Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Δύο ποιήματα

Τελευταίο γυναικείο τραγούδι της αλιείης

Εσύ δεν μπορείς να ξέρεις αυτή τη λύπη.
Έρχεται και αδειάζει μέσα σου
καλόβολη στέρνα κοντά στις καλλιέργειες.
Δεν την ξέρεις αυτή τη λύπη, Βύτο.
Πρώτη παπαρούνα
πρώτο καλοκαίρι με γυμνά  μπράτσα
και ξαφνικά νύχτα αγρύπνιας.

Η θάλασσα αγαπιέται με το πρωινό
και κρύβουν τ’ αυγά τους
στις ρίζες των φυτών.
Τα χέρια σου δεν ήταν γι’ αγάπη
γι’ ανθόνερο κι άφεση αμαρτιών.
Ξέρεις την αγάπη του καλοκαιριού με τ’ αγιόκλημα
την αγάπη των υδάτινων ζώων
και των γιασεμιών με το λευκό τοίχο.
Η αγάπη σου δάχτυλο τεντωμένο για Κει.
Βαρύ το παραμύθι σου.
Μυρίζει κρασί και ζεστό χώμα
ο αγέρας της αυγής
φορτώνεται καημούς
και γλυκαίνει στον ήλιο.

Άσε με ν’ αγκαλιάσω τη γης
με τα ρύζια  και τα στάχυα
με τις πορείες ταπεινών εντόμων.
Βαρύς ο ουρανός σου, Βύτο.
Κάνε να βρέξει ήπια.
Στα χέρια σου τώρα οι αμφορείς
με τις πηγές του ουρανού.
Στα πνευμόνια σου οι αγέρηδες
απ’ τις ερημοκορφές.
Ο Μινώταυρος αγγίζει τα χώματα
πριν στα παραδώσει.
Σε χρίζει ελεύθερο.

Εγώ πιστή στην εικόνα μου
στην ώρα του  γυρισμού
είμαι ό,τι θυμούνται τα φύλλα
ό,τι ξέρουν τα νυχτερινά νερά
σαν τρέχουν κατά τη μέρα,
Βύτο, ελάφια γεννιούνται μες τα μάτια σου.
Μην τεντώσεις το τόξο.
Θέριεψαν οι φλέβες σου
απ’ τα χαλινάρια του κόσμου
προϊστορικά  ποτάμια  και κυβερνούν.
Τώρα θα ονομάζουμε τα βουνά
νεαρά θα τα λέμε, γερασμένα
και τις ψυχές
πιστές θα τις λέμε ελεύθερες.

Σμίξε τα χέρια σου
κλωνάρι ύστατης χαράς
για το άσπιλο νερό
το νέο βάφτισμα.

***

Η ιστορία του λύκου μου

Ποιος να προφητέψει πια
σε τούτες τις κορφές;
Κουραστικό το όνειρο
γλιστράει απ’ τα αστέρια
σκοτεινοί οι κρατήρες της γης
σιγάζουν το χαμό.

Τη βρίσκω την αυγή
πάντα με κόπο
χαλώ με το νύχι τις μεγάλες επιφάνειες
χωρίς ανταύγεια.
Σκληραίνουν τα νερά
παλιά παραμύθια
για αδελφότητες ζώων
τελειώνουν στην πέτρα.
Πεθαίνουν οι κύκνοι
ωραίες γραμμές οι λαιμοί
στο κέντρο ήλιος.
Περιμένω ν’ αλλάξει ο αέρας
να φέρει φτερά πράσινων πουλιών
χελιδονόψαρα, καλαμπόκι
άγγιγμα απ’ τον Ισημερινό
πορείες για  προσκυνήματα
στους Τάφους.

Υποφέρει ο χρόνος μες τη μέρα
και στο δάσος μου το φως
έχασε το μονοπάτι
και πέρασε στον ωκεανό.
Τέλεια η απομάκρυνση
στην πέρα πλαγιά οι κοινωνίες
κι οι εκκλησίες
γιορτές θάνατοι
στην πέρα πλαγιά.

Τρύπωσαν στην τρίχα μου
παλαβά στρείδια
αγκάθια μενεξελιά
μικρότατα δαιμονικά
σκληρίζουν, θορυβούν
πότε δείχνουν την Ανατολή
πότε τη δύση
στραβό με λένε
καλό τρελό στην πείνα
με φαντασίες
γυμνός στο κρύο…
Περιμένω το θαύμα
ίσως με το σούρουπο
κάποια καλή μυρωδιά
απάντηση στη δίψα ένα τραγούδι
ίσως.
Χλιαρή η ανάσα μου
στα χαμηλά βότανα
μικρά τα ερπετά
τρέμουν τη μοναξιά μου.
Αν πεθάνει –σιγομιλούν-
θα σκορπίσει και η αναμονή
κι η έρημος παντοδύναμη θα ’ναι
ως τους πλανήτες.

Οι λύκοι δεν πηγαίνουν στη θάλασσα-
τρομάζουν τα πέλματα στην άμμο.
Όμως μοιάζει η παραλία στην ελπίδα.
Απλώνεται και μένω πιστός.
‘Όλα εδώ θα φτάσουν με τον καιρό.
Η άνοιξη δεν προδίδει
έρχεται απ’ τους υδάτινους ορίζοντες
ως τις μυγδαλιές
και τις κιτρινωπές νεκρές αλεπούδες.
Όμοιο το χώμα
στρώνει αγάπες και προσκαλεί.
Παλιά ταξίδια στα βάραθρα
-ήταν μόνο οι σκιές των αετών από πέρα-
κούρνιασαν στο όνειρο
το αρχαίο ζευγάρι πλάθει τους αγρούς.

Φεύγει ο άνεμος βορινός
με θαύματα σκληρότητας.
Εδώ στο ακροθαλάσσι
δεν παιδεύουν οι δύσες
κι είναι ωραίες οι μέρες
με τους καθρέφτες των βυθών
στους ουρανούς.

Ας είναι κι έτσι με τη γη.
Στάχυα και χελιδόνια
παρασύρουν την αγιοσύνη στην ακτή.

Συντρίβεται στους βράχους.

*Από τη συλλογή “Λύκοι και Σύννεφα” (1963).

Δώρα Κασκάλη, Ποιήματα

Frederique Loutz, Face (2005)

Παρατηρώ τα δάκτυλά σου
που ανάβουνε τσιγάρο·
μυρίζουν την αψιά οσμή
της πεθαμένης χλωροφύλλης,
του χαρτιού που αναλώνει από
λατρεία το κορμί του
μες στο στόμα σου.
Τα δάχτυλα βαφτίζεις στο ουίσκι,
βρέχεις τις ρώγες τους
και οι μικρές Πυθίες θυμούνται
– σ’ αλκοολικές αναθυμιάσεις –
σφιχτά που κράτησαν τα στήθη
ώς τον πόνο, τις κλειτορίδες
που από κάθε λυγμική ανάσα
στράγγισαν.
Είναι γυμνά τα χέρια σου
ώς τους αγκώνες·
δέρμα χιλιοφιλημένο
απ’ τα στολίδια των χειλιών τους.

Αυτή την επικράτεια χαρίζεις.
Το άλλο σώμα αντιστέκεται.
Μπορεί να προσδιοριστεί επιθετικά
να παρομοιαστεί με ζώα ή φυτά
να μεταφέρει τη σημασία του
πάνω στην πλάτη τολμηρών παρηχήσεων.

Κόβει όμως διπλά
το μισητό ρήμα «ψαύω»·
στην χασμωδία του κρύβεται
τόση απουσία.

***

Τον έφερε ο νότος
κι είχε το βλέμμα τρομαγμένου πουλιού. 

Γυρνούσε ώρες στο τετράγωνο

σκάλιζε τα ξεκοιλιασμένα πεζοδρόμια 

μετρούσε τους ξέχειλους κάδους 

σαν πεινασμένος γάτος. 

Σπίθιζε στον κοχλία η εικόνα της, 

ποτιζόταν από τους δακρυϊκούς αδένες

έκλεβε την υγρότητα των ματιών της 

μετά ο φόβος την έκρυβε στο στομάχι του 

την έσερνε με τ’ απορρίμματα

κι αυτή αντιστεκόταν, βύζαινε 

κρυφά από το αίμα του. 

Πολλές μέρες, μήνες, για πάντα

γυρνούσε σε εκείνους τους δρόμους. 

Την είδε άραγε ποτέ;
Κάπου μακριά, κάθε βράδυ 

έγερνε στο μαξιλάρι της

κι αποκοιμιόταν για μέρες, για μήνες, για πάντα 

τραγουδώντας 

για κείνον τον άντρα 

που έτρεφε, θέριευε

έβγαζε νεύρα και φλέβες 

μέσα στο ισχνό κορμί της. 

Του τραγουδούσε 

για να κοπάσει εντός του

ο τρόμος και να ’χει 

το βλέμμα των αποδημητικών.

***

Θα σε ξεντύσω από
πουκάμισα, χαμόγελα

εκφράσεις, λέξεις πεπαλαιωμένες

έρωτες που πλαγιάζουν με τη λήθη

προγονικά φαντάσματα που κατοικούν στο παιδικό δωμάτιο

της αυθεντίας τα βιβλία που βασανίζουν την αβέβαιη παράγραφο

τσιτάτα των δημαγωγών

για τη σωτηρία μιας πατρίδας.

Γυμνός να ειδωθείς στον καθρέφτη,

να κάνεις ειρήνη

με τα οικογενειακά πορτρέτα

-τόση πια είναι η δύναμή τους-

και ν’ αγκαλιάσεις

μ’ ένα νέο δέρμα.

Joyce Mansour, από τα “Σπαράγματα”

Κάλεσέ με να περάσω μες στο στόμα σου τη νύχτα
διηγήσου μου των ποταμών τα νιάτα
πίεσε τη γλώσσα μου πάνω στο γυάλινό σου μάτι
δώσ’ μου για τροφό την κνήμη σου
κι ας κοιμηθούμε ύστερα του αδερφού μου αδέρφι
μιας και πεθαίνουν τα φιλιά μας
πιο γρήγορα παρά η νύχτα.

Poems of Mijail Lamas, Mario Bojórquez & Alí Calderón

Poems of Mijail Lamas, Mario Bojórquez & Alí Calderón
Vagabond Press
$20.00

Poems of Mijail Lamas, Mario Bojórquez & Alí Calderón
(Americas Series 2)
Translated from Spanish by Mario Licón Cabrera.
Introduction by Gustavo Osorio

This second collection in Vagabond’s Americas Series presents a unique trío of voices from contemporary Mexico giving English-language readers a taste of the vibrancy of Mexican poetry after Octavio Paz. Gathering together translations by Mario Licón Cabrera from Mijail Lamas’s Countersummer, Mario Bojórquez’s To Speak Shadows and Alí Calderón’s The Correspondences, this is an essential introduction to twenty-first century Mexican poetry.

“The poems from Countersummer seem to be built around one scene: the poet, far away from his native city, writes about his links with the past – childhood, family, those streets in sepia … a cycle of poems about the difficulties of nostalgia, that, in the motive of heat, condenses a lyrical examination of an inner world.”

Geney Beltrán (La gaceta, México)

“In Mario Bojórquez the immateriality of the symbol becomes tangible, the rhythm is charged with spirituality like a flame suspended over the mouth of time, his chants comes and goes from Nature to Men. The poet of To Speak Shadows uses his own flesh to raise this offering to the highest dream.”

Luis David Palacios (Andraval, México)

“Alí Calderón, breaks frequently with language and syntax, especially in his poems of love and lack of love, but he keeps in mind that this work of destruction doesn’t stop his writing to become an arrow that pierces the readers’ heart. In his notable love poems there’s the sadness that diminishes, the pain that tears apart or brakes, the humiliation of failure, the defeat that at the end of the day is the only thing worthwhile. The Correspondences is a book of splendid maturity”

Marco Antonio Campos (Visor Libros, España)

Mijail Lamas (Culiacán, Sinaloa. 1979) Poet, translator and literary critic. He has published three collections of poetry. In 2012 he was awarded the Clemencia Isaura Poetry Prize for his book Trevas (Canción del navegante de sí mismo). He is considered amongst one of the most relevant forty young poets writing in Spanish today. He was the Senior editor of The Río Grande Review, University of El Paso, Texas, and is one of the editors of Círculo de Poesía. His poetry has been translated into several languages and included in many anthologies, both national and word wide. The poems included here are from his book Contraverano / Countersummer, published by Fondo Eitorial Tierrra Adentro, México, in 2007.

Mario Bojórquez (Los Mochis, Sinaloa, 1968). Poet, essayist and translator. Studied Hispanic Language and Literature at UNAM. He has published eight collections of poetry, amongst them Hablar Sombras (2013) and Memorial de Ayotzinapa (2016) and Aquí todo es memoria, 25 Years of Poetry, (anthology 2016). He has been awarded the most prestigious poetry prizes such as the Abigael Bohórquez Poetry Prize (1996), the National Poetry Prize Aguascalientes (2007), the National Prize for Literary Essay José Revueltas (2010), the Alhambra Prize for American Poetry (2012), the Distinction Prince and Poet Tecayehuatzin de Huexotzinco (2012) and The Ignacio Rodríguez Galván Medal (2015). Since 2007 is part of the Sistema Nacional de Creadores de Arte. He is the editor of the online literary magazine http://www.circulodepoesia.com, and director, together with poet Alí Calderón, of the Valparaíso México Series, and The International Poetry Festival CDMX. The poems included here are from the collection Hablar Sombras / To Speak Shadows, first published in 2013 by Andraval Ediciones, México.

Alí Calderón (México City 1982) poet and literary critic. He completed a Doctorate in Literature at UNAM. He received the National Poetry Prize Ramón López Velarde and the Latin American Poetry Prize Benemérito de América. In 2015 VISOR (Spain) published his most recent poetry collection LAS CORRESPONDECIAS / THE CORRESPONDENCES, from which the poems included here are taken. He’s the director of the online magazine Círculo de Poesía and co-director of Valparaiso México Press and the International Poetry Festival CDMX. Editor of Poéticas Revista de Estudios Literarios published by universities from Europe, USA and Latin America. He’s a member of the Sistema Nacional de Investigadores. His most recent books of literary essays are: Del poema al transtexto Essays on how to read Mexican poetry, Colombia, 2015) and Reinventando el Lirismo (Spain, 2015, México, 2016).

Gustavo Osorio (Puebla, México, 1986) completed a BA in Linguistics and Hispanic Literature (2011) and a Masters in Mexican Literature (2014) at the BUAP, receiving a Cum Laude mention in both. He is currently working on a PhD in Hispanic American Literature. He was awarded the Philosophy and Letters Prize for Poetry in 2008. In 2012 he published Bonapartes, his first collection of poems and in 2015 Reinventar el Lirismo, a book of essays on poetics (together with Alí Calderón). He has translated poetry from French and English into Spanish, more recently Almuerzo con Pancho Villa by Paul Mudoon published by Valparaiso. He is part of the editing board of the French-Marrocan poetry magazine Electon Libre and the academic magazine Poeticas.

Mario Licón Cabrera (Chihuahua, México, 1949) is a poet and translator. He has published four collections of poetry including Yuxtas (Back&Forth), a bilingual edition with the support of Australian Council for the Arts in 2009. He has translated many Australian leading poets into Spanish amongst them Dorothy Porter, Judith Beveridge, Peter Boyle, Ali Cobby Eckerman, Robert Adamson, Michelle Cahill and many more. He is a regular contributor for two Mexican magazines (DosFilos and Círculo de Poesía) as well as for the Australian online magazine Mascara Literary Review. He won the Premio de Poesia Trilce (Australia, 2015). Lives in Sydney.

Poems of MijaIl Lamas, Mario Bojórquez & Alí Calderón
(The Americas Poetry Series 2)
Translated from Spanish by Mario Licón Cabrera.
Introduction by Gustavo Osorio.
February 2017. 118pp. 190mm x 120mm. ISBN 978-1-922181-97-8

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 2 [Κανείς δε θα γλιτώσει από το διωγμό του λάθους…]

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Κατάλογοι. 2 (απόσπασμα)

[…]
Κανείς δε θα γλιτώσει από το διωγμό του λάθους
γιατί το λάθος είναι ο διωγμός
κι ο διωγμός η κατεύθυνση του ανθρώπου.
Κανείς δε θα γλιτώσει απ’ την κατεύθυνση του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος είναι η κατεύθυνση του ανθρώπου
κι αυτό δεν έχει παρηγοριά. Καθετί που έρχεται,
δε φέρνει την παρηγοριά, φέρνει την κατεύθυνση του ανθρώπου,
και ο άνθρωπος δε θα γλιτώσει ποτέ απ’ τον άνθρωπο.
Γιατί ο άνθρωπος είναι το λάθος του ανθρώπου.
Όποιος επιχειρήσει να βγει απ’ το λάθος,
θα εισχωρήσει βαθύτερα μέσα στο λάθος,
κι όποιος επιχειρήσει να διώξει το λάθος,
θα διώξει τον άνθρωπο εισχωρώντας βαθύτερα μέσα στον άνθρωπο.
Γιατί όποιος επιχειρήσει να βγει απ’ το λάθος,
θα διώξει τον εαυτό του στο πρόσωπο του άλλου,
μέσα στη λάσπη και στα βρεμένα δέντρα,
από πλανήτη σε πλανήτη.

Δάση του ανθρώπινου μυαλού πριν γίνετε μαύρη πέτρα,
εξιστορείστε τώρα εσείς
τη στάχτη του πάθους
που…

View original post 30 more words

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, ποίημα

Φώτο: Αλέξ. Μηλιορίδης από Τσιμισκή – Θεσσαλονίκη.

δέθηκα
στον κόμπο,
ανοιγοκλείνει και το παράθυρο,
βλέπω
το παγωμένο νερό
να επιμένει ροκ στο φρενοκομείο,
ποντάρω
στη διαστροφή,
ακόμη
μια αγκαλιά
και πηδώ από το ύψος χιλίων αιδίων,
σώζομαι
ως
ελαφρύ εγκεφαλικό.
~
Και
σε συντομία,
έχω αυτά που βρίσκονται σε μια κουκίδα φυλακής,
δεν λέω,
είναι πολύτιμα,
ως το λιπαντικό σένα κιλό τρύπες.
Ομως όταν σολάρω
στην κοιλιά
της νύκτας,
μοιάζουν πατάρια μοναξιάς
τα χάδια,
τότε,
πρέπει ή να κάνω πως ακούω το τραγούδι
που μαζί
κατεβάσαμε,
όταν γεννούσε
η κατσαρίδα του έρωτα
ή να μετρώ τους κρυμμένους
μονόκερους
στα ευγενή καφεπωλεία
που ξεφυτρώνουν
στο
κατούρημα
των αγενών αναγκών μου.
~
Με βρίσκουν
λοιπόν ερωτικό τα παχιά χείλη
και στην
μια και στην άλλη,
εφόσον
μπορώ
και κρατώ την ανάσα μου,
όταν
περνά από
δίπλα μας ο δικός μου ετοιμοθάνατος
χρόνος.
~
(alexmil)

Κοιτώ, έχοντας στο χέρι το πιστόλι,
χρώματα στην κάνη, ηρεμούν τη ψυχή,
νυκτώνει όμως το μαύρο και όλα
γίνονται ανάμνηση.

Λευτέρης Πούλιος, Το εμπόρευμα

Είμαι δεσμώτης κάτω από την υψηλή δικαιοσύνη ενός
χαμόγελου και θλίβομαι άμετρα για τον πλανήτη
που ‘χασε όλη την αγνότητα
λουσμένος στον κατακλυσμό της ανθρώπινης μωρίας.
Φτηνά ή ακριβά όλα πουλιούνται. Καθετί γίνεται
για να πουληθεί και να πουληθεί γρήγορα.
Ο άνεμος και το κύμα από τους εμπόρους πουλήθηκαν.
Ό,τι γεύτηκαν η ευγένεια και το έγκλημα, ό,τι γνωρίζει
ο έρωτας και η καθημερινή επιθυμία των όχλων,
έχει πουληθεί. Ό,τι η τέχνη
και η επιστήμη αναγνώρισαν, έχει πουληθεί.
Οι ξαναμμένες κραυγές των οδών, εφαρμογές
και ιδέες έχουν πουληθεί. Κάθε πράμα
έχει την αξία του στην αγορά. Τα βρόμικα
εσώρουχα της Μπαρντό αξίζουν όσο ένας Ρέμπραντ.
Η αναρχία των μαζών προβάλλεται στις βιτρίνες
των καταστημάτων. Έχουν πουληθεί τρελά μυστικά
για κάθε ακολασία.
Όλοι δίνουν νωρίς την παραγγελιά τους.

*Από τη συλλογή “Ο γυμνός ομιλητής”.

Ανέστης Ευαγγέλου, Θηρίο αγαπημένο

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Θηρίο αγαπημένο

[Από την ενότητα Το κακό παιχνίδι]

Θηρίο αγαπημένο, πόσα χρόνια
περάσαμε μαζί, τι νύχτες
και τι αυγές, τι μεσημέρια,
τι απόβραδα.
Τι αίμα ήπιες,
θηρίο μου, τι σάρκα έφαγες,
τι σπλάχνα σπάραξες ζεστά,
αχόρταγο πάντοτε και διψασμένο,
ακόρεστο–
κι εγώ ο τρελός ακόμα σ’ αγαπώ.

Από τη συλλογή Αφαίμαξη, ’66-’70 (1971) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

View original post

Νίκος Βρεττός, Ο ύπνος της ημέρας

Βυθίζομαι αργά στον ύπνο της ημέρας
δίχως όνειρο, δίχως καημό να υπάρξω.

Το σώμα φθαρτό και η ψυχή στεγνώνει
σβήνει ολοένα η αίσθηση του κόσμου.

Οι ώρες περνούν και πέφτει το βράδυ
αύριο ίσως δε θα μπορώ να λυπάμαι.

Περνούν καθώς την έρημο οι καμήλες
μέχρι το τέλος τίποτα δε θα μείνει.

Πηγές και μνήμες μου έξω από τον ύπνο
κι όλο το πάθος για τη γέννησή μου.

…

Είχαν στα μάτια τους μια ήρεμη αγωνία
τη σάρκα ρυτιδωμένη και σκληρή.
Καθισμένοι στις εξώπορτες μιλούσαν
την ώρα που η μέρα χάνει το φως της.

Ποιος μόχθος, ποια πανάρχαια ρίζα
μέσα στην εγκαρτέρηση!

Μηρυκάζοντας αργά τη σοφία του χόρτου
οι αγελάδες γυρνούσαν στους στάβλους
φορτωμένες τον γεμάτο μαστό τους.
Σηκώνονταν ευλαβικά και προσεύχονταν όλοι.

Τώρα τα σούρουπα είναι όλα χωρίς γείτονες
καμιά ευγνωμοσύνη και καμιά εγκαρτέρηση
ένας δε θα σπάσει με τη γροθιά το τραπέζι.

*Από τη συλλογή “Ο ύπνος της ημέρας” (1973).