Audacious – New issue

Audacious is the audio-journal of Melbourne Spoken Word, a regular album of spoken word featuring some of the boldest voices in spoken word in Melbourne and sometimes beyond.

Due out late Feb/mid-March. Physical pre-orders come with free shipping (or you can pick up at the launch) and the digital download.

Issue Four features:

Steve Smart (2015 MSW Prize winner) 

John Englezos (2015 Slamalamadingdong Champ)

Arielle Cottingham (2016 Australian and Victorian Poetry Slam Champion) 

Viki Mealings

Will Beale (2016 Victorian Poetry Slam Runner-up)

Robbie Coburn

Sharifa Tartoussi 

Tim Evans

Chalise van Wyngaardt 

Ela Fornalska

Waffle Irongirl 

Danny Hutley 

Amy Bodossian 

Sam Ferrante

http://melbournespokenword.bigcartel.com/product/audacious-issue-four-pre-order

5ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης, 17-8 Μαρτίου 2017, Λάρισα

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 21:30
Mosh Pit Booze Bar
(Κουμουνδούρου 16)

Ποιητική Perfomance
Συμμετέχουν οι ποιητές:
Θάνος Γώγος
Σταύρος Καρακωνσταντάκης
Γεωργία Κολοβελώνη
Θανάσης Κριτσινιώτης
Πέτρος Σκυθιώτης
Βάσω Χριστοδούλου
Αντώνης Ψάλτης

23:00 party:
“You shouldn’t let the poets lie to you II”
Επιλέγουν μουσική ο Θάνος Γώγος και η Ράνια Παπακώστα – μαζί τους η dj Sonic blue
(ελεύθερη είσοδος)

Σάββατο, 18 Μαρτίου
21:15
Stage
(Ήρας και Φιλίππου)
Παρουσιάζει ο Γιάννης Μπασκόζος
Τιμώμενη πόλη: Καβάλα
Ποίησή τους διαβάζουν οι:

Γιώργος Αλισάνογλου
Δήμητρα Κατιώνη
Δημήτρης Λεοντζάκος
Γεωργία Τριανταφυλλίδου

Μαζί τους οι ποιητές:
Φοίβη Γιαννίση
Στάθης Ιντζές
Δημήτρης Καρακίτσος
Ελευθερία Κυρίτση
Θεόδωρος Μπασιάκος
Σωτήρης Παστάκας
Γιώργος Σαράτσης

Ακολουθεί συναυλία των Χειμερινών Κολυμβητών

Οι Χειμερινοί Κολυμβητές σε 5/8 στη Λάρισα.
–
Είναι γνωστή η σχέση των Χειμερινών Κολυμβητών με τη Λάρισα. Πολλά από τα πρώτα τους τραγούδια γράφτηκαν εκεί μεταξύ 1970 και 1972 κατά την 24μηνη παραμονή εκεί ως σμηνίτη του εμψυχωτή, τραγουδοποιού και ερμηνευτή του σχήματος Αργύρη Μπακιρτζή.

Ο δρόμος «γλιστράει» ανάμεσα στους χαμηλούς λοφίσκους του κάμπου της Λάρισας, Ο Παγασητικός γράφτηκε σε μια απογευματινή έξοδο, το Καφέ Αμάν ήταν ένα ουζερί στο κέντρο της Λάρισας. Η καντάδα «Κάθε στιγμή η σκέψη μου» γράφτηκε στον σιδηροδρομικό σταθμό της και ακόμη εκείνη την περίοδο γράφτηκαν οι Γερμανίες, το Ποδόσφαιρο στα χρόνια της χούντας, τοΌταν θα ‘ρθεί το καλοκαίρι κ.ά.

Κατά τις απογευματινές εξόδους του ο τότε σμηνίτης κατέφευγε στο σπίτι του Τάκη Τλούπα, φωτογραφίες του οποίου κόσμησαντο εξώφυλλο του πρώτου τους δίσκου, το οπισθόφυλλο του δεύτερου και πολλάένθετα απ’ τους κατοπινούς.

Στη Λάρισα θα κατέλθουν πέντε απ’ αυτούς και έτσι ονόμασαν το σχήμα Χειμερινοί Κολυμβητές σε 5/8, αφού οκτώ είναι τα βασικά μέλη τουσυγκροτήματος και τα 5/8 ρυθμός που χρησιμοποιούν σε αρκετά τραγούδιά τους
Θα παρουσιάσουν ένα πρόγραμμα εφ’ όλης της ύλης, τραγούδια από την 35χρονη παρουσία των Χ.Κ. στη μουσική σκηνή με οκτώ δίσκους και άλλα ανέκδοτα.

Όπως γίνεται εδώ και πολλά χρόνια, θα διαμορφώσουν το πρόγραμμά τους ανάλογαμε το ακροατήριο, τη διάθεσή τους αλλά και επηρεαζόμενοι προφανώς από την ιδιαίτερη πολιτική και γενικότερα πολιτιστική συγκυρία.

Το συγκρότημα θα εμφανιστεί στη Λάρισα με την εξής σύνθεση:

Aργύρης Μπακιρτζής: φωνή
Κώστας Βόμβολος: ακκορντεόν
Μιχάλης Σιγανίδης: κοντραμπάσσο, φωνή
Κώστας Σιδέρης: τζουράς, φωνή
Χάρης Παπαδόπουλος: μπουζούκi

(Προπώληση : Snuff – Hobo -Transistor- Vintage-Mosh Pit
προς 10 ευρώ.
Στο Ταμειο: 12 ευρώ)

κρατώ την καρδιά σου.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

anemone rougeκρατώ την καρδιά σου μαζί μου (την κρατώ μες

την καρδιά μου) δεν την αποχωρίζομαι ποτέ (όπου

κι αν πάω πηγαίνεις κι εσύ, καλή μου, κι ό,τι γίνεται

από μένα μόνο είναι δικό σου έργο, αγαπημένη μου)

δεν φοβάμαι

καμία μοίρα (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) δεν

θέλω

κανέναν κόσμο (γιατί ομορφιά μου εσύ είσαι ο κόσμος μου, ο

αληθινός)

και είσαι ό,τι από πάντα σημαίνει ένα φεγγάρι

κι ό,τι ένας ήλιος πάντα θα τραγουδάει είσαι εσύ

εδώ βρίσκεται το βαθύτερο μυστικό που κανένας δεν γνωρίζει

(εδώ βρίσκεται η ρίζα της ρίζας κι ο ανθός του ανθού

κι ο ουρανός του ουρανού ενός δέντρου που ονομάζεται ζωή:

που αναρριχάται

ψηλότερα απ’όσο η ψυχή μπορεί να ελπίζει ή ο νους

να κρυφτεί)

κι αυτό είναι το θαύμα που θέλει τ’ αστέρια χωριστά

κρατώ την καρδιά σου (την κρατώ μες την καρδιά μου)

E.E. CUMMINGS

ανθολογία ερωτικής ποίησης

Χάρης…

View original post 1 more word

Η Ανάσταση με μια Κόκκινη Ανάταση του Δημήτρη Τρωαδίτη

Αν δεν ήταν αδιαφορία σίγουρα θα ήταν υποτιμητικό στη συνείδησή μου να αδιαφορήσω στη φιλική διάθεση, αλλά και ιδιαίτερα στην επίσκεψη που μου έκανε ο ποιητής και γνωστός δημοσιογράφος Δημήτρης Τρωαδίτης δέκα μέρες νωρίτερα να μου δωρίσει με θερμή αφιέρωση μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Με μια κόκκινη ανάταση». ‘Ενα από τα ποιήματά του έτυχε να ακούσω από συνέντευξη στο 3ZZZ στην εκπομπή του Δρ. Χρήστου Φίφη. Αφάνταστα δυνατά μου προκάλεσε ενδιαφέρον και του τηλεφώνησα.

Όλα τ’ άλλα ήταν εύκολα.

Απασφαλίζοντας τη θύρα εισόδου στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη χρειάζεται πυκνή σκέψη στις επιμέρους αναγνώσεις όπως, ανθρωπογνωσία, συναισθηματικό «πολυμερισμό», ιδεαλισμό, ευαισθησία, αισιοδοξία, υπαρξιακά, οργή, αμοραλισμό, αμφιβολία, ηθική, συμβιβασμό, κρίση, αδράνεια, απαξίωση κ.τ.λ.

Στο ποίημα «Οι τόποι μου» σ.7-11 και στους ορισμένους στοίχους γράφει:
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες/ σε φωτιές που θεριεύουν/ βλέμματα κατακερματισμένα/ σε κοινούς κατατρεγμούς/ και ακρωτηριασμούς σωμάτων/ μορφές μα βαθουλωμένα μάτια/ από την πείνα/ και τις αγρύπνιες/ πολιτείες που γκρεμίστηκαν/ εκ των έσω/ και έμειναν πένθιμες/ διαλύονται εξοστρακίζονται/ καρμανιόλες σε πλήρη ανάπτυξη/ ……

Η παραστατική και ποιητική δεξιότητα διατρέχοντας τον κίνδυνο παρεξηγημένης εκτίμησης αποφεύγει την αισθητική καλαισθησία μεταμόρφωσης, παρουσιάζοντας σε πιθανή εμπειρική ανάλυση το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο ρυθμικός πνευματικός βηματισμός αφαιρεί δυναμικά την ρεμβώδη (ονειροπόληση) παρουσία σε ακραία μορφή αντικειμενισμού ώστε, μετριάζοντας το μέγεθος της αλήθειας να γίνει αρεστός. Αυθόρμητος και ως ένα βαθμό αναχαίτιστος στην οργιλότητα, καταγράφει αυτά που νιώθει για την σύνδεση του αναγνώστη στην αμεσότητα της κρίσης.

Στο «Κατά μέτωπο» ποίημα σ.12-16 γράφει:
τα βρώμικα λιμάνια ποικίλων ψυχοτρόπων/ οι θλιβερές χοάνες ψυχών εν αφθονία/ οι τόποι οι αλλόφρονες/ όταν αλλοτινοί σύντροφοι ολόγυμνοι/ μπροστά σε ξετσίπωτες ντιρεκτίβες/ κεντρικών επιτροπών νταβατζήδων/ σαν δημοσιογράφος με υπονοούμενα/ σαν την κακιά μητριά/ μεθυσμένοι από ανύπαρκτη έξη/ μπάτσοι επί σκοπώ/ οδοκαθαριστές επί ματαίω/ που στοιχειώνουν τις πόλεις/ ταξιαρχίες μίσους/ προσποιούμενες τις υπέρτατες αρετές/ παραστάσεις εξορίας/ των κακών πνευμάτων/…..

Λάβρος καταγγελτικός κρανιοσκόπος που σπάζοντας το κέλυφος της οστρακοειδούς θηριωδίας αποφεύγει και σ’ αυτό το ποίημα τις «περιτομές» εξευμενισμού ή τοτεμισμού, βεβαιώνοντας ότι δεν είναι διαβάτης συνηθισμένης καθημερινότητας και εναντιώνεται στο σύστημα των αρνητικών εικόνων και ψευδαισθήσεων.

Στη σχετική ανεπάρκεια συνείδησης του περίγυρου, του προξενεί συγκεκριμένη συναισθηματική φόρτιση, με αποτέλεσμα από τα συντρίμμια του παρδαλόκοσμου να αδειάζει στο φως με λογοτεχνικές μεταφορές την συνισταμένη επιδίωξη δικαίου.

Ισορροπώντας τις έντονες εικόνες κρίσης με την ελευθερία λόγου, θυμίζει Μοντεσκιέ στην ομιλία του περί δικαιωμάτων του πολίτου το 1789 στην γαλλική επανάσταση.

Στο συγκεκριμένο ποίημα ο ποιητής απόλυτα και βαθμιαία, έρχεται σε αντίθεση με την εξάρτηση των ιδιοτήτων αντινομίας λογικής στις δομές των ομάδων, «group structures» οι συνέπειες των οποίων θέτουν κατά την κρίση του ποιητού σε πλήρη κοινωνική περιθωριοποίηση.

Στο έρεβος της αποκτήνωσης ή και «αποβλάκωσης» ο ποιητής δια της προσωπικής παρουσίας ή ενόρασης είναι μάρτυρας ενός άκρατου αμοραλισμού «άρνηση της κάθε ηθικής» που χωρίς γραμματικό «θεοδόλιχο» συντεταγμένων γραμματικών παρατηρήσεων με έμφαση σημειώνει την ψυχική νοσηρότητα ή χειμέρια νάρκη του κοινωνικού συνόλου.

«Με μια κόκκινη ανάταση» σ.25.
Αυτή η μακρά πορεία/ προς το θάνατο/ πρέπει ν’ ανακοπεί/ τα μαβιά κατάμαυρα σημάδια της σκοτοδίνης/ πρέπει ν’ αλλάξου χρώμα// αυτή η απαρασάλευτη οδύνη/ πάνω απ’ τις στέγες/ των καρδιών μας/ πρέπει να μεταλλαχτεί/ σε εκρηκτική σκέψη/ έμμονη και φλογερή/ πυρωμένη/ ΣΤΟ ΑΜΟΝΙ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ/ αναμενόμενη σαν ανατολή/ καυτή σαν το δάκρυ/ στο μάγουλό μας/ μετά το μεροκάματο/ του τρόμου// αυτή η άγρια πορεία/ προς το θάνατο/ πρέπει να ανακοπεί/ με μια θεσπέσια χαραυγή/ των απόκληρων με την κόκκινη ΑΝΑΤΑΣΗ/ της ψυχής/ που δεν θα επιτρέψει/ στα προοίμια της αδικίας/ να γίνουν τόμοι αναλγησίας.

Αντιτάσσοντας την πραγματοκρατία «ρεαλιστική κατάθεση» στην προτεινόμενη χειρολαβή ζωής της σύγχρονης συγκυρίας, ο ποιητής Δημήτρης Τρωαδίτης κοινωνός γνώσεων πολιτικής κοινωνιολογίας, σφυρηλατεί στην ταξική πάλη πληρέστερα απ’ οτιδήποτε άλλο λόγο που δεν γνωρίζει όρια ερμήνευσης το οικουμενικό ισοδύναμο ανάμεσα στην κατανόηση αμάθειας και αδιαφορίας στην ανάσταση της ουμανιστικής σημαίας στο έργο του με μια Κόκκινη Ανάταση. Όπως και ο Αριστοτέλης είχε πει:
Ο άνθρωπος με την δράση του και την καθοδήγηση της λογικής του, δίνει ζωή στις δυνατότητες εκείνες που είναι χαρακτηριστικές για τον άνθρωπο. «Ηθικά Νικομάχεια 1098α, 8».

Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι η ανατάραξη των ψυχικών διαθέσεων του αναγνώστη σε ρεαλιστική συμμετοχή με το ασυμβίβαστο πνεύμα απέναντι στα ομαδικά ή γενικότερα κοινωνικά πάθη σαν ρυθμιστής κοινωνικής ηθικής για όλους.

Ο Μαρξ έγραφε στο «Κεφάλαιο»:
Για να μάθει κανείς τι είναι ωφέλιμο για το σκύλο πρέπει να μελετήσει την φύση του σκύλου.

Ο ποιητής συνεχίζοντας μια πορεία στο υπόλοιπό του έργο του, με περιφρόνηση στα στολίδια ύφους λογοτεχνικής ακροβασίας ή ακριβέστερα ενοράσεις πτήσεων είναι σε ετοιμότητα στην θέση κωπηλάτη αναμένοντας ως γνωστών το παράγγελμα «επί τας κώπας και εν όψει» διότι η πυροστιές του Τρωαδίτη δεν περιμένουν φωτιά για να ζεστάνουν τον λογισμό του και πάλι.

Διονύσης Παρασκευάτος
Μελβούρνη

Γρηγόριος Σακαλής, Τάξεις

Δεν μ΄ αρέσουν τα μεγάλα πράγματα
τα μεγαλοπρεπή
δεν μ΄αρέσουν τα μεγάλα κτίρια
οι επαύλεις
δεν με νοιάζει η ζωή των διάσημων
των προβεβλημένων
εμένα με νοιάζει η ζωή των φτωχών
γιατί κι εγώ φτωχός είμαι
εμένα με νοιάζει η ζωή των τυραννισμένων
γιατί κι εγώ δεν μπορώ να ζήσω ελεύθερος
οι διάσημοι έχουν οπαδούς
εμείς παλεύουμε για τη ζωή.

Federico Garcia Lorca, Κάτω από τις διαιρέσεις

Κάτω από πολλαπλασιασμούς
είναι μια σταγόνα αίμα πάπιας,
Κάτω από τις διαιρέσεις
είναι μια σταγόνα αίμα ναύτη.
Κάτω από τις προσθέσεις ένας ποταμός τρυφερό αίμα
ένας ποταμός που έρχεται τραγουδώντας
μεσ’ από τα δωμάτια των προαστίων,
ένας ποταμός που είναι χρήμα τσιμέντο ή αεράκι,
μες στην ψεύτρα αυγή της πόλης.
Τα βουνά υπάρχουν το ξέρω.
Και τα γυαλιά για τη γνώση.
Το ξέρω μα εγώ δεν ήρθα για να δω τον ουρανό.
Ήρθα να δω το θολό αίμα.
Το αίμα που φέρνει τις μηχανές στους καταρράχτες
και το πνεύμα στη γλώσσα της κόμπρας.
Κάθε μέρα σκοτώνουν στην πόλη
τέσσερα εκατομμύρια πάπιες,
πέντε εκατομύρια χοίρους
δυο χιλιάδες περιστέρια για την ευχαρίστηση εκείνων
που ψυχοραγούν,
ένα εκατομύριο αγελάδες,
ένα εκατομύρια πρόβατα
και δυο εκατομύρια κοκόρια,
που κάνουν τους ουρανούς χίλια κομμάτια.
Προτιμότερο να κλαις τροχίζοντας το ξουράφι σου
ή να δολοφονείς σκυλιά σε παρακρουστικά κυνήγια,
παρά να αντιστέκεσαι, τα ξημερώματα,
στις ατελείωτες συνολκές με γάλα,
στις ατέλειωτες συνολκές με αίμα
και στις συνολκές σιδηροδέσμιων ρόδων
από τους εμπόρους αρωμάτων.
Οι πάπιες και τα περιστέρια,
τα γουρούνια και τα αρνιά,
βάζουν τις σταγόνες του αίματός τους
κάτω από τους πολλαπλάσιασμους,
και τα φριχτά ουρλιαχτά των πρεσαρισμένων αγελάδων
γεμίζουν πόνο την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι.
Καταγγέλω όλους αυτούς
που αγνοούν το άλλο μισό,
που υψώνει τα τσιμεντένια βουνά του
εκεί που χτυπούν οι καρδιές
των ταπεινών ξεχασμένων ζώων,
εκεί που θα πέσουμε όλοι
στο τελευταίο πανηγύρι των τρυπανιών.
Σας φτύνω κατάμουτρα.
Το άλλο μισό μ’ ακούει
καταβροχθίχοντας, κατουρώντας, πετώντας μες στην αγνότητά του
σαν τα παιδιά των θυρωρείων
που βάζουν λεπτά ξυλάκια
μες στις τρύπες που σκουριάζουν
οι κεραίες των εντόμων.
Δεν είναι κόλαση, είναι ο δρόμος.
Δεν είναι ο θάνατος, είναι το μανάβικο.
Υπάρχει ένας κόσμος σπασμένων ποταμών και ασύλληπτων αποστάσεων
στο ποδαράκι αυτής της γάτας που το ‘σπασε το αυτοκίνητο,
κι ακούω το τραγούδι του σκουληκιού
μες στην καρδιά πολλών κοριτσόπουλων.
Οξείδωση, ζύμωση, γη που αναριγεί.
Γη εσύ ο ίδιος που κολυμπάς μέσα στους αριθμούς
του επιστημονικού σου εργαστηρίου.
Τι να κάνω· να τακτοποιήσω τα τοπία;
Να τακτοποιήσω τους έρωτες που είναι ύστερα φωτογραφίες,
που είναι ύστερα κομμάτια ξύλο και μπουκιές αίμα;
Όχι, όχι, όχι, όχι· εγώ καταγγέλω.
Καταγγέλω τη συνωμοσία
αυτών των έρημων γραφείων
που δεν αναγγέλουν στο ραδιόφωνο τις αγωνίες,
που σβήνουν τα προγράμματα του δάσους,
και προσφέρομαι να φαγωθώ
από τις πρεσαρισμένες αγελάδες
όταν οι κραυγές τους γεμίζουν την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι.

*Το ποίημα και η φωτογραφια της ανάρτησης είν αι από τη σελίδα του Σωτήρη Λυκουργιώτη στο facebook.

Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Λόγια θανάτου και αγάπης

Εμείς, αγάπη μου, δεν βάλαμε την ποίηση
πάνω άπ’ την άγάπη
άφήσαμε μόνον έναν χώρο για τη μοίρα
και τό βλέμμα των παιδιών

κι έπειτα τα χέρια μας
σκάλισαν τον λόγο

ξέρεις, τον μόχθο νά γράφεις
στην πέτρα
νά μάθεις πρώτα πρέπει
στην άμμο τής έρημου
ή στο νερό

’Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε την ποίηση
πάνω άπ’ την άγάπη
στον χαμό
στα σβησμένα σου μάτια
στη λήθη της Κασταλίας
στο έλάχιστο τοΰ Ήριδανοΰ
στα άνθη τής Καισαριανής
στο σπασμένο τής αύρας
τό χέρι σου κρατούσα
σοΰ φώναζα
στον τόσο πόνο και στην τόση ομορφιά
σ’ αγαπάω μ’ άκοΰς
σ’ αγαπάω μ’ άκοΰς;
κι ήταν όλα συντρίμμια και χαλάσματα

Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε την ποίηση
πάνω άπ’ την άγάπη

Δεν έχει εγχειρίδια
δεν έχει αστρολάβους

Διαβάζω τις λέξεις σου
καί στάζω αίμα
αγγίζω τό σώμα σου
καί τον πόνο,
σάν τό νησί
πού
άνασύραμε άπό τά βάθη,
σηκώνω

κάθελέξη μιά μαχαιριά
στο στόμα
κάθε λέξη τό βλέμμα
τό άγγιγμα
κι ή παρουσία τού νεκρού

κάθε λέξη τό βλέμμα
τής άγάπης
ή αγκαλιά τού κόσμου

κάθε λέξη μιά υπόσχεση
στον πόνο
στο άφατο

Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε τήν ποίηση
πάνω άπ’ τήν άγάπη
λέξη τή λέξη σε βρήκα
διάβηκα τούς δρόμους καί τά μονοπάτια σου
όλα
είδα τούς ήλιους καί τά φεγγάρια σου
τής άπόγνωσης
όλα
πέταξα στούς ουρανούς τής οδύνης

λέξη τή λέξη σου μάζεψα
κάτω άπ’ τό λιοπύρι
κι είπα νά φτιάξω ένα σπίτι
στή μέση τού πουθενά
νά σοΰ φυτέψω ένα δέντρο
κι ένα πηγάδι νά σοΰ βρώ
νά σε δροσίζει
καί μιάν αύλή
γιά τ’ απογεύματα

Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε τήν ομορφιά
πάνω άπ’ τήν άγάπη
νά με μάθεις μόνον ήθελα
νά κλείνω ένα ποίημα.

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Βίλλης Γούσιου και συνοδεύει το ποίημα στη συλλογή. Στη σάρωση του ποιήματος παρέμεινε το πολυτονικό σύστημα του ποιητή.

3+1 Ποιητικές συλλογές

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

Ντίνα Γεωργαντοπούλου «Απροσποίητα», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 58

Είναι σημαντικό η ποίηση να βρίσκεται δίπλα στην ανθρώπινη ψυχή για να γίνεται αόρατος ο καιρός! Απροσποίητα η Ντίνα Γεωργαντοπούλου καταθέτει τις λέξεις τις που «θυμούνται να νιώσουν» οι ίδιες και θυμούνται να συνδεθούν με τον σύγχρονο αναγνώστη σε τόνους ειλικρινείς και συνάμα αισθαντικούς. «Καμιά σιωπή δεν θα ‘ναι άηχη/ καμιά σκιά δεν θα τρομάζει το παρόν.  Κυρίως σε πρώτο πρόσωπο καταφεύγει σε μια διαρκή εξομολόγηση σκέψεων, ιδεών και συναισθημάτων χωρίς όμως να τείνει προς το μελό, ή να πέφτει στην παγίδα της υπερβολής.«Σήμερα, σε πρώτο πρόσωπο αποφασίζω να παραμείνω/ γυναίκα των επιθέτων/ ντροπαλή, μελαγχολική και αβέβαιη».
Μικρές πινελιές ζεστασιάς και προσμονής που φανερώνουν πόσο η ποιήτρια αγαπά τη μαγεία. Μάλιστα γράφει χαρακτηριστικά: «Πάντα ήταν ζητούμενο να μοσχοβολούν/ οι αμίλητες αισθήσεις»
Μια γυναίκα που γράφει για το μέσα της τοπίο, για το βλέμμα της που οι άλλοι δεν θα μπορούσαν αλλιώς να ξεκλειδώσουν. Γράφει για τις σκοτεινές, μύχιες πλευρές της. Αγαπά, θυμάται, φοβάται, ονειρεύεται εξαγνίζεται. Αλλά έχει τον τρόπο της να τα διαχειρίζεται όλα αυτά μέσω της γραφής. Και πάντα θυμάται πως «υπάρχουν χρώματα που φτιάχνονται κάθε στιγμή» και έτσι πορεύεται. Τελευταίοι στίχοι του βιβλίου: «Σε παρακαλώ, μή με αναλύεις, χωράω ολόκληρη σε ένα φιλί, που δεν στριμώχνει την ψυχή.
Εξαιρετικό το ποίημα με τίτλο «Λάνσελοτ μού λείπεις».
 

Νίκη Κωνσταντοπούλου «Εγώ, απέναντι», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 40

Συνήθως οι νέοι ποιητές καταπιάνονται με τον έρωτα ή με τα προσωπικά τους βιώματα. Αυτά θεωρούν ως πιο πρόσφορα υλικά για να τα κάνουν αντικείμενο στην ποίησή τους! Όμως είναι δύσκολο τελικά να γράφεις για τον έρωτα, ή τουλάχιστον δεν είναι εύκολο να εισάγεις το νέο αναφορικά με ένα τέτοιο θέμα ,αν κρίνεις ότι άπειρα πράγματα έχουν ειπωθεί. Όσο για τα προσωπικά βιώματα, αν τα βάλεις χωρίς επεξεργασία μέσα στους στίχους σου, κινδυνεύεις να γίνεις μελό, κάτι που σίγουρα δεν είναι ζητούμενο στην ποίηση.
Ευτυχώς η Νίκη Κωνσταντοπούλου δεν γαντζώνεται από το θέμα του έρωτα. Μιλάει για θέματα υπαρξιακά κυρίως, για το ανικανοποίητο της ψυχής, για το νόημα που έχει να υπάρχει στη ζωή μας μια κάποια αισθητική. Στίχοι απλοί, άμεσοι, σταθεροί, νηφάλιοι, που δεν έχουν ως στόχο τους τον εύκολο εντυπωσιασμό. Τα αισθήματα της ματαίωσης, της ματαιότητας, της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας διασχίζουν τα ποιήματα με τρόπο τέτοιο που θα τον «ζήλευε κι ο διάολος», για να δανειστώ στίχους της ποιήτριας. Βρίσκεται σε καλό δρόμο με την έννοια ότι έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις που διαθέτουν συνοχή και αλήθεια, έχουν κάτι να πουν, χωρίς να καταχρώνται τις μοντέρνες υπερβολές, ή τα ναρκισσιστικά γλωσσικά πυροτεχνήματα προκειμένου να γίνουν αρεστά. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: το Βουνό, η Αιτία, το Βιογραφικό, Μάσκες.
 
Με μάσκες ήρθαμε 
Με μάσκες φεύγουμε
Κάποιοι στο ενδιάμεσο  μάς τις τράβηξαν
Κι έτσι μπορούμε να δούμε κάτι απ’ τον εαυτό μας.
 
[σελ.31]
 
 

Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής, σελ. 50

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη. Το 2016 εξέδωσε στην Ελλάδα δύο βιβλία ποίησης. Τη μοναξιά του χρόνου  από τις εκδόσεις Οδός Πανός και το βιβλίο Με μια κόκκινη ανάταση από τις εκδόσεις Στοχαστής. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης «Το Κόσκινο». Η ποίησή του υπαρξιακή και κυρίως κοινωνική. Το βλέμμα του στραμμένο στον άνθρωπο, τις αγωνίες, τις ιδέες και κυρίως, στους αγώνες του. Ο Τρωαδίτης καταγγέλλει το σαθρό σύστημα, την απόγνωση του κόσμου, τους παρωχημένους ηθικούς κώδικες, το μετέωρο εγώ του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στο ποίημα Οι τόποι μου γράφει : […] «XII  οι τόποι μου /ρευστοί σαν το φως/των κεριών/σε ανταύγειες/σε αβέβαια τραγούδια/»Τίποτα δεν περνάει απαρατήρητο απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Ο ποιητής βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, το οποίο φιλτράρει με τον τρόπο του και μιλά γι’ αυτό στους στίχους του. Τον ενδιαφέρει η πορεία που έχει πάρει ο κόσμος, τον ενδιαφέρει η ίδια η ζωή και πώς αυτή κυλάει στην ουσία. Με «αλήτικη διάθεση» ξεστρατίζει «να διασπάσει τις αδάμαστες/κορνίζες των καιρών/να τους δώσει υπόσταση/στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου»(Δες με, σελ. 19). Με τρεμάμενα αισθήματα στέλνει «στον αγύριστο» τους «μεσίτες της ζωής μας.» Ο εμφύλιος, η αιώνια ταξική πάλη, τα τραγούδια που βράχνιασαν, η κοινωνική ευαισθησία, το ανελέητο παιχνίδι ανάμεσα σε αλήθειες και ψέματα, οι ηγέτες του βροντερού τίποτα, το ξεθώριασμα των ιδεών, οι ιδεολογίες που αποδεικνύονται φενάκη αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της θεματικής προσέγγισης μέσα στο ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Τρωαδίτη. Με παλμό ,υψώνει φωνή, τίθεται υπέρ του κριτικού ελέγχου, της ανατροπής, της επανάστασης. Γράφει: «Δες με που βρίζω ασύστολα/βωμούς και θεούς/απαστράπτουσες προσωπικότητες/σιντεφένια πλαστικά/είδωλα των θεαμάτων/της πεντάρας/που προκαλούν /ημίγυμνα/τις μνήμες μας/δες με που πασχίζω μια/καθοριστική κλοτσιά να δώσω/στ’ αγάλματα και τις ρύμες/που  καμώνονται την ποίηση/δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου/σε παράταξη μάχης/στ’ αλώνια του χρόνου/με την κραυγή» (σελ.18-19). Διάθεση να μπει φωτιά στο όποιο κατεστημένο, εξέγερση των αισθήσεων, ψυχή πάλλουσα, διακαής πόθος για ατέρμονη αντίσταση σε ό,τι καταπατά την ανθρώπινη ελευθερία ( «[…]αγκαλιασμένοι να αντιστεκόμαστε στις δίνες που θα φτάνουν » (Το φως του κεριού)]. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: H σιωπή, Αγώνας, Όταν γράφουμε ποίηση, Το σύμπαν είναι άναρχο.
Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρό το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
 
όταν γράφουμε ποίηση
τ’ αποκαμωμένα βήματά μας 
σεργιανούν στο άπειρο
 
[…]
 
όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
 
όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.
 
 

Νεκταρία Μενδρινού «Κοχύλια από χρόνο», εκδ. Κέδρος, 2014, σελ. 120

Koχύλια από χρόνο  η δεύτερη ποιητική  συλλογή της Νεκταρίας Μενδρινού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Απαλά σαν χάδι νοσταλγικά ποιήματα που φλερτάρουν με την θλίψη, αλλά, ευτυχώς όχι με την κατάθλιψη. Στίχος απλός, άμεσος, άλλοτε «αφηγηματικός», άλλοτε «εξομολογητικός». Εσωτερικός ρυθμός, νότες χαμηλόφωνες. Αν αυτός ο στίχος ήταν εποχή, θα ήταν το Φθινόπωρο. Αν ήταν χρώμα, θα ήταν σίγουρα κάποιο γήινο χρώμα. (Μη γελιέσαι, δεν υπάρχουν /φυσιολογικές ζωές/μετρημένες λύπες/υπάρχουν μόνο/και μυστικά /του ενός…/). Η θεματική της ποιήτριας είναι διαχρονική, οι στίχοι εύθραυστοι, που διαδηλώνουν πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ψυχή, καθώς και «πόσο φαύλος κύκλος» είναι αυτή, ειδικά όταν η αλήθεια μπλέκεται συνεχώς με το ψέμα.
Η μνήμη(« […]μήτε να ζήσω/μπορώ/μήτε να ξεχάσω», Οβολός, σελ.99), τα γηρατειά, η ματαίωση, η Φύση, ο χρόνος ([…] ο χρόνος/δεν έχει  ακόμα/αρχίσει να μετρά/έχει μασκαρευτεί/και αυτός/σε αιωνιότητα…/[…], Απόκριες, σελ.67», ο έρωτας ([…] τα βράδια /σαν άλλη Πηνελόπη, σβήνω/σειρά σειρά/το ημερολόγιο καταστρώματος/δεν βρήκα ακόμη/προορισμό να με προσμένεις […] Προορισμοί, σελ. 70-71),το Όνειρο, η μοναξιά ([…] καμιά αιωνιότητα/που να χωρά/στα ανθρώπινα,/καμιά αλήθεια/παντοτινή/καμιά ηχώ /δυνατότερη/από την  μοναξιά σου…[…], Όνειρα, σελ.60)   και η απώλεια είναι κυρίως τα θέματα που την απασχολούν. Ξεχωρίζουν για την οικονομία και την αλήθεια τους του τα ποιήματα: Όσο, Μυθολογίες, Απογοητευμένο, Κρυφτό, Ευκαιρίες, Σαν.

*Αναδημοσίευση από το fractalart στο http://fractalart.gr/3-syn-1-poiitikes-sylloges/

Γυναίκες.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Χρόνια πολλά και αγωνιστικά γυναίκες.

IMG_8456

Γυναίκες στης γης τα λιμάνια

Στου κόσμου την ένοχη αδράνεια
Γυναίκα κι εγώ στην αφάνεια
Με θέλουν δίχως περηφάνια

View original post

Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

Πυρκαγιά


στα ορφανοτροφεία της επαρχίας
στα ιδρύματα πρόνοιας
της πολιτείας που αναπτύσσεται
γύρω από το ιστορικό της κέντρο
τα όνειρα φυλακίζονται
με γονείς παραδομένους
στης εργασίας την καταστολή
στης βαριάς φορολογίας
το καθημερινό βασανιστήριο
με γόνατα πληγιασμένα από τις υποκλίσεις
στο αφεντικό που δεν πληρώνει
σ’ έναν άγνωστο Θεό
στην Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων

στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
στα στριπτιζάδικα της εθνικής οδού
με τραγούδια της καψούρας
με τζόνι ον δι ροκς
και τσιγάρο δανεικό
η ελπίδα μας ξεπουλήθηκε
εμπόρευμα φτηνό και μη ανταλλάξιμο
ανέραστη, κουρελιασμένη και ξυπόλυτη
να σπαράσσεται
σε ιδρωμένα χέρια που στη νύχτα ξοδεύουν
το πενιχρό τους μεροκάματο
στο μάταιο κυνήγι της αγάπης
σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή

στις ποινικές φυλακές
στους δρόμους που σκοτώνεται το μέλλον μας
σ’ ένα τροχαίο ατύχημα
που θέαμα θα γίνει στις τηλεοράσεις
στο Καραΐσκάκη, στη Νέα Φιλαδέλφεια
στα καφενείο της φτωχογειτονιάς
που στολίζουν κιτρινισμένες αφίσες της μπύρας Φιξ
και του Φονέα των Γιγάντων
μπροστά από έναν ελληνικό με πολλές φουσκάλες
η φωτιά μας θα απλωθεί
μια μεγάλη πυρκαγιά που θα υψωθεί
πάνω από τα χαλάσματα της χάρτινης πολιτείας

***

Σε εποχή κρίσης

σε εποχή κρίσης

τη σιωπή επιβάλλουν

οι δημοσιολογούντες

κι εσύ σωπαίνεις

γιατί εάν μιλήσεις

εχθρό θα σε ανακηρύξουν

της πατρίδας

σε εποχή κρίσης

η πνευματική τροφή

στα σούπερ μάρκετ αγοράζεται

στα διαδικτυακά ράφια

ξεπουλιούνται

με δωροκάρτες

τα όνειρά μας

σε εποχή κρίσης

ανθίζουν οι συνειδήσεις

τα χέρια ενώνονται

οι καρδιές

κι αν ξεστρατίσουμε στο μέλλον

θα ξαναβρούμε

τον δρόμο μας