Τέσσερα ποιήματα του Ηλία Λάγιου – In memoriam

04:49΄ Η ΔΗΩ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ

Αυτό το ποίημα είναι η Δηώ, με προεξάρχουσα
την υπόσταση της Δηούς.
Σ’ αυτό το ποίημα η Δηώ μια βάναυση είναι λυκοθυγατέρα
που φωνάζει.
Κόρη μου, σ’ ευγνωμονώ που μου έδωσες τόση από έλλαμψη πολλή•
στο άλλο ποίημα η Δηώ θρυμμάτιζε το φως καθώς λυκάκι.

Λυκάκι λοιπόν. Έτσι είπα σε κάποιο άλλο ποίημα
(ποτέ δεν το ’γραψα• προς τι; Επί ματαίω).
Κάτι τις αν τα ’παιρνα στα σοβαρά• θα θύμιζε ίδρυση της Ρώμης.
Πού να βρεις λεφτά για ν’ αναθρέψεις δίδυμα;

Ρώμος, Ρωμύλος• το λυκάκι ουρλιάζει•
δεν έχω αίμα και ψυχή, δεν έχω πρόσωπο•
δεν μπορεί να εκδώσει τίποτε από εμένα παρά,
ένα στοιχείο από αλατισμένο δάκρυ.
Η λύκαινα η κυρά μου τρέχει αναζητώντας τον χαμό•

χαμού χαμός, χαμότατος, δικός μου ή δικός της,
για μας αδιάφορο.

[Από τη συλλογή Το εικοσιτετράωρο της Δηούς, 1998.]

***

[από τις Επιστολές στην Δηώ]

Ευδαίμων είμαι, το ξέρω τώρα, μα δεν θα πεθάνουμε ποτέ.
Η ακριβής στιγμή αυτή είναι κορυδαλλός, νερό σγουρό και πικραμύγδαλο,
το κάθε κίνημα του χεριού μου αφηγείται μια υπόσχεση:
στην Κλεομένους 34 που σου μιλώ, συλλάβισέ με.

Δεν έχω μετακινηθεί, όλα σε με προφτάσανε•
Πλούσια μου αφιερώθηκαν καθώς το θερινό φως.
Κάμαρή μου, να μεταμορφώνεσαι σε απεριόριστο τοπείο,
τηλέφωνο, κόκκινο κρασί, έλλειμα ανάμνησης.

Μόνο το ν’ αγαπάς δεν είναι τίποτε.
Εύκολα ο ένας διαχέεται στον άλλο.
Πρέπει να έχης την αγάπη προσδιορίσει,
Σε τόπο και καιρό, με τρόπο, μέχρι τέλους.

***

[από την ενότητα Μillenium]

Στον ευλογημένο τόπο Λεβόν οι λέξεις ήρθαν, εγκαταστάθηκαν
και, για πάντα, εδώ θα κατοικήσουν
Οι λέξεις, πράες και νοικοκύρισσες
Η λέξη διάρκεια, η λέξη αποθυμιά, η ρυθμική λέξη ανάσα
Γεμάτη μ’ όλη την ευωδία του ξημερώματος η λέξη καφές
Καλός εδιάβηκε ο καιρός τους, δοξασμένα τα έργα τους σταθήκανε
Πλημμυρισμένη στάχυα χρυσά η λέξη δρεπάνι
Πριν να σε συναντήσω αγαπημένη κι όμως σ’ ήξερα
Η ευγενική λέξη καλησπέρα, η λέξη επίκληση, η λέξη ερωτηματικό;
Ίσως χαιρέτησα τον άνθρωπο που κάθε βράδυ αφηγείται στις
λέξεις παραμύθια
Η λέξη χερουβείμ, η λέξη ελεβούσιον
Πόσον λαμπρά τα δώρα του Αγαπητού μου και Θεού, πες μου,
πώς να το ξέρω
Όλων των λέξεων τα σπιτικά κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία

***

του Χρήστου, παραμονή των Χριστουγέννων

Άρχοντά μου, σβησμένη σάρκα, μάτια χωρίς τα μάτια σου,
σβώλε από χώμα, αχερουσία, μεσάνυχτα του κανενός,
μα πώς βαστάς την τόση απουσία;
Δεν σ’ το ’πανε, ψυχούλα μου, που ο θάνατος νικήθηκε για πάντα;

Σφαλισμένη η πόρτα μου• κλειστά τα παραθυρόφυλλα• μπορείς
να μπης.
Παλιέ μου και μονώτατε, έλα να με γιορτάσης,
ν’ ανάψη η μια στιγμή χαράς, δικιά σου και δικιά μου,
κι αχ, μου δίνεις το χέρι σου κι αχ, μου λες τ’ όνομά σου.

Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
Και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μας κέρδισε για πάντα;

[Από τη συλλογή Πράξη υποταγής (2000).]

http://frear.gr/?p=6539
Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Γόνη.

Γρηγόριος Σακαλής, Αγριάδα

Έγινες πολιτικός ρε μπαγάσα
έμαθες καλά τις κινήσεις των χεριών
όταν μιλάς
για να τονίσεις ή να κρύψεις κάτι
το ντύσιμό σου σένιο
θυμάμαι είχες ένα καλό παντελόνι
το βράδυ το έπλενες να είναι καθαρό
για την άλλη μέρα
έμαθες το θέατρο κι ανέβηκες ψηλά
έχεις βίλα στο Πανόραμα
θυμάσαι που μέναμε στην Εστία
σε κείνα τα μικροσκοπικά δωμάτια
όμως μη μου στεναχωριέσαι
που σε μαλώνω
δεν είσαι ο μόνος
υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένανε
όμως αν έχω κάτι να θυμάμαι
από σένα
είναι εκείνο το παιδί στα δεκαεννιά
την αγριάδα της νιότης
που ήθελε ν΄αλλάξει τον κόσμο
αυτό θυμάμαι
αυτό θυμάμαι.

Ποιήματα | Γιάννης Τόλιας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis

Χορός ΙΙ

Δαιμονικό
το στροβίλισμα
του κορμιού σου

Προσηλυτίζει το βλέμμα

Στην ακόλαστη
θρησκεία
του σώματος

Διψασμένη για λατρεία
Θεά
του σάρκινου κυματισμού

Ματαιώνεις
κάθε απόδραση της όρασης
από το αβάσταχτο

Αδυσώπητη
εισβάλλεις βαθιά
στις κρύπτες των στίχων

Επιβάλλοντας το επιτίμιο

Της λυσσασμένης λαχτάρας.

View original post 243 more words

Επάγγελμα υψίστης δυσκολίας | Χρήστος Κάρτας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kartas

Μες στο δωμάτιο υπάρχει ένα παιδί που κλαίει
κάπου το έχω ξαναδεί
αλλά δεν έχω χρόνο να σκεφτώ.

Η θλίψη ξεδιπλώνει τα μαύρα της φτερά.

Ο φανοστάτης τρεμοσβήνει κάτω απ’ το μπαλκόνι μου
σαν βλέμμα ατροφικό.
Κάποιος περαστικός ψελλίζει ένα τραγούδι
που ακούγαμε στην ταβέρνα του κυρ Τάκη στο Περτούλι.

Κανείς δε μένει πια εδώ.
Ζω σε ένα τραίνο που δεν πάει πουθενά
όχι και τόσο ποιητής
για να κατέβω.

View original post 46 more words

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τρία ποιήματα


Ηλιόχαρις

Και από τον ήλιο δεν καιγόσουν πια
έτσι που σε ασπίδωσαν τα αντιηλιακά κύτταρα
εσύ που έφαγες περίτρανα
κι απέβαλες στημένους όλους τους χυμούς σου
εσύ που ανέβαινες να πιάνεις ηλιαχτίδες
κι ακόνιζες στις ρόδες τους χρυσά μαλλιά
τα βλέφαρά τους

***

Δεσμώτες

Και θα τη χάραζα αγάπη μου στον ήλιο την αυλαία
από καιρό ξεκίνησα
το τέθριππόν μου κουβαλώντας
με λυσσαλέα δύναμη τα γκέμια του χτυπώντας
καλπάζοντας στα ύψη

μόνο σε αυτά τα υψόμετρα
συνθλίβονται τα κρίματα, τα πάθη, τα εγκλήματα
και όλα σου τα σφάλματα

η πίστη και οι όρκοι σου
οι όρκοι σου που τίμησες
που νόμισα πως τήρησες
στέκουν ακέραια εκεί

για τις πίστες όλες
και τους όρκους όλους
όλων ημών των σκυθρωπών
των δεσμωτών του χρόνου.

***

Το τριαντάφυλλο του Ανδρέα

αποφώνηση

Και ήταν ωραίο
το ξημέρωμα που ανέτειλε
μετά από βάθη σκότων χρόνων
που σε αφέντευαν
και η δροσιά που το συντρόφευε
πουλιών κελάηδισμα
φτερούγισμα ψυχής πια σου προσέδιδαν
και μια τέρψη
παρολίγον τόσο δα λυπημένη

Με δύο φτερά αγγέλων κατηφόριζες
τα ίδια μονοπάτια
τις ίδιες σκέψεις τώρα έκανες
του φθινοπώρου χείλη που έκλεινες
περίσσεια η συγκίνηση
που σαν παιδούλα εναγκάλιαζες
της άνοιξης τα χνώτα
σαν και πρώτα

Και ήταν τόσο ωραίο το κύμα
που σε έλουζε
ολόγυρα τριγύρω
και όχι επί τούτου
που έμαθες να περπατάς
και η αύρα που σε δρόσιζε

Με μια πτερύγια καρδιά
τώφρα τα διέσχιζες
με χέρια και με πόδια
ολούθε γύρω πιτσιλώντας
ολούθε γύρω δεν ξεστράτιζε
η αντένα από τη ρότα
σαν και πρώτα

*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

Παρατυπίες

Μια κάποια μέρα θα ξυπνήσουν
οι θεατές και στην υποθαλάσσια σκηνή
ένα τεράστιο στόμα
πλημμυρισμένο συγκίνηση
από το χιλιοτυπωμένο δέρμα του
εκσφενδονίζοντας τον ίλιγγο

θα πει:

Το εσώτερο μιλά δυνατά
σε όσους έχουν την ικανότητα να ακούν
όσα ο ψίθυρος διηγείται
Πετράδι κόκκινο εισχωρεί στα πελάγη
και η συγκομιδή ξεκινά
Ο πετεινός πάντα την ίδια ώρα καλεί
Η φασολιά την ίδια ώρα γεννά
και η ψυχή κάθε στιγμή και ώρα εγκαλεί
Η προσήλωση στον εαυτό από το σώμα ξεκινά

Μ’ αγαπάς; ρωτά
Είσαι έτοιμος;
και αν ναι
τότε, πόσα κλωνάρια η αφή προσκυνά;
Την όσφρηση ποιου οργασμού η νότα ξεγελά
και η καρδιά πότε χτυπά δυνατά;

Μαγεμένοι όλου του κόσμου στοιχηθείτε.

***

Στην πόλη των Αθηνών

Η σονάτα του ακανόνιστου
του απειροελάχιστου
αυτό,
τ’ αγρίμι
που τριγυρίζει το μυαλό
διαλύοντας τη σάρκα
και προσπερνά
δήθεν αθόρυβα
απ’ τους κροτάφους
διεισδύει στα εξαπτέρυγα
σύμπαντος κόσμου σου,
ανακατεύοντας εξόχως
αίμα,
αρχέτυπα,
φωτόδεντρα και φτέρες
βυθίζοντας Ναύπλιο και φλέβες

και εμείς έκπτωτοι αστοί
μαγεμένοι, πηγαίνουμε στα κλαδιά του να πνιγούμε.

10 minimal σπουδές για τη φθορά και τη νύχτα ΙΙ

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

PSX_20170423_190709.jpg
Ι
σ’ αυτή τη ζωή, έχουμε κι άγκυρες:
πχ
το φως της μάνας μας,
δεν επιταχύνεται
για κανένα
αδρανειακό παρατηρητή/

ΙΙ

λειτουργείς και δίχως όρια/
πως δεν το ξέρεις,
όταν νηολογείσαι στο Πορτ-ο-Πρενς
βαρκούλα εσύ,
καρυδότσουφλο των τροπικών/

ΙΙΙ

στην κοίλη κολυμβήθρα,
πώς να γλιτώσω από του χρόνου
την αρκούδα;
από τα χέρια μου αρπάζεται
– να μη γλιστρήσει-
και τα δαγκώνει,
όπου βρει/

betweenDogandWolf8_2005_4fca1b1f89eb5

IV

Όσο ξεφορτώνομαι την ποίηση,
βυθίζονται οι αποβάθρες
όπου ακουμπούσαν,
τα άρρητα φτερά τους οι Αρχάγγελοι/
άπτεροι ερίζουν πλέον
στον ύπνο μου,
για μια μπουκιά Θεό/

V

το δράμα της νύχτας,
αυτό το δρολάπι
από ασημένια κόκκαλα/
και το γαλάζιο κύμα των λύκων μες στο χιόνι/

VI

Νύχτα,
το αγαθό σου πέπλο
είναι ο θάνατος/
της λέω,
καθώς εκείνη με τραβά
στα τάρταρα,
με τη φαρέτρα της εξοπλισμένη,
νεράιδες των λιμνών/

sheep

VII

Θαυμάζουμε τους ανθρώπους για όσο διαρκεί,  έπειτα πάλι εκπίπτουν μέσα μας,
όπως το φως…

View original post 162 more words

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Οι γλάροι
 
Περιμένουν να τους ονοματίσεις
Σαν άσπρα γεμάτα βαρέλια με οίνο
Που περνούν με τους πλανήτες
Περιμένουν να φωνάξεις τον κάπελα του ανέμου
Και της γνώσης να κατέβουν
Κι όταν αυτός θα ‘ρθει
Ανοίγουν τα φτερά τους στο μεθύσι
Σαν κάνουλες χαράς, φωνές ξεφαντώματος
Γυμνάζουν τα πόδια στο μεγάλο ταξίδι
Ανοίγουν τα μάτια στις ασύγκριτες μέρες
Μένουν δεμένοι στο ζωνάρι της λεηλασίας του ήλιου
του Νότου
Γιατί… για να φύγουν…μακριά
Πρέπει να δώσουν όλα όσα μαζεύονται στο ράμφος τους
Και είναι πολλά, ω πολλά
Είναι ό,τι τους έβαλες να φαν
Για να σταθούν στο είδος τους
Όσα τους έδωσες κι εσύ, για να σε πάρουν μαζί τους!
 
*** 
 
Των ημερών μου

Το μεγάλο μανουάλι
σε μια αίθουσα ανοικτή στον καθένα
Μετρά τα μικρά κεριά των άστρων
Και τα σβήνει για να μην ξενυχτίσουν
Οι έμποροι άνοιξαν από το χάραμα τα μαγαζιά…
Στα πέτα των ανθρώπων έχεις περάσει σημειώσεις
Σε άγραφα χαρτιά
Από τα φύκια που συνωμοτούν να σ’ αποκτήσουν
Παντοτινά μια περιπέτεια σε κυνηγάει να σ’ εύρει
Στα έγκατα μιας ευτυχίας λησμονημένης
Ξεχνάς πως για να θυμηθείς
Θα πρέπει να βάλεις όλα τα μέλη σου και πάλι σ’ ένα
Όπως ήσουν πριν γεννηθείς
Κάθισε κτύπα δυο πετρίτσες στο γιαλό
Και φώναξε να εισακουστεί η χαρά σου
Και πες στο αλφάβητο να ησυχάσει μέσα σου
Δεν είσαι μόνο νους και γνώση
Στα πόδια ενός Χριστού πελώρια η λιτανεία της ζωής
Και δες πόσο οι μαύρες πλάκες ηφαιστείων έμειναν χωρίς το άσπρο του αφρού
Και δες πως τα μολύβια έπαψαν να βγάζουν τον κατρά της αγανάκτησης
Και καθώς όλος σαν γεννήθηκες να δώσεις
Στο μανιασμένο χώρο των ανέμων
Τη γη επαγγελίας των μνημονίων
Πως είσαι για να ζήσεις στον αφρό…
Ω, χαρά
Σαν Αφροδίτη να ντυθείς με πέταλα
Των πιο κλειστών που ανοίγουν τώρα ημερών σου

*Από τη Συλλογή “Το Αρχιπέλαγος”, 2016.

Άρης Αλεξάνδρου, Μέσα στις πέτρες

Στη φωτογραφία ο Άρης Αλεξάνδρου αναζητώντας τη νύμφη Αβαρβαρέη στο δάσος της Κομπιένης 84χλμ από το Παρίσι

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μέσα στις πέτρες.

ΣΕΡΕΝΑΤΑ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_9922

(Αφιέρωμα στον Λόπε δε Βέγα)

Στου ποταμιού τις όχθες

βρέχεται η νύχτα

και στα στήθια της Λολίτας

πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

–

Πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

–

Η νύχτα τραγουδάει γυμνή

πάνω απ’ τις γέφυρες του Μάρτη.

Πλένει η Λολίτα το κορμί της

μ’ αρμυρό νερό και νάρδους.

–

Πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

–

Η νύχτα η καμωμένη από γλυκάνισο κι ασήμι

λάμπει πάνω στις σκεπές.

Ασήμι από ρυάκια και καθρέφτες.

Γλυκάνισο των άσπρων μηρών σου.

–

Πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

–

FEDERICO GARCIA LORCA

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Mετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης

View original post