Ρικάρδο Φλόρες Μαγκόν (Ricardo Flores Magón), Οἱ δύο σπορές (Las dos siembras)

—ΚΑΛΕ μου ἀγρότη, τί σπέρνεις;
       Ὁ ἀγρότης σήκωσε τὰ μάτια καὶ ἀπάντησε:
       — Σπέρνω πραότητες, σπέρνω καρτερίες, θεῖες ἀρετὲς ποὺ ἔχουν τὸ προνόμιο νὰ ἀνοίγουν τὶς πόρτες τοῦ οὐρανοῦ σὲ αὐτοὺς ποὺ ὑπομένουν μὲ ὑπομονὴ τὰ βάσανα τῆς μιζέριας καὶ τὶς τιμωρίες τῆς τυραννίας.
       Ἔτσι μίλησε ὁ ἀγρότης καὶ ξανάπιασε ἀναστενάζοντας τὴ δουλειά του προσφέροντας στὸ αὐλάκι τὸ σπόρο καὶ τὰ δάκρυά του.
       Πέρασαν οἱ αἰῶνες καὶ ὁ ἀγρότης, κυρτωμένος, ἔσπερνε, ἔσπερνε.
       — Καλέ μου ἀγρότη, τί σπέρνεις;
       Ὁ ἀγρότης σήκωσε τὰ μάτια καὶ ἀπάντησε:
       Σπέρνω πραότητες, σπέρνω καρτερίες , θεῖες ἀρετὲς ποὺ μὲ τὴν ἀγάπη πρέπει νὰ ἡμερέψουν τὰ χέρια τοῦ τυράννου.Τίποτα σὰν τὴν ἀγάπη γιὰ νὰ μαλακώσει τὶς καρδιὲς τῶν κακῶν!
       Ἔτσι μίλησε ὁ ἀγρότης καὶ ἀναστενάζοντας τοποθέτησε σιγὰ-σιγὰ στὸ αὐλάκι τὸ σπόρο καὶ τὰ δάκρυά του. Πέρασαν οἱ αἰῶνες καὶ ὁ ἀγρότης, κυρτωμένος ἔσπερνε, ἔσπερνε.
       — Καλέ μου ἀγρότη, τί σπέρνεις;
       Ὁ ἀγρότης σήκωσε τὰ μάτια καὶ ἀπάντησε:
       — Σπέρνω πραότητες, σπέρνω καρτερίες , θεῖες ἀρετὲς ποὺ θὰ σώσουν τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴ μιζέρια καὶ τὴ σκλαβιά.
       Ἔτσι μίλησε ὁ ἀγρότης καὶ ἀναστενάζοντας συνέχισε νὰ προσφέρει στὸ αὐλάκι τὸ σπόρο καὶ τὰ δάκρυά του.
       Πέρασαν οἱ αἰῶνες καὶ αἰῶνες αἰώνων καὶ αἰῶνες αἰώνων καὶ αἰώνων καὶ ὁ ἀγρότης ἔσπερνε, ἔσπερνε, ἔσπερνε τὶς θεῖες ἀρετές του καὶ ἡ μιζέρια καὶ ἡ σκλαβιὰ συνέχιζαν νὰ εἶναι τὸ ἔπαθλο τῆς καρτερίας καὶ τῆς πραότητας μέχρι ποὺ ἡ πηγὴ τῶν δακρύων του στέρεψε καὶ τὰ μάτια του, ἐλεύθερα ἀπ’ τὸν ἐπίδεσμο τοῦ κλάματος, μπόρεσαν νὰ δοῦν καθαρά. Τὰ ἔστρεψε στὸ διάστημα καὶ δὲν εἶδε ἄλλο ἀπὸ ἄστρα, ἄστρα καὶ ἄστρα, ἥλιους σὰν αὐτὸν ποὺ μᾶς φωτίζει καὶ ἐδάφη σὰν αὐτὰ ποὺ κατοικοῦμε. Ἡ Γῆ εἶναι στὸν οὐρανό! ἀναφώνησε. Ἡ Γῆ εἶναι μέρος τοῦ οὐρανοῦ —πρόσθεσε— καὶ ἔνιωσε ὅτι κάτι κατέρρεε στὰ βάθη τῆς ὕπαρξής του· ἦταν ἡ πίστη στὸ ὑπερφυσικό, μιὰ ἁλυσίδα ἰσχυρότερη ἀπὸ τὴ σιδερένια. Τότε κατάλαβε ὅτι ἔπρεπε νὰ σπείρει ἄλλο σπόρο καὶ γερμένος πάνω στὸ αὐλάκι ἔσπερνε, ἔσπερνε, ἔσπερνε.
       — Καλέ μου ἀγρότη, τί σπέρνεις;
       Ὁ ἀγρότης σήκωσε τὰ μάτια καὶ ἀπάντησε:
       — Σπέρνω ἐξεγέρσεις. Τὸν θεῖο σπόρο ποὺ πρέπει νὰ κατακτήσει γιὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν τὸν παράδεισο ποὺ λέμε γῆ. Ἡ ἐπανάσταση τῆς σκέψης γκρέμισε τοὺς τυράννους τοῦ οὐρανοῦ· ἡ ἐπαναστατικὴ δράση θὰ γκρεμίσει τοὺς τυράννους τῆς γῆς.
       Ἔτσι μίλησε ὁ ἀγρότης καὶ ξαναπιάνοντας τὴ δουλειά του, χάθηκε στὸν ὁρίζοντα σπέρνοντας, σπέρνοντας, σπέρνοντας τὸ θεῖο σπόρο τῆς Ἀναρχίας.

Ρικάρδο Φλόρες Μαγκόν (Ricardo Flores Magón) (1873-1922). Μεξικανὸς πολιτικὸς καὶ δημοσιογράφος. Θεωρεῖται πρόδρομος τῆς Μεξικανικῆς Ἐπανάστασης καὶ ἔχει παραμείνει στὴν ἱστορία σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀκέραιους καὶ συνεπεῖς μαχητὲς γιὰ τὸ δίκιο τῶν ἐργαζομένων κατὰ τὰ χρόνια τῆς Μεξικανικῆς Ἐπανάστασης. Ἀκούραστος καὶ ἀδάμαστος, ἐνέπνευσε μὲ τὶς ἰδέες του καὶ τὴ δράση του πολλὲς ἀπὸ τὶς ἐργατικὲς κατακτήσεις καὶ πολλὰ δικαιώματα τῶν ἐργατῶν θὰ καταχωροῦνταν στὸ μεξικανικὸ σύνταγμα. Παιδὶ γονιῶν ἰθαγενῶν, ὁ Ρικάρδο Φλόρες Μαγκὸν σπούδασε Νομικὴ στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Μεξικοῦ. Τὸ 1892 συνελήφθη μαζὶ τὸν ἀδερφό του Ἐνρίκε κατὰ τὴ διάρκεια μιὰ φοιτητικῆς διαδήλωσης ἐνάντια στὴν δικτατορία τοῦ Πορφίριο Ντίας (Porfirio Días). Ἀφοῦ συνεργάστηκε μὲ τὴν ἐφημερίδα El demócrata, ἵδρυσε μὲ τὸν ἀδερφό του τὸ περιοδικὸ Regeneración (Ἀναγέννηση), τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτο τεῦχος βγῆκε στὶς 7 Αὐγούστου τοῦ 1900 καὶ ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ ὁποίου καταδικαζόταν διαρκῶς ἡ δικτατορία του Ντίας. Κυνηγημένος ἀπὸ τὴν κυβέρνηση, ἀναγκάστηκε νὰ αὐτοεξοριστεῖ τὸ 1904 στὶς ΗΠΑ. Στὸ Σὲν Λιούις, ἵδρυσε τὸ Φιλελεύθερο Μεξικανικὸ Κόμμα, σοσιαλιστικῆς ἰδεολογίας, διεκδικῶντας ἕνα ἐπαναστατικὸ πρόγραμμα κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ. Ζήτησε τὸ ἐργασιακὸ ὀχτάωρο, τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς καὶ τὴν ἀναδιανομὴ τῆς γῆς πρὸς ὄφελος τῶν ἀγροτῶν, ἰδέες ποὺ ἐπηρέασαν ἰδιαίτερα τὸ μεξικανικὸ ἐργατικὸ κίνημα. Ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὸ σοσιαλιστικὸ ἀναρχισμό, τὸ κόμμα του πρωτοστάτησε στὶς ἀπεργίες τῶν τοπικῶν ὀρυχείων τῆς Σονόρα καὶ στὴ βιομηχανικὴ ζώνη τῆς Βερακροὺζ (1906-1907), οἱ ὁποῖες κατεστάλησαν βίαια ἀπὸ τὸ καθεστώς του Ντίας. Μετὰ τὸ ξέσπασμα τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1910, ποὺ θὰ ὑποχρέωνε σὲ παραίτηση τὸν Πορφίριο Ντίας, τὸ 1911 ξεκίνησε, μαζὶ μὲ τὸν ἀδερφό του Ἐνρίκε, τὴν ἐξέγερση τῆς Κάτω Καλιφόρνια. Κατάφεραν νὰ πάρουν τὶς πόλεις Μεξικάλι καὶ Τιχουάνα καὶ προσπάθησαν, χωρὶς ἐπιτυχία, νὰ ἱδρύσουν μιὰ σοσιαλιστικὴ δημοκρατία. Ἀβοήθητοι καθὼς ἦταν, ἡττήθηκαν ἀπὸ τὰ κυβερνητικὰ στρατεύματα καὶ ἀναγκάστηκαν νὰ ὑποχωρήσουν στὶς ΗΠΑ. Ἔχοντας πεισθεῖ ἀπολύτως ὅτι οἱ κυβερνήσεις ἦταν οἱ ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν τραγικὴ κατάσταση τῆς ἐργατικῆς τάξης, συνέχισαν νὰ ἀντιτίθενται στοὺς κυβερνῶντες πού, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεξικανικῆς Ἐπανάστασης, διαδέχτηκαν τὸν Ντίας, τοὺς Φρανθίσκο Ἰ. Μαδέρο (Francisco I. Madero) καὶ Μπενουστιάνο Καράνθα (Venustiano Carranza). Ὁ πρόεδρος Φρανθίσκο Μαδέρο ζήτησε τὴ βοήθειά του, ἀλλὰ ὁ Φλόρες ἀρνήθηκε νὰ συνεργαστεῖ μὲ τὴν ἀστικὴ ἐπανάσταση. Πολλὰ ἀπὸ τὰ αἰτήματά του συζητήθηκαν στὸ Συνέδριο τοῦ Κερέταρο (1917). Τὸ 1918 συνέταξε ἕνα μανιφέστο, ἀπευθυνόμενο στοὺς ἀναρχικοὺς ὅλου τοῦ κόσμου, γεγονὸς γιὰ τὸ ὁποῖο καταδικάστηκε σὲ 20 χρόνια φυλακὴ ἀπὸ τὶς βορειοαμερικανικὲς ἀρχές. Μέσα σὲ ἕνα καθεστὼς σκληρῆς καὶ ἀπάνθρωπης φυλάκισης, πέθανε σχεδὸν τυφλὸς στὶς 20 Νοέμβρη 1922 στὴ φυλακὴ Λιβενγουόρθ του Κάνσας.
Βλ. καὶ ἐκτενῆ Εἰσαγωγή στὸ Ἀφιέρωμα: Βάσω Χρηστακου: Ἀναρχία καὶ Λογοτεχνία.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:
Χρηστάκου Βασιλική. Ἰατρὸς καρδιολόγος καὶ ἀριστοῦχος ἀπόφοιτος τοῦ τμήματος Ἱσπανικὴ γλώσσα καὶ Πολιτισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀνοιχτοῦ Πανεπιστημίου. Μεταφράζει λογοτεχνία ἀπὸ τὴν ἱσπανικὴ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα.

*Πηγή: https://archivomagon.net/?r3d=cyr-37-las-dos-siembras Εμείςτο πήραμε από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/03/09/ricardo-flores-magon-oi-dyo-spores/

Χρυσούλα Παπακυριάκου, Τρία ποιήματα

Χαιρετισμοί

Ρίχνω γράμματα και τραγούδια
στο βάραθρο που μας χωρίζει,
για να γεμίσει,
να γίνουμε πάλι ένα.
Ρίχνω στιχάκια και ποιήματα,
να ξεχειλίσει κι ο παράδεισος χαιρετισμούς.

Χάδια αποθέτει απαλά
στο δέρμα το αεράκι.
Σα φιλιά σταλμένα απ’ τον παράδεισο
με τα πουλιά.
Μιλούν ελληνικά.
Για να μη μας τρομάξουν
τα λόγια είναι τιτιβίσματα.

*

Παιδί

Δεν αγαπά καμία δράση.
Του αρέσει να βλέπει, να παρατηρεί,
να γνωρίζει και να νοιώθει.
Αυτό τού είναι αρκετό για να ζει.
Είναι ολόκληρη η ζωή.

Οι μεγάλοι όμως άλλα νοιώθουνε
κι αλλιώτικα είναι τα λόγια τους.
Συσκοτίζουν, θολώνουν και παραπλανούν.
Αντί για εξηγήσεις γεννάνε απορίες.
Του φαίνονται λοιπόν παράταιρα τα λόγια
κι αναντίστοιχα.
Ακόμα το ίδιο προσπαθώ.
Αυτά να συνταιριάσω.

*

Εξετάσεις

Τις έχω πάρει από φόβο.
Όποιος προσδιορισμός κι αν τις συνοδεύει.
Ιατρικές, πανεπιστημιακές,
προπάντων εισαγωγικές, πανελλήνιες και πανελλαδικές.
Προφορικές… Κυρίως αυτές.
Τις τρέμω όλες
σαν να πρόκειται για αναπαράσταση
εκείνης της τελευταίας και οριστικής αυτοεξέτασης.

*Από τη συλλογή “Των γραμμάτων”, εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2017

Θεοδώρα Βαγιώτη, Φιλοσοφίες της ύπαρξης

Oswaldo Guayasamín (1919–1999), Black Tears I

Ειρημένο κάτω απ’ τον αποθαμό των άστρων·
τίποτε δεν καταλαβαίνεις από φιλοσοφίες της ύπαρξης
μον’ έχεις κάτι χέρια
που βαστούν γερά
και ένα χαμογέλιο που παραδέχεται χωρίς έγνοια
αφέσου μου λεν
και ματώνω ανάμεικτα
με ποταμό, που θα πει
υπάρχω από πηλό σαν πρότυπο
πάνω στον πάγκο εργασίας
και ας μην έγινα ποτέ
το μεγάλο, το κανονικό·

το έργο τέχνης

Γρηγόρης Σακαλής, Πριγκίπισσα του Βερμίου

Είναι ώρα πολλή
που σε κοιτάζω
και σε θαυμάζω
τα σγουρά μαλλιά
το πορτοκαλί σκουφάκι
μια ομορφιά πρωτόγνωρη
καθώς κρατάς
ένα ποτήρι λευκό κρασί
που πνίγομαι μέσα του
και με καταπίνεις
κι ύστερα στρίβεις
ένα τσιγάρο
και με καπνίζεις
αγάπη που δεν ξέρω
ούτε τ΄όνομα σου
που δεν μπορώ
να κάνω κάτι
να σε προσεγγίσω
μέσα στον μικρόκοσμο
που ζούμε
καταριέμαι τη μοίρα μου
κι ελπίζω μέσα μου
ελπίζω.

Νάνος Βαλαωρίτης, Η Μπαλάντα του Ξενιτεμένου

Φωτογραφία: ένα έτσι

Βαρέθηκα τις φωνές των Ελλήνων
Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων
Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια
Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς
Με τα ψευδολογήματά τους
Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις
Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί
Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός
Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.
Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη
Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα
Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού
Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε
Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος
Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει.
Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος
Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα
Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας
Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του
Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;
Με τον Ερμή για γραφομηχανή
Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις
Έρχεσαι εδώ να δρέψεις
Τους καρπούς του Ελδοράδο
Και σου μένει ο χρόνος ρέστος
Δυτικά του Κολοράντο.
Είμαι ένας μετατοπισμένος
Στα πλάτη της άλλης ηπείρου
Κάνω βόλτες πάνω κάτω
Πέντε επί δεκάξι μέτρα
Και περιμένω γράμματα
Για να διασχίσω τα γεράματα.
Έχω μια μικρή σκυλίτσα
Που την ονομάζω Λίτσα
Που χαίρεται όταν με βλέπει
Να ετοιμάζω μια βαλίτσα
Για να πάω στο Κολοράντο
Να διαβάσω ποιήματα
Με τον ποιητή Κορράντο.
Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε
Που όλο πίνε πίνε
Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι
Σου άναψα ένα καντήλι
Στην καρδιά μου.

6.5.1983

Αλέξανδρος Χρονίδης, Καταγγελία θανάτου

Φωτογραφία: Antonio Palmerini

Αγαπημένοι μου άνθρωποι,
Λέτε πως δε μιλώ πολύ τον τελευταίο καιρό

Εγώ σας απαντώ
Μπορεί να περάσει μια μέρα που να μη μιλήσουμε για λεφτά;
Μπορεί να περάσει μια μέρα που να μη μιλήσουμε
για δυστυχήματα, για διαφθορά, για πολιτική,

Μπορεί να περάσει έστω μια μέρα που,
που να μη μιλήσουμε για πόλεμο, για θάνατο;

Ω ναι, τον θάνατο όλοι στο στόμα έχουμε, κι ας μιλάμε για μόδα,
για αυτοκίνητα, για παιδικά παιχνίδια και για κάθε λογής αξεσουάρ.

Ο θάνατος καραδοκεί στις παύσεις μας,
Στις καύσεις μας,

Στα πετρόκτιστα σπίτια που έμειναν μισοτελειωμένα,

Στις βελούδινες κορδέλες που ξεχωρίζουν την είσοδο από την έξοδο
στις πολυτελείς δεξιώσεις.

Η βενζίνη μεθυστικά μυρίζει θάνατο.
Ο παππούς στον δρόμο κράτα ένα μπαστούνι μήπως τον φοβερίσει.
Το μωρό που κλαίει γοερά, κλαίει γιατί ακούει συνέχεια θάνατο.
Οι τυμπανοκρουσίες στις εθνικές παρελάσεις βογκούν θὰ να τος –
θά να τος !

Οι ειδήσεις μιλάνε για θάνατο άμεσα
Κι ύστερα στα αθλητικά και στον καιρό, πάλι για θάνατο μιλούν
42 βαθμούς θάνατο θα κάνει σήμερα, κι ας τρέχουμε όλοι στις παραλίες
Τα βουνά θα ασπρίζουν με 30 πόντους θάνατο
6 μποφόρ θάνατο θα φυσάει όλη μέρα
κι η θάλασσα θα είναι λίγο ταραγμένη
με τόσο θάνατο γύρω της να την περικλείει ασφυκτικά!

Λέτε πως δεν μιλάω πολύ τελευταία.

Ίσως υπερβάλλω.

Ίσως είναι που έχασα και τη μάνα μου
Και χόρτασα
Χόρτασα θάνατο.

Μα η αγελάδα που ξυπνά βίαια το πρωί
Που καλωδιώνεται για να προσφέρει γάλα στους καφέδες σας,
Βούτυρο στα ψωμιά σας
Το γουρούνι που φορτώνεται πρωί πρωί στο συνωστισμένο
από τους ομοίους του φορτηγό
Η υπηρέτρια που έμαθε σχετικά εύκολα να σας ανάβει τα κάρβουνα
Ο πρόσφυγας στη βάρκα που αρμενίζει προς τη χώρα των προσφύγων
που δεν τον θέλουν
Κι η τελευταία λέξη της προσευχής του κάθε εργάτη
πριν πάει για ύπνο

Συνηγορούν υπέρ εμού
Συνηγορούν για τη σιωπή μου
Μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο

Του θανάτου.

*Από εδώ: https://perithorio.com/2025/03/07/αλέξανδρος-χρονίδης-καταγγελία-θανά/

Μάρκος Μέσκος, Η λάβα

Εφτάπηχα τείχη
σίδερο, γρανίτης σκληρός το πιο αδιαπέραστο μέταλλο
μια πόρτα όχι όρθιος νεκρός αλλ’ ατσαλένια δόντια
μέτρα πολλά μπηγμένα στα πλευρά της κατοικίας.

Τρία μερόνυχτα να ζήσουμε και ας μην αναπνέει εδώ
μήτε τριζόνι, να κρατήσουμε όταν τρελαθεί ο πανικός
και κλείσει τους δρόμους, τρία μερόνυχτα απ’ έξω η λάβα
γύρω και πάνω μας φωτιά.

Ο Έρωτάς μας θα ’ναι το τελευταίο πράγμα εδώ.

*Από τη συλλογή “Μαυροβούνι” (1963).

**Από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2025/03/07/markos-meskos-i-lava-μάρκος-μέσκος-η-λάβα/ και εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2025/03/07/μάρκος-μέσκος-η-λάβα/

Κατερίνα Φλωρά, Πνιγηρή συγκυρία

Συμπίεση όταν όλα κωφεύουν
όλες οι φωνές σωπαίνουν ή φάλτσα πετάγονται
σαν βέλη του αέρα την ησυχία σκίζοντας με αγένεια και βία

Συμπίεση όταν δεν καταλαβαίνεις
όταν κανείς δεν κατανοεί την ανάγκη
που εξόφθαλμα το σώμα της προτάσσει

Αν τύχεις σε θολού ανθρώπου την ματιά
που τη ψυχή σου με στοργή δεν περικλείει
μεμιάς τράβα μια γραμμή σε χρώμα πορφυρό σαν κραυγή
να τρομάξουν τα πουλιά μακριά να πεταρίσουν

Αφροδίτη Κατσαδούρη, «Κάντε κανένα παιδί»

Käthe Kollwitz, Mothers (1918)

Να του πουλάμε καραμέλα‐τσαμπουκά και ξύλο στις διαδηλώσεις
να το σκοτώνουμε στα τρένα
να το μπαζώνουμε με πίσσα για να μην ξανά γκρινιάξει
να το φωνάζουμε στο δρόμο «πούστη»
να το βιάζουμε επειδή «άνδρες είμαστε και έχουμε ορέξεις»
να του κουνάμε
και να του τρώμε
το μεγάλο δάχτυλο
άμα τολμήσει
να γεννηθεί γυναίκα που έχει άποψη
αυτοδιάθεση και άνευ σπερματοζωαρίων γνώμη
να το εξουθενώνουμε με δωδεκάωρα
γκρεμούς από λογαριασμούς
ενοίκια άφταστα και ψυχοφάρμακα μαράτα
αν καταφέρει απ’ όλα αυτά και επιζήσει
Κάντε ΚΑΝΕΝΑ παιδί.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Θέλω να μιλήσω…

Θέλω να μιλήσω για πράγματα που δεν έχουν ακόμη ειπωθεί.
Για αυτά που σχίζουν το στήθος και βγαίνουν σαν σμήνος από πολύχρωμα πουλιά.
Ο,τι γεννήθηκε μέσα μου ήρθε από νωρίς σε ρήξη με τον κόσμο.
Στο μεταξύ, μεγάλωσα μέσα σε αυτό το χάσμα, μην ανήκοντας εντελώς πουθενά.
Μίσησα αρκετά μέχρι να καταλάβω πως αγαπώ περισσότερο.
Άκουσα πολλά που δεν έλεγαν τίποτα και είδα μερικά να εννοούν τόσα.
Για αυτό, θέλω να μιλήσω για πράγματα που δεν έχουν ακόμη ειπωθεί.
Μόνο γυρίζουν στα σωθικά και το φθείρουν αν δεν εκφραστούν.
Κάποιοι τα άκουσαν ευλαβικά σαν προσευχή.
Άλλοι σαν παράπονο με αγγαρεία.
Οι περισσότεροι όμως ήταν ήδη κουφοί απ’ την αδιαφορία.
Έτσι έπλεξα και εγώ τους στίχους μου, στο κενό του ουρανού
με το χρώμα εκείνων των πολύχρωμων πουλιών.