Νίκος Μπαλής, Δεν Αρκεί Ένα Φιλί Για Να Σβήσει Ένα Χαστούκι

Ξετιναγμένοι απ’ τις ταχύτητες, με σάρκες πλαδαρές σταλάζουσες
Ουρλιάζοντας αλήτες μέσα στα μποστάνια
Στο ρυθμό του ροκ-εν-ρολ THE FOUR FUCKING BASTARDS
Καβατζάρουμε ψιλά για το μεγάλο ταξίδι
Ξερνάμε τον εαυτό μας παρέα
Παντελόνι καμπάνα από γκρίζα φανέλα και μπουφάν από σουέτ
Σκαστοί σε ένα καράβι με GENERAL για το Περού
Φορτοεκφορτωτές παιδιά για τα θελήματα
Σ’ ένα παλιό φωτογραφείο
Κλέβουμε τα ναύλα μας για Αμερική
Και τα πνίγουμε στην πρέζα
Νυχτερινή υπηρεσία σ’ ένα μπαρ της σκοτεινιάς
THE FAT YANKEE
Λαθραία σ’ ένα βαπόρι για τη Μεσόγειο
Ξεμπαρκάρουμε Μασσαλία με τα μαλλιά μας μιζαμπλί
Ντυμένοι πάντα με καρώ να μαθαίνουμε ισπανικά
BAYON και διάθεση για δράση
Γράφουμε νούμερα σ’ ένα καμπαρέ
Σβήνουμε μέσα στους θολούς καπνούς του μυαλού μας.

Θέλουμε να φύγουμε και πονάμε
Θέλουμε να σας μιλήσουμε και κοιμάστε
Θέλουμε να σας φιλήσουμε και φτύνετε λέξεις
σιχαμένοι φιλισταίοι
οι υβριστές μας πεθαίνουν
Το DADA πάνω στη Βόρειο Ήπειρο
Αξιοποιεί το φιλί μας στο μάρμαρο
Προσβάλλει τη δημόσια αιδώ των αχρείων
Μολύνει την πατρίδα
Που αγαπάτε εσείς
Που κοιμάστε τις νύχτες
Σάπιοι
Εσείς που μας σκοτώνετε
Γιατί είμαστε εχθροί του ύπνου σας
Γιατί είμαστε μόνοι μέσα στη νύχτα
Σα γάτες που ψάχνουν τους σκουπιδοτενεκέδες των πόλεων
Μόνοι σαν ατμόπλοια
Γιατί αγκομαχούμε στα δελτία των ποταμών
Μόνοι μέσα στη νύχτα
Σαν ποδηλάτες που χάνονται
Ποδηλατώντας επίμονα στην άμμο της ερήμου
Σα βαγόνια των τραίνων που αλλάζουν συρμούς
Σ’ απόμερους σταθμούς απόμερων τόπων
Σαν μεθυσμένοι
Γιατί ψαχουλεύουμε τους παχουλούς
Και ιδρωμένους τοίχους των σπιτιών
Μόνοι μέσα στη νύχτα
Με τους καπνούς των τσιγάρων μας
Με τα μάτια μας να τσουρουφλίζονται άγονα
Με τα χείλη μας να σκάζουν σε σέπια
Να ποθούν τον πυρετό
Σα λιμάνια δίχως πλεούμενα
Σαν ξεχασμένα αποτσίγαρα
μέσα σ’ ένα κλειστό δωμάτιο γεμάτο καπνούς
Βαθιά εντός.
Μας ενοχλείτε που κοπιάζετε!
Η “πραγματικότητα” περιγράφεται “το γεγονός”
κατασκευάζεται συμβαίνει αναπαρίσταται αναλύεται
ολοκληρώνεται ως ένα όλον τα σπασμένα κομμάτια του
αποτελούν την εικόνα
το όραμα κατοικεί μόνο στην πτέρυγα των ψυχιατρείων.

Ε! λοιπόν δεν ιδρώνει τ’ αφτί μας
το όραμα κατοικεί παντού όπου φεύγουμε
η περιγραφή είναι ένα τοπίο
το τοπίο είναι ο χώρος των βανδάλων
οι βάνδαλοι είναι δημιουργικοί
η Αφροδίτη της Μήλου είναι μνημείο των σκλάβων
το DADA πάνω στο άγαλμα της Βορείου Ηπείρου.
Για μια λογοτεχνία των βανδάλων
Για μια λογοτεχνία των δημιουργικών λεξιτοπίων
Τα μουσεία να φτύνουμε περνώντας.

Αυτό που έχουμε να πούμε είμαστε εμείς
ταπεινοί κυνηγοί του οράματος
μέσα στην έρημο της φυλακής
που είσαστε εσείς που κοιμάστε τις νύχτες
Είμαστε οι εχθροί του ύπνου σας.

*Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τρύπα», τεύχος 1, 1980 – χωρίς όνομα συγγραφέα μάλλον κατά
λάθος αλλά μπορεί και εξεπίτηδες. Εμείς το πήραμεαπό εδώ: http://www.bibliotheque.gr/article/64498
Τα artworks της ανάρτησης είναι της Annalynn Hammond.

Premiere: Poet and rapper Luka Lesson delivers a vital cultural message with The Medics’ Kahl Wallis

Brandon John

Today we’re more than thrilled to bring you ‘Living Artefact’, the new track by one of the country’s foremost slam poets, writers and hip-hop artists Luka Lesson, and featuring vocals from Kahl Wallis of The Medics.

As made clear by the title, the track boasts a clear, determined message about carrying on with cultural songlines, respecting heritage and wearing it proudly. Wallis brings his Indigenous perspective to the discussion, pairing it with Luka’s Greek-Australian upbringing to fight against cultural whitewashing.

“Looking at how to break free from racist stereotypes and represent a narrative of ancient cultures in contemporary words and music that challenge and inspire audiences gave birth to Living Artefact,” Luka explains.

“It is a statement to combat the sterilisation of both of our cultures, where difference is celebrated as a part of our lineage which has brought both of us to our contemporary experiences.”

Kahl adds that, from his perspective, the song “poetically and artistically touches on the displacement and continued forced assimilation of First Nations people around the world.

“For me it’s a personal, spiritual journey which has deep connection to ancestors and country. I’m a living continuation of my ancestors and we are living proof of how to maintain resilience and strength, respecting and acknowledging those who have come before us, who have shaped and inspired our voice.”

In approaching this track, and their music as a whole, Luka and Kahl are simply picking up the mantle of the the storyteller held by their ancestors, and using it to draw attention to new stories that need to be told. Together, they hope to help reignite a passion for “understanding and awareness around cultural and racial issues.”

“We’re having a great resurgence in orating one’s own story to large crowds,” Luka says. “However, where we used to be called story-tellers or bards and the venues amphitheaters, caves and under trees; we are now rappers, singers and slam poets and our venues big stages, bars and YouTube.

“In order to keep our cultures alive, especially for Indigenous peoples whose stories are so often repressed, we find voice again in oral traditions through these new mediums. The need to speak out and be heard is essentially irrepressible.

“It’s an exciting time to be a poet and hip-hop artist. And, it’s as important as ever to bring these issues into the mainstream conscience so we can break down cultural barriers for a more cohesive world where everyone’s heritage is truly celebrated and valued.”

Fellow rapper L-Fresh the Lion also has plenty of kind words for the new track, giving Luka and Kahl an effusive shoutout.

“Luka Lesson shines on Living Artefact,” he says, “sharing with us a much-needed dose of culture, ancestry and heritage. His flow is hypnotic and his delivery radiates strength. Kahl Wallis’ voice uplifts. The two together make this song truly hit home.”

The pair will have their chance to bring the message to the people directly when they head off on a national tour in August, covering regional centres as well as big cities. It’ll be the latest live expedition for Luka in a career that’s already seen him tour with socially conscious icons like Nahko and Medicine for the People (US), Akala (UK) and Tiki Taane (NZ).

Check out the new track above, and some of Luka’s brilliant spoken word below.

*For more from Luka go here: https://www.facebook.com/pg/lukalesson/videos/

Cloe Koutsoubelis/translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Υπάρχουν ποιήματα φάλαινες

που κυνηγάς για πάντα στην ομίχλη

κι άλλα παιχνιδιάρικα ρακούν

που εμφανίζονται τυχαία

μια μέρα στην αυλή σου.

Άλλα πάλι είναι ζέμπρες

με ρίγες λευκού που διαδέχεται το μαύρο

και άλλα λιβελούλες με εύθραυστα φτερά

που μπορείς να τα διαβάζεις μόνον στη σιωπή.

Κάποια είναι τυφλοπόντικες

σκάβουν μέσα σου αθόρυβα λαγούμια

και μερικά πύρινες τίγρεις

που καίνε τα πάντα καθώς τρέχουν.

Διάβαζε τα ποιήματα αναγνώστη

χαιδεψέ τα αν θέλεις στοργικά,

ποτέ όμως μην νιώσεις ασφαλής μαζί τους.

Γιατί πίσω από τα κόκαλα

την σάρκα τα φτερά

κρύβεται πάντα ένα στόμα ανοιχτό

που κάποια στιγμή θα σε προδώσει

POEMS

Some poems are whales

you forever chase in the fog

others are playful racoons

one day by chance they appear

in your backyard.

Others are zebras

with bands of white followed by black and

other poems libels with tender wings

you can only read in silence.

Others are moles…

View original post 53 more words

Γιάζρα, Ο θάνατος ενός εργάτη

Σκουντουφλάνε στον ίσκιο τους
και βράζουν τους καημούς τους σε τσουκάλια.
Είναι άνθρωποι, μια πιθαμή κοντότεροι απ’ την αλήθεια,
έχουν πρησμένη την κοιλιά και τροχισμένη τη γλώσσα.
Το πρωί κλωτσάνε σα σκυλιά,
το βράδυ σκορπίζουν σα βελόνες
στρώνουν χάμω τα πετσιά τους,
στοιβάζουν τις συμφορές τους,
τις μετράνε πόντο πόντο,
ύστερα τις λησμονούνε.
Ένα αλφαβητάρι κρύβουν κάτω απ το μαξιλάρι
για να μη τους βρει ο θάνατος.

Στο στήθος μου ψάχνουν για σφαίρες
βρίσκουν μία, χτυπάνε τις καμπάνες,
βρίσκουν δύο, λύνονται στα γέλια,
βρίσκουν τρεις, διαπράττουν το τέλειο έγκλημα.
Το σώμα μου ξηλώνουν λες και ψάχνουν για ζεστασιά’
μ’ αγκαλιάζουν, όχι από αγάπη αλλά από πείνα.
Είναι τόσοι πολλοί! Είναι τόσες πολλές!
Σιωπηλοί ξενυχτάνε τα θεωρητικά τους ερείπια.

Μακάρια η γυναίκα που τα χείλη της τα έσκασε το κρύο,
γιατί αυτή θα μας πει πώς γεννιέται το φιλί.
Μακάριος ο άντρας που δουλεύει στα ναυπηγεία,
γιατί αυτός θα μας κληροδοτήσει τις θάλασσες,
γιατί αυτός θα μας πει παραμύθια για τις τρικυμίες.
Μακάρια αυτή που δεν κουβαλάει βαλίτσες,
γιατί αυτή θα μας κρατήσει απ’ το χέρι.
Μακάριος αυτός που έπεσε γιατί σκόνταψε σε μια πέτρα,
αυτή που σκουπίζει τα δάκρυά της μέσα στο πλήθος,
αυτός που έκοψε ένα δάχτυλο στη μηχανή,
γιατί αυτές θα μας φέρουν νερό και κρασί.
Μακάριος ο φούρναρης, μακάρια η μαγείρισσα,
γιατί αυτές θα ταΐσουν τα παιδιά μας.
Μακάρια η μοδίστρα, μακάρια η ράφτρα,
γιατί αυτές θα ζεστάνουν τα κορμιά μας.
Μακάρια η κλέφτρα, μακάριος ο ληστής,
γιατί αυτές θα μοιράσουν δίκαια τον χρόνο.
Μακάρια η γυναίκα που κάνει ορθογραφικά λάθη
γιατί αυτή θα επινοήσει τη νέα γραμματική.
Μακάρια η ποιήτρια που διαβάζει Καίσαρα Βαλιένο,
γιατί αυτή θα γράψει ανθρωπινά ποιήματα.

Κοίτα με, σκόνταψα ξανά ανάμεσα σε ανθρώπους,
έστυψα τις γροθιές μου στο θάνατο ενός εργάτη.

*Από την συλλογή “Γκρόζνι”, εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.

Το μητρικό στοιχείο στις «Μητρίδες» του Κωνσταντίνου Καλυμνιού

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ*

Οι «Μητρίδες» είναι η πιο πρόσφατη και ίσως η πιο πολύσημη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Καλυμνιού. Όπως όλα τα έργα του, οι «Μητρίδες» είναι πολύπτυχες, διφορούμενες και συχνά, αντιφατικές. Ως αποτέλεσμα, πλαισιώνουν έναν κύκλο αφήγησης, συνεχίζοντας από τις παλαιότερες συλλογές του, που προέρχονται κυρίως από τις ρήξεις και τις ρωγμές της ιστορικής διαχρονικότητας και την συνύπαρξη διάφορων εποχών. Αυτό το καλειδοσκόπιο εποχών και γλωσσών αποτελεί σημαντικό τμήμα της ποιητικής πραγματικότητάς του.


Ο τίτλος της συλλογής εγείρει προβληματισμούς. Ουσιαστικά, δεν μπορεί κανείς να έχει περισσότερες από μία πατρίδα, όπως δεν μπορεί κανείς να έχει παρά μόνο μία μητέρα. Η «μητρίδα» βέβαια εδώ είναι η θηλυκή εκδοχή της πατρίδας.

Σχεδόν όλα τα ποιήματα της συλλογής αναφέρονται σε μέρη της Ηπείρου, τον τόπο καταγωγής της μητέρας του ποιητή, όμως ούτε η μητέρα του ούτε ο ίδιος ποιητής έχουν κάποια απτή σχέση με τα περισσότερα από τα αναφερόμενα μέρη, με μερικές αξιοσημείωτες εξαιρέσεις. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, η πρωταρχική (για να μην πούμε «μητρική») γλώσσα του ποιητή είναι η σαμιακή διάλεκτος της ελληνικής, η οποία καθιστά τη χρήση της ιδιωματικής Ηπειρωτικής στο πρώτο ποίημα της συλλογής «Ενθύμιον» και στο τελευταίο «Θαυμαστά Φύλα», αξιοσημείωτη.

Επιπλέον, ο όρος «Μητρίδες» είναι παρωχημένος. Αναφέρεται στην Πολιτεία του Πλάτωνος και στα έργα του Ηρόδοτου και του Ιάμβλιχου, αλλά έχει πλέον πέσει εκτός χρήσης. Έτσι, η αναζωογόνηση του όρου συμβαδίζει με τη διαχρονική αντίληψη της ελληνικής γλώσσας που διατηρεί ο Καλυμνιός, ο οποίος προσδίδει σε ολόκληρο το φάσμα ενός λεξιλογίου 3.000 ετών μια αξιοσημείωτη συγχρονικότητα, ανάλογη με τον Ιταλό ποιητή Gabriele D’Annunzio, που αποδίδει μεσαιωνικούς ιταλικούς όρους στη δική του σύγχρονη ιταλική ποίηση. Είναι λοιπόν ο Καλυμνιός κατασκευαστής δικού του γλωσσικού ιδιώματος, με την οποία αρθρώνει μια ελληνο-αυστραλιανή πραγματικότητα;


Αξίζει να ερευνήσουμε και άλλες υποδηλώσεις του όρου, ιδιαίτερα ότι οι «μητρίδες» προέρχονται από τη λέξη «μήτρα». Αντί για μια συλλογή μητρίδων, μήπως αυτό που μας υποχρεώνει ο ποιητής να εξετάσουμε σε αυτή τη συλλογή είναι, μάλλον, μια συλλογή μήτρων ως την απόλυτη αλήθεια; Στο ποίημα «Μητρικό», το οποίο θα μπορούσε να εννοηθεί όχι μόνον ως κάτι που αφορά την μητέρα αλλά και ως κάτι που αφορά τη μήτρα, ο Καλυμνιός βλέπει τη μήτρα ως τόπο όπου οι λέξεις χάνουν τη δύναμή τους: «Λίγο πρίν από τήν πόρτα σου/ ψοφούν οι ανείπωτες λέξεις/πού απουσιάζουν/από τά μεγάλα λεξικά». Επιδιώκει λοιπόν ο Καλυμιός να αποικοδομήσει τη δική του ποιητική, μέσα σε ένα χωνευτήρι που δεν είναι δικό του, αλλά που αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να δημιουργήσει τη δική του αυτοσυναίσθηση;


Ο Καλυμνιός επιστρέφει στο μοτίβο της μήτρας επανειλημμένως στην ποίησή του, ειδικά σε εκείνα τα (πολλά) ποιήματά του, που έχουν να κάνουν με τη λίμνη Παμβώτιδα των Ιωαννίνων, ένας τόπος που φαίνεται να ασκεί μια παράξενη γοητεία πάνω του και αναλαμβάνει στο έργο του το αρχέτυπο της καθολικής και αρχέγονης μήτρα. Στη «Λίμνη» συγχωνεύει το τοπικό μύθο με τη βιβλική παράδοση, συσχετίζοντας την Κυρά Φροσύνη, την ατυχή παλλακίδα του Αλή Πασά που πνίγηκε στην Παμβώτιδα, με το περπάτημα στην επιφάνειά του, υποστηριζόμενη από τις μαρμάρινες παλάμες των πνιγμένων μαρτύρων.

Ωστόσο, αυτή η απειλητική μητέρα ζαλώνεται «σαβατωμένους πάγους» (μια αναφορά στην παραδοσιακή τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας για την οποία είναι γνωστά τα Ιωάννινα), στον τόπο όπου θα κρατούσε ένα παιδί. Επιπλέον, είναι τα κινητά μας τηλέφωνα που αυτή η αρχέτυπη μητέρα φασκιώνει, και όχι εμάς, όταν μας καλεί δυσοίωνα κοντά της.

Στο ποίημα «Παμβώτις Δ΄», ο Καλυμνιός περιγράφει τη λίμνη Παμβώτιδα ως τραπεζομάντιλο φορτωμένο με γεωμετρικά σχήματα συμβολικά της μήτρας, όπως ένα ισοσκελές τρίγωνο, εξισώνοντας αυτό το «στενό/ σάν τή λήθη,/ αδίστακτο ηφαίστειο,/ μέ τό παράστημα/ του θανάτου». Στα «Κατακάθια,» τοποθετεί τον εαυτό του και τον αναγνώστη, εντός αυτής της μήτρας: «Ανάμεσα/ στά κατακάθια/ της Λίμνης/ κρυβόμαστε κι εμείς…» Εδώ λοιπόν, το αμνιακό υγρό είναι σκοτεινό και θανατηφόρο και ο Καλυμνιός σχολιάζει εύστοχα τον τρόπο με τον οποίο εξακολουθούμε (δυσλειτουργικά) να συνδεόμαστε με τη μητρική μας κουλτούρα.
Άλλα υδάτινα σώματα επίσης δίνουν σημαντικό παρόν στη συλλογή.

Η Λαψίστα, είναι ο αντίποδας της Παμβώτιδος-μήτρας, ή ίσως η τελική μορφή της δεύτερης, εφόσον είναι αποξηραμένη. Η Σαγιάδα, στο δυτικότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου ο ποταμός Θύαμις εισρέει στο Ιόνιο Πέλαγος, δεν είναι μόνο ακριτική, αλλά και «μητρίδα», δεδομένου του ότι ο ποταμός Θύαμις δίνει το όνομά του στον χορό Τσάμικο, που οριοθετεί την ηπειρωτική και ελληνική παραδοσιακή ταυτότητα γενικότερα. Επίσης, το στενό της κανάλι είναι επίσης ένας τόπος θνησιγενής. Έτσι, στη «Σάγιαδα», αφαιρούνται όλες οι μορφές παρηγοριάς και στη θέση τους προσφέρονται στον αναγνώστη: «πρόχειρες/ και ιδιοτελείς δικαιολογίες,/ ότι αυτά απαιτούν/ οι πνιγμένες νεραΐδες/του βάλτου».

Αντιθέτως, το θαλασσογραφικό τοπίο του Sorrento, στο ομώνυμο ποίημα, δεν είναι φορτωμένο με κινδύνους, καθιστώντας κάθε προσπάθεια εξορθολογισμού του κόσμου γύρω μας φαινομενική και ηδονιστική, ανεξάρτητα από το αν αναφερόμαστε στις παραδόσεις μας ή στον τόπο των προγόνων μας κατά τη διαδικασία. Μήπως μας χλευάζει ο ποιητής, τον εαυτό του και ολόκληρο τον ποιητικό του κόσμο; Η αξιοσημείωτη απουσία οποιασδήποτε μητρικής εικόνας στο ποίημα αυτό, που μοναδικά τοποθετείται στην Αυστραλία, υπαινίσσεται πολλά.
Οι φροϋδικές πτυχές της ποίησης του Καλυμνιού (οι οποίες είναι γενικά υποσυνείδητες και ενώ είναι εγγενείς σε μια πλήρη κατανόηση της ποιητικής του, δεν έχουν εξεταστεί από μελετητές σε βάθος), προσδίδουν μεγαλύτερη προβολή στη συλλογή αυτή και αξίζουν περισσότερη έρευνα, εφόσον αυτές προσφέρουν μια νέα και σημαντική προοπτική σε οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με τη σύγχρονη ελληνο-αυστραλιανή ταυτότητα και την κατασκευή της. Είναι στη μοναδική αντιμετώπιση των φροϋδικών πτυχών του αγώνα οριοθέτησης μιας προσωπικής ταυτότητας για τον καθένα μας, μία διαδικασία που εντείνεται στους Αντίποδες και στην ανάλυση και κατανόηση του καθοριστικού ρόλου που παίζει η συρροή προαιώνιων πολιτιστικών στοιχείων που κληροδοτήθηκαν σε εμάς από εκείνους που μας έφεραν στη ζωή όπου κείτεται η αληθινή αξία και η μοναδικότητα των «Μητρίδων».


Σύμφωνα με το κεντρικό μοτίβο, ο κόσμος των «Μητρίδων» είναι μητριαρχικός, αν όχι φεμινιστικός. Εκτός από λίγες αναφορές σε ορισμένες ιστορικές μορφές που αφορούν την Ήπειρο, οι «Μητρίδες» του Καλυμνιού είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κατοικημένες από γυναίκες, από ισχυρές γυναικείες μορφές όπως η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου (γράφει στο ποίημα «Ολυμπιάς: «η σκιά σου/ κι ο σκύλος/ των μολοσσών,/ είναι/ οι πιό τραγικές συντροφιές μου…. οι πληγές σου χάνονται/ μαζί μέ τούς κυνόδοντες,/ φωσφορίζοντας/ τα σπήλαια του ύπνου,» η βασίλισσα του μεσαιωνικού Δεσποτάτου της Ηπείρου Θεοδώρα Κομνηνή, η οποία, στο ποίημα «Θεοδώρα Κομνηνή» «ταπεινά κι αγόγγυστα,/ υπηρετ[εί] τ[ήν] θητεί[α] της/ στό κιονόκρανο του θείου», η προγιαγιά του ποιητή Παναγιώ, όπου: «Σέ πήλινους σαρκοφάγους/ ψιθυρίζει/ τήν συζευγμένη της ορφάνια,/ η ενότητα των κύκλων/ πού μαρτυρούν/ τήν ηλικία των πετρωμένων», σε πιο αρχέγονες μορφές όπως η ηπειρωτική Μητέρα Θεά Διώνη, «τίς πιο απόκρυφες/καί ηττημένες ηδονές», της οποίας, «ασβεστώνουν οι ιερομάντεις/ στο εκχύλισμα των θόλων», στο ποίημα, «Μπιζάνι», μυθολογικές μορφές όπως η Κίρκη, οι διαστάσεις της λεκάνης της οποίας μας καλεί ο ποιητής να χρονομετρήσουμε στο ποίημα «Ζαβάλι», η άτυχη Ιώ που προσμένει στο ποίημα «Τελευταίος Ασπασμός»: «Μέσα στό στρίφωμα των σάβανων,/ μέ τά αποφόρια των κατσάβραχων,/ τήν άρνηση της στερήσεως,/ του φουστανελοφόρου νεομάρτυρος Γεωργίου», και σε μια έξυπνη παρεμβολή αντιμαχόμενων θεοτήτων, η Λεβαντίνα θεά Αστάρτη, όπου στο ποίημα «Κυρά Βασιλική»: «Κανένας μοναχός δέν μπορεί/ νά διακρίνει τίς πινακίδες/ στόν χώρο στάθμευσης/ των αντικατεστημένων εγκωμίων/ της Αστάρτης,/ κι ας οσμίζονται αντίστροφά/ οι πέστροφες,/ τήν ανυπακοή τους».

Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πρόκειται για μια νοθευμένη μητριαρχία που θα πρέπει να αποφύγουμε, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ποιητής τοποθετεί ως επικεφαλής της λατρείας της Αστάρτης, μια ανδροπρεπή Δαλιδά με περούκα, πιθανώς από τα μαλλιά του Σαμψώντος. Αντίθετα, στο ποίημα «Πωγωνιανή», η θηλυκότητα και η μητρότητα, όπως τις αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, τοποθετούνται σε πιο γνώριμο πλαίσιο: «Στά χνούδια/ των σκωροφαγωμένων σεγκουνιών/ ζύγιαζε λοιπόν τά λόγια:/ θυγατέρα, αδελφή, γυναίκα./ Τό βαρύτερο: Μάνα». Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι παραδόσεις, οι μνήμες και τα πολιτισμικά πρότυπα που ο ποιητής επιχειρεί να αιτιολογήσει μεταδίδονται συνήθως μέσω της μητριαρχίας.
Οι «Μητρίδες» είναι ένα περίπλοκο, λαβυρινθώδες έργο που περιβάλλει τον αναγνώστη απαλά και δελεαστικά, αρχικά, μόνο για να εξελιχθεί σε μια περιπέτεια με συγκινήσεις, φοβίες και αβεβαιότητες τύπου Κάφκα, απειλώντας ανά πάσα στιγμή να εκτροχιάσει τόσο τον αναγνώστη όσο και τον ποιητή τον ίδιο, κάθε φορά που η συλλογή συστρέφεται ή αντιστρέφεται στον εαυτό της. Αλλά ποτέ δεν το κάνει, διότι το έργο είναι συγκροτημένο και η περιπέτεια άψογα σκηνοθετημένη. Είτε ο αναγνώστης έχει επιλέξει να αποκωδικοποιήσει τη σημασία του τεράστιου αριθμού των διακειμενικών παραπομπών στην Ηπειρωτική μυθολογία, την ιστορία και τη λογοτεχνία, ή να ανακαλύψει στους στίχους των ποιημάτων, αναφορές στο δημοτικό τραγούδι και τη βυζαντινή μουσική παράδοση είτε παραδοθεί τελείως στην ειρωνεία και στα λογοπαίγνια του ποιητή, ο έξυπνος τρόπος με τον οποίο κάθε ποίημα έχει δημιουργηθεί και επίσης έχει τοποθετηθεί στο σύνολο του έργου, επιτρέπει στον αναγνώστη να ρυθμίσει τον διείσδυση του σε αυτό, λαμβάνοντας υπόψη του τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ταυτότητας που τίθενται σε αυτό το άκρως προσωπικό έργο.


Στο τελικό ποίημα, κάποια επίλυση των ζητημάτων που απασχολούν το έργο επιτυγχάνεται μέσω του ποιητή που συλλαμβάνει τους φόβους μας για τη ρευστότητα, υπονοώντας ότι ολόκληρη η κληρονομιά των προγόνων μας μπορεί να πετρωθεί από τους απογόνους τους. Ίσως να έχει δίκιο. Όμως, όπως δηλώνει, δεν γνωρίζουμε πού βρίσκονται τα πετρώματα αυτά. Η έμμεση αναφορά εδώ στη γέννηση του Δία και την απάτη του Κρόνου, από τη μητριάρχη Ρέα έχει σημασία….


*Ο Γιώργος Μουρατίδης είναι φιλόλογος στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης.


**Η ποιητική συλλογή «Μητρίδες» του Κωνσταντίνου Καλυμνιού θα παρουσιαστεί την Κυριακή, 9 Ιουλίου και ώρα 3μμ, στον ημιώροφο του Ελληνικού Κέντρου, 168 Lonsdale Street, Melbourne, από τον καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Σίδνεϊ, Βρασίδα Καραλή.

Χρίστος Λάσκαρης, Αντίσταση

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μάριος Τόκας & Φώντας Λάδης, Το φεγγάρι
(τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: Άρες, μάρες, κουκουνάρες (παιδικά τραγούδια, 1978))

Αντίσταση

Το ακατόρθωτο επιχειρεί η ψυχή
σ’ αυτή τη ζωή
της πολυκατοικίας.

Τη μέρα αντιστέκεται στο ασανσέρ,
το βράδυ στις τηλεοράσεις.

Και τα μεσάνυχτα,
που εξαντλείται ο θάνατος,
πληγώνει τα φτερά της στο φωταγωγό

για λίγο παιδικό φεγγάρι.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χρίστος Λάσκαρης: Ποιήματα, 1965-1978 (1979)

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

View original post

Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

Αντίσταση

Μη μας πάρουν την ψυχή
οι οθόνες
οι υποσχέσεις για ευδαιμονία
οι άδειες ειδήσεις
τα περιτυλίγματα
οι γνωστές διαδρομές.
Μην αλώσουν την ψυχή μας
οι στρατιές
οι κατασκευασμένοι εχθροί
οι μονόλογοι των αρπακτικών
ο φόβος του άλλου
η ασφάλεια της παραίτησης.

***

Μονόλογος

Σιωπηλός παρέα μ’ ένα ποτήρι κρασί.
Μεσημέρι,
στα διπλανά τραπέζια
απορροφημένοι οι θαμώνες
στις κουβέντες τους.
Μονολόγησες:
“Μ’ έκλεισαν στην αντίπερα όχθη χωρίς να με ρωτήσουν.
Μου αρνήθηκαν την αγάπη.
Ξέρεις τι είναι να μην έχεις ένα χέρι να σ’ αγγίξει
να νιώσεις τη ζεστασιά;”
Σ’ έπιασε το παράπονο
ήπιες λίγο και ξαναείπες:
“μ’ έκλεισαν στην αντίπερα όχθη χωρίς να με ρωτήσουν”.

***

Το βρέφος

Κρατώ
ένα βρέφος στο δεξί μου χέρι.
Ξαφνικά
σαν αέρας
σαν χέλι μου γλιστρά
κατά κάτω
προς το βάραθρο.
Πετρωμένη η μητερα
με κοιτάζει
από το χάσμα.
Προτού με πλημμυρίσουν
οι κραυγές
απλώνω το άλλο μου χέρι
δένω το βρέφος στο κορμί μου.
Η ψυχή μου γαληνεύει.

***

Μονοπάτι

Φορτίο βαρύ.
Πόσο θ’ αντέξω;
Ανοίγω μονοπάτι
για την πόλη των ιδεών.
Θα τα καταφέρω;
Ωστόσο η προσπάθεια
δίνει νόημα στο παρόν.

***

Δραπέτης

Και θα σβήσω
σαν τα ίχνη κιμωλίας στον πίνακα.
Με περιτριγυρίζουν σκιές.
Θ’ αφεθώ στης φαντασίας το κάλεσμα
δραπέτης
πολιτείας αιχμάλωτης.

*Από τη συλλογή “μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.

Λογοτεχνία, το μεγάλο σκασιαρχείο

Στη μνήμη του Παντελή Καλιότσου

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ*

Υπάρχει ένας σπουδαίος αφρικανικός μύθος για το μικροσκοπικό πουλί κολιμπρί ή κολίμβρι. Ο μύθος λέει πως όταν έπιασε φωτιά στη ζούγκλα κι όλα τα ζώα άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητα και να λουφάζουν κοντά σε μια λίμνη, το κολιμπρί βουτούσε στο νερό σαν πυροσβεστικό αεροπλάνο και με το ράμφος του μετέφερε νερό προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά.

Τα υπόλοιπα ζώα που παρακολουθούσαν αμέτοχα την καταστροφή το κοιτούσαν σαστισμένα κι αποχαυνωμένα. Τότε ο ελέφαντας φωνάζει στο κολιμπρί πως είναι μάταιο αυτό που κάνει και πως δεν πρόκειται να σβήσει τη φωτιά. Το κολιμπρί τότε του απαντά «εγώ, κάνω αυτό που μου αναλογεί».

Έχω την εντύπωση πως οι συγγραφείς που πέρασαν απ’ αυτό τον κόσμο ήταν ένα είδος κολιμπρί. Κάναν αυτό που τους αναλογούσε. Κάτι που στον καιρό τους φαινόταν πάντα μάταιο αφού δεν διέθεταν εξουσία αλλά θράσος.

Θα μπορούσε κάποιος να πει, πως, είμαστε η λογοτεχνία που διαβάσαμε, οι μύθοι που ακούσαμε, τα παραμύθια που μας είπανε. Ή πες μου ποια βιβλία διάβασες να σου πω ποιός είσαι.

Τα λεγόμενα εξωσχολικά βιβλία υπήρξαν η μεγάλη αντίσταση σε ένα σχολείο βαρετό και πληκτικό αλλά και αυταρχικό ταυτόχρονα.

Όχι πως η γενιά μου έφαγε και το περισσότερο ξύλο, για να μάθει τι εστί γερούνδιο και τι εστί Ουλάν Μπατόρ, αλλά όπως και να το κάνουμε σπουδάσαμε τα γράμματα σ’ ένα σχολείο που περιόριζε- περισσότερο ή λιγότερο αυθαίρετα-το μεγαλειώδες πεδίο της εμπειρίας.

Αυτό το πεδίο που μας το κάλυψαν-νομίζω με θεαματική επιτυχία- κάτι περίεργοι τύποι οι οποίοι στην πραγματικότητα υπήρξαν και οι δάσκαλοί μας στη ζωή.

Όλοι εμείς που επαγρυπνούμε για την ουσία της ανταρσίας, όλοι εμείς που λέμε ότι γράφουμε-αφού στην ουσία το γράψιμο είναι το αντάρτικο του προφορικού λόγου-αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο του Μαρκ Τουέιν, στο πρόσωπο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, στο πρόσωπο του Λούις Κάρολ, στο πρόσωπο του Παντελή Καλιότσου τους πρώτους δασκάλους που μας μίλησαν για το σκασιαρχείο.

Ήταν τα πρώτα μας διαβάσματα τα πρώτα μας χτυπήματα στα γόνατα, το πρώτο αίμα. Το αίμα είναι πνεύμα, γράφει ο Νίτσε. Κι αυτή η αποστροφή δεν έχει ίχνος μεταφορικής σημασίας.

Δεν ήμασταν άντρες μεγάλοι και δυνατοί για να μπορούμε να πηδάμε από κορυφή σε κορυφή αλλά μειράκια εγκλωβισμένα στο υπόγειο της παιδικής ηλικίας.

Κι ίσως αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή μας ήταν η πατρική βιβλιοθήκη.

Σκοντάφταμε σχεδόν πάνω στα βιβλία και κάποια στιγμή αρχίσαμε να τα ανοίγουμε ανακαλύπτοντας εκεί έναν άλλο κόσμο απ’ αυτόν που μας μάθαιναν στο σχολείο. Η λογοτεχνία υπήρξε για πολλούς από μας μια σπουδή στο αιώνιο σκασιαρχείο της ζωής.

Το σκάγαμε απ’ τον πολιτισμό της βαρβαρότητας και της σοβαροφάνειας για να πάμε τρέχοντας στον πολιτισμό της συντροφικότητας και του παιχνιδιού.

Απ’ τα βιβλία αυτά μάθαμε πως κανένας δεν είναι κανενός. Πως δεν ανήκουμε στο μπαμπά και στη μαμά, στο κράτος ή την ενορία. Απ’ τα βιβλία αυτά μάθαμε πως οι άνθρωποι δεν είναι πράγματα. Αντικείμενα χρήσης ή μηχανές παραγωγής κέρδους.

Απ’ τα βιβλία αυτά μάθαμε πως οι γυναίκες δεν είναι πόλεις που λιγουρεύεται ο κάθε πολιορκητής και πως οι άντρες δεν είναι ατίθασες ή κατοικίδιες μαϊμούδες. Πως τα παιδιά δεν είναι έπιπλα με συρτάρια όπου καταχωνιάζεις στείρες γνώσεις.

Σκεφτείτε να γυρνάτε στο σπίτι σας μετά το μάθημα των θρησκευτικών και της ιστορίας και να ανακαλύπτεται την αλήθεια στη λογοτεχνία σ’ ένα τόσο δα ποιηματάκι.

Νίκος Καρούζος

Λένιν και Μαχάτμα

Ξημέρωνε κ’ οι δυο τους

ασπροντυμένοι.

Κελαηδούσε απ’ όξω ο τόπος. “Τα πουλιά”

ψιθύρισε ο Μαχάτμα.

Ο Λένιν χαμογέλασε καλόκαρδα διορθώνοντας.

“Μυδράλια”.

Νάτος ο δάσκαλος. Εδώ είναι ο δάσκαλος, ο Καρούζος εν προκειμένω, χωρίς καμιά ανάλυση και χωρίς καμιά περίπλοκη πατερναλιστική ιδεοληψία.

Οι μεγάλοι συγγραφείς υπήρξαν κατά κάποιο τρόπο και οι εμπνευστές της νέας παιδαγωγικής γιατί έζησαν από πρώτο χέρι το φριχτό εκπαιδευτικό σύστημα της τιμωρίας.

Ξέρουμε πως ένα μουχλιασμένο σχολείο αναπαράγει τις δομές μιας μουχλιασμένης κοινωνίας. Και μια διεφθαρμένη κοινωνία διαιωνίζει ένα γραφειοκρατικό σχολείο. Εδώ υπάρχει διαρκώς ανατροφοδότηση. Ωριμάζει η κοινωνία καλυτερεύει το σχολείο. Καλυτερεύει το σχολείο ανασαίνει η κοινωνία. Δημιουργεί ευτυχισμένους ανθρώπους χωρίς να πλιατσικολογεί την περιέργειά τους.

Η ελληνική λογοτεχνία βρίθει από περιγραφές απίστευτης σωματικής βίας όπου οι άμοιροι συγγραφείς εξιστορούν συνήθως προσωπικές τραυματικές εμπειρίες.

Οι συγγραφείς του δεκάτου ενάτου αιώνα γράφουν για ξυλιές με βίτσα στα χέρια και στα πόδια, για ραβδισμούς στην πλάτη, για το γονάτισμα επί ώρες του απείθαρχου μαθητή και το φτύσιμο κατά σειρά απ’ τους συμμαθητές του. Για τη φάλαγγα με τους ραβδισμούς στις πατούσες μέχρι να ματώσουν (βασανιστήριο που το κόπιαραν από παλιούς καλούς δασκάλους οι βασανιστές της δικτατορίας του Μεταξά, αλλά που εφαρμόζονταν και σε όλη τη διάρκεια του καραμανληκού κράτους και της στρατιωτικής χούντας στους πολιτικούς αλλά και στους ποινικούς κρατούμενους).

Οι συγγραφείς του εικοστού αιώνα κάνουν λόγο για χαστούκια, τράβηγμα και στρίψιμο των αυτιών, χτυπήματα με βέργα ή με χάρακα στις ανοιχτές παλάμες, απίστευτες σωματικές ποινές που σταμάτησαν να εφαρμόζονται μόλις λίγα χρόνια πριν. Εδώ βρίσκονται και πολλές απαντήσεις για την κοινωνική βία. Ο βασανιζόμενος θα βασανίσει, η βία φέρνει βία και λοιπά.

Εδώ θέλω να μνημονεύσω κάποιες ταινίες αριστουργήματα που έχον σχέση με το σκασιαρχείο και την εκπαίδευση. Πρόκειται για το φιλμ Διαγωγή Μηδέν του Ζαν Βιγκό το 1933 και αναφέρεται στις προσωπικές του μνήμες ως εσώκλειστου μαθητή σε οικοτροφείο.

Ο αναρχικός Βιγκό περιγράφει τη βία και την καταστολή που ασκούνταν στους μαθητές αλλά και την αγανάκτησή τους που προσλαμβάνει τη μορφή της λυτρωτικής εξέγερσης. Η ταινία όπως ήταν φυσικό απαγορεύτηκε αμέσως και η προβολή της επετράπη αρκετά χρόνια αργότερα μετά τον πόλεμο. Επηρεασμένος απ’ τη διαγωγή μηδέν του Βιγκό ο Φρανσουά Τρυφό γυρίζει το επίσης αυτοβιογραφικό φιλμ Τα 400 Χτυπήματα το 1957.

Έχοντας παρόμοιες εμπειρίες απ’ το ελληνικό σχολείο πολλοί από μας αποφασίσαμε πως δεν μας ενδιαφέρον τα επίσημα βιβλία που είχαν τη βούλα του παπά και του υπουργού, ούτε οι παπαγαλίστικες κορώνες των συμμαθητών μας αλλά αντίθετα ήμασταν έτοιμοι να χαθούμε με ευχαρίστηση στην μεθυστική ρέμβη των παιδικών μας φαντασιώσεων.

Ανακαλύπταμε στα εξωσχολικά βιβλία άλλα όντα και άλλους παράλληλους κόσμους γοητευτικούς και παράξενους. Άρχισαν να μας γοητεύουν οι διαφορετικοί, οι «παραβατικοί», οι ομοφυλόφιλοι, οι αλήτες των δρόμων των μεγαλουπόλεων, όσοι δεν είχαν κανόνες ιερούς και απαραβίαστους, οι εξεγερμένοι που περιφέρονταν ελεύθερα και χλευάζανε την εξουσία και όλη την καταναλωτική υστερία στην οποία βούλιαζε ο κόσμος γύρω τους.

Όλοι αυτοί που δεν χρησιμοποιούσαν δεκανίκια για να δείξουν πόσο αξίζουν, που ακολουθούσαν μια ρηξικέλευθη στάση ζωής θυμίζοντας πολλές φορές πως είναι παιδιά εκείνου του παλαβού αθηναίου φιλόσοφου, του Διογένη του Κυνικού που περνούσε τη ζωή του με το μοναδικό του ένδυμα και το ραβδί του, αργόσχολος, που κατοικούσε σ’ ένα πιθάρι το οποίο πολλές φορές κυλούσε πέρα δώθε για να μην φαίνεται ότι δεν κάνει κάτι κι αυτός.

Ο Διογένης χλεύαζε τους σύγχρονούς του ανθρώπους, τις αξίες τους, την εξουσία, ειρωνευόταν όλους εκείνους γύρω του που έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, σκοτισμένοι και πολυάσχολοι κυνηγώντας περισσότερα όβολα.

Πολλές φορές γάβγιζε αντί να μιλά και έλεγε πως ότι είναι φυσιολογικό δεν μπορεί να είναι ανήθικο και απρεπές και γι’ αυτό οι περισσότερες κοινωνικές συμβάσεις δεν αξίζει να γίνονται σεβαστές.

Ο Διογένης δίδασκε την αναίδεια και την πλήρη περιφρόνηση στην ευπρεπή συμπεριφορά και σε όσους τον άκουγαν επαναλάμβανε «να παραμένουν απλοί και να αρκούνται στα λίγα».

Τα ίδια έλεγε κι ο Ζαν Ζακ Ρουσώ δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα: «Να μειώνεις τις ανάγκες σου σημαίνει ότι αυξάνεις τη δύναμή σου. Μείωσε λοιπόν τις ανάγκες σου για να είσαι κυρίαρχος». Κι εδώ είναι το σπουδαίο δίδαγμα σήμερα για μας: «Λιγοστές οι ανάγκες μας, απεριόριστη η ελευθερία μας».

Γενιές ελλήνων έχουμε μεγαλώσει με εκθέσεις ιδεών, με τις απλοϊκές ψευτοδιαλεκτικές αναλύσεις του Ευάγγελου Παπανούτσου.

Έχουμε εκπαιδευτεί να σκεφτόμαστε επιφανειακά σα φοιτητές της Σορβόννης επί σχολαστικισμού. Με ναι μεν αλλά, με δράση και αντίδραση, με υπέρ και κατά και με το όπως το βλέπει κανείς.

Έχουμε μάθει να θεωρούμε την κριτική στείρο αρνητισμό και τον σχετικισμό μετριοπάθεια.

Μέσα από την έκθεση έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε μόνο μια ουσιώδη σύγκρουση στην ανθρώπινη ιστορία. Εκείνη μεταξύ ευδαιμονισμού, καταναλωτισμού, υλισμού από τη μια και Αξιών από την άλλη.

Η έκθεση ιδεών δίδασκε ως άχρονες και διαχρονικές τις πρόσκαιρες αξίες μιας χούφτας γραφιάδων συναθροισμένων γύρω απ’ τη Ζωή, τον Παρνασό, την ΕΡΕ, την Ευθύνη, την ΧΑΝ και τη Νέα Εστία.

Η πολιτική θεωρία της Έκθεσης ήταν και είναι αυτή καθαυτή η επίμονη μεσότητα. Η μεσότητα του Προκρούστη: Συμβιβασμός χωρίς δικαιοσύνη, πατριωτισμός χωρίς κριτική, κοινωνική ειρήνη χωρίς αντικουλτούρα, δημοκρατία χωρίς ελευθερίες….

Η ηθική της έκθεσης είναι κυρίως η συμμόρφωση και η υποταγή των νέων α λα Ηθικά Νικομάχεια. Στον κόσμο των εκθεσάδων-που είναι και οι πιο ακριβοί ιδιαιτεράδες στην αργκό της παραπαιδείας-η αριστοτέλεια ηθική είναι εμπλουτισμένη με τη φιλανθρωπία και τη χριστιανική αγάπη σε βαθμό που η άποψη να καθίσταται βουδιστική συμπόνια.

Να βοηθήσω χωρίς να αναμειχθώ, χωρίς να μεροληπτήσω. Να συνεισφέρω χωρίς να παρέμβω, σχεδόν με αναχωρητισμό. Κι ο έρωτας είναι ιδανικό και ρομαντισμός που τροφοδοτεί την ποίηση ώσπου να γίνει γάμος και οικογένεια, άρα κι αυτός διαχρονική αξία.

Η λύση για όλα στον κόσμο της έκθεσης είναι η παιδεία. Πολλές φορές όλα τελειώνουν μ’ αυτό το στεγνό και δασκαλίστικο στερεότυπο: όλα είναι ζήτημα παιδείας. Μα για ποια παιδεία μιλάμε σε μια ταξική κοινωνία και σε μια κοινωνία κραυγαλέων και βάναυσων αδικιών! Εκτός κι αν η παιδεία εξαρτάται απ’ τους συμψηφισμούς και τη ρητορική της στρεψοδικίας. Εκτός κι αν η παιδεία εξαρτάται απ’ τα κέφια του κάθε υπουργού και του κάθε μητροπολίτη.

Ένας άλλος μεγάλος συγγραφέας, δάσκαλος κι αυτός του μεγάλου σκασιαρχείου της ζωής ο Ζαν Πωλ Σάρτρ έγραφε: οι γονείς γίνονται σκληροί εργοδότες στη σύγχρονη κοινωνία, απαιτώντας από παιδιά που σφύζουν από ορμόνες και ιδεολογικές αναζητήσεις αλλά και εφήβους που έχουν μηδενική ανοχή στη βία και την αδικία, να περνούν ατελείωτες καταναγκαστικές ώρες στα μαθητικά θρανία.

Ο Λέων Τολστόι πίστευε ότι στο σχολείο δεν μπορεί να επιβάλλονται κανενός είδους δόγματα, θεωρίες ή δοξασίες που ισχύουν στην κοινωνία των μεγάλων, αλλά τα παιδιά θα πρέπει να αφήνονται ελεύθερα να ακολουθήσουν την εκ φύσεως περιέργειά τους.

Ο Αλεξάντερ Σάδερλαντ Νιλ έχοντας υποστεί μια σκληρή εκπαίδευση από έναν αυταρχικό πατέρα-αφέντη δημιούργησε το 1921 ένα από τα σημαντικότερα πειράματα αντιαυταρχικής εκπαίδευσης, το ανεξάρτητο βρετανικό σχολείο Σάμερχίλ με βασικό ιδεολογικό άξονα την πεποίθηση ότι το παιδί πρέπει να είναι ελεύθερο να ζήσει τη δική του ζωή, όχι τη ζωή που οι αγχωμένοι γονείς του πιστεύουν ότι πρέπει να ζήσει, ούτε μια ζωή σύμφωνη με τους σκοπούς ενός εκπαιδευτικού που νομίζει ότι εκείνος ξέρει καλύτερα.

Το Σάμερχιλ υπήρξε και συνεχίζει να είναι και σήμερα, έναν αιώνα μετά, μια δημοκρατικά διοικούμενη κοινότητα. Διοικείται μέσω των σχολικών συνελεύσεων στις οποίες μπορούν να συμμετάσχουν όλοι, προσωπικό και μαθητές, και όπου όλοι έχουν δικαίωμα ψήφου. Τα παιδιά είναι ελεύθερα από εξαναγκασμούς, όλα τα μαθήματα είναι προαιρετικά και οι μαθητές είναι ελεύθεροι να επιλέξουν πως θα αξιοποιήσουν το χρόνο τους. Ο Νιλ συνήθιζε να λέει:

Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε ένα παιδί είναι να μη φοβάται.

Ευχαριστιέμαι να βλέπω παιδιά που τα γνώρισα χωμένα μες στη δυστυχία, γεμάτα μίσος και φόβο, να περπατάνε σήμερα ευτυχισμένα και με ψηλά το κεφάλι. Το αν θα γίνουν καθηγητές πανεπιστημίου ή υδραυλικοί δεν με νοιάζει καθόλου.

Το αντίθετο απ’ όλα αυτά συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, όπου οι μαθητές του δημόσιου σχολείου πρέπει να παπαγαλίζουν προχειρογραμμένα βιβλία, τα οποία κάθε κυβέρνηση θεωρεί καθήκον της να αντικαθιστά με τα δικά της καλύτερα. Φορτωμένοι με απίστευτη δουλειά στο σπίτι, θα επιβραβευτούν εκείνοι που έχουν καλύτερη μνήμη ή τις καλύτερες τεχνικές αποστήθισης, όχι απαραίτητα και το καλύτερο μυαλό, ενώ οι λεγόμενοι κακοί μαθητές θα εκδιωχθούν στο περιθώριο της μάθησης.

Η συνεργασία και η αυτοοργάνωση είναι πράγματα άγνωστα και εχθρικά στο απαρχαιωμένο και συντηρητικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Η λογοτεχνία διακοσμητική. Ο λόγος χάνεται μέσα στις άπειρες ανιαρές και άσκοπες αναλύσεις. Στο τέλος δεν μένει ούτε το ποίημα ούτε το διήγημα αλλά ο φορμαλισμός που έρχεται απ’ τα κεντρικά.

Οι βαρύγδουπες αναλύσεις και το ηθικό δίδαγμα που σαν γριές οχιές κουρνιάζουν κάτω απ’ τη ζεστή άμμο της παιδικής περιέργειας.

Δεν σημαίνει πως επειδή βάζουμε στα έγγραφα μια σφραγίδα που γράφει δημοκρατία έχουμε δημοκρατία. Χωρίς τη συνεργασία είναι αδύνατον να λειτουργήσει η δημοκρατία. Η συνεργασία και η συμμετοχή είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ευτυχία μας αλλά και την επιβίωσή μας.

Η συνεργατική μάθηση και διδασκαλία είναι ο δρόμος προς το μέλλον και προς τη διαμόρφωση των αυριανών πολιτών. Προς το μεγάλο σκασιαρχείο της ζωής. Της ζωής που δεν έχει ούτε σύνορα ούτε τείχη αλλά ανθρώπινες καρδιές που πάλλονται μέσα στη μικρή η μεγάλη αιωνιότητα που τους αναλογεί.

*Το κείμενο «Λογοτεχνία, το μεγάλο σκασιαρχείο» του συγγραφέα Αντώνη Αντωνάκου, διαβάστηκε από τον ίδιο σε εκδήλωση-παρουσίαση του εγχειρήματος της δανειστικής βιβλιοθήκης στην κατάληψη Apertus τον Μάιο του ’17.

Ημιτελής

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Γράφω περισσότερα απ’ όσα μπορώ να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα νιώθω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα ξέρω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα αντέχω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα έζησα μόνος μου ή μαζί σου.
Μα είναι πάντα λιγότερα απ’ όσα θέλω να γράψω.
Είναι πάντα πολύ λιγότερα απ’ όσα πρέπει να γραφτούν.


View original post

Γιώργος Δάγλας, Τρία ποιήματα

Πολλές φορές, τι βάσανο να τις μετράω,
τελειώνουν τα τσιγάρα
κι έρχοντ’ οι φίλαθλοι
ορδές π’ ανεβαίνουν τη λεωφόρο
με γκόμενες, φίλους κολλητούς απ’ το γυμνάσιο
(Πεδίο Άρεως – Σόνια – Αβέρωφ)
εκεί κάπου θα ενωθεί με το πλήθος ο Αντώνης Ταβάνης
σαραντάρης τώρα, με την επιχείρηση και τα ποιήματα
αγκαλιά
και που μέλλεται λίγο παραπάνου να συναντηθεί με το μπλοκ
των καρκινοπαθών του Αγίου Σάββα να ορμήσουν χωρίς
εισιτήρια στη θύρα 7
(Περιστέρι – Οργάνωση Βάσης Αμπελοκήπων – Εξάρχεια).
Έρχονται οι φίλαθλοι με κάτι κέρματα κομματιασμένα
να μας υποστηρίξουν.

***

Νεαροί μου αλκοολικοί
κάντε χώρο
στις κινητές διαφημίσεις.
Χάσατε.

***

Υπάρχουν κι άλλοι
που βλέπουν τον ήλιο με ραβδώσεις.
Λένε πως ο Απόλλων αυνανίζεται
ή ο Δίας ρίχνει βόμβες μολότωφ στις γυναίκες της Ανάφης.
Κι άλλοι
που διαμαρτύρονται για τα επιτόκια
και το πικάπ του γείτονα.
και λίγοι κρυμμένοι στυς μητροπολιτικούς ναούς
και τα πάρκα
που κάθε τόσο
περνάνε μια θηλιά στο λαιμό της κοινωνίας
και κλωτσάνε την καρέκλα.

*Από τη συλλογή “Η μέρα των φωταγωγών”, 2η έκδοση, εκδόσεις Φίλντισι.