Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας – Σεράτια Μαρκένσες

ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟ ΓΟΤΘΙΚΟ

πενθώ για τις λέξεις που εξέπεσαν ηρωικά
στην ευρύτερη περιοχή των χειλιών σου
τη νύχτα της ενδεκάτης σεπτεμβρίου μου
ή περίπου τότε

τα καλύτερα στιγμιότυπα:

στο εικοστό πρώτο λεπτό
το “θέλω” εκπίπτει σε “μπορώ”
το “σαγαπώ” σε “μαρέσεις”
αίφνης αλλάζουμε θέσεις
κι αρχίζω να κατρακυλώ

αν ήσουν κι εσύ εκεί
θα έστριβες σφαίρα τσιμισκή
και θα αγόραζες δώδεκα μαύρα πουκάμισα
από τον κύριο ζάρα

***

δεν το λέω εγώ
το λέει ο στρίνμπεργκ
είμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση

παίρνεις έξαλλη
τα κλειδιά του leopard
μόνος στο ναρκοπέδιο
κοιτάω τη σερβιτόρα

λίγο πιο έξω
ανθρωπιστικές οργανώσεις
σε πιέζουν να εφαρμόσεις
τη συνθήκη της γενεύης
πάνω μου

—

χαλαρώστε παιδιά
δεν χρειάζεται νά ‘ναι πόλεμος

τόσα εγκλήματα
γίνονται εν καιρώ ειρήνης

*Από τη συλλογή “Είκοσι τέσσερα σονέτα – για την πολιτική διαχείριση της ερωτικής απελπισίας” (και είκοσι τέσσερις μηχανές για το ίδιο περίπου πράγμα). Θεσσαλονίκη 2006. Τα σχέδια είναι απλές μηχανές του Vittorio Zonca (1568-1602) και προέρχονται από το βιβλίο “Νέα επιθεώρηση των μηχανών και των κατασκευών, για ποικίλες και ασφαλείς εφαρμογές” Πάδοβα 1607.

“Τσουνάμι – 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011” – Δύο χαϊκού



Μόνο ερείπια έμειναν στην πατρίδα το βουνό γελά

Saito Keisui, 77 ετών, Μιγιάγκι

Saito: «Το σπίτι μου απέχει πέντε χιλιόμετρα από την ακτή, ωστόσο το τσουνάμι έφθασε μέχρι εκεί σηκώνοντας κύμα ύψους ενός μέτρου. Πλημμύρισα όλους τους ορυζώνες δύο χιλιόμετρα ανατολικά του Εθνικού Αυτοκινητόδρομου No. 6 με βουνά από ερείπια. Καθώς όμως οι ορυζώνες ξαναπρασίνιζαν και οι κερασιές άνθιζαν στα βουνά, με καθησύχαζε η φράση “το βουνό γελά”».

Η φράση «το βουνό γελά» ή «χαμογελά» απαντάται ήδη σε κείμενα του 6ου αι. μ.Χ. Το κινεζικό ιδεόγραμμα για το «γελώ» ή «χαμογελώ» έχει και τη σημασία «ανθίζω», έτσι η φράση ουσιαστικά παραπέμπει στην άνοιξη.

***

’Ερποντας άλλος ένας μετασεισμός άνοιξης σκοτάδι

Okada Akiko, 78 ετών, Μιγιάγκι

Okada: «Κάτι έρχεται από τη μεριά της θάλασσας, σαν να έρπει στη γη και φθάνει μέχρι το κρεβάτι και την πλάτη σου και σε κουνάει -έτσι αντιλαμβάνεσαι τον μετασεισμό. Ο φόβος που σου προκαλεί δεν συγκρίνεται ούτε κατά διάνοια με αυτόν των αεροπορικών επιδρομών. Έμαθα στο πετσί μου τον τρόμο των φυσικών καταστροφών».

Η φράση «άνοιξης σκοτάδι» παραπέμπει στο σκοτάδι μιας ανοιξιάτικης νύχτας και παραδοσιακά σννδέεται με την αέρινη πνοή ζεστασιάς, γεμάτη αρώματα λουλουδιών.

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Χριστίνα Λιναρδάκη.
**Από το βιβλίο “Τσουνάμι – 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011”, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2016.

Poetic inspirations @ Emerald – Saturday 1 April

Poetic inspirations @ Emerald

Saturday 1 April, 11.45am-1.45pm at Emerald Hill Library & Heritage Centre
with

Petr Malapanis 


Michael Crane
Dimitri Troaditis

plus open mic

195 Bank St., South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)

Poetic inspirations @ Emerald
Every first Saturday of the second month
Reading dates through out 2017 are as follows:

3 June
5 August
7 October 
2 December
(always 11.45am -1.45pm)
For more information:
– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
 – Emerald Library and Heritage Centre

Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416
*The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.

Silver alert | Ηλίας Κουρκούτας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kourk

[από τη Λάρισα στη Λευκωσία]
«οι Αλληγορίες δύο λιμανιών που δεν υπήρξαν»*

η μάνα μου έδωσε ένα φουγάρο
να αναπνέω τα δικά της όνειρα,
τις ενοχές
που δεν μπόρεσε να ξαποστείλει
σε κάποιον Άδη,
να φορτώσει σε κάποιο Κώστα, Γιώργο
ή Πάνο από την Κύπρο,
σε έναν άντρα, τέλος πάντων,
της αρεσκείας της

η μάνα μου με γνώρισε στη γυναίκα
που παντρεύτηκα μικρός,
σχεδόν βρέφος της επιθυμίας,
γιατί δεν μπόρεσα να γίνω
άντρας, όπως το ήθελα
ή τέλος πάντων να γίνω,
αυτό που ήθελα

View original post 200 more words

Σαρκικές ιστορίες | Αντώνης Κίτσιος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kit

Τα βλέμματα
μόνο αυτά επιβιώνουν
θρέφονται με το κοίταγμα
της πρωινής της ώρας
πεθαίνουν στο κλείσιμο
μίας νουάρ ταινίας
αρχίζουν με την έκφραση
τελειώνουν με το σώμα
το γδύνουν ανελέητα
ανέγγιχτα το γδέρνουν
και όταν από ηδονή, πια, χορτάσουν
το περιφέρουν στην πλατεία
Πόσα θύματα έριξε ένα βλέμμα;
Κανείς δεν στάθηκε για να το πει

View original post

Κωνσταντινος Γαλάνης, Μοιρολόι

Αυλητές, αηδονιού σωσίες,
ράγισαν
στων ματιών σου
τ΄αστεροσκοπείο.
Πλανήτες, τρεχούμενα νερά,
κυλούν
στις αναμνήσεις.
Σεληνοστέφανο,
άγγελοι σού φόρεσαν,
μαλάματα της φύσης.
Χάρος, φθόνου η οργή,
σε πήρε για σεργιάνι.
Μελανοδοχείο, πια ,
των τριαντάφυλλων το χρώμα.
Μοιρολογιών υφάντρες
κέντησαν του Ήλιου
κομποσχοίνι.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Έτσι

έτσι
θα ξεκινήσουμε για τον ουρανό
ανοίγοντας τα φτερά μας
όχι απαγγέλλοντας ψαλμούς
ή γλείφοντας δάκρυα
αλλά τολμώντας το δυνατό
έτσι
θα μπούμε στον παράδεισο
όχι με το χατίρι του θεού
αλλά με έφοδο

Κούκος μονός αβολοντέ

Αρκετά χρόνια πίσω καθόμουν σε μια μπάρα – σιγά την είδηση. Είχα πιει μερικά, αλλά ήμουν σε καλή κατάσταση, νηφάλιος. Κάποια στιγμή βγαίνοντας από το μέρος, πέφτω πάνω σε μία κυρία, την είδα στον καθρέπτη δηλαδή και σάμπως να παρεξηγήθηκε – τύπου την ενόχλησε η μούρη μου και μπήκε κλείνοντας με δύναμη και φόβο θα έλεγα την πόρτα. Δεν μου άρεσε. Βγαίνοντας με κάλεσε ή την κάλεσα, δεν θυμάμαι, για εξηγήσεις.

Μου ζήτησε μετ’ επιτάσεως συγγνώμη, γνωριστήκαμε, ήταν από το χωριό μου, την έλεγαν Ελλάδα (!) Σ. Ηταν της γενιάς μου, είχε πολύ καλή κουβέντα, ήταν ουδέτερα νοσταλγική προς τα ξερόβραχα της πατρίδας μας, ήταν καλή πότης, ήταν ίσια στο βλέμμα.

Κάτσαμε κάνα δυο ώρες, δεν ανταλλάξαμε καν τηλέφωνα θεωρώντας –καθότι πελάτες και εμφανώς γνώριμοι των προσώπων εκεί– αμφότεροι δεδομένο ότι θα ξανασυναντηθούμε στο ίδιο μέρος σύντομα.

Ποτέ.

Πέρασαν καιροί πολλοί. Το συζήτησα κάποια στιγμή με τον ιδιοκτήτη και φίλο, δεν μου το επιβεβαίωσε ότι σύχναζε τέτοιο πρόσωπο εκεί -το όνομα είναι εξαιρετικά σπάνιο και εντελώς ξένο στα μέρη μου, άσχετο αλλά σχετικό- κι αυτό με έβαλε σε σκέψεις.

Μπορεί όλη αυτή η ιστορία να μην υπάρχει; Να ‘ταν τέτοιο το παιχνίδι του μυαλού μου; Τα γεγονότα προς τα κει κατευθύνουν (ληξιαρχεία στο χωριό βέβαια δεν πήγα να ψάξω, αλλά τώρα που το σκέφτομαι), προς ένα μυστήριο. Υπάρχει η Ελλάδα Σ.;

Η Πελαγία Φυτοπούλου κατέβηκε από την Κατερίνη πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια για να παλέψει με τις τέχνες.

Με την ευγενική χορηγία της γιαγιάς Πελαγίας, σπούδασε ηθοποιία-σκηνοθεσία και όταν έγραφε, κάτι ώρες δύσκολες, τα αποταμίευσε στο συρτάρι.

Εχει παίξει θέατρο και κινηματογράφο, έχει σκηνοθετήσει, έχει δημοσιεύσει πρόπερσι το πολιτικό παραμύθι «Το Ραβδί των Καλικαντζάρων» και πρόσφατα έπεσε στα βαθιά.

Η ποιητική συλλογή «ΚΟΥΚΟΣ» έρχεται να μουδιάσει το πίσω μέρος του μυαλού, να γρατσουνίσει τα καθωσπρέπει, να προβοκάρει την κανονικότητα, να παίξει την μπάλα κάθετα.

Κάτι σαν μια τρυφερή μπαλάντα στους ποιητές, παράδοξοι που ‘ναι.

Αλλά πάλι, η ποίηση υπάρχει; Τα ποιήματα υπάρχουν ή είναι μια εφεύρεση των μορφωμένων για να με κάνουν να νιώθω αμήχανα;

Οταν όμως γράφει η Πελαγία Φυτοπούλου, την άκουσα/κατέβηκα στο λιμάνι/αγόρασα χρώμα/ έγινα ζωγράφος τότε η ποίηση υπάρχει. Παραδοχή-επαφή-επικοινωνία-όραμα-ευθύτητα-καθαρότητα-ταχύτατα. Στο λιμάνι ο καθένας ζει το όνειρο. Και ο ψαράς και ο ζωγράφος και ο ποιητής και ο αυτόχειρας.

Σπάνια διαβάζω ποίηση, όπως καταλάβατε, αλλά όταν το κάνω δεν περιμένω να χαρώ κιόλας. Από περιέργεια ξεκινάω και συνήθως μ’ αυτήν καταλήγω. Οταν όμως διάβασα «ο λόγος τους λυσσώδης/ξαγρυπνά πάνω από τα βρέφη/που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις/θα τα στείλουν πίσω», κατάλαβα.

Υπάρχει μια ποίηση με λόγο ανατρεπτικό για να μας θυμίζει πως δεν μας περισσεύει πολύς καιρός για γέλια. Μας πήραν στο κατόπι τ’ αρπακτικά του κόσμου μας και δεν προλάβαμε να οχυρωθούμε. Και τώρα δεν υπάρχει άλλος να τρέχει για μας. Μήπως και να ‘πρεπε να σταθούμε να κοιτάξουμε τα θηρία στα μάτια;

Υπάρχει κι άλλη ποίηση, χαρούμενη όχι, αισιόδοξη ίσως. Οταν πάλι γράφει: Υπάρχουν πολλές τρυφερότητες/κάτι λίγες δεν ξυπνούν ποτέ/ ονειρεύονται τον Λόρκα/ Αμίγκο, να την προσέχεις την ποίηση/ μια μέρα θα μας ξεκάνει όλους.

Εμ, αυτά είναι που φοβάμαι…

Και να που η ποίηση υπάρχει – όπως και η Ελλάδα Σ.- τώρα το ξέρω…

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/koykos-monos-avolonte

Τάσος Λειβαδίτης, Γυναίκες

Photo: Εdouard Boubat, Ed van der Elsken

…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του
παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.

Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
Λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε;
Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη.
Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…

*Απόσπασμα από την «Καντάτα 1960».