Γιάννης Δάλλας, Από τον “Ζωντανό χρόνο”

Με γυμνή πλώρη μπήκε μέσα στην κάμαρα
Τρεκλίζοντας
σαν ρύγχος ονείρου
Ο ήλιος τον μεσημεριού σαν ερυθρόδερμος
Τού ’γλείψε την καρένα του
Μέσ’ από λόχμες-πατζούρια

Έκαμε ενα βήμα κ’ είπε, νά τα τ’ αμπάρια μου

Έσκυψα κ’ είδα το τατουάζ του βυθού
Στο κατώγι που ευώδησε τ’ αποκεφαλισμένα πιθάρια
Αυτά τα ερυθρόμορφα είναι από τυρρηνικά ακρογιάλια
0ι μπουκαπόρτες ολάνοιχτες κ’ ηή πειρατεία έεν δράσει
Στα καρτέρια της Πίνδου μακελλάρηδες των ψυχών
0ι Γκέκηδες με τη δίψα κι άλλοι Επιδάμνιοι
Κ’ οι Σκύθες κατηφορώντας με τα λαρύγγια τους
Απ’ όλες τις κάνουλες στάζοντας αίμα
Μια λαγκαδιά με κατάρτια κ’ οι ναύκληροι ξυλοκόποι τους

Ο τόπος τρεκλίζοντας κατηφοριά μ’ άμπελόφυτα
Κι από τ’ αμπάρι ώς την πλώρη τ’ αετονύχι
Να μας σπαθίζει σαν στήθος Γοργόνας
Κόρης που ο μούστος της έβρασε κι όρμησε μες στο δάσος
Κ’ ύστερα γύρισε μεέ στίγματα αγρίων
Μπήκε και γύρισε αμαδρυάδα των λεωφόρων

Και τώρα μες στη βάρδια μιας ατέρμονης νύχτας
Παραπατώντας μές στη συντροφική παραζάλη
Ζωσμένη από δέντρα η περπατησιά τους δίπλα της
Τα μπράτσα τους είναι σαν δυο στεφάνια στα κρασοβάρελα
Τα λόγια φυλλώματα οι καρποί τους χειρονομίες
Κ’ η σιωπή τους σιωπή του σίδερου

Βουλιάζει μέσα της άγκυρα ονείρων
Μια μικρή φαλαινίδα έξω απ’ τ’ αμπάρι της
Το σκαρί τους είναι η σιγουριά που την ταξιδεύει
Μακρυά από σηματωρούς και σοφούς φαροφύλακες
Παρά μ’ όση χρειάζεται αντίσταση στα παλλόμενα κύματα
Εκείνα καλπάζοντας κι αύτή σαν το μάτι φάρου
Που ανοιγοκλείνει και τρέμει και περιμένει
Την καβαλαρία τους μ’ άσπρη χαίτη τη μουσούδα τους αφρισμένη
Να στάζει μέσα της τους χυμούς τους

Σαν τότε που ταξίδευε από νύχτα σε νύχτα
Και μοίραζε τα εκρηκτικά της σ’ άγνωστα χέρια
Με την ίδια εμπιστοσύνη που έδινε και το στήθος της
Σ’ αυτόν που ήξερε ασύστολα να το δρέψει
Να τό ’χει χειροβομβίδα μέσα στη χούφτα του

Ώσπου να γίνονται κ’ οι δύο παρανάλωμα
Πυροδοτώντας σ’ όλες τις κάνες των φλογοβόλων
Η νυμφομανής Επανάσταση

Κάθε πρωί τραβηγμένα στη στεριά τα μονόξυλα
Κι ο ίδιος έρυθρόδερμος με τη γλώσσα του
να τρέχει ανατριχιασμένη στη ράχη της μέρας
Η βουτιά του βουτιά πυρωμένου Σατύρου στα κύματα
Το θολάμι της να χτυπιέται με τ’ άλλα χταπόδια του μόλου

Έτσι και τώρα ανοιγοκλείνει κι αποτραβιέται και γίνεται
Μιά αντίσταση που ερεθίζει τον πειρατή και το σκάφος του
Ε’νας κόλπος πεόπληκτος να τον γλείφει ώς τα φύκια του μόλου
O ξανθός βιαστής των ονείρων

Γιαλός και μόλος και λοφοπλαγιά μ’ αμπελόφυτα
Κ’ εκεί δίπλα δίπλα τ’ αετονύχι που γυάλισε
Σαν μάτι που μέθυσε και τρεκλίζει του ρέμπελου
Που ξεθηκαρώθηκε και χορεύει στα φεγγαρόφωτα
Του πιο ρέμπελου Σειληνού

Ο ουρανός μέ τα φύκια του κ’ η γη αστερόεσσα

Κι όπως γαλαχτώνει μέσ’ από δυο βουναλάκια
Βγαίνει σαν ρόγα ραζακιού το φεγγάρι
Στο στήθος τ’ ουρανού που λύθηκε και μοιράζεται
Σε χιλιάδες μάτια και χείλια και δάχτυλα
Σ’ όλους τους πεινασμένους και τους ανέραστους της δικαιοσύνης

*“Ο ζωντανός χρόνος”, Τυπογραφείο “Κείμενα”, Αθήνα 1985.

Ορχάν Βελί Κανίκ, Ο δρόμος μου είναι πλατεία

Ορχάν Βελί Κανίκ,
Ο δρόμος μου είναι πλατεία
10.60 €

O Oρχάν Βελί Κανίκ προσανατολίστηκε στο γλωσσικό περιβάλλον, ξεπερνώντας τη μεσοαστική καταγωγή του και γράφοντας στη γλώσσα των δρόμων. Η ποίησή του γέμισε με λαϊκές εκφράσεις στις οποίες οφείλεται εν μέρει το γεγονός πως διαβάζεται άνετα ακόμη και σήμερα. Οπωσδήποτε μια τέτοια τακτική δεν είναι χωρίς προδρόμους, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο ποιητής και σούφι Γιουνούς Εμρέ. Αλλά η ποιητική του σχέση με την παράδοση δεν εξαντλήθηκε στη γλωσσική τόλμη. Συνέχισε παίρνοντας μαθήματα από τη διαύγεια και τη μελωδικότητα, ιδίως των σούφι ποιητών. Όπως κι εκείνοι, αναζήτησε την αλήθεια του υπαρκτικού γεγονότος στην πηγή του, εκεί που δείχνει τα δόντια του, για να κρύψει την τρυφερή καρδιά του. Ο Βελί τραγούδησε τη ζωή σε όλο το σκοτεινό μεγαλείο της και ο αναγνώστης μπορεί να εκπλαγεί κάποτε, αναρωτώμενος πώς μπορούσε ένας άνθρωπος να αντέξει τόση σκληρότητα γυμνή και να την ντύσει με λόγια που όταν ξεπεράσει κανείς τον επιφανειακό μηδενισμό τους, σπαρταρούν από τρυφερότητα και θέληση για ζωή.

O δρόμος μου είναι άσφαλτος
ο δρόμος μου είναι χώμα
ο δρόμος μου είναι ουρανός
ο δρόμος μου είναι πλατεία
και οι σκέψεις μου!

**

Ο Ορχάν Βελί Κανίκ [Orhan Veli Kanik] γεννήθηκε το 1914 στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του, που ήταν διευθυντής της Προεδρικής Συμφωνικής Ορχήστρας, φρόντισε να του εξασφαλίσει υψηλού επιπέδου κοσμική εκπαίδευση, αλλά ο ατίθασος Ορχάν εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο, στα 1935. Εργάστηκε στην Ταχυδρομική Υπηρεσία της Άγκυρας, μέχρι την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που επιστρατεύτηκε. Μετά την αποστράτευσή του, στα 1945, εξασφάλισε θέση μεταφραστή στο τουρκικό Υπουργείο Παιδείας, αλλά δεν μπόρεσε να εργαστεί περισσότερο από δύο χρόνια εκεί. Η ζωή των δρόμων τον τραβούσε σαν μαγνήτης και αποφάσισε να την ακολουθήσει. Σε αντίθεση με τον αδελφό του και συγγραφέα που φυλακίστηκε για στάση κατά του καθεστώτος το 1949, ο Ορχάν πέρασε μια σύντομη ζωή, γεμάτη ποίηση, γυναίκες και αλκοόλ. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1950, από εγκεφαλική αιμορραγία, σε ηλικία μόλις 36 ετών.

**

Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την άδεια του εκδοτικού οίκου Yapi Kredi Kultur Sanat Yayincilik A.S., και υποστηρίχθηκε από το Turkiye’ nin Ceviri ve Yayim Destek Programi.

###Από το Βακχικόν στο http://www.vakxikon.gr

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_8765

Ω ΣΕ ΠΟΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ

Ω σε ποιάν άνοιξη

ποιό τραγούδι χιονισμένο

ανοίγει τα μεγάλα μάτια του

πουλιά με γαλάζια μαύρα φτερά

μια λάμψη από παγωνιά

                       αθάνατη

γιαλιστερή σα μαχαίρι

ω απέραντα παιδικά μου

                             χρόνια

ω απέραντή μου τώρα

με αίμα

νεότητα

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΣΦΡΑΓΙΔΑ

Ή

Η ΟΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ

1964

–

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Ο ήλιος είναι πράσινος

τα δέντρα καίνε

περιμένουνε τα χελιδόνια

οι σιδερένιες μας χελιδονοφωλιές

δε μας γελάνε πια με τα λουλούδια

μας στοίχισαν τα χέρια και τα πόδια μας

τώρα τα χέρια και τα πόδια μας

κρέμονται στα δέντρα.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962

View original post

Νικος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Έργο Magnus Zeller

Θα πει

Τώρα ανοίγω πόρτες πούναι μόνο δικές μου

Καθένας τώρ’ ανοίγει τις δικές του πόρτες

Καθένας τώρα βλέπει τα
          
δικά του πράγματα.

Κι αν τύχει να βρεθούμε μπρος στα ίδια πράγματα
          
τα βλέπουμε
          
με χρώματα και σχήματα ο καθένας
          
διαφορετικά.

Κι αν τύχει να τα ιδούμε με
          
τα ίδια χρώματα
          
και με τα ίδια σχήματα τα βλέπουμε
          
όχι στην ίδια θέση
          
όχι απ’ την ίδια θέση
          
όχι στον ίδιο χρόνο.

Κι αν δούμε ακριβώς τα ίδια πράγματα
          
στην ίδια θέση από
          
την ίδια θέση
          
στο ίδιο χρώμα και
          
στο ίδιο σχήμα
          
στον ίδιο χρόνο ακριβώς
          
θα πει
          
θα πει πως ανοίξαμε την
                    
τελευταία
                     
πόρτα.
           
***
 
Σόμπα

Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα

Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά

Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα

Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και

Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα

Κι αν είναι ντενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου

τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως

Είσαι ενσάρκωση του ʼγνι και απόγονος

Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως

Είν’ η ψυχή σου από φωτιά∙ α πόσο χαίρομαι

Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το

Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και

Να νιώθω την

Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει

Τη φλόγινη γύμνια της

Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου

Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη

Την κάμαρά μου, ακόμα και… α Σόμπα

Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου

Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω

Το κάλυμμα ετούτο του κενού∙ και βέβαια συ

Θαρρώ με νιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα

Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά

Έχεις και συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις

Κι όχι μονάχα από τούτα, μα κι απ’ τ’ άλλα

Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν

Απάνω στην ταράτσα μού καμώνεσαι

Πως βγάζεις μέσ’ απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα

Το νιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για

Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους

Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α–

λαφροπατώντας με

Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα

Της ομίχλης

Στην πόλη που γίνετ’ η

Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα

Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά

Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα

Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και… Σόμπα

Άσε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν

Άσε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι

Της συστολής σου εκείνο το

Σκουριασμένο μερμήγκιασμα, π’ όλο χάνεται,

Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος

Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.
 

Γιώργος Θέμελης, Ars Poetica (1)

1

Αν είναι κάτι το Ποίημα,
Είναι κάτι που δεν πιάνεται,
Όπως το νόμισμα ή το πουλί

Το Ποίημα σε παίρνει,
Δεν το παίρνεις
Μην το παραβιάζεις.

Το Ποίημα είναι σαν την Αγάπη,
Την Αγάπη την αναπάντεχη,
Όταν σου κόβει τη μιλιά,

Σαν την Αγάπη, σαν τη Μουσική

Μια συνοδεία παντοτινή,
Μια λάμψη ακαταθάμπτωτη

Σ’ ακολουθεί παντού το Ποίημα,
Σε σκοπεύει
Μην το παραβιάζεις.

Είναι κατάφωτο το Ποίημα

Αδιάρρηκτο, καθρεφτικό,
Σαν το αγλαό φεγγάρι
Όταν γεμίζει το δίσκο του

Το Ποίημα δεν είναι πράγμα σου,
το πράγμα είσαι συ

Σε βγάζει στο φως,
Σε φανερώνει
Μην το παραβιάζεις.

*Από τη συλλογή Ars Poetica (1974).
**Από το https://thepoetsiloved.wordpress.com/2017/03/21/george-themelis-ars-poetica-1-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CF%82-ars-poetica-1/

Jules Supervielle, Δύο ποιήματα

Θαλασσοταραχή

Εσείς πανδοχεία και δρόμοι, εσείς ουρανοί σε αγρανάπαυση,
Εξοχές εσείς, αιχμάλωτες των μηνών του χρόνου,
Δάση εναγώνια που πνίγουν τα βρύα,
Με ξυπνάτε τη νύχτα για να με ανακρίνετε,
Να μια λεύκα που μ’ αγγίζει με το δάχτυλο,
Να ένας καταρράκτης που μου τραγουδά στο αφτί,
Πυρετώδης ένας παραπόταμος ορμάει στην καρδιά μου,
Ένα άστρο ανασηκώνει, χαμηλώνει τα βλέφαρα μου
Και ξέρει να με βρει ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς
Ακόμα κι αν κρύβομαι σ’ έναν ύπνο χορταριασμένο
Κάτω από την ταξιδιώτισσα στέγη του ονείρου.
Από τα φοβισμένα βράδια που τάραζε ο βίσωνας
Μέχρι το πρωινό τούτο του Μάη που ακόμα ψάχνει για τη χαρά του
Και που στα πλανερά μου μάτια ίσως είναι μόνο ένας μύθος,
Η γη είναι μια ηλακάτη όπου υφαίνουν ήλιος και σελήνη
Κι εγώ ένα τοπίο που ξέφυγε απ’ τ’ αδράχτι της,
Ένα κύμα της θάλασσας που αρμενίζει από τον καιρό του Ομήρου,
Αναζητώντας ωραίο ακρογιάλι για να ηχήσουν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Η ανθρώπινη μνήμη κυλάει πάνω στη σφαίρα, την τυλίγει,
Φτιάχνοντάς της έναν ευαίσθητο ουρανό με νευρώνες στο άπειρο,
Οι ήχοι όμως κείτονται θερισμένοι σε όλο το παρελθόν του κόσμου,
Η ιστορία δεν μπόρεσε ακόμα να κάνει ν’ ακουστεί μια φωνή,
Και να μονάχη στον πλανητικό δρόμο η καρδιά μας
Λαμπαδιάζοντας σαν ξερόκλαδο ανάμεσα σε δυο όρη σιωπής
Που θα σωριαστούν καταπάνω της με το αεράκι του θανάτου.

*

Προβολή

Αέρινο κοιμητήρι, σκόνη ουράνια,
Όπου με μάτια πιο γενναιόδωρα
Θ’ αναγνωρίζαμε φίλους,
Αέρινο κοιμητήρι, στοιχειωμένο με δρόμους εγκάρσιους,
Μεγάλες λεωφόρους
Και αποβάθρες για αποβίβαση ψυχών κάθε αναστήματος,
Όταν ο άνεμος έρχεται από τον ουρανό
Ακούω το ποδοβολητό
Της ζωής και του θανάτου που ανταλλάσσουν τους δεσμώτες τους
Στα κινούμενα σταυροδρόμια σου.
Να σας ονομάσω φαντάσματα,
Αμαγάλματα σκότους
Σε αναζήτηση σώματος,
Μιας φτωχής ηδονής,
Εσάς που οι πιο σφοδροί σας πόθοι
Θολώνουν τον ουράνιο καθρέφτη
Χωρίς να μπορούν να καθρεφτιστούν μέσα του.
Προσμένετε τη γέννηση
Μιας σελήνης με ράμφος κύκνου
Ή ενός άστρου σε αναμονή
Πίσω από ένα ουράνιο σημείο,
Προσμένετε μιαν αυγή
Κι έναν ήλιο που να ταπεινώνουν λιγότερο
Ή ίσως μια μικρή βροχή
Για να γλιστρήσει αθέατη
Στις άχαρες κατοικίες μας
Η νομάδα σας λεπτή ψυχή
Που την τρομάζουν οι ζωντανοί
Με την αφοσίωση της καρδιάς τους
Με τα κόκαλά τους στερεωμένα κάτω από ωραία σκέπη,
Όλοι ετούτοι οι άνθρωποι που φωνασκούν με το εκφραστικό τους στόμα
Κι είναι περήφανοι για τις άγρυπνες, ύπουλες σκέψεις τους,
Για το βλέμμα τους που διατρέχει τον ορίζοντα ακούραστα.

*Από το βιβλίο Ζιλ Σουπερβιέλ, Ποιήματα, μτφρ. Ντενίζ Ανδριτσάνου, εκδ. Printa

Το deBόp συναντά τις εκδόσεις: Ο Φαρφουλάς

Στην Αθήνα υπάρχουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι, μικροί και μεγάλοι, πάρα πολλοί άνθρωποι που ασχολούνται με το βιβλίο και αν πάρουμε ως δεδομένο ότι η οικονομική και κοινωνική συγκυρία που βιώνουμε εξανάγκασε πολλά μεγάλα βιβλιοπωλεία και μεγάλους εκδοτικούς οίκους να κλείσουν, είναι σημαντικό το ότι η τέχνη του βιβλίου εξακολουθεί να ανακινείται. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο σε ανθρώπους που έκαναν την αγάπη τους για το βιβλίο πράξη και με επιμονή και πείσμα πάνε κόντρα στους καιρούς. Τέτοια εγχειρήματα θα παρουσιάσουμε εδώ, ξεκινώντας από τον Διαμαντή Καράβολα και τις εκδόσεις Φαρφουλάς (Μαυρομιχάλη 18, Εξάρχεια). Ας τους ανακαλύψουμε λοιπόν:

Σε τι συνίσταται η εκδοτική σας πρόταση;

Οι εκδόσεις Φαρφουλάς, που κλείνουν φέτος 10 χρόνια λειτουργίας, εστιάζουν στην επανέκδοση έργων συγγραφέων που παραμένουν αγνοημένοι ή στο περιθώριο της σημερινής λογοτεχνικής ζωής, και που πιστεύουμε ακράδαντα ότι αξίζει να ξαναανακαλυφθούν και να ξαναδιαβαστούν. Βουτυράς, Ζάρκος, Βέλμος, Βελλούδιος, Αρκάδιος Λευκός, Γιώργης Τσουκαλάς είναι μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις Ελλήνων συγγραφέων και δημιουργών που έχουμε ανασύρει από τη λήθη. Επίσης έχουμε εκδώσει έργα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το διεθνές κίνημα του Υπερρεαλισμού. Μας ενδιαφέρουν επίσης και νέοι συγγραφείς που επιλέγουν να ρισκάρουν με τη γραφή τους. Όλα αυτά περνάνε ως ενδιαφέροντα πεδία άσκησης και έρευνας στο περιοδικό που εκδίδουμε, τον Φαρφουλά, όπου λειτουργεί ως ένα πειραματικό εργαστήριο ή προθάλαμος για τα βιβλία που βγάζουμε.

Τι σας διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους οίκους;

Ο εκδοτικός χώρος στην Ελλάδα είναι αρκετά μεγάλος, μιλάμε για εκατοντάδες εκδοτικούς οίκους, με μεγάλη ποικιλία σε σχέση με τα ενδιαφέροντα αλλά και τάξη μεγέθους του κάθε ενός. Επομένως είναι φυσικό να διαφοροποιούμαστε με τις περισσότερες αλλά και να συγγενεύουμε με ορισμένες άλλες εκδοτικές προσπάθειες, που κινούμαστε σε σχετικά πεδία ενδιαφερόντων. Νομίζω, ότι το ιδιαίτερο στίγμα μας σε σχέση με τον περισσότερο εκδοτικό χώρο είναι ότι ξεκινήσαμε ως ερασιτέχνες των εκδόσεων, έχοντας ως κίνητρο κάποιες δημιουργικές μας εμμονές, τις οποίες εξακολουθούμε να υπηρετούμε με συνέπεια αλλά και να διευρύνουμε προσεκτικά, χωρίς να παρασυρόμαστε από το όποιο κλίμα της εποχής.

Ποιες είναι οι τελευταίες κυκλοφορίες σας τις οποίες θα χαρακτηρίζατε ενδεικτικές του ύφους σας;

Το τελευταίο τεύχος του Φαρφουλά στο οποίο ανατυπώνουμε ένα θρυλικό περιοδικό του μεσοπολέμου το Φραγγέλιο, που έβγαζε για 3 χρόνια (1927-1930) ο Νίκος Βέλμος (1890-1930), καθώς και η έκδοση ενός βιβλίου για τη ζωή και το έργο αυτού του σημαντικού πολύπλευρου επαναστάτη-δημιουργού, αποτέλεσμα πολύχρονης έρευνας και μελέτης του ερευνητή Νίκου Λογοθέτη είναι απ’ τα πιο χαρακτηριστικά του εκδοτικού μας στίγματος. Ο τίτλος του είναι: Νίκος Βέλμος, ο γυιος της απωλείας.

Δεδομένου ότι μιλάμε για εγχειρήματα «μεσαίου κυβισμού», ποιος είναι ο ιδεατός στόχος σας; Σε τι κοινό σκοπεύετε να φτάσετε, σε μια εποχή που τα μεγάλα έντυπα και η κριτική απουσιάζουν εν πολλοίς.

Είμαστε ένας πομπός που εκπέμπει ανεξαρτήτου προσδοκίας μεγάλων ή πλατιών ακροατηρίων. Είμαστε του «Όσοι πιστοί…» που λέει ο λόγος.

Θα κάνατε υποχωρήσεις από τον αρχικό σχεδιασμό και εκπτώσεις για οποιοδήποτε λόγο;

Αυτή η ερώτηση θα έχει απαντηθεί από μόνη της όταν συνταξιοδοτηθούμε.

Η ανάπτυξη του ίντερνετ, των social media και της ηλεκτρονικής αγοράς σε ποια σημεία σας βοηθάει και σε ποια όχι;

Βοηθάει αρκετά, ιδιαίτερα μάλιστα όταν θέλει κανείς να ανοίξει τους δικούς του δρόμους, και επομένως δεν μπορεί να βασίζεται στα κατεστημένα μέσα προώθησης και προβολής, που κατά βάση διακατέχονται από έναν συντηρητισμό όσο αφορά τις επιλογές τους, δηλαδή προβάλουν αυτά που ξέρουν και τους είναι οικεία, ή ακόμα αυτά που έχουν ήδη διαμορφώσει ένα πλέγμα σχέσεων (οικονομικών, ιδεολογικών, αισθητικών κλπ.). Πάνω σ’ αυτή την κατάσταση έχουμε, δυστυχώς, αρκετή πικρή εμπειρία. Ενδεικτικά αναφέρω δύο σημαντικά βιβλία που έχουμε εκδώσει, Τα γραπτά της α-νοησίας του Edward Lear, και το βιβλίο της Παταφυσικής του Πράξεις και απόψεις του Δρ. Φαουστρόλλ του Alfred Jarry, που αν και υπήρξε ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία στην παγκόσμια λογοτεχνία και πέρα απ’ αυτήν, η εδώ βιβλιοκριτική στάθηκε απέναντί του επιεικώς αμήχανη…

Με ποια κριτήρια επιλέγετε τους τίτλους που θα εκδώσετε;

Τα βιβλία των εκδόσεων μας θέλουμε να δημιουργούν έναν ιστό, όπου το κάθε βιβλίο να συνδέεται με έστω και ένα αδιόρατο νήμα, με τουλάχιστον κάποιο άλλο προηγούμενο βιβλίο μας ή συγγραφέα που αγαπάμε. Να υπάρχουν «εκλεκτικές συγγένειες», αδιάφορο αν αυτές θα είναι ευδιάκριτες ή όχι. Π.χ.: Πρόσφατα επανεκδώσαμε τον Φάουστ του Γκαίτε στην αριστουργηματική μετάφραση του Αριστομένη Προβελέγγιου (1887). Η απόφασή μας καθορίστηκε εν πολλοίς και από το γεγονός ότι ο Δημοσθένης Βουτυράς στη σάτιρά του «Μέσα στην Κόλαση» (1927), που επίσης έχουμε εκδώσει, τοποθετεί τον Προβελέγγιο, μαζί με άλλους δύο ακόμα, ως τους μόνους Έλληνες λογοτέχνες που είναι στον Παράδεισο, δείγμα τις μεγάλης εκτίμησης που έτρεφε γι’ αυτόν. Ο άλλος ένας απ’ την παρέα του Παραδείσου, ήταν ο ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης, του οποίου, κατά μία έννοια, πνευματικά τέκνα ήταν ο Βέλμος και η παρέα του που έβγαζαν το Φραγγέλιο, το οποίο, όπως προανέφερα, ανατυπώσαμε. Κάπου μέσα στο Φραγγέλιο, αυτή η ατίθαση παρέα, εκφράζεται πολύ κολακευτικά για το «Μέσα στην Κόλαση» του Βουτυρά που ό,τι είχε κυκλοφορήσει στην εποχή τους.

Ποιοι είναι οι συγγραφείς, Έλληνες και μη, τους οποίους θαυμάζετε και ενδεχομένως να θέλετε να εντάξετε στο εκδοτικό σας πρόγραμμα;

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα το ότι θαυμάζω κάποιον συγγραφέα και θέλω να εκδώσω έργα του, δεν σημαίνει και αυτονόητα ότι είναι εφικτό σύμφωνα με τις εκδοτικές μου δυνατότητες. Μια περίπτωση όμως, που θαυμάζω απεριόριστα και σκοπεύω να εκδώσω τα κείμενα του, είναι ο «Ποιητής» του συγκροτήματος των «Αέρα Πατέρα», ή, κατά κόσμον Μιχάλης Κρίαλης.

Πώς βρίσκετε το δρόμο σας μέσα στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που ζούμε; Ποια «ρεφλέξ» αναπτύξατε ώστε να επιβιώσετε;

Η μάχη επιβίωσης για έναν εκδοτικό οίκο, που δεν θέλει να κολακέψει κανένα εκ των προτέρων έτοιμο και διαμορφωμένο αναγνωστικό κοινό, είναι ένας διαρκής κλεφτοπόλεμος, που σημαίνει καλή στάθμιση κάθε φορά του τι κάνω, πότε το κάνω και με ποια μέσα.

Τι σχεδιάζετε για το μέλλον;

Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ το να συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε, ίσως με λίγο μεγαλύτερη πυκνότητα και ένταση.

Πες μας ενδεικτικές προτάσεις του οίκου του Φαρφουλά!

Για τους παλιούς που επανεκδίδουμε τα έργα τους είπαμε κάποια πράγματα. Αξίζει όμως να προσεχτούν και οι νεότεροι συγγραφείς που έχουμε εκδώσει έργα τους στην ειδική σειρά Λοξή γραφή. Ενδεικτικά, για να μην σας κουράσω με πολλά ονόματα, θα αναφέρω τον Νίκο Σταμπάκη που είναι και εξέχων μεταφραστής των εκδόσεών μας, τον θεσσαλονικιό Λεωνίδα Βασιλειάδη, τον λαρισαίο Θοδωρή Νταλούση, τους κύπριους ποιητές Γιώργο Καλοζώη και Κώστα Ρεούση, καθώς και την πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Κατερίνα Αγυιώτη. Για όλους αυτούς, είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι το στίγμα του έργου τους, αν μη τι άλλο, δεν θα είναι πρόσκαιρο.

Το βιβλίο θα είναι πάντα το πιο όμορφο ταξίδι που μπορεί να χαρίσει ο καθένας στον εαυτό του αλλά και στους άλλους. Ανακαλύψτε τα δικά σας ταξίδια με μια βόλτα στην πόλη.

Τη σειρά συνεντεύξεων για τους εκδοτικούς οίκους της Αθήνας επιμελούνται και παρουσιάζουν από κοινού οι συντάκτες: Χρυσού Έφη και Μπιστολάς Ηλίας.

*Αναδημοσίευση από το http://www.debop.gr/deBlog/interviews/to-debop-synada-tis-ekdoseis-o-farfoulas