Χρίστος Παλαιοπάνος, Τους Αίαντες μαγαρίζοντας

Όπως οδηγούν
νομίζουν ότι οδηγούν
και ιστορούν
με τον καθρέφτη των αδικημένων κραυγών
με τον ορίζοντα των δικών τους δοξαστικών
πλησίστιοι περήφανοι που πνέουν όλες τις αναπνοές
(αέρας στα πανιά τους)
κι ασπάρακτοι που ασώματα τις πλέουν
λογίζοντας αγάμητοι πως κέντρο αυτοί

το υγρότατο

υγρότερα μέσα τους εν τη ξηρά ψυχή αγωνιώντας
με τον καθρέφτη των υπολειπόμενων
με τον ορίζοντα των υπολειπόμενων

αναπνοών

άπειρες πνέοντας
αδικημένες κι αγέννητες ακόμα και νυν απορημένες

παρασυρμού:

γκρεμών πανηγύρι
υπαπαντή ηγουμένων
ερείπια επί ερειπίων
θρόνοι επί θρόνων…

πέφτουν και πέφτουν

των ασπαράκτων οδηγών τα σωθικά βαθαίνουν
στεφανωμένα τους γκρεμούς τους
δικαιοσύνη
γίνονται
γκρεμοί

γκρεμούς οι ασπάρακτοι γαμούν τρελαμένοι
που πνέουν όλες τις αναπνοές
και τις υπολειπόμενες μαζί
κι οδηγώντας
νομίζοντας ότι οδηγούν
κι ιστορώντας (ως νικητές of course)
στεφανωμένα τα αγύριστα σωθικά τους δοξαστικά τους

ενώ αναπνοές υγρές

*Από τη συλλογή “Κατά Ασπαράκτων”, εκδ. Ενδυμίων, 2016.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Μια δίοδος διαφυγής

Δεν είναι αλήθεια
ότι πεθαίνουν τα όνειρα
μόνο ξεθάβονται οι κρύπτες τους
τα κρόσια τους συνθέτουν ιστορίες
ανοίγουν περάσματα
στους σκοτεινούς διαδρόμους
των παθών μας

το μέλλον είναι σκληρό
δεν το διαπερνάς εύκολα
μα όταν ψηλαφείς
τα χορταριασμένα διάσελα
της σκέψης
κοίτα να βρεις μια χαραμάδα
μια δίοδο διαφυγής

Γεωργία Τρούλη, Μετατόπιση χρόνου

Κάποια παιδιά παίζουν με συρματοπλέγματα
Τα εσώρουχα με συρματόσκοινα
Κάποια πουλιά με καλώδια ηλεκτρικά
Οι εραστές με ελατήρια
Έτσι δημιουργείται το σχήμα

Κάποιοι με πλάκες στα λατομεία
Άλλοι μαζεύουν βότσαλα
Κάποιοι πετάνε πέτρες
Άλλοι μετράνε χαλίκια
Κάποιοι γλύπτες γλείφουν το μάρμαρο
Έτσι δίνεται μορφή

Κάποιοι κοιτάζουν τα δέντρα
Ενώ μελετούν τους κορμούς
Αυτοί παίζουν χαρτοπόλεμο
Άλλοι γράφουν βιβλία
Έτσι ξεγελούν την ύπαρξη
Και την ζωή κάποιοι την θαυμάζουν
Άλλοι την ζουν από απόσταση
Κάποιοι χλευάζουν την ύλη
Άλλοι την διαλεκτική
Κάποιοι αγαπούν
Κι έτσι κάτι νιώθουν
Και λύνουν ένα σημείο ύπαρξης

Κάποιοι τοποθετούν ψηφία
Ενώ φτιάχνουν γραμματοσειρές
Άλλοι υπολογίζουν κέρματα
Κάποιοι είναι τρελοί
Και κάποιοι βγαίνουν βαθιά κερδισμένοι
Άλλοι βαθιά νυχτωμένοι
Κι έτσι το σχήμα υπάρχει

Τα παιδιά πλέκουν μαλλιά
Άλλοι τις κλιματσίδες των δέντρων
Οι έταιροι κομποσκοίνια
Κάποιοι λωρίδες δρόμου
Κι άλλοι συνομιλίες
Έτσι αναποδογυρίζουν ευχές και φτιάχνουν συζήτηση

Κάποιος χρόνος δημιουργεί τον άλλον
Ο μεσόκαινος φτάνει στον ολόκαινο
Φτιάχνει ανθρωπόκενο
Έτσι δικαιολογείται το γέμισμα των καιρών
Και της γεώ ηλικίας
Η ύλη επιδρά στον ήχο
Αυτός στο κύμα
Και αυτό στην σκέψη
Και αυτή στο πνεύμα
Και αυτό στη δράση
Και στη μη
‘Ετσι έρχεται κάποτε η αντίδραση
Αλλά δεν καταχωρείται η φύση σε περιπτώσεις χωρίς συνέχεια
Η ιστορία φτάνει στο τέλος της
Και φτου κι από την αρχή
Πορεία στα μισά μιας διαδρομής
Που λέγεται άνθρωπος
Μισή συνείδηση
Δεν δείχνουμε
Και ξανά κι από την αρχή
Η συνεύρεση
Τα χαλίκια
Το μάρμαρο
Το σώμα
Το στρώμα
Το ελατήριο
Το σύρμα
Η πέτρα
Το πλέγμα
Η ύλη
Η ηλικία
Η δράση
Η ακύρωση
Το παιχνίδι
Ο χρόνος
Η μετατόπιση

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

Ιόχρου

Πολύ πιθανόν,
τώρα που ο ήλιος ανέτειλε
ακόμη μια φορά
η γη να ποθήσει περισσότερο
τις ακτίνες του

Η συνήθεια να ακούει
να βλέπει
να νιώθει
να αφουγκράζεται
δεν την αποτέλειωσε ποτέ

ούτε το δάκρυ της
στάθηκε ποτέ αιτία
ν’ αποχωριστεί
όσα δικά της ήταν
όσα δικά της είναι

Οι αιχμηρές φτερούγες σου
μπήγονται στα πλευρά μου
Έλα λοιπόν, κάνε μου,
όσα μου έταξες, του είπε
και γύρισε πλευρό

σ’ ένα κόσμο
σ’ ένα δωμάτιο ξένο
κι από το πανύψηλο ταβάνι
εκδράμουν ακόμη και σήμερα
οι σπίθες της ανάληψης.

***

Επί γης

σταγόνες ωκεανού, πυρ,
σε αναμαλλιασμένο στήθος

και πώς αλλιώς, ο έρωτας ρέει,
κάτι από εκείνον στα νερά

και πώς αλλιώς, η φλόγα λύει,
αυτά που φυλακίσαμε

αλλά είναι έτσι;

όσα προσέφερες
σιωπηλά

μεσούσης της χλόης
είδωλο

αιώνιων σπαρτών
στο ποιο πανάρχαιο βουνό

ή επί γης

από του νάρδου την ψυχή
ζωή τρυγήσαμε;

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Ω, εποχή πυρίμαχη
ανατέλλεις στην παράκρουση των φθόγγων
εσύ είσαι η ελπίδα να σωθούν
οι άμοιροι ποιητές μας.
Στο κρόταλο τους εισχωρείς
το ολόμαυρο, καθάριο στίγμα
παύοντας το άδοξο αίμα, το πικρό
επάνω στο μαχαίρι.
Κάθε ένα γράμμα τώρα πια
έχει να αποφασίσει
χωρίς κανένα υπαινιγμό
το φίλο και τον αδελφό
τη σημασία της φρίκης.
Είμαστε εμείς, ανάθεμα
ο αναγιγνώσκων τρόμος
εκείνο το άδηλο, ισχνό
τρεμούλιασμα του χρόνου.


View original post

Παναγιώτης Χαχής, Τρία ποιήματα

Biutiful

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κανιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
/…/
Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα

Τάσος Δενέγρης, “Ο θάνατος στην πλατεία”

Ομόνοια, πρωκτός της πόλης
Η ζωή και ο θάνατος
Συνιστώμενη δόση
Σύννεφα λύματα
Πλακάκια κίτρινα του Ηλεκτρικού
Κτήρια που απομένουν
Χτυπημένα από την αμνησία
Παρατονισμένοι ψίθυροι
Δαιμόνια συριστικά
Συρμοί της κόλασης σε
Ώρα αιχμής
Αρθρώνουν τους βρόγχους
Αφαιρώντας επικράτεια
Στροφές σιωπής στη βελόνα
Χρησιμοποιημένα χιλιόμετρα
Στο κενό
Μετρώντας
Το στρίφωμα της ζωής
Που απομένει.

***

Census

Νύχτες σκοτάδι με καρμπόν
Τόσα αντώνυμα σώματα
Ανιθαγενείς εφιάλτες
Στα σκηνικά των Εθνικών Θεάτρων
Παρωδίες, Σκηνή Λυρική,
Αλυσιδωτά τσιγάρα
Απόνερα
Στις εκβολές του Κηφισού.

Είσοδοι σχισμένα βήματα
Λαβύρινθοι στην πόλη
Χρόνος δίχως ρήματα
Πρόσωπα χωρίς αριθμούς
Το ρίγος σηκώνει κύματα
Λέξεις που αναμένονται
Αχειροποίητα συνθήματα
Κραυγές στους τοίχους.

***

Canon a-1

Από κάτω κι ανάμεσα
Στα πόδια μας
Συρμοί αιμοσφαιρίων
Συνεχίζουν να τρώνε τα σωθικά
Μας θεμέλια

Πώς γράφεις πριν
Απ’ αυτή την πόλη;
Πως γράφεις μετά;

Ψηλά στου Στρέφη
Οι σάρισες των δέντρων
Αμυχές στα ρούχα
Φεγγάρια που λάμπουν
Στα πεταμένα προφυλακτικά
Βελόνες πατάς και ματώνει
Κειμήλια βογκητά ηδονής.
Αγέρωχος καπνός
Να μνημονεύει φωτιές
Κοιτάζεις την πόλη
Κι αν ξαφνικά χανόταν.

*Από τη συλλογή “Anus Mundi”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2014.

ειδύλλιο του αιώνιου χρόνου ΙΙ

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Diane Arbus, ynkrs, ny 1962Μόλις διαλύθηκες μες στο λευκό της σώμα,
οι κόρες των ματιών σου
σαν ήλιοι εξερράγησαν/
εκείνη σε αγκάλιασε τόσο τρυφερά,
που το δέρμα σου κλαίει από τότε
στην ανάμνησή της/
Ωστόσο όλος ο ουρανός,
εκεί ήταν και σε φώτιζε/
Κι όταν ρωτήθηκε για τον χρησμό του,
έτσι απάντησε:
-Θα ζεις για πάντα,
ένα φτερό, μέσα στο χάδι της/
θα αγαπάς, ότι αγαπά:
τη σιωπηλή και την πολύβουη νύχτα/
τους βράχους ως όριο,
τους βράχους περιστέρια,
και την απέραντη ασημένια θάλασσα,
τις μέρες σου
-που τώρα πια χαράζουν ατέρμονες ροές
συνείδησης και πλεύσης-
κάθε ποτάμι κυκλικού διαλογισμού/
και κάθε ασπίδα εκούσιας τυφλότητας/
Στον τόπο σας,
θα ανάβει πάντα ένα κερί/
(της θλίψης που κανάκευε τους ώμους/
στην γαλάζια τους γυμνότητα)
κι όλες οι πόλεις που δεν σας χώρεσαν,
– νήπια αγκιστρωμένα σαν πυγολαμπίδες
στη βροχή-
θα αποκλειστούν/
Ακόμη κι ο θάνατος,
ημιτελής/
δεν θα ακουμπά πλέον
εκείνα τα κορίτσια,
τα βουβά,

View original post 41 more words

Ηρώ Νικοπούλου, Τρία ποιήματα

ΑΦΟΥΚΡΑΖΟΜΑΙ του κορμιού σου
τους λυγμούς.
Τη λύτρωση του τέλους
και καταρράχτες μας χωρίζουν ξαφνικά,
δεν ακουγόμαστε πια.

Πλημμυρίζει το δωμάτιο
καθρέφτες διάτρητους.
Με μικρά πηδήματα
περνώ απ’ τή μια μεριά στην άλλη,
ψάχνω σα γάτα κυκλικά για το είδωλο
που δικαιούμαι.
Και τότε ανοίγεις τα μάτια,
κολασμένη λάμψη το σκούρο τους.

Από ψηλά γκρεμίζονται στιβάδες χρωμάτων
γεμίζει το δωμάτιο τόξα κι ιριδισμούς
κι αυτός ό λυγμός του κορμιού
που στροβιλίζεται και με χρυσώνει.

Μυρίζεις θάλασσα κι απόσταγμα θυμού.

Έπειτα σιωπή.
Τα έπιπλα μπαίνουν πάλι στη θέση τους,
τα χρώματα τραβιούνται προς το παράθυρο.
Μόνο ο καθρέφτης αρνείται πεισματικά
να επιστρέψει το είδωλό μου.

***

ΦΥΣΑΕΙ αέρας δυνατός
περνάει μέσ’ απ’ τις σίτες
γράφει χάδια πάνω στά έπιπλα
στέκεται απέναντι
(τον κοιτώ στα μάτια).

Φράζει όλα τ’ άνοίγματα
στομώνει φωνήεντα η σιωπή.

Ταξιδεύει μέσα στο σπίτι,
στα πολύφωτα,
ζωγραφίζει σύννεφα στα ταβάνια.

Η φωνή σου στις κουρτίνες μου
σιγοψιθυρίζει.

***

Η ΕΙΚΟΝΑ σου σπάει
μέσα σε βλέμματα.
Την τυλίγουν
βελούδα σιωπής.
Ακολουθεί τα πατήματα
του ανέμου.

Τ’ απογεύματα με τις βροχές,
όταν μουσική κυριεύει την πόλη,
περνά μέσα από ακολουθίες αόρατες,
ταξιδεύει μέχρι τά χρώματα
κι ενώνεται μαζί τους.

*Από την ενότητα “Φώτα νυχτερινά πιθανοτήτων” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.

Κυριάκος Ραμολής, Τρία ποιήματα

Επιτέλους

Βιολιστή
με το ετοιμοθάνατο έντομο
να χαμογελάει στα δοξάρια μας
θα περατωθεί η αρμονία
Το δέντρο πλακώνει δυο παπάδες
ο πρώτος έσκαβε στα σωθικά μπαούλα
ο άλλος πάντα σώπαινε
ενώ κρουστοί οι τύραννοι
ψελλίζουν τα λογύδριά τους
κατά την τσίγκινη αυγή
Στο τραπεζομάντηλο της Ενοχής
που πάνω του έστρωναν
γυναίκες και εδέσματα
τυλίγω τη νέα χορδή
—τη λήστεψα όταν συνέθετες
το μαύρο με τα παρδαλά—
Σε κάποιο δείπνο θα την προσφέρω
στους προλετάριους με τα μονόκλ

***

Χαβάς

Στρεβλό που δικαιώνεις
φεγγάρι τον μύωπα
Καμήλα της αδράνειας
εκείνος ο ξένος
γνωρίζει αλχημεία
επισημαίνει τη θλίψη
πίσω από τη διαύγεια
της ύψιστης ονείρωξης
Πεντάρφανα αστέρια
ψέλνουν στην ενδοχώρα
τον καημό σου βοσκέ
γεροδεμένε στη μοναξιά σου
Γάλα των άσπιλων μαστών
μιας θύελλας πουτάνας
πνίξε το βρέφος
Μόνο η καλύβα σείεται·
ο μάγος θα αποχωρήσει
ακράδαντος την επιούσα

***

Σαπίζει το άνθος

Κάποιο σίδερο θα ισοπεδώσει
τα μυριόστομα κελεύσματα
του τσοπάνου, του βυρσοδέψη
αυτού που έκπαγλος θωπεύει
την ίδια του τη σάρκα
Ο νταβατζής περίφημος
σκουπίζει μόνος τα πρωινά
στην είσοδο των παραπληγικών
ακέραιος ο ίδιος
Μα θραύσμα το θαύμα
οι συμπεθέρες ρεύονται
τα κόλλυβά μας
Εικονοστάσι των αοράτων
αόμματοι ψαχουλεύουν
τρεις άγιοι το ήρεμο τούβλο
Τόση ματαιοδοξία το ορεσίβιο
κατσίκι μεταφέρει
μαζί με τον ισόγειο διαβάτη
τον ουρανό του Τάγματος
Εξάλλου ο Κανόνας
πάντα θα επαναφέρει
την οδύνη σου ακόλουθε
θηρίων και φαντασμάτων

*Από τη συλλογή “ΠΥΡΆΓΡΑ”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2005.

Βασίλης Βάρκας, Τέσσερα ποιήματα

ΤΟ ΨΕΜΑ TOY ΘΑΝΑΤΟΥ

Μας έχωσε η ζωή κάτω απ’ τα σκέλια της.
Μας πήρε και μας σήκωσε το «κύμα».
Κακοκαιρία στην ψυχή μας εξελίσσεται.

Αργά διαβαίνω σκόρπια μονοπάτια
και τραγουδώ το ψέμα ενος θανάτου.
Χαριεντίζομαι με τιποτένιους ήχους.
Εκεί που ανάποδα ο κόσμος σπαρταράει.
Χαμένος στη ζαλάδα μου μυρίζομαι…
Αλίμονο στον ύπνο που ξυπνάει.
Χωράφια με ανθρώπους σηκωμένους.
Πατάμε στα χαλιά που πλέξαν άλλοι.

Αχ, να μπορούσα να ‘μαι κύριος.
Και να μην παίζω κρυφτό στον εαυτό μου.
Μα αν κατάφερνα να ορίσω τη ζωή μου.
Δε θα ’χε πλέον αξία το μηδέν.
Σ’ άλλες πλευρές για να γυρίσω το κορμί μου.
Άλλα χίλια κορμιά θα πρέπει να χαθούν.

Δεν τρώγονται τα σάπια κρέατα που βρήκα.
Γιατί είν’ ανθρώπινα.

***

ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΙΔΙΚΑ

Χρόνια παιδικά.
Βαρέλια με χαλίκι.

Φλόγα από κάτω τους,
τις πέτρες πυρακτώνει.

Βουτώ τα χέρια μέσα τους,
να τις εξερευνήσω.

Κι όσο κι αν καίγομαι απ’ αυτές,
πιο μέσα τους βυθίζομαι…

***

ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΜΟΙΡΑ

Ο χρόνος χαμένος.
Λυπάται τη γη.
Που με παράπονο κοιτάζει,
την άστεγη ύπαρξή μας.

Αν μάταια σκορπάμε την ψυχή μας.
Όσο χαζεύουμε τον κόσμο να κινείται.
Αφού μας ενοχλούν οι άγριες φωνές τους.
Δεν απαιτούμε στο ταξίδι της ζωής να έχουμε μερίδιο.

Όσο χαιρόμαστε τη λήθη μας,
κλαίει για μας εκείνη.
Αμα τελειώσει ξαφνικά της μοίρας το χαλάζι,
δε θα μιλάει τίποτα χωρίς τη σύνεσή μας.

***

ΓΑΛΗΝΙΑ ΔΥΝΑΜΗ

Όταν του ζήτησα φως δυνατό
μου ‘δωσε τη μιλιά του.

Και μίλησε κι άλλες φορές
“Μια ζωή είναι θα περάσει” είπε.

Κι έβαλα τα κλάματα.

Γιατί δε θα σηκώσω
ποτέ μου την αλήθεια του!…

*Από τη συλλογή “Μιζεραστία”, Εκδόσεις “ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2011.