Νίκος Κωσταγιόλας, από το «Ακούγοντας Δάση»

ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΝΔΡΩΝ, ΠΟΜΠΗΙΑ, 2020 μ.Χ.
Από τον θάνατον ουδέν κρυπτόν
εκεί —κατάχαμα— τους βρήκαν τεφρωμένους
και γύψο χύσαν στα σφιγμένα μέλη
να σαρκωθεί ο σπάνιος σπαραγμός τους
Ο ένας —είπαν— θα ’ταν δούλος, σκλάβος
από τους πολλούς που εμπορεύονταν
στα fora και τα σκλαβοπάζαρα
—λάφυρο πιθανώς κάποιου πολέμου—
Τον βρήκε μέσα σε λιτό χιτώνι
η ώρα κείνη της καταστροφής
– θα κουβαλούσε κάποιο του αφέντη
του άχθος πάνω απ’ τους σακατεμένους
απ’ τα μυριάδες κρίματα σπονδύλους
σαν άρχισεν η γη να τρέμει.

Ο άλλος
είπαν πατρίκιος. Μια πλουμιστή
χλαμύδα φόραγε όταν η λαίλαπα
κατάπιε μια για πάντα το κορμί του
και λίπος θά ’τρεχε απ’ τα χείλη του
όταν στο έλεος παραδινότανε
το εύπορο σαρκίο του της στάχτης
κι η σκοτεινιά τού έπαιρνε την όραση
—δε θα ξανάβλεπε ποτέ του μάλαμα
μήτε του ήλιου τ’ ακριβό το φως—
Εκεί, λοιπόν, κατάχαμα τους βρήκαν
δύο μάζες απολιθωμένης λάβας
τον πλούσιο, τον φτωχό ένα κουβάρι
– μονάχ’ από τα δόντια τους ξεχώριζες
που λαμπυρίζαν κάτασπρα εξώκοσμα
στιλπνά – στο τελευταίο τους καταφύγιο
Από τον θάνατον ουδέν κρυπτόν
– γι’ αυτόν όλοι ό μ ο ι ο ν οβολό κομίζουμε.

*Από τη συλλογή ”Ακούγοντας δάση”, εκδόσεις Βίργκω, 2024.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα γραμμένα σαν τηλεγραφήματα

ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ

-Στουπί από ‘να χύμα μαγειρείου-Γριά εξ Αλεξανδρείας και Καΐρου – Το σπίτι της ψαχούλευε του βίου – Το σπίτι της εκείνο που εγεννήθη – Μακριά στο Ελληνικό Νοσοκομείο – Εκεί που ποιητής περιπλανήθη – Τετράγωνα με σβούριζε στο κρύο – Το χάραμα πεζή περιπολία – Mας έκοψε τον δρόμο για το σπίτι – Μας ‘γράψαν ως συμβάντο τους στο Τμήμα – ”Ναυάγιο με οδηγό έναν αλήτη’’ – Στο αίμα μου μαρκάρανε τη λήθη – Σαν βρίσκανε γι’ αυτήν πτωχοκομείο –

Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ: Ο στόχος εύρετρα – Μα η γραία – Με εξαφανίσεων καρτέλα – Κι ”Ύπνους” στην τσάντα που το σκάει – Σχέδιο μιας κόρης της στο λάδι – Καυτό από ‘κείνη μες στα χρόνια – Να τη ρημάζουν τα πρεζόνια – Μια γραία με βόμβα – Που δυστυχώς γυρίζει σώα – Κι η κόρη της ουρλιάζει ”Ας ψόφαγες τρελή σ’ ένα χαντάκι” – Κι οι μπάτσοι ξεψαχνίζουν τα χαρτιά μου – Πώς βρήκε τον μπελά της η ανθρωπιά μου –

*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2016.

ΜΠΑΡ “ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΙ”

-Το μπαρ “Τσαϊκόφσκι” μες στην κάπνα – Με ξεχασμένες σερπαντίνες – Από πινέζες να γυ- ρίζουν – Στη σκοτεινιά – Κανένα μούτρο – Του μαγαζιού – Να το αντικρίζουν – Και το κορίτσι του ιδιοκτήτη – Με έναν καημό – Που στη ζωή της – Δεν τα κατάφερε να γίνει – Μία χορεύτρια μπαλέτου – Όταν το μπαρ το αγοράζει – Ο “ιδιοκτήτης” – Για να είναι – Μια πολεμίστρα μες στη νύχτα – Ενός ακήρυχτου πολέμου – Του το ζητά – Το μπαρ – “Τσαϊκόφσκι” να βαφτίσει – Κι αυτός “Τσαϊκόφσκι” – Μες στο “χιόνι” – Xωρίς κουβέντα το βαφτίζει – Και με τη μούρη να χιονίζει – Τη θέλησή της – Τη “Λίμνη των Κύκνων” – Να χορεύει – Αμέσως θα πραγματοποιήσει – Και τα κουμάσια του “Τσαϊκόφσκι” – Για ένα βράδυ αντικρίζουν – Μια μπαλαρίνα μες στην κάπνα – Να ξεπροβάλλει – Με γαλήνη – Και φως στο σκότος τους να ρίχνει – Και τον Κακό Μάγο – Τον Ρόθμπαρτ – Με την Οντίλ – Τον Μαύρο Κύκνο – Να ξαποστέλνει ο πορτιέρης – Με τις κλωτσιές-Λίγο πριν κλείσει –

*Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ“, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα, Φεβρουάριος 2025.

Κορνηλία Καδόγλου, Αλλόκοτες νύχτες 

Θυμήθηκα πάλι εκείνες τις αλλόκοτες νύχτες.
Καθώς αιωρούμασταν σαν σχισμή δέρματος
κρεμασμένη από ένα ξεχειλωμένο καρφί.
Τα σώματά μας έσταζαν αλάτι από αδικοχαμένα θηράματα.
Η μία μου πλευρά ήταν αχρείαστη μια σκοτεινή σελήνη
Η άλλη σπαρταρούσε πριν την πτώση.
Παραδομένοι σε έναν κατάκοπο χρόνο βαρύ σαν τσουβάλι.
Διογκωμένοι με τις κοιλιές ανάσκελα.
Θυμάμαι τα χέρια σου σαν δυο κουρασμένα έντομα.
Και μια μυρωδιά από καμένη αγρύπνια.

Αργύρης Χιόνης, Απορίες

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;
Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;
Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;
Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;
Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;
Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;
Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;
Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
ξέρουν ότ’ είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;
Πώς νιώθει τάχα η νύχτα
μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;
Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;
Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;
Τα πούπουλα του μαξιλαριού]
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;
Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν την αγγίζει ο θάνατος
τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει;
Είναι το σκοτάδι που ’ναι τυφλό
ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

Joyce Mansour, Ενύπνια ψιχίων 

Δεν είναι από λάθος μου
αν τα μπούτια μου είναι καλοχυμένα
μες στο πετσί μου
Δεν θέλησα να ξεσηκώσω το μορφασμό του πόθου σου
Όταν έβγαλα τη φούστα μου
φασκιωμένος από ευτυχία κατάχτησες τη σχισμή μου

Δεν είναι από λάθος μου
αν ήχησε ο συναγερμός
και παγιδεύτηκε το χέρι σου
ξεριζώθηκε καταδικάστηκε ανατράπηκε
κι απ’ το λαιμό κρεμάστηκε
όμοιο με κούκλα από κρέμα
Δεν είναι από λάθος μου
Ήθελα να σε συγχωρήσω

*Mετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος

**Από εδώ: https://poiimata.com/2025/03/15/enypnia/

Παρισινή Κομμούνα (18 Μαρτίου – 28 Μαΐου 1871)

Tης Ζαν Μαρί τα χέρια
είναι γεροφτιαγμένα

μαυρισμένα από το καλοκαίρι
χέρια χλωμά σαν πεθαμένα.

Το χρώμα αυτό το σκοτεινό
πώς πήρε τέτοιο χέρι;

Στις λίμνες μήπως πλένοντας του αισθησιασμού;
Το πρόσωπο αγγίζοντας γεμάτου φεγγαριού
που κύλησε στην αγκαλιά του ήρεμου νερού;
Τη ζέστη τάχα ρούφηξε βάρβαρου ουρανού
στη λυπημένη μοναξιά κάποιου μεσημεριού;

Κι έκαψε με τη θέρμη του τα χέρια τα γερά
ακουμπισμένα ήσυχα σε γόνατα κομψά;
Τί χέρια τάχα να ναι αυτά;..

Χέρια που επανάσταση ξέρουν να τραγουδούν
της παρηγόριας προσευχές δε κάθονται να πουν.

Απ΄το λαιμό αν θέλουνε μπορούν να σας αρπάξουν
εσάς αριστοκράτισσες, ευγενικές αστές,
τα τρυφερά τα άκρα σας, λευκά και βυσιννιά
να τα συνθλίψουν μονομιάς σαν τα ξερά κλαδιά,
με τούτες τις παλάμες τους τις τόσο δυνατές

Η καστανή η λάμψη σας, χέρια αγαπημένα,
τ΄αθώα πρόβατα τραβά
Στα δάχτυλά σας τα καρυκευμένα
ρουμπίνι αφήνει ο ήλιος όταν τα κοιτά

Η λαική καταγωγή τα κηλιδώνει, το καφετί τους χρώμα
αμαρτωλό λεκέ απ΄το χθες ζητάει να θυμίσει,
όμως περήφανος επαναστάτης δεν υπάρχει
που αυτά τα χέρια δεν λαχταράει να φιλήσει!

Υπέροχα τα χέρια τούτα, χάρισμα
ενός ήλιου με αγάπη φορτωμένου
πάνω στο μπρούτζινο των όπλων χρώμα
του Παρισιού του επαναστατημένου.

Αρθούρος Ρεμπώ

Η ποιητική μιας ερχόμενης άνοιξης

Κατερίνα Λιατζούρα, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου: Άνθεα, Εγχώρια και εξωτικά, Ποιητικό ανθολόγιο με σχέδια της Ιουλίας Μιχαλέα, Επίμετρο: Ευσταθία Δήμου, Εκδόσεις ΑΩ

Γιώργος Δρίτσας*

Τα ποιήματα επιτρέπουν τη σύνδεση με τη φύση.

Η ζωή των μορφών σηματοδοτεί την αρχή και το τέλος των ελάχιστων αυτών σημείων που βαφτίζουμε «όντα»· δηλαδή, όλων αυτών των πλασμάτων που αναπνέουν και τρέφονται από τη γη, που τα φιλοξενεί προσωρινά προτού τα απορροφήσει μόνιμα στα έγκατά της. Μια συνηθισμένη πορεία που διαμεσολαβείται από τις ελάχιστες αυτές στιγμές των καθημερινών γεγονότων που πλάθουν και το μοναδικό μωσαϊκό της ίδιας της ατομικής ζωής. Μέσα σε έναν κόσμο όπου τα πάντα συνδέονται μεταξύ τους και αλληλοσυμπλέκονται.

Πολλές φορές, εκκινώντας από μια τέτοια θεώρηση, η ποίηση φιλοξένησε μέσω των παρομοιώσεων και των μεταφορών της τις ταυτίσεις που ένιωθαν οι δημιουργοί της με άλλα ζώα, φυτά, ακόμα και με άψυχα αντικείμενα. Πάνω σε αυτή τη βάση κινείται και η συνεργασία της Κατερίνας Λιατζούρα και της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου στο συλλογικό τους ποιητικό πόνημα Ανθεα: εγχώρια και εξωτικά (εκδ. ΑΩ, Καλύβια Αττικής, 2023), το οποίο συνοδεύεται επίσης από τα πανέμορφα σχέδια της Ιουλίας Μιχαλέα, ένα κατατοπιστικότατο ευρετήριο με χρήσιμες πληροφορίες για τα αναφερόμενα άνθη και ένα ευρηματικό επίμετρο της Ευσταθίας Δήμου. Μέσα από μια εικονοπλασία που συνδέει τα αναφερόμενα άνθη με μύθους, καθημερινές εικόνες και έναν ουσιαστικό υπαρξιακό προσανατολισμό, που αφορά εξάλλου όλες τις ζωντανές υπάρξεις.

Ξεκινώντας από τα ποιήματα της Κατερίνας Λιατζούρα, που αφορούν τα εγχώρια άνθη, βλέπουμε να υπάρχουν συνομιλίες με φυτά όπως: ο Μανδραγόρας, ο Κρίνος, η Βιολέτα, η Ροδιά, η Μαργαρίτα και πολλά άλλα ακόμη. Η ποιήτρια μέσα από αυτά πλάθει νέους μύθους που συνδέονται με τον κύκλο της ζωής (βλ. ποίημα «Ροδιά ή το μήλο της Καρχηδόνας») και τα αδιέξοδα των διατομικών επαφών, όταν ο έρωτας και ο πόθος γίνονται το έναυσμα για αμφιβολία (βλ. ποίημα «Μαργαρίτα ή Ανθέμις»).

Συνεχίζοντας με τα ποιήματα της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, που αφορούν τα εξωτικά άνθη, παρατηρούμε μια κάπως διαφορετική συνομιλία με παράξενα φυτά όπως: τον Λωτό, το Λουλούδι του Πάθους, τη Μιμόζα, το Γινγκ-σου, τον Ιβίσκο και αρκετά ακόμη από πολλές και διαφορετικές περιοχές του πλανήτη. Αυτό που παρατηρούμε στο δεύτερο μέρος του συλλογικού αυτού έργου είναι επίσης μια διάθεση για πλάσιμο νέων μύθων σε συνδιαλογή βέβαια με τους θρύλους που κρύβονται πίσω από τα φυτά αυτά, όπως και μια εξίσου επανεξεταστική προοπτική του υπαρξιακού κομματιού της ζωής (βλ. ποίημα «Λουλούδι του πάθους»), μέσα στη σκληρότητα της πραγματικότητας όπως αυτή είναι – χωρίς άσκοπους εξωραϊσμούς (βλ. ποίημα «Μποράγκο»).

Κλείνοντας, πέρα από την πολύ πρωτότυπη σύλληψη του συλλογικού αυτού έργου και τη σπάνια αισθητική του αρτιότητα, αυτό που του δίνει τόσο ξεχωριστή σημασία είναι η σύνδεση που επιτρέπει με τη φύση. Πιο συγκεκριμένα, με τη φύση των ανθέων ή λουλουδιών, τους φορείς του μηνύματος της ανοιξιάτικης αναγέννησης, που τόσο συχνά λησμονούμε ή και περιφρονούμε με την εμπορευματοποίηση που έχουμε συντελέσει εις βάρος τους.

*Ο Γιώργος Δρίτσας είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ και το κείμενο δημοσιεςύτηκε εδώ: https://www.efsyn.gr/nisides/466073_i-poiitiki-mias-erhomenis-anoixis

Σοφία Πολίτου, Τσακάλια

Kazuyuki Ohtsu, Sudden Snow (1935)

Στήνει το κεφάλι προς τον νότο
και στέκεται ακίνητη.
Πιάνει τον ήχο των τσακαλιών
που πατούν το χιόνι.
έφτασαν στις λεύκες και στα πλατάνια
για νερό.
Μετράει νοερά τα πόδια τους
και παραμένει σ’ εγρήγορση.
 
Το χιόνι που την αφήνει νηστική,
σκεπάζει κάθε καλοσύνη,
γι’ αυτό κι εκείνη πολεμάει
τη θαλπωρή της νάρκης
δαμάζοντας πρώτα
της φύσης της την αδυναμία,
και παραμένει σ’ εγρήγορση.
 
Στο μεταξύ νυχτώνει,
τα τσακάλια κινούν
στα κοιμισμένα βαλτοτόπια
-όλο και κάποιος χειμερινός νεοσσός
θα βλέπει όνειρα στη μικρή του επικράτεια.
Στρογγυλά πουλιά με κόκκινο ράμφος
σημαίνουν συναγερμό.
Ξυπνούν οι φόβοι και κρύβουν
τα παιδιά ανάμεσα στις στεριωμένες ρίζες.
 
Υπάρχει πάντα ένας ενδιάμεσος τόπος
που σ’ αυτόν δίνονται οι πιο σκληρές μάχες.
Καθημερινά. Νυχθημερόν. Ασταμάτητα.
Κι εκεί τα τσακάλια έχουν δύο πόδια.
 
Εκείνη που μπορεί ν’ ακούει τα αστέρια,
και αφουγκράζεται τις μεγάλες εισβολές,
δεν χάνει χρόνο, κινεί στο λυκόφως
να σώσει τις απάτητες φωλιές
και τα μάτια αυτών
που δεν ξέρουν να προσποιούνται.

Τάκης Σινόπουλος, Επίκληση στον ήλιο της Ελένης

Λάμψε ήλιε
πανύψηλε της προπατορικής Ελλάδας, λάμψε εδώ·
σε τούτη τη στιφή αγκαλιά
της στάχτης. Λαβωμένο φως
να λούσει τη θρησκεία του σώματος
και την πικρή σου ανάμνηση, ήλιε.
‘Ηλιε βασάνισε τον ισκιερό κατήφορό της,
όπου πυρώνουν δόντια της παραφοράς,
όπου αναζούν οι καθαρές
κινήσεις των μαστών των πράσινων,
στην περιφέρεια του αδυσώπητου
φιλιού, στον κύκλο αυτής της τρομερής
γυμνότητας.
Λάμψε ήλιε των νεκρών
ποιητών.
Αχτιδοφόρος ήλιος της Ελλάδας είναι τώρα εδώ,
στον πείσμονα αρνητή της μαρτυρίας του χρόνου,
στον ηττημένο από τη μέθη του κακού
παραμυθιού. Πάνω στα κέρδη λάμπει τα πολύτιμα,
πάρα πολύ πικρά, που δεν υπάρχουν. ‘Ηλιε,
λάμψε ήλιε της φανταστικής
Ελλάδας, η πολυάνεμη,
η κόμη αυτή πολυάνεμη που κατεβαίνει ως τις ρωγμές
του σώματος βαθύσκιωτη ανεμίζοντας,
σκεπάζει ένα κεφάλι λευτεριάς
κι’ οδύνης. Ω, καθάρισε
της ανηφορικής Ελλάδας ήλιε,
την άμπωτη τη σκοτεινή της νύχτας του αίματος,
τις ανεξήγητες φωνές των προπατόρων,
ω του θανάτου αχτίδα αστραφτερή
στέμμα βαρύ της μνήμης μου ήλιε,
πάνω σ’ αυτό το σώμα που μονάχο αμύνεται,
χλοερές κοιλότητες μα πέτρινα
τα μέλη, αστείρευτοι οι μηροί.
Λάμψε ήλιε της νεκρής Ελένης.
Η σάρκα αποχαιρέτησε την έκσταση.
Αιώνια κύματα σαρώνουν την ασήκωτη καρδιά.
Σώμα έρημο περίλυπο μέσα στην κάψα του ήλιου·
κι’ εδώ στα δώματα η κραυγή μυρίζει ακόμα
τον έρωτα. Γαρύφαλλα, γαρύφαλλα
κηρύχνουν άλλη μια φορά μια ματωμένη ανάσταση.
Το πρόσωπο – αίνιγμα του πάθους ξαναγύρισε.
‘Ηλιε,
λάμψε ήλιε των μηρών των ξάστερων
της ζωντανής Ελένης, ω
μετέωρο πνεύμα, δικαιοσύνη του φωτός
πυρπόλησε το κέντρο το νωπό των τρομερών κοιλάδων
κι’ ας ζήσει μόνο ο λόγος ο γυμνός
που ξέρει
ποιες παραισθήσεις ποια όνειρα ποιες αναμνήσεις αθεράπευτες
ποια δίψα μ’ έφερε ως εδώ,
τον έρωτα να δέσω και το ποίημα τούτο το παράφορο
με την νεκρήν Ελένη.