Τζέημς Γουέλτς, Στην άλλη άκρη της Πελοποννήσου

indian-war-bonnet

Ο στερνός σεμνός άντρας
πέθανε σήμερα στη Σαρωνίδα.
Κανένας δεν θυμάται τι έκανε
ή πως τα κατάφερε να ‘ναι τόσο καλός.

Πέθανε σήμερα στις τρεις και δέκα ακριβώς,
μόλις που ακούστηκε η λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα.
Οι βοσκοί παραπονέθηκαν πως φύσηξε χειμωνιάτικο αγέρι
κι ο χασάπης άφησε χάμω το αρνί του.

Κάποιες μητέρες είπαν πως έγραφε ποιήματα,
υπέροχα ποιήματα σε σπάνιο χαρτί,
μα για τι τούτα μίλαγαν δεν γνώριζαν.
Μα κι ούτε άλλος κανένας γνώριζε καλά
γιατί αυτός ο ποιητής ήταν κάποιος ξένος.

Ζουζούνια χτυπάνε πάνω στο τζάμι.
Ένα σκυλί αλυχτάει. Ο Αιγέας
για τον εαυτό του σίγουρος οικτίρει
όσους συνάχτηκαν μες στο δωμάτιο του και θρηνούν.

Κανένας δεν γνωρίζει αληθινά
πως και γιατί πέθανε, αν είχε εχθρούς
ή φίλους, κι αν ήταν τόση ανάγκη
να ριχτεί στο πέλαγο απ’ τα βράχια.

Οι ψαράδες έριξαν τα δίχτυα τους
πέρα, στ’ ανοιχτά, κατά την Πελοπόννησο.
Στη Σαρωνίδα οι άνθρωποι είναι σίγουροι
πως η Ελλάδα νικήθηκε μονάχη της, κι όχι απ’ τους
Τούρκους.

*Από το βιβλίο “Αυτοί που φέρνουν τον τροχό των ονείρων – 13 Ινδιάνοι ποιητές”, εκδ Δωρικός, 1985, σε μετάφραση K. Ασημακόπουλου-Ντίνας Σιδέρη, που το ανακάλυψε ο ποιητής Κυριάκος Σιφιλτζόγλου σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στο Μπιτ Παζάρ στη Θεσσαλονίκη, και δεν περίμενε, όπως λέει, να βρει έναν από αυτούς να γράφει για την Ελλάδα…

Χειμωνιάτικα τραγούδια των Ινδιάνων

winter

Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να ο δρόμος των ψυχών!

Λέει ένα από τα τραγούδια του “Χορού των Φαντασμάτων”, μιας μυστικής ιεροτελεστίας των Iνδιάνων με στίχους που ήταν ακατανόητοι στους αμύητους. Ο “Χορός των Φαντασμάτων” ξεκίνησε από τη φυλή των Αραπάχο, διαδόθηκε σε μια σειρά από φυλές όπως οι Σιου, οι Σαϊέν, οι Παϊούτι και στο τέλος πήρε εθνικό χαρακτήρα, αφού οι φυλές ενώθηκαν γύρω από αυτόν, μέχρι που οι Αμερικάνοι λευκοί τον απαγόρεψαν. Σύμφωνα με το ιστορικό του συγκεκριμένου τραγουδιού, ένας μάγος, ο βοσκός Γουοβόκα “αρρώστησε” την ώρα μιας έκλειψης του ήλιου και είδε ένα όραμα που τον έκανε προφήτη των Ινδιάνων. Στο όραμά του ανέβηκε στον ουρανό όπου ο θεός του έδωσε το χορό για να τον πάει στον λαό του μαζί με συμβουλές ειρηνικής συνύπαρξης. Αν εκτελούσαν τον χορό κάθε τόσο γιο πέντε μέρες ο χαμένος βούβαλος θα ξαναγύριζε στις πεδιάδες και μια νέα γη, λευκή σαν σκεπασμένη από χιόνι θα ξαναρχόταν. Το χιόνι έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των αυτόχθονων κατοίκων της Αμερικής, όπως φαίνεται σε ένα άλλο τραγούδι συμπαθητικής μαγείας:

Χιόνι, έλα, πολύ, για να ΄ναι άφθονο νερό,
σαν έρθει καλοκαίρι.
Πάγε, έλα, σκέπασε τα χωράφια,
να δώσει άφθονη σοδειά η σπορά.
Ας είναι όλες οι καρδιές ευτυχισμένες…

Ο χειμώνας, ειδικά για τους κατοίκους των πιο βόρειων περιοχών, ήταν εξαιρετικά δύσκολος και μακρύς, η μόνη τους συντροφιά τη νύχτα ήταν ο έναστρος, καθαρός ουρανός, όπως βλέπουμε στο παρακάτω τραγούδι των ιθαγενών Εσκιμώων:

Ε, άστρο εκεί πάνω,
εσύ που κοιτάς από κει πάνω,
τα δάχτυλα σου εκεί πάνω,
δεν πιάστηκαν γρήγορα,
δεν πλέχτηκαν σφιχτά.

Έπεσε κάτω και δεν άγγιξε,
χωρίς διόλου αντίκρυ του ν’ αγγίξει
– δεν άγγιξε.

Ένα ακόμα τραγούδι που ανήκει στον κύκλο του “Χορού των Φαντασμάτων” εκφράζει τον θαυμασμό τον ινδιάνων για τον νυχτερινό ουρανό:

Απάνω εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του Γαλαξία εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του χναριού των λουλουδιών εσύ κι εγώ θα πάμε·
κόβοντας λουλούδια στο δρόμο μας…

Πολλά τραγούδια περιγράφουν το παγωμένο τοπίο που αντίκριζαν κάθε μέρα οι Ινδιάνοι του βορρά :

Κοιτάω κατά το νότο το ψηλό Βουνό Κουνάκ,
Κοιτάω τα σύννεφα που μαζεύονται γύρω του·
μελετάω τη φωτεινή τους λαμπρότητα·
γύρω απλώνονται πάνω απ’ το ψηλό Κουνάκ·
σκαρφαλώνουν τα θαλασσινά πλευρά του·
δες πώς γλιστρούν κι αλλάζουν·
κοίτα τα εκεί κατά το νότο·
πως το’ να ομορφαίνει τ’ άλλο·
πως ανεβαίνουν τις νότιες πλαγιές του,
κρύβοντάς το απ’ την αγριεμένη θάλασσα…

Τα στοιχεία της φύσης, όπως ο άνεμος του χειμώνα, συχνά προσωποποιούνται στην ποίηση των Ινδιάνων όπως συμβαίνει σ’ αυτό το κομμάτι:

Με λήστεψε ο άνεμος,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Αυτό μονάχα είχα γλυτώσει,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Μόνο που δε μπορούσα με το χέρι να το πιάσω·
το σκέφτηκα μα δε μπορούσα με το χέρι να το πιασω…

Με λήστεψε η άθλια φώκια με τα γένια,
μου λήστεψε του καμακιού μου το σκοινί.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
κι εγώ δεν έριξα με το σκοινί του το καμάκι.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
περίμενα και το καμάκι μου με το σκοινί έμπηξα γερά.

Στον άνεμο και στα στοιχεία της φύσης αναφέρεται κι ένα άλλο τραγούδι μύησης των εφήβων που έμπαιναν στην κοινότητα ύστερα από κάποια ηλικία. Ο έφηβος έπρεπε να νηστέψει για μερικές μέρες προκειμένου να έρθει σε επαφή με το φυλακτήριο πνεύμα του. Κάθε Ινδιάνος είχε ένα προσωπικό τραγούδι σαν αυτό:

Ας γύρναγα τη νύχτα,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους…
ας γύρναγα όταν φωνάζει η κουκουβάγια.

Ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους,
ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα όταν κράζει ο κόρακας.

Ένα ακόμα μικρό τραγοούδι για τον άνεμο από την φυλή Τσιπάγουα:

Ο άνεμος,
μονάχα
αυτόν φοβάμαι.

Οι ατέλειωτες μέρες και νύχτες του χειμώνα όμως ήταν και χρόνος αναπόλησης των κυνηγιών του καλοκαιριού. Ένα από τα πιο όμορφα σχετικά τραγούδια είναι αυτό “Του ελαφιού με την μαύρη ουρά” που έτρεχε κοντά στα “μαγικά σπίτια”, τα ερείπια δηλαδή του παλιού οικισμού Pueblo, που θεωρούνταν από τους μεταγενέστερους ιθαγενείς κατοικία των θεών:

Κάτω στα μαγικά σπίτια, κάτω στα μαγικά σπίτια
φυσούν οι άνεμοι και από τα κέρατα και τ’ αυτιά μου
μαζεύτηκαν δυνατότεροι.

Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας. Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας
γιατί τόξα και βέλη με κυνηγούσαν, πολλά τόξα
ήταν στ’ αχνάρια μου.

Το κυνήγι ήταν ζωτικής σημασίας για τους αυτόχθονες Ινδιάνους κι ήταν επόμενο τα καλύτερα τους τραγούδια να μιλούν γι’ αυτό. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το “Τραγούδι του κυνηγού” των Τσιπέγουα:

Από μακριά τρέχει
με τ’ άσπρα του ποδάρια
μέσα στους θάμνους.

Από κοντά τρέχει
με τα ρουθούνια του ανοιχτά
πάνω στο γυμνό χώμα.

Η άσπρη ουρά σκαρφαλώνοντας
μοιάζει σα γραμμή πάνω στους βράχους.
Η μαύρη ουρά προχωρώντας
μοιάζει σα ράγισμα στους βράχους.

Απόστολος Σπυράκης

Σημ.: Oι μεταφράσεις είναι του Λευτέρη Σκαρτσή από τις εκδόσεις Καστανιώτη και της Ειρήνης Βρη από τις εκδόσεις Οδός Πανός.

*Αναδημοσίευση από το http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_10.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

indian2

Γιώργος Καλοζώης, Το βλέμμα του καθρέπτη

kalozois040

Ο τροχός που συμπλεκόταν
με τον τροχό
σε έφερε εδώ και το απόστημα
που χωρίς αντιβίωση έσπασε της κίνησης
αυτή είναι η ιστορία μας
αυτήν έχουμε
αυτή μην την κατακρίνεις
όπως αυτός που κατακρίνει
την υψοφοβία καθισμένος
στην αναπαυτική μπερζέρα του
σαλονιού
άλλα έζησες εσύ
άλλα εσένα έχουν πληγώσει
μα πάνω απ’ όλα
έχε θάρρος τώρα που το
δέντρο του πόνου το μόνο δέντρο
της αυλής σου είναι κατάφορτο
καρπούς
ανέβα με την πονεμένη σκάλα
τοποθέτησέ τους στο πονεμένο
καφάσι
πάρ’ τους να τους πωλήσει ο
πονεμένος φθαρτέμπορας
στους πονεμένους
γιατί μια μέρα
μονάχα γιορτάζεις
μια μέρα μονάχα
συνάζονται πολλοί για τα
γενέθλιά σου
γιατί μονάχα μια γυναίκα
έχεις και το όνομά της
δεν είναι Χαρά
Χώρισε τον κόσμο
στα πράγματα που συμφέρουν
και σε κείνα που δε συμφέρουν
πιάσου πότε από τα
μεν και πότε από τα δε
στα πράγματα που σου φέρνουν
στα πράγματα που τα παίρνεις
μόνος σου σ’ όσα είναι
καμωμένα για να τρώγονται κι
όσα δεν
όπως τα ζώα φέρσου
όπως τα ζώα γίνου
κι αν νομίζεις ότι διαφέρεις
τόσο πολύ πήγαινε στον
καθρέφτη και στάσου ολόκληρος
μπροστά του όχι ο μισός
κοίτα τις τρίχες που βλάστησαν
στο μέτωπό σου πήγαινε
ύστερα στο σαλόνι
και κοίτα τ’ άδεια πορσελάνινα
πιάτα Ρεϊνό κοίτα τα όλα
που προσιδίαζαν στην
ανθρωπιά σου κι ανέβα μετά
στην κρεβατοκάμαρα
ένα μεγάλο φυτοφάγο ζώο
κείται στο διπλό κρεβάτι
και το αίμα του λέρωσε το
δικό σου πάτωμα
τη δική σου μοκέτα
ήδη η φουσκωμένη του
καρδιά πάλλεται
στο στόμα σου κι αν δε
σε πείθω
στάσου μπροστά στον καθρέφτη
ολόκληρος όχι ο μισός

*Από τη συλλογή “Η κλίση του ρήματος”, εκδ. Φαρφουλάς, 2009.

Mε την πλάτη στο κενό | Γιώργος Σαράτσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

giorgis_saratsis_photo

Αποκάλυψη ο φόβος των ανθρώπων, τα όρια – οι φυλακές – το σκοινί που μας δένει. Ο φόβος ο πρωταρχικός, το άνοστο της ύπαρξης σαν μελανιά σε σώμα πλανημένο από έρωτα.

Θα σας κοιτώ επίμονα στα μάτια. Να σκάψω με το βλέμμα μου το βλέμμα σας. Μην περισσέψει χρόνος για κανέναν. Κάποιο αναίτιο χαμόγελο – μόνο αυτό ίσως μας σώσει. Και το βέβαιο του θανάτου απ’ τον φόβο της σωτηρίας.

View original post 80 more words

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_1720

Ευτυχισμένες οι στιγμές

όταν μέσα στο μυαλό περνούν

ζεστά σπουργίτια

όταν τα χείλια μεγαλώνουν ζεστά

στο αίμα κερδίζουνε ιδανικά λαχεία

και τα τσιγάρα

βγάζουν κόκκινους καπνούς

και τα μαλλιά μεγαλώνουν σαν το παραμύθι

τι σπάνιο θέαμα στους στυγερούς καιρούς

που κι οι κούκλες των μικρών παιδιών

μαυρίζουν από τρόμο

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ (1971)

View original post

Αντρέας Βουτσινάς, Από τις “Δοκιμές εκτός χάρτου”

%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%bc%ce%ad%cf%82

Η ατζέντα του ταξιδιώτη
γεμάτη με νούμερα
που κανείς δεν θα σηκώσει στο κάλεσμα τους
Σαν τις ματιές κάποιου μοναχικού που τον προσπερνάνε.
Γεμάτες με αίμα και χώμα
αίμα χρειαζόμαστε να ζούμε
και χώμα να σκεπάσει τους φόβους μας
Και μακριά όσο κάποιος σχοινοβάτης
ισορροπεί σε αόρατους κόσμους
από κάτω ποντάρουν με μανία στην πτώση του
Τι χυδαίος ο κόσμος.
στοιχηματίζουν στον θάνατο μας για να ζήσουν
δίνουν ψεύτικα νούμερα
και πάντα θυμούνται να μας στείλουν
ένα φτυάρι όταν γιορτάζουμε

***

Όταν νομίζεις ότι γράφεις ιστορία
κάποιος άλλος διαβλέπει ήδη το τέλος της
Σε ένα κεφάλι επικρεμάμενο κούκλας
μυριάδες σαπισμένα δόντια απαγκιστρώνονται
απαιτώντας επιβίωση
Τούτη την νύχτα που μαίνεται ο πόλεμος
έμεινα ατάραχος να μετράω σπίρτα
να δω πόσες στιγμές μου απομένουν ακόμα
να πυρπολήσω

***

Πολύ φοβάμαι τέλος ότι η αδιατάραχη κοπή
που διαφημίζεται τόσο στους τηλεοπτικούς δέκτες
τον τελευταίο καιρό, τείνει να γίνει ο τρόπος ύπαρξης
των υπηκόων στις δαιδαλώδεις μητροπόλεις του χάους

*Από την ποιητική συλλογή “Δοκιμές εκτός χάρτου” του Ανδρέα Βουτσινά. Το βιβλίο διανέμεται με ελεύθερη συνεισφορά μακριά από εκδοτικούς οίκους, κριτικούς τέχνης και βλέψεις για καλλιτεχνική καταξίωση. Επιδιώκει απεναντίας να συνεισφέρει αυτοοργανωμένη, αντιεμπορευματική έκφραση ως αναπόσπαστο κομμάτι του πολύμορφου αναρχικού αγώνα. Από ρτην εφημερίδα δρομου “Άπατρις” Νο 31, Οκτώβρης-Νοέμβρης 2015.

Φώτης Γερασίμου, εγώ που δεν ταξίδεψα ποτέ

Photo: Paradowski Leszelc

Photo: Paradowski Leszelc

Επεχείρησα τα μεγάλα ταξίδια γιατί
ήξερα ότι θα επέστρεφα στην πόλη που ξεκίνησα,
στο δωμάτιό μου, στον καφέ του πρωινού που μόνον
εγώ ήξερα να φτιάχνω όπως ήθελα, καθισμένος στο γραφείο,
ακίνητος, με τις σκέψεις ακόμα στο ταξίδι και κείνη
τη φοβερή ευεξία που δεν κατάλαβα ποτέ αν οφειλόταν
στο ότι πήγα τόσο μακριά, πιο μακριά δεν γινόταν ή στο
ότι επέστρεψα.
Κι όταν κανείς με ρωτάει: γιατί ταξιδεύετε, κύριε;
(σαν να υπονοούν: αφού δεν έχετε να πάτε πουθενά…
Άντε να ’χετε ταξιδέψει σε κάνα σώμα, σε κάνα
κείμενο, σε κάνα κομμάτι από το παρελθόν σας
πράγμα που μπορείτε να κάνετε από το σπίτι σας, τόσοι το κάνουν…)
Εγώ, χαμογελάω μετριοπαθώς και για να μην εξοργίσω
τον συνομιλητή μου, έλεγα, για να γνωρίσω τον κόσμο,
τους ανθρώπους… Κι αν η ματιά του ήταν επίμονη,
συμπλήρωνα, με Στρώς και “Τροπικούς”,
για να γνωρίσω εμένα, τον εαυτό μου.

Κι απέκρυβα επιμελώς κι επιδέξια την υστερόβουλη
σκέψη μου ότι αν κάποτε το ταξίδι γινόταν
one way ticket, θα ’χα προλάβει ν’ αφήσω σ’ όλο τον κόσμο,
σ’ όλα τα μέρη της γης, ένα βλέμμα, ένα ίχνος,
μια σκέψη, το σώμα μου, σταδιακά εμένα, έτσι
που να μην έχω κρατήσει τίποτα για μένα
αλλά ούτε και για κείνον, τον άθλιο, που δεν θα ’ξερε
πια που να με ψάξει.
Πώς να με συμμαζέψει, ο ανόητος, από τόσα
σώματα, σκέψεις, χώρες, διαβάσματα, βλέμματα;
Γελάω από τώρα. Ας τον να ψάχνει.

Όσο για μένα, ανύπαρκτος πια αφού θα χω
διασκορπιστεί παντού, αϊλά γελαστός κι αισιόδοξος
θα σας καλώ τα βράδια και παρέα με τον φιλο μου τον Λούντβιγκ
θα σας διαβάζω κάποιο ποίημα
από κείνα που δεν θα ‘χω γράψει
από κείνα που δεν θα ’χω καν σκεφτεί.
Θα σας δείχνω με το βλέμμα
το συρτάρι με τις κρυμμένες μουσικές
και με το δάχτυλο τ’ Αμίλητα Μεγάλα Μυστικά.
Γιατί είμαι σίγουρος, σας λέω, ότι στα φανερά, στα
γραμμένα, στα φθαρτά

θα με περιμένει
στην επόμενη στροφή.

*Από τη συλλογή “Γεύμα στη χλόη”, εκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2012.

Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 79 – 80 (Άνοιξη – Καλοκαίρι 2016)

pandoxeio's avatarΠανδοχείο

%ce%b5%ce%bc%ce%b2%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82

Πάντα μανιώδης αναγνώστης των λογοτεχνικών περιοδικών, και ιδίως εκείνων που εκδίδονταν εκτός των μεγαλουπόλεων, σε μικρότερες πόλεις, κωμοπόλεις και πολίσματα, ήταν θέμα χρόνου να βρεθώ στην Πάροδο, το ιδιαίτερο λογοτεχνικό περιοδικό της Λαμίας, που εξέδιδε ο Κώστας Θ. Ριζάκης. Την ίδια στιγμή ερχόμουν σε επαφή με έναν από τους πιο ιδιαίτερους, και πλέον σημαντικούς σήμερα, ποιητές της γενιάς του 1980. Με την πάροδο του χρόνου ο ποιητής αποτέλεσε παράδειγμα δημιουργού δρώντος στην ελληνική επαρχεία, κυριολεκτικού εγκάτοικου της ποιητικής τέχνης εντός των τειχών του ενδιαιτήματός τους¨», όπως γράφει στην εισαγωγή το Γ. Χ. Θεοχάρης, εκτός των δικών μας τειχών και βεβαιοτήτων συμπληρώνω ο ίδιος. Ήταν επόμενο λοιπόν να του προσφερθεί αφιέρωμα από το Εμβόλιμον, που είναι ήδη σεσημασμένο για μια ολόκληρη σειρά εξαιρετικών αφιερωμάτων σε ποιητές.

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82-%ce%b8-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%87%ce%ad%ce%b4%ce%b9%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%cf%8d%ce%b2%ce%b9-%ce%b3-%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%86%ce%b1

Ο Ριζάκης άρχισε να εκδίδει την Πάροδο το 1986 σε ηλικία 26 ετών. Το περιοδικό διένυσε δυο εκδοτικές περιόδους [1986 – 1993 και 2003…

View original post 576 more words

Κώστας Σοφιανός, Αυτό, βέβαια, δεν είναι ποίημα

oi_apolauseis_sofianos_kostas-247x300

Μη
μιλάτε Ελληνικά: να γαβγίζετε
να γρυλίζετε
να μουγκρίζετε
Να μη μιλάτε καθόλου.
Μη
διαβάζετε Ελληνικά:
να διαβάζετε τους λόγους των πολιτικών σας
να διαβάζετε τα «καλέσματα» των οργανώσεών σας
να διαβάζετε τον ημερήσιο και τον περιοδικό σας τύπο.
Να μη διαβάζετε καθόλου.
Μη
γράφετε Ελληνικά:
να γράφετε την «Καθαρεύουσα» του Γενικού Επιτελείου
να γράφετε την «Δημοτική» του Υπουργείου «Πολιτισμού»
να γράφετε όπως γράφουν στον ημερήσιο και στον περιοδικό σας τύπο
Να μη γράφετε καθόλου. Και
Μη
κατεβαίνετε στη θάλασσα: σας βλέπει κι αρρωσταίνει· γυρίζουν τα μέσα της
αφρίζει
ξερνάει σακκούλες σαγιονάρες
σερβιέτες
Ξερνάει πετρέλαιο και πίσσα
Μη
κατεβαίνετε στη θάλασσα κατεβείτε στο ύψος σας.
Μη
ανεβαίνετε στα βουνά:
σάς αισθάνονται και πεθαίνουν·
χάνουν τα δάση τους και τα πουλιά τους χάνουν τη δρόσο τους και τ’ άρωμά τους
χάνουν τα χιόνια τους και τα νερά τους.
Μη
ανεβαίνετε στα βουνά ανεβείτε στα ρετιρέ σας.
Μη
συντηρείτε αρχαιότητες: είναι Ύ β ρ ι ς. πάρτε κασμάδες και σωριάστε τες φέρτε μπουλντόζες και σαρώστε τες ρίχτε βενζίνη και κάφτε τες
Είναι
….. η προτελευταία τιμή που μπορείτε να κάνετε στον Τόπο. Η τελευταία είναι:
Να φύγετε
με τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας
με τα σαλόνια σας και τα σκυλιά σας
με τη Βρωμιοσύνη σας και την κακομοιριά σας.
Και
αναμένοντας βαρβάρους: Εσείς είστε οι βάρβαροι
και πρέπει ν α φ ύ γ ε τ ε.

*Από τη συλλογή “Οι Απολαύσεις”, 1981.

Γιάννης Αγγελάκας, Τέσσερα ποιήματα

pws-tolmas2

ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ

Καθισμένος ένα ολόκληρο απόγευμα
Στην παλιά μπαλωμένη μου πολυθρόνα
Μην περιμένοντας κανέναν να μου χτυπήσει την πόρτα
και κανέναν να με χαϊδέψει
και κανέναν να με μαστιγώσει
και κανέναν να με δεχτεί
και κανέναν να με απορρίψει
Ένιωσα να με πλησιάζει κάτι
που θα μπορούσε να ‘ταν η ευτυχία
Τότε σηκώθηκα να σημειώσω αυτές τις λέξεις
Και όλα πήγανε στράφι

***

ΜΙΑ ΕΥΧΗ

– Κάνε μια ευχή με μια λέξη
— Όχιπ ό ν ο ς
– Μα αυτές είναι δύο
– Στ’ αρχίδια μου

***

ΗΑΡΡΥΕΝD Ι

– Έι, μάνατζερ, έχω κάτι δάκρυα για πούλημα – Επιτέλους, πάνω που σε νόμιζα ξοφλημένο! – Πιο πολύ γι’ αυτό έκλαψα
– Έλα στην αγκαλιά μου, μεγάλε μου αρτίστα,
Πληγωμένο μου σκυλί,
Σ’ αγαπώ σαν φουσκωμένο πορτοφόλι!

***

ΜΗΤΕΡΑ ΘΛΙΨΗ

Φανερώσου
Με τα σκοτάδια σου να χαμογελούν
Την πέτρινη αγκαλιά σου να ορέγεται ακόμη
Στρατιές μοναχικών δημίων
Τους πειρατές των εφτά σκουπιδότοπων
Με τις λιγδιάρικες στολές τους
Να λαμπυρίζουν
Στη διάταξη των μικρών και των μεγάλων φαλλών
Αναλογίσου όλους εμάς
Που καρτερούμε τυλιγμένοι σε μολυσμένες ρόμπες
Με παντόφλες και κέρατα
Ρίχνοντας χαμόγελα νάρκες στους καχύποπτους γείτονες
Όλους εμάς
Που φτυαρίζουμε αποκαμωμένοι το σκοτάδι
Με υπεριώδη βλέμματα
Και στρώνουμε δείπνα συντροφικά
Και μοιραζόμαστε ψίχουλα μπαγιάτικιας δόξας
Και μουχλιασμένους μύθους
Αναλογίσου μας και φανερώσου
Με το επίσημο σου ένδυμα
Με τα δόντια σου τα κοφτερά τα δίκαια
Ροκάνισε το θάνατο
Που καρφιτσώθηκε στα κόκαλα μας
Και ξαναβάφτισέ μας γιους σου
Φανερώσου
Μητέρα θλίψη
Δεν την αντέχουμε πια
Τόση ορφάνια

*Από τη συλλογή “Πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;”, εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Λιβάνης.