσπασμάτων σε ένα ενιαίο έργο με συνοχή και νόημα φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτη. Για να υπερβούν τα παραπάνω χρειάζεται οι συμμετέχοντες ποιητές να είναι αφενός ανοιχτοί σε αμοιβαίες ανταλλαγές και αφετέρου να διαπνέονται από μια κοινή αίσθηση καλλιτεχνικής ολοκλήρωσης. Αφού το σημείο εκείνο όπου το έργο (τμηματικά ή εν συνόλω) θεωρείται περαιωμένο είναι ίσως η πιο μοναχική απόφαση κάθε δημιουργού και η ευθύνη της απόφασης αυτής δύσκολα μπορεί να διαμοιραστεί. Την σπάνια αυτή σύμπτωση συναντάμε στην ποιητική σύνθεση των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη – Πανάτσα Αντάρτικο2 που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 16′ από τις εκδόσεις Κουρσάλ και με την οποία είχα την τύχη να εμπλακώ προσωπικά, βοηθώντας στην έκδοσή της.

Την απάντηση στο ερώτημα: γιατί οι δυο δημιουργοί επέλεξαν αυτήν την δύσκολη άσκηση συλλογικής γραφής μας τη δίνει το θεματικό περιεχόμενο του ποιήματος στο οποίο διακρίνεται μια διαρκής αγωνία για την αναζήτηση της χαμένης συλλογικότητας, που δεν είναι μόνο ο κυτταρικός ιστός της διαλυμένης πια, μέσα στον άγριο ωκεανό της κοινωνίας των ιδιωτών, κοινότητας αλλά και το απολεσθέν σφιχταγκάλιασμα των διαπροσωπικών εγωισμών. Και επειδή στην αναζήτησή τους φαντάζουν ειλικρινείς, οι δημιουργοί επέλεξαν —ασυνείδητα ή συνειδητά— ο τρόπος δημιουργίας τους να υπομνήει αυτήν την εκζήτηση· με τον τρόπο και το μέτρο που ταιριάζει στο είδος που καταπιάνονται. Αλλά ας δούμε αναλυτικότερα τη σύνθεσή τους.

Πρόκειται για ένα έργο που αποτυπώνει ποιητικές τους ανταλλαγές που, όπως μας λένε εξ αρχής, ολοκληρώθηκαν σε οκτώ συνολικά βραδιές. Οι οκτώ αριθμημένες ενότητες μας μεταφέρουν στο εικονικό δωμάτιο της συνομιλίας τους μέσα στο οποίο ξεκινούν κάθε βράδυ την αναμέτρησή τους με τα υπαρξιακά ερωτήματα, τις αγωνίες και τις ματαιώσεις τους. To μετουσιωμένο απόσταγμα που αποτυπώνεται ως τελικό ποίημα, μοιάζει να ρέει σαν από τη γραφίδα ενός και μόνο προσώπου, κι ας είναι δυο, που βλέπουν ο ένας τον άλλον (ή μήπως τελικά ο καθένας το πρόσωπό του) στον καθρέφτη. Μια αμφίπλευρη ανάλυση, μια καταβύθιση στις ασχημάτιστες ακόμα κραυγές του ασυνειδήτου, ένα μπάσιμο μέσα σε «έναν άλλον άνθρωπο», κατά το οποίο η θέση του αναλυτή και του αναλυόμενου συνεχώς αντιστρέφονται.

Το θέμα της συνεδρίας τους γίνεται εμφανές ήδη από τις πρώτες στροφές. Η προβληματική του ματαιωμένου έρωτα και της χαμένης επανάστασης εξετάζονται μαζί αλλά και σε αντιδιαστολή. Η διαρκής υπαρξιακή ματαίωση που δηλώνεται ως προσδοκία. Στην νεανική γραφή τους υπάρχει η βεβαιότητα πως ο τροχός της ιστορίας θα γυρίσει. Είναι η επαναστατική αισιοδοξία για ένα μέλλον άξιο να βιωθεί. Παρότι η αγωνία για την πιθανότητα ενός ακόμα χαμένου γύρου σκούζει ανάμεσα στις σχισμές που αφήνουν οι λέξεις, οι δυο τους νιώθουν πως η ίδια η δήλωση πρόθεσης ισοδυναμεί με το πρώτο βήμα της πραγμάτωση της. Οι στοίχοι τους ρέουν σαν έναν αδηφάγος ποταμός που στο βίαιο καλπασμό του προσπαθεί να διαβρώσει όλο και περισσότερο τη γη, πριν παραδοθεί στην τελική ηρεμία της θάλασσας. Είναι αυτή η βία των λέξεων, το αίμα που ζητούν να χυθεί, που προσπαθεί να ξορκίσει τη βία και το αίμα της πραγματικότητας· να λυτρώσει και να λυτρωθεί οριστικά.

Αν εξετάσει κανείς τη μακροσκελή τους σύνθεση αποσπασματικά θα μπορούσε να εντοπίσει αρκετά χωρία εκπληκτικής ομορφιάς (που, δεν το κρύβω, μπήκα στον πειρασμό να παραθέσω εδώ) όπως βέβαια και ορισμένα λιγότερο εντυπωσιακά. Θα ήταν όμως λάθος το εγχείρημά τους να διαβαστεί κατακερματισμένο, ακριβώς γιατί κάθε κομμάτι έχει την ειδική του θέση μέσα στο σύνολο και μόνο σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη αποκτά την πραγματική του αξία. Προσωπικά, μου ηχεί έντονα σαν ένας θεατρικός διάλογος μέσα στον οποίον κάθε φράση έχει καίρια σημασία για την έκβαση του όλου έργου. Γιατί παρά την ελευθεριότητα της ποιητικής γλώσσας, που χαρακτηρίζεται από την έντονη πολυσημία των νοημάτων και τις πολλαπλές εν παρόδω εικονικές μεταφορές, έχουμε να κάνουμε με μια αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος.

Το αντάρτικο2 είναι μια σύνθεση πολλά επιπέδων. Σε ένα πρώτο στρώμα είναι ορατή η υπαρξιακή αγωνία της απουσίας τού ερωτικού αντικειμένου που συνομιλεί με ένα έντονα εξεγερτικό αίτημα συλλογικής πραγμάτωσης. Σε δεύτερο χρόνο, οι σκοποί διαπλέκονται για να επαναδιατυπωθούν εμποτισμένοι κατοπτρικά, ο ένας από το πνεύμα του άλλου. Έτσι η προσωπική ματαίωση προβάλεται ως συλλογική αγωνία για την τύχη του έρωτα στις σύγχρονες κοινωνίες, ενώ οι επαναστατικοί σκοποί συμπλέκονται με τις υποκειμενικές αγωνίες και τα υπαρξιακά αδιέξοδα. Σε χρόνο τελικό, η σύνθεση θα εξαλείψει την ετερογονία των σκοπών δημιουργώντας την αίσθηση μιας συμφωνίας ως προς το νόημα του αντάρτικου σήμερα. Η συλλογικότητα που δεν μπορεί να συλλάβει τον χαρακτήρα τον σύγχρονων ατομικών αδιεξόδων δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, και αντίστροφα, καμία ατομική αυτοπραγμάτωση δεν μπορεί παρά να είναι πλαστή όσο η κοινωνία παραμένει υποταγμένη. Δεν έχουμε όμως εδώ ένα αισθητικό πρόγραμμα αλλαγής του κοινωνικού ορίζοντα, αλλά το ολόγραμμα μιας επιτύχουν διαβούλευσης, μιας περαιωμένης συλλογικής ανάλυσης.

Το τέλος, μέσα από το οποίο προσδοκούν να ανέβουν ένα έστω σκαλί στη κλίμακα της αυτογνωσίας, δεν είναι οριστικό. Όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά για την ατομική τους ζωή και την συλλογική μας ιστορία. Η τέχνη δεν θα δώσει τη λύση, αλλά μπορεί να μας δώσει το τρόπο μέσα από τον οποίο μπορούμε να δούμε τις άπειρες δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά μας. Η ποίηση είναι ο λόφος από τη θέα του οποίου θα δούμε (και μόνο θα δούμε!) τη γη της επαγγελίας. Για να φτάσουμε εκεί χρειάζονται τα ζωντανά βήματα της καθημερινή μας πράξης.

Το τελευταίο τμήμα του έργου θα μας δώσει και την επίγευση:

Χωρίς ιερά,
χωρίς όσια,
απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη ωστόσο,
θα ‘χω κάθε απάντηση
για τις ερωτήσεις σου.
Ένα χορό,
από ψυχές βασανισμένες,
να κυλά την τραγωδία σου,
μπας και φτάσεις
στην κάθαρση.
Μπας και βγεις μαζί μου στο βουνό
να ουρλιάξουμε.
Μπας και μπούμε μαζί, Δεκέμβρη, στην Αθήνα.
Μπας και πάψουν τα γιατί,
τα όπλα μας ν’ αδειάζουν.
Μπας και δεν με προδώσεις σαν το κόμμα.
Μπας κι ασφαλίσω την καρδιά μου
μη σκάσει.
Τσάμπα τόσα μαθήματα που σας έκανα.
Τίποτα δεν έμαθα.

Τίποτα,
ποτέ
για κανέναν.
Μόνος,
με ακίδες
στα δάχτυλά μου όλα,
με τρύπες στον οισοφάγο
με τρύπες στους κροτάφους
με τρύπες
στα μαύρα μου πανιά
που δε θέλω ν’ αλλάξω.
Να πάει να γαμηθεί ο Αιγέας.
Φτερά φτιάξε μου,
θα ληστέψω όλες τις εκκλησίες του κόσμου
να ‘χεις κερί
για μπόλικα ζευγάρια.
Να γράφω τον ήλιο
στα αχαμνά μου.

Για μια φορά ακόμα,
μίαν ακόμα,
έφοδο στον ουρανό.

Σωτήρης Λυκουργιώτης

Αργύρης Χιόνης, η πεζογραφία ενός ξεχωριστού ποιητή

xionis

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου*
 
Πολύ λόγος έχει γίνει από το περασμένο καλοκαίρι (με δημοσιεύσεις, με εκδηλώσεις, με κατ’ ιδίαν συζητήσεις) για τα μεταθανάτια πεζά του Αργύρη Χιόνη Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κίχλη. Δικαίως. Ο Χιόνης εκπροσωπεί μιαν από τις ισχυρότερες φωνές όχι μόνο της γενιάς του 1970, αλλά και ευρύτερα της νεώτερης ελληνικής ποίησης, και το γεγονός αυτό δεν τον απέτρεψε από το να επιδοθεί κατ’ επανάληψη και στην πρόζα, όπου χωρίς να πέσει στον οιονδήποτε ποιητικισμό, κατόρθωσε πάντοτε να διατηρήσει κάτι από την αιφνιδιαστική λάμψη των στίχων του.

Πρόζα θα αρχίσει να δημοσιεύει ο Χιόνης μια δεκαπενταετία μετά την πρώτη του εμφάνιση στην ποίηση, που θα γίνει το 1966: Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (1981), Όντα και μη όντα (2006), Περί αγγέλων και δαιμόνων (2007), Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (2008) και, βεβαίως, το προειρηθέν Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες (2016). Βαθιά υπαρξιακός, ο Χιόνης καγχάζει όποτε βρεθεί στα ποιήματά του αντιμέτωπος με τη φθορά του χρόνου και τον πανικό του θανάτου, γελάει στραβά με τα όνειρα και τις αναμνήσεις του, ποτίζει με δηλητήριο την ανασφάλεια της μοναξιάς και της τέχνης του ενώ την ίδια ώρα νοιάζεται για το πώς θα καλλιεργήσει ένα κομμάτι γης, παρακολουθεί εταστικά έναν ανθισμένο καρπό ή ατενίζει ρεμβαστικά έναν μακρινό ορίζοντα.

Τα δεδομένα αυτά, μαζί με ένα στοιχείο παραλόγου που συναντάμε από την αρχή στην ποίησή του, θα μεταφερθούν σχεδόν ακέραια και στην πεζογραφία του. Το παράλογο, πάντως, επέχει στις ιστορίες του Χιόνη θέση μάλλον παράπλευρης απώλειας αφού αντιπροσωπεύει καταστάσεις των οποίων οι πηγές βρίσκονται μακριά από τη διατάραξη της λογικής τάξης. Εκείνο που επικρατεί στα πεζά του Χιόνη, όπως έγραψα προ ολίγου καιρού και στο Βήμα της Κυριακής, δεν είναι τόσο η άρνηση της λογικής όσο τα κενά που την παράγουν: οι χαμένοι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο έρωτες, η προϊούσα ηλικία, η έντονη διάθεση φυγής από τα εγκόσμια και, πρωτίστως, για άλλη μια φορά, ο ανομολόγητος φόβος του θανάτου.

Παρά τη γεωμετρική του λιτότητα και την υψηλή εκφραστική του αφαίρεση, ο Χιόνης θα καταφύγει συχνά στο χιούμορ, τη θυμοσοφία και τον αυτοσαρκασμό και θα χρησιμοποιήσει μια γλώσσα με περίπλοκη αρχιτεκτονική: συνηχήσεις, παρηχήσεις, αντηχήσεις, ομόηχα, αναγραμματισμούς και λογοπαίγνια. Χαρακτηριστική επίσης είναι στα κείμενά του η υπόδυση της φιλολογικής τους υποδομής (μια διαρκής σκηνοθεσία) με πλήθος παραπομπές, σημειώσεις και επιμύθια. Παράλληλα ο Χιόνης θα συνομιλήσει με την παρωδία, το παραμύθι, την παραβολή, την αλληγορία και τον διδακτικό μύθο, αλλά και με τη ζωολογία και τη ζωοφιλία, την αυτοβιογραφία και το δοκίμιο. Δεν θα πρέπει εν προκειμένω να μας διαφύγει και μια διάσταση ίντριγκας και μεταφυσικού υπαινιγμού, που σηματοδοτεί το τυχαίο και το αναπάντεχο της καθημερινότητας όχι για να αποδείξει τον παραλογισμό της, αλλά για να αποκαλύψει υποβλητικά τα απλήρωτα πάθη της.

Δεν διαπιστώνουμε συχνά το ευτύχημα με το οποίο είναι προικισμένη η λογοτεχνία του Χιόνη: ένας ποιητής που προσέρχεται στην πρόζα, διατηρώντας στο ακέραιο όχι μόνο τη γλωσσική του ένταση, αλλά και την επίνοια της φαντασίας του.

*Από το http://www.oanagnostis.gr/αργύρης-χιόνης-η-πεζογραφία-ενός-ξεχω/