ΤΕΦΛόΝ – Τεύχος 17 – Καλοκαίρι–Φθινόπωρο 2017

ΤΕΦΛόΝ
Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο

Τεύχος 17
Καλοκαίρι–Φθινόπωρο 2017

Γίνε συνδρομητής/τρια στο Τεφλόν και απόκτησε αντικολλητική προστασία! Διάβασε εδώ

ΘέΜΑΤΑ

Τσιμάκο Τάντα: Πλάσματα ενός κόσμου ρευστού, θεές από σεληνόλιθο και κεχριμπάρι
Στα ποιήματα της Τσιμάκο Τάντα παρελαύνουν τζιτζίκια και πεταλούδες, αρχαία ψάρια και ερπετά, μεσοποτάμιες θεότητες και τέρατα της γιαπωνέζικης μυθολογίας, αγόρια με πεταλουδένια φτερά και γυναίκες που βουτάνε για μαργαριτάρια. Η Γιαπωνέζα ποιήτρια αφηγείται ιστορίες για έναν κόσμο ρευστό, που συνεχώς κινείται και αλλάζει, για το «παρόν που σβήνεται απ’ το κύμα στην άκρη του νερού», για όνειρα μέσα σε άλλα όνειρα˙ αφουγκράζεται δε έντονα και μιλάει για τη γυναικεία εμπειρία τόσο στον μύθο όσο και στην εποχή της. Κείμενο: Kyoko Kishida, Μετάφραση: Kyoko Kishida, Alice Bardos (με την πολύτιμη βοήθεια της Tamaki Asada)

Bejan Matur: Η αρχέγονη ομορφιά της απλότητας
Η ποίηση της Μπεζάν Ματούρ είναι η ποίηση των στεπών, η ποίηση εκείνων που βρίσκονται μέσα «στης τίγρης τη ματιά», η ποίηση του αίματος που «ξέρει να γίνεται πέτρα». Τα ποιήματα της τουρκόφωνης Κούρδισσας Αλεβίτισσας ποιήτριας είναι στιβαρά σαν τα κουρδικά βουνά και καθαρά σαν κρυστάλλινο νερό, χορεύουν γυμνά στον αρχαίο ρυθμό των παραμυθάδων, πραγματεύονται τα μεγάλα πανανθρώπινα ζητήματα: την ύπαρξη, τον χρόνο, τον θεό, την απώλεια. Κείμενο-Μετάφραση: Βασιλική Αντωνάκη

Σύγχρονη αραβόφωνη ποίηση: Ο δικτάτορας δεν ακούει τζαζ
Τέσσερις ποιητές και μία ποιήτρια από την ανατολική Μεσόγειο, που έχουν γεννηθεί τη δεκαετία του ’80, μας στέλνουν ποιήματα από τα «σύνορα του σφαγείου», γράφουν για τον θάνατο που πέρασε τυχαία από τον δρόμο, για την «ξεδιάντροπη στύση» των τανκς. Άλλοτε με γλώσσα λυρική, γεμάτη συμβολισμούς, άλλοτε με μαύρο χιούμορ και γλώσσα απλή, εξεγείρονται μέσω της γραφής ενάντια στον πόλεμο, τη φτώχεια, την αδικία και τον θρησκευτικό φανατισμό. Κείμενο: Jazra Khaleed, Μετάφραση: Jazra Khaleed, Αγγελίνα Ρήγα

Claudia Rankine: Ιστορίες καθημερινού ρατσισμού
Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα βιβλία τα τελευταία χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Πολίτης: Ένα αμερικανικό ποίημα της Κλόντιας Ράνκιν είναι ένα αμάλγαμα ποίησης, πρόζας, δοκιμίου και ημερολογίου, στο οποίο η συγγραφέας περιγράφει, με λόγο σύντομο και ελλειπτικό, ρατσιστικά περιστατικά που έχει βιώσει κυρίως η ίδια, μιλά για τον –συχνά ανέκφραστο– θυμό των μαύρων γυναικών που νιώθουν καθημερινά αόρατες και υποτιμημένες. Κείμενα: Λαμπριάνα Οικονόμου, Jazra Khaleed, Μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου

Sam Riviere: Και γαμώ τα νταβατζιλίκια
«Δεν υπάρχει πιο καθαρή μορφή διαφήμισης απ’ το να γράφεις ένα ποίημα», ισχυρίζεται ο Σαμ Ριβιέρ, ο οποίος ανήκει σε μια νέα γενιά ποιητών που θεωρούν το ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα κομμάτι της ποιητικής δημιουργίας. Με χιούμορ, σαρκασμό και συχνά κυνισμό, από τη μια σατιρίζει τα στερεότυπα γύρω από την ποιητική δημιουργία και από την άλλη καυτηριάζει τον καταναλωτισμό, τον ναρκισσισμό και τον φετιχισμό που κυριαρχούν στις δυτικές κοινωνίες. Κείμενο: Γιάννης Σαρηγιαννίδης, Μετάφραση: Γιάννης Σαρηγιαννίδης, Jazra Khaleed

David Caplan: Η τέχνη της ομοιοκατάληκτης προσβολής
Γιατί οι ποιητές δεν γράφουν πια σκαμπρόζικους, κακεντρεχείς στίχους;, αναρωτιέται στο κείμενό του ο Ντέιβιντ Κάπλαν, αναπολώντας τις παλιές καλές εποχές που η προσβλητική ποίηση θεωρούνταν μείζον λογοτεχνικό είδος. Ευτυχώς που υπάρχουν οι ράπερς για να διασώσουν την τέχνη της ομοιοκατάληκτης προσβολής, μιας και οι ομότεχνοί τους προτιμούν τη «στοχαστική ευαισθησία» της έντυπης ποίησης από τις υβριστικές ρίμες και κατάρες. Μετάφραση: Jazra Khaleed

Ποιήματα: Χαρά Αηδόνη, Βικτώρια Άλεξ, Bloom, Ειρήνη Γιαννάκη, Δημήτρης Γκιούλος, Γιώργος Δομιανός, Κατερίνα Ζησάκη, Jazra Khaleed, Κουρτ, Πάνος Κουτούλιας, Αγγελίνα Ρήγα, Ιόλη Σαγριάν, Γιάννης Σαρηγιαννίδης, Γεωργία Τρούλη, Σιλουανός Χριστοφορίδης.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Ελένη Φρουδαράκη

Κοπιάστε στα:
Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών [με κουτί ενίσχυσης]
Bibliotheque, πλατεία Εξαρχείων [με κουτί ενίσχυσης]
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη κτήματος Πραπόπουλου, Προφήτη Ηλία 49 [με κουτί ενίσχυσης]
Κ*ΒΟΞ, Αραχώβης & Θεμιστοκλέους [με κουτί ενίσχυσης]
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 [με κουτί ενίσχυσης]
Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22 [με κουτί ενίσχυσης]
Μικρό Καφέ, Αραχώβης 38 [με κουτί ενίσχυσης]
Λοκομοτίβα Βιβλιοκαφέ, Μπόταση 7 [με κουτί ενίσχυσης]
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37
Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62
Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος, Πλατεία Καρύτση 3
Βιβλιοπωλείο Σπόρος, Δροσίνη 7

Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com

Πρωινά συμπεράσματα | Βαλάντης Βορδός

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis2

Πρωινά συμπεράσματα

ο κόσμος είναι μυστήριος
σαν το στομάχι της γάτας
ο καπιταλισμός δεν είναι
οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι

***

Λογικά

Απ’ την σκέψη στην πράξη
μπορεί να μεσολαβήσουν και χρόνια
Πολλές φορές μια σκέψη
δεν γίνεται ποτέ πράξη
Ο x μετεωρίζεται αενάως με τη φράση
έχει και η σκέψη την γραφειοκρατία της

View original post 19 more words

Μίλτος Σαχτούρης, Ο βοριάς

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ο βοριάς

Τα νύχια αυτού του πιανιστή
φτάνουν έως το πάτωμα
μόνο ο βοριάς γνωρίζει τ’ όνομά του
αυτός δεν παίζει πιάνο πια
δεν τρώει
δεν αγαπάει
δεν κοιμάται

Είναι βασιλιάς

Κάτω καρφώνει ξύλα ο μαραγκός
και να που πάλι ακούγεται το πιάνο
κόρη του μαραγκού είναι η πεντάμορφη
στη σκιά ενός μεγάλου παγωμένου ήλιου
πλένει τις πλάκες του βοριά
που αυτός μονάχα ξέρει
αυτός μονάχα ξέρει ν’ αγαπάει
τους ποιητές τους
αληθινούς

Από τη συλλογή Παραλογαίς (1948) του Μίλτου Σαχτούρη

View original post

Ειρήνη Γαβριλάκη, από τις “Νύχτες πριν”

16

Η θάλασσα πάλι, των χημικών ενώσεων και
των κυματισμών,
σε παρατάει, επιτέλους, στην ακτή,
βράδυ,
παιδί-με-κουβαδάκι που σκάβει προς τα μέσα
και γύρω,
εκτός χρόνου, αμήχανο.

Η θάλασσα μετά. Αφού το παιδί φύγει
και αφού η παλίρροια σβήσει το ίχνος
της προσπάθειάς του να σκάψει.
Μετά που το ίχνος του παιδιού θα έχει γίνει
ανάμνηση
και αβαθής φωλιά μικροοργανισμών.

Η θάλασσα πριν. Πριν έρθει το παιδί,
ίδια με τη θάλασσα που έγινε όταν το παιδί
έφυγε,
γεμάτη θαύματα
και μελλοντικές προσπάθειες παιδιών.
Και προσπάθειες παιδιών
που βρέθηκαν αμήχανα και εκτός χρόνου στην
ακτή,
άλλοτε.

Η θάλασσα μόνο.
Περιέχοντας προσπάθειες και ίχνη,
μηνύματα σε μπουκάλια και ιστιοφόρα
και γυναίκες στην όχθη και ωδίνες και
βλέμματα
και κοχύλια
και προθέσεις ταξιδιών που αναβλήθηκαν
ή άλλων που ήταν σαν να μην έγιναν.

Η θάλασσα πάντα.
Να καθαίρει την αυταρέσκεια όσων
σχεδιάζουν ταξίδια.
Να μετριάζει την ύβρι όσων τα πραγματοποιούν.
Να γελά με αυτούς που σκαλίζουν πλεούμενα ή
υφαίνουν ιστία.

Θάλασσα, ήχος Σειρήνων και ήχος φτερών
που τσακίζονται στον αφρό.
Θάλασσα τριγμός στα σκαριά και γαλάζιο
ηδύποτο
στο ποτηράκι του θεού.

Βάζω στο στόμα μου μια χούφτα βότσαλα,
για να μάθω να προφέρω όλες τις λέξεις
και να σε επικαλούμαι,
όταν το μπλε του ουρανού σε κάνει ανοιχτή
και όταν το μπλε της λύπης σε κάνει μητέρα.

*Από τη συλλογή “Οι Νύχτες Πριν”, εκδόσεις Ναυτίλος, 2015.

Σπύρος Μαρούλης, μου χρωστάς ένα ποίημα

Πάντα αισθάνομαι ότι μου χρωστάς
Ένα ποίημα
Εξασθενημένο, όπως το σημερινό

Να με απομακρύνει από την κατοχή
Των ζωντανών

Το ήρεμο χαμόγελο
Δεν είναι πια αρκετό
Γιατί

Πάντα αισθάνομαι ότι μου χρωστάς
Ένα ποίημα

Και έχω ξεχάσει το χαμόγελό μου

Και δεν έχω κανέναν
Να ανησυχεί γι αυτό.

η ποίηση τονίζεται στο γιώτα

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Εδώ υπάρχω ως ποιητής, σ’ έναν χώρο που δεν μου ανήκει
και που αν πράγματι είναι χώρος δεν το γνωρίζω.
Ακριβώς έτσι συμβαίνει η γραφή
με πληρωμένο ρεύμα, με σπασμένο πρόγραμμα και με παροχή δικτύου
και δίχως την παραμικρή επίγνωση όλων αυτών.
Ακριβώς έτσι συμβαίνει κι η ανάγνωση
κι ως τώρα δεν θα μπορούσε να ‘χει γίνει αλλιώς.
Μα κυρίως έτσι καταφέρνω να υπάρχω ως ποιητής (γουάου)
αγνοώντας, στον κατάλληλο βαθμό, τι είναι αυτό που κάνω
και γιατί το κάνω, αφού μπορεί και γίνεται
δίχως κάποιον ιδιαίτερο σκοπό
δίχως απαραίτητο νόημα
δίχως να χρειαστεί να εξηγήσω οτιδήποτε
δίχως να χρειαστεί να αποδείξω οτιδήποτε
δίχως να χρειαστεί να αγοράσω και να αγοραστώ
δίχως το όνομα μου και τη διεύθυνση μου
δίχως γνωστούς κι άγνωστους
δίχως κολλητιλίκια
δίχως να σε χρειάζομαι άμεσα
δίχως να με χρειάζεσαι και συ
δίχως όλες αυτές οι λέξεις να αποτελούν ένα γαμημένο ποίημα.
Αν βέβαια βρεις κάτι…

View original post 15 more words

Γιώργος Σαραντάρης, Περίπατος στο παρόν

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Περίπατος στο παρόν

Ερωτιάρικα παιχνίδια
φιλιά και φιλιά
στήθια κοριτσιών γυναικών
κρίνα και ρόδα

Η μνήμη μου νιώθει ένα χάδι
λούζω τα μάτια
αφήνω τα χέρια
στο πιο καθαρό νερό

ανεβαίνω σ’ ένα γαλάζιο βουνό
(μια θάλασσα κοιτάζω
που με προσέχει)
φτάνω στην κορυφή
ανέλπιστον ουρανό
και αντικρίζω τα σύννεφα

κι ανάμεσα στα σύννεφα τα χρόνια μου
ακέραια

(Ιούνης 1934)

Από τη συλλογή Ουράνια (1934) του Γιώργου Σαραντάρη

View original post

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια

Στη μνήμη του Παύλου Φύσσα

I
Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια
απόψε μοιάζουν να ’ναι τόσο φωτεινά

Killah P.

Το παλικάρι σαν δέντρο λυγερό
σωριάστηκε στο χώμα
τα χέρια έσφιξε στο στήθος
στο μέρος της καρδιάς
και κουλουριάστηκε
όπως το έμβρυο στη μήτρα
Μα τι έγινε; Τι έγινε; Γιατί;
Γιατί;
Τόσο αναπάντεχα, τόσο σκληρά!
τώρα που της αγάπης τα φτερά
είχε απλώσει
Αυτό ήταν όλο λοιπόν;
Αυτό;
Ταξίδι σύντομο, μικρό
άδικα κι ανελέητα κομμένο;
Μπροστά του στάθηκαν
οι μαύροι Κύκλωπες οι ποταποί
και του έκοψαν ανελέητα το δρόμο
Δεν σκέφτηκαν οι θλιβεροί
πως της θυσίας το νήμα
αιώνια έχει αντοχή
Πώς θ’ αντέξει χωρίς ήχους
χωρίς χρώματα
χωρίς αγγίγματα απαλά
αγαπημένα;
Κι η μάνα, η έρμη μάνα;
Κι η κοπελιά η δύστυχη
που τον κρατά σφιχτά στην αγκαλιά της;

«Αχ, μάνα, κρυώνω, μάνα
μ’ εκείνη τη γαλάζια κουβερτούλα
να με σκέπαζες, μάνα γλυκιά»
ακούστηκε βαθύς ο σπαραγμός του

II
Όχι, δεν είναι έτοιμος
για το ταξίδι που δεν έχει γυρισμό
Ας γίνει κάτι επιτέλους
να σταματήσει αυτό το μακελειό
το άδικο να σταματήσει

Θέλει ν’ απλώσει πάλι τα φτερά
τα φυτρωμένα στους ώμους απ’ τη γέννα
Να αγαπήσει, να τραγουδήσει
να ξεσηκώσει τ’ αδικημένου την καρδιά

Τον πόνο που του καίει τα σωθικά
ας ήτανε να μπόραγε να σβήσει
Να βγάλει λέει μια βαθιά κραυγή
ακόμη πιο βαθιά από την πρώτη
για να δακρύσουν τα βουνά
να ξεχειλίσουν τα ποτάμια απ’ το δάκρυ
Γιατί ’ναι αβάσταχτο και άδικο πολύ
λουλούδι ολάνθιστο
στη μήτρα τη βαθιά να μπει
στη μήτρα τη μεγάλη
Όχι, δεν ήταν τέτοιος θάνατος
που ταίριαζε στο παλικάρι το γελαστό
Δεν έπρεπε χέρι αδίστακτο, λερό
ν’ αγγίξει τον άγγελο τον φτερωτό

Μα πρόσφορο καθώς έγινε
στου κόσμου το καλό
τη λησμονιά τη νίκησε
το μαύρο το σημάδι του θανάτου

III
Με κόπο τα μάτια άνοιξε
και για στερνή φορά κοίταξε γύρω
με παράπονο μεγάλο
Όχι, στη γη που θα τον έπαιρνε
βλέμμα δεν έστρεψε
μόνο κοίταξε εκεί ψηλά στον ουρανό
όπου φωλιά ήθελε να χτίσει
κι ύστερα τον μακελάρη έδειξε
τους Κύκλωπες τους μαύρους

Τελευταία την κοπελιά
βαθιά στα μάτια κοίταξε
κι αγκομαχώντας προσπάθησε να της γλυκοτραγουδήσει
«Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια απόψε μοιάζουν να ’ναι τόσο φωτεινά»

14-10-2013

*Από τη συλλογή “Διαδρομές”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Μιχάλης Κατσαρός, Ποιήματα

Α

Αρχή του βιβλίου και του ποιήματος
σε ύφος όποιο
είναι το τι ζητάς εσύ
ποια ώρα άδειασε
και ζεις
σαν υπνοβάτης στη φαντασία.

Εκτός αν θέλεις τα γράμματα
να βλέπεις μπλε ή μαύρα
με τις λεπτές τους τις καλλιγραφίες
και αυτές να ηχούν σε τύμπανα
ορχηστρών με άνεμο νέο.

Εμένα θέλει η γραφή να γράφω
γιατί ό,τι και να γραφτεί
είναι τροφή σε σχέδιο γραμμάτων
παλιά σχέδια που είναι ότι –
άνθρωποι ή της γραφής
οι εβδομήντα.

Πρόσεξε τι ζητάς
πρόσεξε εσύ τι θέλεις

Η ΠΟΡΤΑ ΗΤΑΝΕ ΣΤΕΝΗ

Η πόρτα ήτανε στενή καθώς κοιτούσες
τι νέο θα φανεί.
Πού νά ‘ξερες ότι ο μέγας Μίνιχρος
φύλαγε κεί που έσπασαν το βόδι.
Πάντως η νέα Βαβυλώνα μέτοικους δεν είχε

Β

Βίος και τέχνη ή θεός και άνθρωπος
μαζί τραβάνε.
Ο ένας κρατημένος απ’ τον άλλο
γιατί δεν είναι τίποτα παλαιό.
Πρώτη φορά συμβαίνει νά ‘ναι ο άνθρωπος
υπαρκτός –
Πρώτη φορά
λίγο χρονικό διάστημα
απ’ τον παππού σου μέχρι εσένα.

Εμείς που περπατήσαμε αργά
είμαστε όλοι μ’ όλη τη μνήμη μας
όπως βρεθήκαμε εκτός του σώματος
και ταχυτήτων.

Εσείς φορέσατε τροχούς ιλίγγου
και μικροί διανύσατε το χρόνο
και η μνήμη σας εξέχασε
ποιοι είστε.
Ένα βήμα στο Άργος δικό σας
χιλιάδες εσείς σ’ άγνωστες χώρες
ένα βήμα εμείς
εσείς γενιές αλλότριες με ανθρώπους
με μηχανήματα ή χωρίς
με φονικές μάχες ή οχι
με γράμματα ή πέρες
με –

Μη προχωρήσετε μη
εκεί σταθείτε μη
αργήσατε αλίμονο να ‘ρθείτε.

Πρώτη φορά μας συμβαίνει η ζωή –
πρώτη φορά μας φέρνετε λουλούδια.

Εμείς εσείς με τύμπανα, κρουστά
ωραίοι λίγο λυπητεροί – εσείς
εμείς με ένα βήμα
πάλι εσείς -εμείς- τα όλα.

Μη προχωρήσετε. Αργά.

Γ

Τι πόλεις νέες που είδε ο Λάκητος
απ’ τα Ελληνικά τους κοντεύει να τον σκάσουν
κι ο στρατηγός φοράει βυσσινιά γαλόνια.
Τ’ άρεσε το πρωί η γούρνα που πλενόταν.

*Από το βιβλίο “Μιχάλης Κατσαρός, Ποιήματα”, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1979.

Κούλα Αδαλόγλου, Δύο ποιήματα

Θέλει δε θέλει ο χρόνος

Από τον ιμάντα πήρα τις βαλίτσες
βγήκα στην αίθουσα αφίξεων
ήσουν τριών και με υποδέχθηκες.
Από τον ιμάντα παίρνεις τις βαλίτσες
βγαίνεις στην αίθουσα αφίξεων
είμαι πενήντα δύο και σε υποδέχομαι.
Θέλει δε θέλει ο χρόνος μίκρυνα
ένα παιδάκι.
Κλαίει ήσυχα και χώνεται στην αγκαλιά σου.

Κι όμως, να σου κι εσύ της διασποράς,
κεντρομόλο σ’ είχα στη σπιτική εστία.
Έφευγες λίγο μα ερχόσουν πάλι.
Έχασε η Ιθάκη το νόημά της.
Ιθάκη είναι τέρμα δεν είναι αφετηρία.

Και μια ανεξαρτησία που δεν ζήτησες, για μένα μιλάω,
είναι μοναξιά του κερατά.

***

Ράγισμα

Άρχισε να κλαίει, δεν θέλω να φύγουμε,
το πρόσωπό της χωμένο στα φουντωτά μαλλιά  της.

Μα εγώ πιότερο συμπόνεσα εκείνο το αγόρι
που έλεγε αστεία, τραγουδούσε , γελούσε παράξενα
κι όταν του είπαν «πάλι κλαίει»
δεν είναι εύκολο να είσαι μακριά απ’ τους δικούς σου ανθρώπους, απάντησε
μ’ ένα μικρό, τόσο δα, ράγισμα στη φωνή του.

*Από τη συλλογή “Οδυσσέας τρόπον τινα”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ.