Στάθης Ιντζές, Gadium

Στάθης Ιντζές, Gadium
ένα ποίημα σε επτά μέρη

Εκδόσεις Θράκα

isbn 978-618-5155-28-5
σελίδες 32
διαστάσεις 20,5 Χ 13 εκατοστά

Ένας άκληρος περιηγητής γίνεται μάρτυρας επτά διαφορετικών εποχών της ιστορίας.
Επτά ποιήματα, επτά “στιγμιότυπα” της εκάστοτε εποχής, από τη φοινικική ακμή ως τον ισπανικό εμφύλιο.

Ζωή Καρέλλη, Επίγραμμα

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Επίγραμμα

Απίστευτη, η φοβερή ακινησία του θανάτου.
Η δυνατή ορμή με κατοικεί.
Θα διαλύσω τη φρικτή ακινησία
του θανάτου, δεν πιστεύω σ’ αυτή.
Πρέπει να σηκωθούνε οι νεκροί,
δε γίνεται. Να νικηθεί
η νίκη του θανάτου στη ζωή.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

View original post

Ποιητική Συλλογή: Ο “Κούκος”

Εισαγωγικό σημείωμα: Νίκος Κατσιαούνης*

Ο Κούκος (εκδ. Θράκα) αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου. Μέσα από ένα νεορομαντικό, αλλά και ρεαλιστικό, πλαίσιο τα ποιήματα της Φυτοπούλου έρχονται να διαταράξουν με άμεσο τρόπο την κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Συνειδητό και ασυνείδητο, ρεαλισμός και φαντασία, πρόζα και αλληγορία συνυπάρχουν αρμονικά μέσα στον Κούκο. Παίζοντας με διάφορα μοτίβα ποιητικής αποτύπωσης, με έναν συνδυασμό σκληρού και παράλληλα ευαίσθητου λεξιλογίου, με (α)ναρχικά και (ά)ναρχα ποιήματα, με επιρροές από τους μπήτνικ αλλά και τον Καρούζο, η Φυτοπούλου μάς παραδίδει μια αρκετά ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί. Δημοσιεύουμε στη Βαβυλωνία δύο ποιήματα από τη συλλογή της και την ευχαριστούμε για την παραχώρηση.

Ε

ο κόσμος μας δεν υπάρχει
ούτε εμείς είμαστε άνθρωποι
ψάρια είμαστε
οργώνουμε ένα κομμάτι γαλάζιο
ο ουρανός μάς ταΐζει ακρωτηριασμένα πόδια
βιάζεται να μεγαλώσει
η πολιτεία ορθοπόδησε
κοκκίνισε επαίνους
σύντομα όμως θα μας ζητήσουν
τα πόδια πίσω
και η πολιτεία θα πέσει
σαν αδούλευτη αστραπή
πάνω στα γραφούμενά μας
η ποίηση θα συρθεί
σαν φίδι που δεν του δόθηκε
η δέουσα προσοχή
και τότε θα βγάλει χέρια
και τα χέρια όταν θέλουν
χτυπάνε στην καρδιά

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΑΣ

ελεύθερη διακίνηση ιδεών. προσβλέπω σ’ αυτό. γράφω
γι’ αυτό. έχω μια ακρίδα στο στόμα. πηδάει από δόντι
σε δόντι. από σύμφωνο σε σύμφωνο. πάει πέρα δώθε.
κάνει τραμπάλα πάνω στα λόγια σας. προσβάλλει την
αλφαβήτα σας. είμαι η ένοπλη πάλη των αυτιστικών.
έχω μια ακρίδα στο στόμα. ομοφυλόφιλη. απ’ τη
μέση και πάνω. παίρνουμε δωρεάν εισιτήρια για
τις ταινίες του Αλμοδόβαρ. μας μυρίστηκαν οι μητριές
(μπάτσοι). καρφωτή. με ψάχνουν εξονυχιστικά. η
ακρίδα κρύβεται στη δεξιά κουφάλα. το προτελευταίο
δόντι. απ’ τη μάνα μου το ’χω σακάτικο. το μικρό μου
μνήμα. γιατί πάντα ένας τάφος μένει ανοιχτός. δε βρήκαν
τίποτα. έχουμε ξανακρύψει εβραίο. ο Τζων Γουέιν με
πλησιάζει. γελάει. και λέει στους σερίφηδες. όρνια
ε, όρνια, δε βλέπετε; είναι παιδί με ειδικές ανάγκες.
παρά ταύτα με απέλασε. τελευταίο γαλόνι για τη
σύνταξη.
οι ποιητές μάς ξεναγούν στην απαγορευμένη ζώνη.
εκεί που ο Θεός επέτρεψε μονάχα ένας να περπατήσει.
ο παραμικρός αναστεναγμός μπορεί να σε συντρίψει.
κρατούν καλαθάκια με σερβιέτες, δημητριακά και
αγκινάρες Πρεβέζης. εγώ παριστάνω το Χριστό. (κι ας
μην ξέρω το Φ.Π.Α. μιας τέτοιας επιχειρηματικής
δραστηριότητας). θέλω να βιώσω εκείνον τον πρώτο
κομμουνισμό. τον ημίγυμνο. τον πρωτόγονο. να
καμαρώσω κρεμασμένο στον ουρανό το υπαρξιακό
προβάδισμα. εγώ! είμαι μπροστά ακόμη και στη
φάση που ο γαλανομάτης αποδίδει τα του Καίσαρα.
εγώ του σήκωσα το χέρι. απολαμβάνω το παρακράτος.
το σπίτι του Γκοντό είναι μικρό.
ω, μεταμοντέρνα χαρά
γύρνα και δες τα χθεσινά.
ο σκώληξ γυρεύει συντροφιά.
τέτοια ώρα τα νεκροτομεία είναι κλειστά.
σε κάποιον έπεσε βαρύ το ανθρώπινο κρέας.
δυο χιλιάδες χρόνια σε τραγουδάω και συ
ψηφίζεις κ.κ.ε.
άλλοι πετούν αποτσίγαρα στους δρόμους
για τα πρεζόνια.
άλλοι φτιάχνουν χιονάνθρωπο από παιδικά οστά.
κι εγώ μαζεύω Τρωαδίτισσες στη βροχή.
το ποιητικό μου ζώο είναι μικρό. χωράει στην κιβωτό σας.
κάνω λάθος; τι; δε δέχεστε ακρίδες με κουσούρι;
μα, είμαι κούκος, Κύριε.
αχ, πόσο μου λείπει ο Βαραββάς.

*Αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική σελίδα του περιοδικού ‘Βαβυλωνία” στο http://www.babylonia.gr/2017/02/11/o-koukos-piitiki-sillogi/

Μαρία Σερβάκη, Παρένθεση του νεκρού καιρού

Ποιος μου το ψιθύρισε;

Θυμάσαι λοιπόν όταν για πρώτη φορά διαβάσαμε; για πρώτη φορά
πετάξαμε;

Τόσο μ’ επηρέαζε λοιπόν τα χρόνια εκείνα ετούτος ο αδέξιος εξωμότης;
Μνήμες του φεγγαριού ασυννέφιαστες που τον κρατούσαν
λες για πάντα νοτερό, κομμένα με το στρίψιμο της ηλακάτης
γιασεμιά, φως, φως, φως… ασύλληπτα βαφτίζοντάς τον.

Προσπαθώ, προσπαθώ να δω… προσπαθώ να δω…
προσπαθώ να συμφιλιωθώ…

Και τότε εκείνη που στα χέρια της κρατάει τους σκορπιούς της γης πρόβαλε στο φεγγαρόφωτο μ’όλα τα λέπια της ν’ αστράφτουν και περπάτησε παραμερίζοντας νεκρούς και στάχτες. Είπε: Α, βλέπω πάλι
τις γυναίκες σας να κόβουν χαμομήλια και ζοχούς και καυκαλήθρες που τά ’θρεψαν τα πτώματα τόσων συμφορών…
Κι απάντησε η κορυφαία των λυγμών, σάμπως να πάσχιζε να μεταφράσει τις σιωπές της μουσικής και των ερώτων.
II
Και τότε ήρθε ο Οδοιπόρος από κάποιο ξεχασμένο όνειρο. Έφερε
τους ήχους του μαζί. Ιοβόλος Παρασκευή των λουλουδιών και
των θανάτων θύμιζε τότε όνειρο ακόμα πιο παλιό – κομμένες
φράσεις που τις έσερναν γέλια μικρά… κι ευθύς μετά εκείνες
οι πανάρχαιες σιωπές, νήματα νερού ψαύοντας ασώματη ομορφιά,
σπιθοβολώντας πίσω απ’ τις αμμούδες

Η χώρα αυτή, η γη αυτή που ήταν κάποτε η πατρίδα μας…
Σκύψε γονάτισε… ποια χώρα αγγελοκατοίκητη ξάφνου

Μυστική και περιπαθή, ω εσύ ερωτευμένη που αναπολείς…
Σιντέφι αχνίζουν οι νεκροί στο φεγγαρόφωτο…
Ποιά χρώματα τους χάραξε στα μάτια η σφαγή σου;

Η χώρα αυτή η γη η γη η γη η πατρίδα μας…
Φωνή από πέτρα
Πέτρα λιασμένη πεντακάθαρη
Αψύ πικρό θυμάρι
Μυρίσματα καράβια αμυγδαλόδεντρα

*Από τη συλλογή “Ο Οδοιπόρος“, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ανέκδοτα ποιήματα

ΜΙΝΙΜΑΛΙΣΤΙΚΟ

Φράσεις ατροφικές
Λεκτική ανορεξία
Φωνήεντα σκελετοί
Σύμφωνα καλαμάκια
Χωρίς σημεία στίξης
Σημάδια κατάθλιψης
Ετοιμόρροπος λόγος
Να γκρεμοτσακιστεί
Να σπάσει πλευρά
Στο γύψο για πάντα
Αδύνατα νοήματα
Θραύσματα λογικής
Ωχρό στο πρόσωπο
Μορφή ασκητική
Στίχοι ελλειπτικοί
Με καθόλου δέρμα
Λείψανο θανάτου

Κι όμως βραβευμένο
Από νεκρούς κριτικούς

***

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

Δεν ακολουθεί κανείς
Μπροστά μου σ’ έχω
Σκότος θανάτου
Μόνο αντιφάσεις
Για την αιωνιότητα
Είναι κι η μοναξιά
Υποζύγιο της αλήθειας.

Πλήθος τα σώματα
Περιμένουν στην ουρά
Κι ο Σαρτρ στο τέλος
Κρατώντας το Μηδέν
Το Είναι του ξέφυγε
Το ‘πιασα και φεύγω
Μη μ’ ακολουθήσετε

Θα αργήσουμε πολύ
Να ξανασυναντηθούμε.

Γιάννης Αγγελάκας, Η γελαστή ανηφόρα

Τώρα που πέφτει πάνω μας άλλη μια άγρια μπόρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα
κι αν φλέγεται τριγύρω μας του τίποτα η χώρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα.

Τώρα που όλοι συμφωνούν πως είν’ κακιά η ώρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα
κι ως που να συναντήσουμε της δίψας μας τα δώρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα

Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα

I

Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου.

Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας

Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους.

*Από τη συλλογή Εποχές (1945).Το ποίημα αναδημοσιεύεται απο εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2010/07/23/manolis-anagnostakis-pente-mikra-themata-ii-thessaloniki-%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AC-%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-i-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%82/

Jaques Prevert, Οικογενειακό

Grace Cossington Smith, Γυναίκα που πλέκει κάλτσες (1915)

Grace Cossington Smith, Γυναίκα που πλέκει κάλτσες (1915)

Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Κόρινθος

korinthos02

Φτάσαμε με κόπο στο ύψωμα. Ο δρόμος κουλουριάζεται μέχρι τη θάλασσα
εκεί που ο ήλιος κατηφορίζει θρυμματίζοντας το άσπρο xαλίκι σε φως
και το λουλάκι του ουρανού ψήνει την άσφαλτο σκαρφαλώνοντας ως τους στρατώνες

Σ’ αυτό τον ερημότοπο με το λειψό νερό, τον αφιλόξενο ήλιο
ήταν τα μάρμαρα ζεστά και κλάψαμε δίπλα στις πεσμένες κολόνες
και κάποιος xάραξε στο περιστύλιο τ’ όνομά του’

Ούτε ένα σxήμα καραβιού στο αxνιστό απομεσήμερο. Η αντικρινή στεριά
και ο ήλιος να χορεύει στις βεράντες του Saint George Hotel. Όλα είναι έτοιμα
τα φρούτα στον πάγο, τα σερβίτσια ανέγγιχτα
και οι λέξεις κομψά ταιριασμένες σε μιαν ανύπαρκτη σχέση. Αργότερα μένει
το μαλακό φως πίσω απ’ τα μάτια σου στον άλλο ουρανό. Μα τώρα
που η αγωνία πυκνώνει και η μοναξιά του αρμυρού νερού δεν ξεδιψά
μας γέννησε η ένοχη σχέση, μας πεθαίνει
η ευθύνη της σκηνοθετημένης εκλογής. Τι γυρεύαμε
σ’ αυτές τις ξαπλωμένες κολόνες που δεν ονειρεύονται
τι να ζητούσαμε

*Από τη συλλογή «Ο δύσκολος θάνατος», Εκδόσεις Νεφέλη, 2007

Γιάννης Στίγκας, Η τέλεια ακουστική του λαβύρινθου

stigkawq

Ι.
Επειδή
δεν μπόρεσα να πνίξω τον ουρανό
– τόσο γαλάζιο που στο τέλος ελπίζεις –
ένας άγγελος
μου ψιθυρίζει τρυφερά
—
χτίσε με σ’ ετούτες τις πέτρες

ΙΙ.
Επειδή
όσο κι αν κάπνισα
δεν βρήκα το μίτο μου
—
τόσες αγάπες
τόσο λαχάνιασμα
— και ο Μινώταυρος
τι βιολιστής, Θεέ μου,

ΙΙΙ.
Ξέμεινα
με τον ουρανό και το Λόγο
—
κανείς τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει
(φταίνε λιγάκι κι οι εποχές
τα δόντια μου που ‘ναι στραβά
φταίει
το έσω σκιάχτρο)

IV.
Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια
ώσπου να γράψω «λουλούδι»
έχει ήδη χάσει δυο πέταλα
δεν ξέρω αν το φως
είναι τέχνασμα σκότους
ή ανάποδα
—
εγώ
—
μόνο να βασανίζω τις πεταλούδες
– καμιά τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει

V.
Κι άλλωστε
τούτος ο κόσμος δεν άναψε ποτέ
θέλει να δέσεις κόμπο το κενό
–
αν είναι ναυτικός καλύτερα
—
να κεντήσεις την ψυχή σου καταιγίδες

VI.
Τόσες φωνές για σφάξιμο
τόσες φωνές για γδάρσιμο
—
που να σου μείνει μία —

λεϊμονιά
λεϊμονιά
εδώ που μ’ άφησες ριζώνω

*Aπό τη συλλογή “Η όραση θ’ αρχίσει ξανά”, εκδ. Κέδρος (2006).