ένα έτσι, όποιος χειροκροτά να πιει

όποιος χειροκροτά να πιει
εσύ να πιεις
όποιος αντιδράει να πιει
όποιος χάνει να πιει
όποιος μιλά με μονοσύλλαβα να πιει
όποιος σπάει τη σιωπή να πιει
εσύ πιες
όποιος μιλά στον ενικό να πιει
όποιος έχει τηλέφωνο να πιει
όποιος είναι μίζερος να πιει
εσύ πιες μαζί του
ανάγκασε κάποιον να πιει κι άλλο
όποιος διώχτηκε από το μπαρ να πιει
στρίψε το νόμισμα και πιες ότι κι αν έρθει
όποιος είναι ικανοποιημένος να πιει
όποιος έχει περάσει τα δεκαέξι να πιει
όποιος θυμάται τον στίχο ενός τραγουδιού
να πιει
όποιος ζει από περιέργεια να πιει
όποιος φοράει τζιν να πιει
όποιος ή όποια είναι κορίτσι να πιει
όποιος γελάει για κάποιον λόγο να πιει
όποιος είναι αλκοολικός να πιει
όποιος κοιτάει στα μάτια να πιει
όποιος είναι γεννημένος άνοιξη να πιει
όποιος ισορροπεί στο ένα του πόδι να πιει
όποιος τσακώνεται χωρίς λόγο να πιει
όποιος κοιτάει την ώρα να πιει
όποιος έχει μεγάλη μύτη να πιει
όποιος κοιμάται μόνος να πιει
όποιος χαλάει λεφτά σε μαλακίες να πιει
εσύ πιες
όποιος δεν βλέπει να πιει
όποιος αργεί να αποφασίσει να πιει
όποιος νομίζει ότι αδικήθηκε να πιει
όποιος αρνείται να απαντήσει να πιει
τώρα που ξεκινήσαμε να πίνουμε
μπορούμε και να συνεχίσουμε

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2025/03/16/8565/#like-8565

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Μαχαιριά

Artwork: Κασσάνδρα Αλογοσκούφι

Αρρώσταινες συχνά.
Έκανες στάσεις.
Διένυες αποστάσεις.
Το κόκκινο χάπι. Το πράσινο.
Σε δύο δόσεις το σιρόπι.
Κι έπειτα αποφάσισες
θα τον έκοβες το γιατρό,
και όπου βγάλει.
Και το βρήκαν – στη γιορτή του,
με μια μαχαιριά στην πλάτη.

Λευτέρης Πούλιος, Τα περιπλανώμενα φιλιά μας

Egon Schiele, The kiss (1911)

Τα περιπλανώμενα φιλιά μας
μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
αλλά η αγάπη δεν μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
που μας χωρίζουν αιώνια
τον έναν απ’ τον άλλον.
Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές
και όστρακα
κι ήρθα σε σένα σαν ναυαγός
ν’ αγγίξω το θαμμένο μέλι
στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου.

*Από τη συλλογή “Το αλληγορικό σχολείο”, Εκδόσεις Κέδρος, Δεκέμβριος 1999.

Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

Την τρίτη άνοιξη συναντώ μακριά…

Την τρίτη άνοιξη συναντώ μακριά…
Από το Λένινγκραντ.
Την τρίτη; Και μου φαίνεται, αυτή
Θα είναι η τελευταία.
Όμως δε θα ξεχάσω ποτέ,
Ως την ώρα του θανάτου,
Πόσο ευχάριστος μου ήταν ο ήχος του νερού
Στις δενδρώδεις σκιές.
Η ροδακινιά άνθιζε,
μα οι βιολέτες φαίνονταν σαν καπνός
Όλα μεσ’ τ’ αρώματα.
Ποιός έχει την τόλμη να μου πει, ότι εδώ
Εγώ βρίσκομαι σε ξένη γη;

Третью весну встречаю вдали…
Третью весну встречаю вдали…
От Ленинграда.
Третью? И кажется мне, она
Будет последней.
Но не забуду я некогда,
До часа смерти,
Как был остраден мне звук воды
В тени древесной.
Персик зацвел а фиалок дым
Все благовонней.
Кто мне посмеет сказать что здесь
Я на чужбине?

*

Γύρω από την άνοιξη οι μέρες έχουν ως εξής

Γύρω από την άνοιξη οι μέρες έχουν ως εξής:
κάτω από το σκληρό χιόνι
αναπαύεται το λιβάδι,
τα δέντρα θορυβούν με ευχαρίστηση – στεγνά
και ο ζεστός αέρας
είναι τρυφερός και ευέλικτος,
το σώμα απορεί με την αλαφράδα του,
και συ δεν αναγνωρίζεις το σπίτι σου,
αλλά και το τραγούδι εκείνο,
που πριν το βαριόσουνα,
σαν καινούργιο, με μια έξαψη το τραγουδάς.

Перед весной, бывают дни такие…
Перед весной бывают дни такие:
под плотным снегом отдыхает луг,
шумят деревья весело-сухие,
и теплый ветер нежен и упруг,
и легкости своей дивится тело,
А песню ту, что прежде надоела
как новую, с волнением поешь.
1917

*Μετάφραση: Ζωή Καραπατάκη
**Δημοσιεύτηκαν στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”, τεύχος 33, Μάρτης 2025.

Μαχμούντ Νταρουίς, Και επέστρεψε σε… σάβανο

1
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
Το όνομά του ήταν…
Μην ανακαλείτε το όνομά του!
Αφήστε το στις καρδιές μας
Μην αφήσετε τη λέξη
να χαθεί στον άνεμο, όπως η στάχτη
Αφήστε τον, πληγή αιμορραγούσα
ο επίδεσμος δε βρίσκει
δρόμο γι’ αυτή
Φοβάμαι, αγαπημένοι μου
Φοβάμαι, ορφανοί μου
Φοβάμαι μην τον ξεχάσουμε
μέσα στην πληθώρα ονομάτων
Φοβάμαι μη διαλυθεί
στους στόβιλους του χειμώνα!
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν στις καρδιές μας
οι πληγές μας..
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν!

2
Η ζωή… η ηλικία ενός βλαστού
που δε θυμάται τη βροχή
Δεν έκλαψε κάτω απ’ το μπαλκόνι του φεγγα-
ριού
Δεν πάγωσε το χρόνο με το ξενύχτι
Δεν έσφιξαν τα χέρια του
κοντά σε κάποιον τοίχο
Δεν ταξίδεψαν πίσω απ’ την κλωστή του πόθου
τα μάτια του!
Και δε φίλησε κάποια όμορφη..
Δε γνώρισε ερωτόλογα
παρά μόνο σε τραγούδια ενός τραγουδιστή
που τον μπέρδεψε η ελπίδα
δεν είπε στην όμορφη: αχ, θεέ μου!
Μονάχα δυο φορές!
Δε γύρισε το βλέμμα της,
δεν του ’δωσε παρά την άκρη του ματιού της
Tο αγόρι ήταν μικρό…
Έτσι έφυγε απ’ το δρόμο της
και δε σκέφτηκε πολύ τον έρωτα!

3
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
δεν είπε όταν ζωντάνευαν τα βήματά του
πίσω απ’ την πόρτα
στη μάνα του: αντίο!
Δεν είπε στους αγαπημένους, στους φίλους:
τα λέμε αύριο!
Δεν άφησε γράμμα
όπως συνηθίζουν οι ταξιδιώτες
που να λέει: επιστρέφω,
για να σβήσουν οι αμφιβολίες
δεν έγραψε ούτε λέξη
που να φωτίσει τη νύχτα της μάνας του,
που μιλά στον ουρανό και στ’ αντικείμενα,
λέει: εσύ, μαξιλάρι στο κρεβάτι!
εσύ, τσάντα με τα ρούχα!
εσύ, νύχτα! εσείς, άστρα!
εσύ, θεέ! εσείς, σύννεφα!:
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
με μάτια σαν δυο άστρα;
Τα χέρια του δύο καλάθια με βασιλικό
το στήθος του μαξιλάρι
των άστρων και του φεγγαριού
τα μαλλιά του κούνια
για τον άνεμο και τα λουλούδια!
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
κάποιον ταξιδιώτη που δεν ξέρει από ταξίδια!
Έφυγε χωρίς φαΐ, ποιός θα ταΐσει το παλικάρι
αν θα πεινάσει στο δρόμο;
Ποιός θα ελεήσει τον ξένο;
Η καρδιά μου
σύντροφος στις συμφορές του δρόμου!
Η καρδιά μου μαζί σου,
παλικάρι μου, παιδάκι μου!
Πείτε της: εσύ, νύχτα, κι εσείς, άστρα!
Εσείς δρόμοι! Κι εσείς, σύννεφα!
Πείτε της: δε θα πάρεις απάντηση
έτσι η πληγή θα είναι πάνω στα δάκρυα
πάνω στη θλίψη και στα βάσανα!
Δε θα πάρεις απάντηση
δε θα περιμένεις πολύ
επειδή αυτός..
επειδή αυτός πέθανε, δεν πρόλαβε να μεγαλώσει!

4
Εσύ, μάνα του!
Μην ξεριζώνεις τα δάκρυα!
Το δάκρυ, μάνα, έχει ρίζες,
μιλά με το βράδυ κάθε μέρα..
Λέει: εσύ, νυχτερινό καραβάνι!
Από πού περνάς;
Μπούκωσαν οι δρόμοι του θανάτου
Τους έφραξαν οι ταξιδιώτες
Έφραξαν οι δρόμοι της θλίψης
Ας σταματούσες δυο λεπτά
δυο λεπτά!
Για να σκουπίσεις το μέτωπο και τα μάτια
για να πάρεις κάτι απ’ τα δάκρυά μας
για ενθύμιο
για όσους πέθαναν πριν από μας
για τους αγαπημένους μας ξενιτεμένους
εσύ, μάνα του!
Μη ξεριζώνεις τα δάκρυα
Άσε στο πηγάδι της καρδιάς δυο δάκρυα!
Ίσως πεθάνει ο πατέρας του
ο αδερφός του
ή ο φίλος του, εγώ
άσε για μας,
για τους νεκρούς του αύριο,
έστω δυο δάκρυα
δυο δάκρυα!

5
Μιλούν στον τόπο μας πολύ για το φίλο μου
διαπέρασαν οι ριπές τα μάγουλά του
και το στήθος του και το πρόσωπό του
Μην αναλύετε τα πράγματα!
Εγώ είδα την πληγή του
και πρόσεξα πολύ τις διαστάσεις της
«πονάω τα παιδιά μας
και κάθε μάνα που αγκαλιάζει το κρεβάτι!»
Εσείς, φίλοι αυτού που έφυγε μακριά
μη ρωτάτε: πότε θα επιστρέψει
μη ρωτάτε πολλά
μόνο ρωτήστε:
πότε θα ξυπνήσουν οι άντρες!

*Μετάφραση: Ευτυχία Κατελανάκη

**Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”, τεύχος 33, Μάρτης 2025.

Λίνα Φυτιλή, Δύο ποιήματα

Χώμα και νερό

Το δέμα
μην ξεχάσεις μόνο,
είπε φεύγοντας.
Ας μη μπλέκονται
οι πεθαμένοι με τους ίσκιους
ή με τους ζωντανούς.

Μπες στην πόλη,
στο ποτάμι της κίνησης,
όποιος δεν κυλάει γρήγορα
στεγνώνει στις όχθες του.

Επιστρέφω τώρα
στα γυαλιστερά νερά.

Τα οστά διπλωμένα στη μέση
θα ταχυδρομηθούν αύριο
στο χώμα.

*

Πρότερος έντιμος βίος

Τι πειράζει που δεν είσαι ο Καραβόμυλος,
όταν ανάμεσα στα πόδια μου
μπαίνεις
όταν φτάνουμε σε ένα τέλος
Εελαφρύτερο
από το ποίημα,
με μάτια
ξυράφια
και το τριλαμπές της μιας Θεότητος.

*Από τη συλλογή «μυθική μέρα», Εκδόσεις Ενδυμίων, Φεβρουάριος 2014.

“Ποίημα για τη διάρκεια”, του Πέτερ Χάντκε

Τι ακριβώς σημαίνει Διάρκεια; Τι ακριβώς σημαίνει ότι κάτι διαρκεί πολύ; Και πόσο ακριβώς είναι αυτό το πολύ; Είναι τρία δευτερόλεπτα, εφτά ώρες, πέντε μήνες, σαράντα δύο χρόνια ή μήπως είναι Πάντα;

Δημήτρης Τσεκούρας*

Ο Πλάτωνας στον καταληκτικό μύθο της Πολιτείας του, τον μύθο του Ηρός,  μιλώντας, συν τοις άλλοις, και για τον Χρόνο –ή μήπως αποκλειστικά και μόνο για αυτόν;– αφήνει να εννοηθεί με την «αμφίσημη σαφήνεια» που μπορεί να έχει ο φιλοσοφικός λόγος, όταν αυτός συγγενεύει δραματικά με την Ποίηση, ότι το Παρελθόν είναι μάλλον, αν όχι η μοναδική, η σημαντικότερη χρονική βαθμίδα. Αλλά ακόμα και η φράση «χρονική βαθμίδα» είναι κι αυτή, μάλλον, άκυρη, εφόσον ο Χρόνος δεν τεμαχίζεται σε πριν, τώρα, και μετά παρά μόνο για λόγους που έχουν να κάνουν με τη νοητική ανασφάλεια και τη νοητική ανεπάρκεια του Ανθρώπου να αντιληφθεί την υπερχρονική διάσταση του Χρόνου. Και, εάν εισέπραξα σχετικά αξιοπρεπώς τα λόγια του Χάντκε, νομίζω ότι, στο ίδιο μήκος κύματος με τον Πλάτωνα, κινείται και ο Λόγος του Αυστριακού διανοητή. «Αυτή η Διάρκεια, τι ήταν;» αναρωτιέται. «Ήταν κάποιο χρονικό διάστημα; Κάτι το μετρήσιμο; Μια βεβαιότητα; Όχι, η διάρκεια ήταν ένα αίσθημα, το πιο φευγαλέο όλων των αισθημάτων, πολλάκις ταχύτερο από μια στιγμή, απρόβλεπτο, ακυβέρνητο, άπιαστο, μη μετρήσιμο» (σ.13).

«Αν ήταν, αν υπήρχε Θεός, το αίσθημα της Διάρκειας θα ήταν παιδί του» (σ. 13), λέει ο Χάντκε σε έναν από τους πολλούς «ορισμούς» που διατρέχουν σαν επάλληλοι νοηματικοί αρμοί όλη τη συγκεκριμένη ποιητική σύνθεση. Χρησιμοποιώ συνειδητά τη λέξη «ορισμός», γιατί αυτό θαρρώ πως κάνει στο συγκεκριμένο του έργο του ο συγγραφέας: Προσπαθεί να ορίσει, να θέσει, με άλλα λόγια, όρια σε κάτι που, όπως προκύπτει μέσα από το ίδιο το έργο, δεν έχει κανένα απολύτως όριο. Διάρκεια είναι μάλλον αυτό που κοιτάζει τον Χρόνο αφ’ υψηλού. Διάρκεια είναι μάλλον αυτό που ατενίζει τον Χρόνο και, χωρίς να αναιρεί την όποια υπόστασή του, επιχειρεί να στραγγίξει από αυτόν το μεδούλι του, δηλαδή την άχρονη, τελικά, υφή του. «Διάρκεια» λέει αλλού ο Χάντκε (σ.40) «είναι η περίπτωση, που στο παιδί, που δεν είναι πια παιδί -ίσως είναι πλέον γέρος-, τα μάτια του παιδιού ξαναβρίσκω». Διάρκεια είναι αυτό που αδιαφορεί για την εξωτερική υπόσταση ενός όντος. Είναι αυτό που εστιάζει κατ’ αποκλειστικότητα σε όλα εκείνα, τα οποία μεσολαβούν και κάνουν το ον να παραμένει αναλλοίωτο και ίδιο παρά το γεγονός ότι δείχνει αλλοιωμένο και άλλο.

Η λίμνη Γκρέφεν, μια λίμνη άρρηκτα συνδεδεμένη με τα παιδιά χρόνια του συγγραφέα, είναι ο τόπος εκείνος, ο οποίος, μέσα στο έργο, λειτουργεί ως αφορμή για τη Μνήμη, μία Μνήμη που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης εγρήγορσης. Σε μία συνεχή εγρήγορση. Σε μία αυτιστική σχεδόν εγρήγορση προκειμένου, όσο περνάει από το χέρι του ανθρώπου -ειδικά μάλιστα όταν αυτός ο άνθρωπος συμβαίνει να είναι και Καλλιτέχνης- να μην χαθεί τίποτα απολύτως· καμία εικόνα, καμία αίσθηση, καμία σκέψη. Και αυτός ο τόπος, αυτή η λίμνη, που επανέρχεται σαν λούπα μέσα σε όλο το κείμενο, ίσως να επιβεβαιώνει ότι ο Χρόνος και η Διάρκειά μόνο μέσω ενός Τόπου μπορούν να διερευνηθούν και να προσεγγιστούν. Ο Τόπος, επίσης, ως τόπος συνύπαρξης και σημείο επαφής ενός ανθρώπου με άλλους ανθρώπους, με τους οποίους, όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν συνυπήρξε ποτέ σε χρόνο ρεαλιστικό. «Με την ευλογία της Διάρκειας ήμουν και θα είμαι μαζί με όλους αυτούς που στη λίμνη του Γκρίφεν πριν από μένα στάθηκαν» (σ. 39).
Το «Ποίημα για τη διάρκεια» γίνεται για τον Χάντκε, πέρα από όλα τα άλλα, και μία αφορμή για να μιλήσει μέσα από τη γραφή του για την έννοια και τη σημασία και τον ρόλο της Γραφής γενικότερα. «Ναι, αυτό το πράγμα, απ’ το οποίο με τα χρόνια η Διάρκεια ξεπηδά, είναι ουσιαστικά αόρατο, μη άξιο λόγου, άξιο όμως συγκράτησης μέσω της Γραφής: γιατί αυτή πρέπει να είναι το κυρίως θέμα μου» (σ. 23). Η Γραφή, λοιπόν, ως το μέσο εκείνο που μπορεί ενδεχομένως να συγκρατήσει κάπως αυτό που μοιάζει ασυγκράτητο. Ο Χάντκε χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο του έργο Ποίημα. Και πολύ καλά κάνει. Ο Δημιουργός δικαιούται εξ ορισμού να χαρακτηρίζει το έργο του όπως επιθυμεί. Εγώ πάντως, ως αναγνώστης, εκτός από Ποίημα, διάβασα και δοκίμιο. Και άκουσα και έναν θεατρικό μονόλογο. Και φαντάστηκα, επίσης, και ένα ασπρόμαυρο φιλμ. Σκηνοθετημένο από τον Μπέλα Ταρ.

«Όποιος δε βίωσε τη Διάρκεια, δεν έζησε» (σ.40) λέει αφοριστικά κάπου προς το τέλος του κειμένου του ο Χάντκε και σαν να μας χαστουκίζει σχεδόν. Και πολύ καλά κάνει. Τι σόι Ποίηση θα ήταν αυτή χωρίς αφορισμό και, προπάντων, χωρίς χαστούκι;

Η μετάφραση της Ιωάννας Διαμαντοπούλου, εξαιρετική. Διαβάστε αυτό το βιβλίο. Αξίζει τον κόπο μόνο και μόνο για να αναλογιστείτε εκ νέου ή για πρώτη φορά στη ζωή σας κατά πόσο είναι υποχρεωτικό η Διάρκεια να μετριέται αποκλειστικά και μόνο με όλα εκείνα τα πασίγνωστα νούμερα και «νούμερα»: ένα, δύο, τρία, τέσσερα, και τα λοιπά…· αφήστε που το Διάβασμα δεν βγαίνει ποτέ σε κακό.

#Το “Ποίημα για τη διάρκεια”, του Πέτερ Χάντκε κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν, 2020.

*Από εδώ: https://olafaq.gr/culture/book/poiima-gia-ti-diarkeia-toy-peter-chantke/?fbclid=IwY2xjawI_mR1leHRuA2FlbQIxMQABHXT3o7zKa6ZlrMMrgKo53HHYZ788K1u0DNjQ92bNazLxhDkcRfI-iUVOQw_aem_TakAGsF7Y7iK2-79-sZcEQ

Έλενα  Πολυγένη, Δύο ποιήματα

Μουσική
Εκείνη είναι απλώς τόξο. Δέχεται το βέλος αδιαμαρτύρητα. Απ’ αυτό περιμένει να δει την κατεύθυνση. Υποκλίνεται σαν να πρόκειται για εξουσία. Δεν υπάρχει δικαιολογία για ό,τι γέρνει στο έδαφος. Είναι υποχρεωμένη να βρει τη λύση. Τα δάχτυλά του ετοιμάζουν την έκρηξη. Τεντώνεται σαν χορδή. Μια απαλή, μεστή συγχορδία δραπετεύει μέσα απ’ τον θώρακά της.

*
Δάκρυα

Δεν ήταν πια εκείνη. Ήταν όλα τ’ άλλα εκτός από κείνη. Ήταν το βλέμμα τους ανάστροφο στα πράγματα, ήταν τα πράματα τα ίδια. Ήταν όλα όσα αυτοί προσπαθούσαν να είναι ήταν χιλιάδες διαφορετικές φωνές στο μυαλό της. Ο θώρακάς της σαν μίσχος πάλευε να συγκρατήσει το τοπίο, που έκθαμβο έρεε κάτω απ’ τα μάτια της κι εξατμιζόταν.

*Από τη συλλογή «Ανάγλυφη», Εκδόσεις Ρώμη, Μάρτιος 2021.

Νανά Ησαΐα (1934- 2003), Τέσσερα ποιήματα

ξανά Ησαΐα, Αφαιρετική προσωπογραφία

ΑΓΝΩΣΤΗ

Πήρα το μάθημα του αίματος.
Όπως και της λογικής.
Μια παραισθητική μορφή
Καλύπτω την έκφρασή μου.
Πότε στέκομαι στην πόρτα.
Στην θέα του απογεύματος.
Πότε περνώ από τις καθημερινές ώρες.
Ήσυχη τακτοποιώ.
Ποτέ δεν αναγνωρίζομαι.
Ποια λύση θα με παρουσίαζε στο φώς;
Άγνωστη σαν σκιά
Διαρκώς καλύπτω
Την ίδια απόσταση
Από την ζωή μου.

*

ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

Φόβος;
Σύλληψη χρώματος στη βροχή
Σαν μέρος ενός ουράνιου τόξου;
Πέφτει η ζωή
Από διαίσθηση τέχνης
Σε ασύλληπτη βροχή
Αίσθηση αστραπής
Πριν από κάποιο έτοιμο θνητό χρόνο.

*

ΚΟΥΡΟΣ

Στην Ελένη Λαδιά

Το σώμα σου σταθερό στο φως
Κι εγώ θύμα της φοράς των κυμάτων
Ήταν ένας καιρός αποχρώσεων
Αρχαϊκός σαν κούρος
Έστεκες στο βάθος των αναπολήσεων
Ή των αλλεπάλληλων απομακρυσμένων επιφανειών.
Ήσουν ακέραιος στη χαμένη μου παράδοση
Πολλών αιώνων νεκρών.
Ενώ εγώ τεμαχισμένη
Είχα πέσει στην άκρη
Εκείνης της θεόρατης σιωπής
Που συχνά επανέρχεται
Με τη μορφή της βοής των κυμάτων.

*

ΓΚΡΙΖΟ

Ήμουν στο φως.
Με τα χρυσά γυαλιά στον ήλιο.
Το χαμόγελο μου στην αίσθηση του φωτός
Όταν είδα το γκρίζο πρόσωπο του μίσους.
Ήταν το πιο ακαθόριστο σημείο στο χώρο.
Σε ποιο δρόμο;
Δραπέτης ενός γκρίζου ονείρου κι εγώ
Επέστρεφα αργά
Στο δικό μου αναλλοίωτο χρόνο.
Δεν έχει αντιθέσεις εδώ.
Διαθέσεις φωτός.
Και κόσμο.

*Από τη συλλογή “Μορφή”, Έκδοση Μικρή Εγνατία, 1980 – Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1981.

Προλεγόμενα μιας εισαγωγής στον Μανόλη Λαμπρίδη

«Η ‘Λεωφόρος Επαναστάσεως’ δεν ήταν λεωφόρος αλλά μονοπάτι.
Περνούσε μέσα από μικρούς αμμόλοφους
μισοντυμένους ένα παράξενο χορτάρι
απ’ αυτό που βλέπουμε στα όνειρα και τον κινηματογράφο»

Γ. Λυκιαρδόπουλος, Avenida de la Revolucion

Τον Ιούλιο του 1955, ο Μανόλης Λαμπρίδης [στο εξής Μ.Λ.] δημοσιεύει στην Επιθεώρηση Τέχνης το δοκίμιο «’Il gran rifiuto’. Καβάφης-Βάρναλης-Καρυωτάκης και η παρακμή», το οποίο έμελλε να επανακαθορίσει τους ορίζοντες και τις ορίζουσες της λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα απελευθερώνοντάς την από τα ασφυκτικά όρια μιας μηχανιστικής προσέγγισης του έργου τέχνης και ενός απλοϊκού, καθόλου εμπνευσμένου ή παραγωγικού, αναγωγισμού που ήθελε να αυτοονομάζεται μαρξιστική λογοτεχνική κριτική.

Το κείμενο του Μ.Λ. (που αποτελούσε απάντηση στο άρθρο του Μ. Μ. Παπαϊωάνου «Φαινόμενα ακμής και παρακμής στη νεοελληνική ποίηση» [Επιθεώρηση Τέχνης, τ. Α’, τχ. 2, (Φεβρουάριος 1955), 83-92], προκάλεσε έντονη συζήτηση, η οποία διήρκεσε δυόμισι χρόνια και έλαβαν μέρος ο Τάσος Βουρνάς, ο Μάρκος Αυγέρης, ο Λάμπρος Σκλαβούνος, ο Μανόλης Αναγνωστάκης και ο Κ. Πορφύρης. Οι επιδράσεις της παρέμβασης του Μ.Λ. ήταν σημαντικότατες, σύνθετες, πολυδιάστατες και διαρκείς καθώς αποτέλεσε την εναρκτήρια στιγμή της μακράς και αντιφατικής πορείας της απελευθέρωσης της ελληνικής λογοτεχνικής κριτικής από τα στενά όρια του «ζντανωφισμού» (1) και παρείχε τα βασικά θεωρητικά εργαλεία για την μετέπειτα πολιτιστική ηγεμονία της Ανανεωτικής Αριστεράς στην Ελλάδα. Η ‘ορθόδοξη’ ή ‘παλαιά κριτική’, στάθηκε ανήμπορη ενώπιον του εύρους και της συγκρότησης της προσέγγισης του Μ.Λ.. Ενδεικτική της αδυναμίας της είναι η χρησιμοποίηση στερεοτυπικών απαξιωτικών χαρακτηρισμών («μικροαστικός εκλεκτικισμός», «αυτάρεσκος ναρκισσισμός» (2)) και η καταφυγή σε πρακτικές αποκλεισμού: Ο Τάσος Βουρνάς ζήτησε, ανεπιτυχώς, από το περιοδικό να μην δημοσιεύει «αντίθετες ιδεολογικά και αισθητικά απόψεις» (3).
Στο πλαίσιο της συζήτησης ο Μ.Λ. δημοσίευσε ένα ακόμη άρθρο, με τίτλο «Η αντικειμενικότητα του έργου τέχνης» (Επιθεώρηση Τέχνης, τ. ΔΕ, τχ. 20, Αύγουστος 1956, 125-131), στο οποίο παρουσίασε τις θεωρητικές βάσεις του πρώτου του άρθρου. Αυτή η μελέτη συνιστά τη συμπύκνωση των απόψεων του Μ.Λ. για τους όρους της λογοτεχνικής κριτικής, απόψεις οι οποίες παρέμειναν σταθερές σε όλο το διάστημα της συγγραφικής του δραστηριότητας. Μια δραστηριότητα που ξεκινά το 1946, σε ηλικία 26 ετών, με τη δημοσίευση στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα του άρθρου «Το νόημα της ελληνικής ελευθερίας», για να σταματήσει στις 30 Νοεμβρίου του 2002 όταν ξαφνικά, αλλά πλήρης ημερών, πεθαίνει στην Αθήνα.

Το σύνολο της συγγραφικής παραγωγής του «Μανόλη Λαμπρίδη» (ψευδώνυμο του Μανόλη Λεοντάρη) αποτελείται από δοκίμια αισθητικής, λογοτεχνικής κριτικής και πολιτικής φιλοσοφίας. Εξέδωσε τα βιβλία, τα οποία αποτελούν συλλογές δοκιμίων και άρθρων: Η σύγκρουση με το Νόμο ως έμπρακτη κριτική του Δικαίου (Έρασμος,1975). Il gran rifuito. Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης και η παρακμή, (Έρασμος, 1979). Παλαιά και Νέα ποίηση (Ύψιλον, 1981). Αντι-ιδεολογικά (Έρασμος, 1982). Η ταξική συνείδηση στο έργο του Κ. Βάρναλη (Ύψιλον, 1982). Η ποίηση και το ηθικό πρόβλημα (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1993). Τρία μελετήματα (Μανδραγόρας, 1998). Στρογγυλές κουβέντες ή η παρανόηση της μεταφοράς και του συμβολισμού (Γαβριηλίδης, 2000). Δημοσίευσε -υπογράφοντας εκτός από “Μανόλης Λαμπρίδης” και ως Μ. Ιωάννου, Μ. Ιωαννίδης, Νίκος Λιμπέρης, Σ. Μοντάνος, Μ. Φουτούρης, Βίκτωρ Βέρας- άρθρα στα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Ο αιώνας μας, Μακεδονικά Γράμματα, Νέος Νουμάς, Επιθεώρηση Τέχνης, Πανσπουδαστική, Κριτική (το περιοδικό που εξέδιδε ο Μ. Αναγνωστάκης στη Θεσσαλονίκη 1959-61), Λογοτέχνης, Η Άλως, Εφημερίδα των ποιητών, Διαβάζω, Αντί, Λεβιάθαν, η Λέξη, Μανδραγόρας, ο Πολίτης, Σύγχρονοι Καιροί, ενώ τακτική ήταν η συνεργασία του με το περιοδικό Μαρξιστικό Δελτίο που εξέδιδε το Κ.Δ.Κ.Ε.(4) τόσο στην περίοδο 1959-67 όσο και στη Μεταπολίτευση. Επίσης, συνεργάστηκε, συγγράφοντας λήμματα (αταξική κοινωνία, αλητεία κ.ά.), με το Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών (έκδ. Θ. Παπαϊωάννου, Αθήνα 1957, ημιτελές). Επισημαίνουμε κάποια άρθρα: «Ερμητισμός και ανεικονισμός», Μαρτυρίες, τχ. 1 (1962), 1-6, τχ. 3 (1962), 1-12, τχ 5-6 (1963), 5-22. «Το πρόβλημα των ιδεολογιών», Μαρτυρίες, τχ. 10 (Νοέμβριος 1964), 10-18. «Το θέμα των ‘ιδεολογιών’ στο έργο του Π. Κονδύλη», σημειώσεις, τχ. 53 (2000), 9-24.
Ο Μ.Λ. δεν έγραψε πολυσέλιδα βιβλία – αναμενόμενο για έναν υπάλληλο επί 32 χρόνια της Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τη θεσμική, ακαδημαϊκή ανταμοιβή της σκέψης του. Παρέμεινε πάντα ερασιτέχνης, με την ετυμολογική έννοια της λέξης. «Η δομή και η μορφή των μελετημάτων αυτών, όπως είναι, αποτελούν μια μαρτυρία: Χαρακτηρίζουν τον επίμοχθο τρόπο, με τον οποίο ορισμένη κατηγορία ανθρώπων πραγματοποιεί τη μελέτη και την πνευματικήν εργασία» (5). Αλλά αυτή η φράση του Μ.Λ. ας μη διαβαστεί μόνο ως αναφορά στους περιορισμούς της πνευματικής παραγωγής από την οκτάωρη καθημερινή εξαρτημένη σχέση εργασίας. Ο «επίμοχθος τρόπος» αφορά και τη μοναξιά της πολιτικής, αλλά και αρχικά, της αισθητικής θέσης του Λαμπρίδη και κάποιων λιγοστών συντρόφων του στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Παρά τη μορφή του έργου του, με εκκίνηση τη σκέψη του Leon Trotsky, του Georg Lukacs, του Lucien Goldman, αλλά και του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Παναγιώτη Κονδύλη, παρήγαγε ένα συγκροτημένο σύνολο θέσεων, μια προβληματική για την Τέχνη και την Ιστορία, ίσως όχι πρωτότυπη, αλλά συνεκτική, διαυγή, ρηξικέλευθη, αναφορικά με το μετεμφυλιακό διανοητικό πλαίσιο, γόνιμη για την ανάπτυξη μιας μη περιχαρακωμένης λογοτεχνικής κριτικής και ενισχυτική της πνευματικής παραγωγής της εκκολαπτόμενης Ανανεωτικής Αριστεράς, στην οποία δεν ανήκε ποτέ.
Σχηματικά, εντός των στενών ορίων αυτού του σημειώματος, αναφέρουμε ότι οι βασικές ορίζουσες της προβληματικής του Μ.Λ. για την Τέχνη και την Ιστορία ήταν η πίστη στη διαρκή επικαιρότητα και ριζοσπαστικότητα του νεωτερικού σχεδίου, η αναζήτηση ενός ‘δυναμικού μοντερνισμού’, η προσέγγιση της ιδεολογίας ως ‘ψευδούς συνείδησης’, η κριτική των ιδεολογιών, η ερμηνευτική και κριτική χρήση της έννοιας της αλλοτρίωσης, ο τονισμός της αντικειμενικότητας του έργου τέχνης ως αισθητικού και διαταξικού φαινομένου που διεκδικεί την αυτονομία του και τους εσωτερικούς όρους της παραγωγής του, η μοναξιά της πολιτικής και καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, η κρίση του αστικού πολιτισμού, ο ‘γραφειοκρατικός εκφυλισμός’ της ΕΣΣΔ.

Ο Μ.Λ. ήταν ενεργός τροτσκιστής από τη δεκαετία του 1940. Συμμετείχε στο ενοποιητικό Συνέδριο των τροτσκιστικών οργανώσεων το 1946 και εξέφραζε απόψεις που τον ενέτασσαν στην επονομαζόμενη “τάση του Στίνα”, η οποία απομακρύνθηκε βαθμιαία από τις υπάρχουσες τροτσκιστικές οργανώσεις, αλλά και από την προβληματική του Τρότσκι. Παρά ταύτα, για τον Μ.Λ., οι όποιες διαφοροποιήσεις δεν σήμαιναν τη βίαιη αποκοπή ή την απλή απόρριψη προηγούμενων θέσεων και αναφορών, καθώς η κίνηση της σκέψης του ήταν περισσότερο συνθετική. Αυτό του επέτρεψε να στέκει πάντα κοντά στα τροτσκιστικά πολιτικά μορφώματα, συνεργαζόμενος τακτικά με τα περιοδικά τους.
Παραμένοντας μόνιμα ετερόδοξος, από το 1962 έως το θάνατό του, θα συνδεθεί στενά με το περιοδικό Μαρτυρίες, που εξέδιδε ο Στέφανος Ροζάνης από το 1962 έως το 1966, και τη μετεπολιτευτική συνέχειά τους, το περιοδικό σημειώσεις (τχ. 1, Σεπτέμβριος 1973). Δύο περιοδικά που αποτέλεσαν – και οι σημειώσεις συνεχίζουν να αποτελούν – όχι μόνο μια εκδοτική κίνηση ανθρώπων με το κοινό ενδιαφέρον για την ποιητική πρακτική και την ερμηνεία της, αλλά κάτι περισσότερο: έναν κύκλο όπου κυοφορείται η “ποίηση ως αντίσταση”, η αδιαπραγμάτευτη διάθεση της κριτικής σκέψης, η άρνηση του κοινού νου, η επιμονή στον αρνητικό όρο της διαλεκτικής και στην ανθρωπολογική θεμελίωση της αντίστασης στο είναι(6), ένας λόγος αδιαπραγμάτευτα κριτικός και απομυθοποιητικός, και ταυτόχρονα σεμνός, μακριά από τις βεβαιότητες, τους φανερούς και κρυφούς συμβιβασμούς της ‘παραδοσιακής’ ή Ανανεωτικής Αριστεράς. Αν στη διαρκή κίνηση της σκέψης που ανα-ρωτά τις σημασίες και τους νόμους κρύβεται η ουσία του πνεύματος της εξέγερσης, τότε σε αυτόν τον κύκλο το πνεύμα αυτό είναι παρόν(7). «Εμείς, η σέκτα των πολιτικά ύποπτων της δεκαετίας του 1960! Αριστεροί, ίσως όμως όχι και τόσο ‘κανονικά’ αριστεροί. Με τις ιδιοτροπίες τους ο καθένας αλλά δεν διστάζω να πω ότι υπήρξαμε πραγματικά κάτι σαν ένα εξωγήινο είδος ανθρώπων μέσα στην ισοπεδωτική κλίση των ημερών, την ομοφωνία της νικηφόρας δεξιάς και την ισοσκελή ομοφωνία της ηττημένης αριστεράς»(8). Μέλη αυτού του κύκλου, ο Μανόλης Λαμπρίδης, ο αδερφός του Βύρων Λεοντάρης, ο Αντώνης Λαυραντώνης, ο Στέφανος Ροζάνης, ο Σταμάτης Στανίτσας, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ο Παναγιώτης Κονδύλης, αλλά και ο Αλ. Βαρδάκης, ο Μάρκος Μέσκος, ο Τάσος Πορφύρης, η Ρένα Κοσσέρη. Για πολλά μέλη του κύκλου, κοινή εναρκτήρια βάση αποτέλεσε η πνευματική παίδευση με τα κείμενα του Τρότσκι κατά τη δεκαετία του 1950-60. Αρχικός ενοποιητικός και διαμορφωτικός παράγοντας η πνευματική και προσωπική παρουσία του Μανόλη Λαμπρίδη: «Η προσωπική εν πάσει περιπτώσει γοητεία του Μανόλη Λαμπρίδη, του ανθρώπου που είχαμε την τύχη να συναντήσουμε πάνω στα διαμορφωτικά μας χρόνια, η συναισθηματική δοτικότητά του και ο ευρύς ορίζοντας της καλλιέργειάς του -που τον έφερνε αντιμέτωπο με τον αγοραίο λόγο- εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τον προσανατολισμό μας» (9).
Η ιδιαιτερότητα της πνευματικής θέσης του Μ.Λ. έγκειται στην παρουσία και, ταυτόχρονα, απουσία υποδοχής του λόγου του. Η διαρκής και βαρύνουσα παρουσία του στα λογοτεχνικά debates (στη δεκαετία του 1950 για την πρόσληψη του Καβάφη και του Καρυωτάκη και στη δεκαετία του 1960 για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα), η αναγνώριση του ειδικού βάρους του λόγου του στο πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής, έρχεται σε εμφανή αντίθεση με την απουσία ενδιαφέροντος για τον πολιτικό λόγο του. Ενδεικτική η απουσία του πολιτικού Λαμπρίδη στα λιγοστά, σχεδόν μηδαμινά, που γράφηκαν μετά το θάνατό του. Για παράδειγμα, ο Αλέξανδρος Αργυρίου, στο προαναφερόμενο δημοσίευμά του στο Αντί όχι μόνο δεν κάνει καμιά αναφορά στην πολιτική σκέψη του Μ.Λ. αλλά δεν αναφέρει ούτε τις ‘εκλεκτικές συγγένειες’ του Μ.Λ. με τον Τρότσκι του Λογοτεχνία και Επανάσταση. Σιωπή που ενέχει, εκτός από επιλογή (προφανώς όχι αθώα), και διχοτόμηση. Όμως, η ασυνέχεια ανάμεσα στους δύο λόγους (της κριτικής, της πολιτικής) δεν μπορεί να ερμηνευτεί με μια πιθανή επίκληση της ασυμμετρίας των δύο πεδίων. Γιατί αφενός το πολιτικό στοιχείο αποτέλεσε ενεργό σημείο της προσωπικής του ταυτότητας, αφετέρου ο κριτικός Λαμπρίδης δεν μπορεί να κατανοηθεί με επάρκεια αν δεν ληφθεί υπόψη η τροτσκιστική ή τροτσκιστογενής πολιτική ταυτότητά του, καθώς πιστεύουμε ότι υπάρχει εσωτερική σχέση ανάμεσα στις θέσεις του για την Τέχνη και αυτές για την Ιστορία. Αλλά γι’ αυτά μια άλλη φορά.


Μάριος Εμμανουηλίδης
Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2003


*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σπάρτακος” Νο 69, Απρίλης 2003. Το εν λόγω κείμενο αποτελεί Πρόλογο στο Μ. Λαμπρίδης, Τι είναι σοσιαλισμός, έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/ Ρωγμή, Αθήνα 2003.

Σημειώσεις
(1) «Εκείνο το άρθρο [‘Il gran rifiuto…’] γενίκευε την υπόθεση εισάγοντας καινά δαιμόνια και καταρρίπτοντας πάγιες θέσεις επί της λογοτεχνίας […]. Επιτέλους φαινόταν στον ορίζοντα ένας ‘σκεπτόμενος’ μαρξιστής». Βλ. Αλ. Αργυρίου, «Mανόλης Λαμπρίδης», Αντί, τχ. 777, (13.12.02), 55. Επίσης, «[…] αυτός [ο Μ.Λ.] στάθηκε αφορμή, όχι μόνο να γραφεί το βιβλίο του Τσίρκα Ο Καβάφης και η εποχή του αλλά και γίνηκε το έναυσμα για μια γενικότερη ανανέωση της μαρξιστικής σκέψης στο χώρο της λογοτεχνίας», Γ. Π. Σαββίδης, Δελτίο της Εταιρίας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, τχ. 10α (1998), 64. Για μια διαφορετική, προκλητική έναντι κοινών τόπων της Αριστεράς, αλλά και γόνιμη ανάγνωση της παρέμβασης του Μ.Λ., βλ. Τ. Καγιαλής, «Ποίηση, ιδεολογία και λογοτεχνική κριτική στην Επιθεώρηση Τέχνης», στο AAVV, Επιθεώρηση Τέχνης. Μια κρίσιμη δωδεκαετία, Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, σ. 47-67.
(2) Τ. Βουρνάς, «Φαινόμενα ‘διαλεκτικού’ εκλεκτικισμού: Ο κ. Μ. Λαμπρίδης και η παρακμή», Επιθεώρηση Τέχνης, τ.ΒΕ, τχ. 8 (Αύγουστος 1955), 120-125.
(3) Τ. Βουρνάς, «Περί πνευματικής ευθύνης», Επιθεώρηση Τέχνης, τ.ΗΕ, τχ. 45 (Σεπτέμβριος1958), 194.
(4) To Κ.Δ.Κ.Ε. [=Κομμουνιστικό Διεθνιστικό Κόμμα Ελλάδας, ιδρυτικό Συνέδριο 1946], ήταν το επίσημο τμήμα της Τετάρτης Διεθνούς στην Ελλάδα. Μεταπολιτευτικά μετονομάστηκε σε Ο.Κ.Δ.Ε. [=Οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας].
(5) Μ. Λαμπρίδης, «Προλογικό Σημείωμα», στο Il Gran Rifiuto. Κριτικά μελετήματα, Έρασμος, Αθήνα 1976, σ. 8 [συλλογή άρθρων όπου αναδημοσιεύται και το ομότιτλο άρθρο στην Επιθεώρηση Τέχνης].
(6) «Αυθεντικό στοιχείο της επαναστατικής πράξης είναι ο αγώνας για την αποτίναξη αφόρητων όρων ύπαρξης και όχι απαραίτητα για την αντικατάστασή τους με άλλα», Βύρων Λεοντάρης, «Επανάσταση και Όραμα», σημειώσεις, τχ. 35 (1990), σ. 6. «Η Επανάσταση δεν κερδίζεται κι ούτε χάνεται. Κερδίζεται ή χάνεται η επιδίωξη, ο στόχος, η τακτική, η λογική της χαλκεύσεώς της. Αλλά η Επανάσταση δεν είναι τίποτε από όλα αυτά. Αρχίζει εκεί που αναζητάται η αγωνία του ανθρώπου […]», Στέφανος Ροζάνης, «Ιδεολογικές παράγραφοι για την επαναστατική πράξη, ΙΙΙ», σημειώσεις, τχ. 7, 69.
(7) «Η εξέγερση είναι αδιάκοπη αναρώτηση. […] Μια διαρκή αμφισβήτηση των σημασιών και των νόμων», Τζ. Κρίστεβα, «Το πνεύμα της εξέγερσης», Ο Πολίτης, τχ. 32 (1997), 28.
(8) Μάριος Μαρκίδης, «Ο Κονδύλης κι εμείς: Οι δρόμοι που πήραμε», σημειώσεις, τχ. 53 (2000), 25-26. Ο θάνατος του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998) αποτέλεσε αφορμή για να δημοσιεύσει ο Μάριος Μαρκίδης δύο άρθρα στις σημειώσεις όπου μιλά εκ βαθέων για ορισμένες όψεις της “κρυπτικών διαδρομών” του ‘κύκλου’: Εκτός από το προαναφερόμενο, βλ. «Μετά τους επικήδειους», σημειώσεις, τχ. 50 (1998), 65-78.
(9) Μάριος Μαρκίδης, «Ο Κονδύλης κι εμείς: Οι δρόμοι που πήραμε», ό.π., 26.