Stuck to chair
Waiting and waiting
Names are called, not yours
The shouting man strong-armed out
‘Your earlier heart attack is quite irrelevant
Just answer questions. We award the marks.’
Stuck to chair
Waiting and waiting
Names are called, not yours
The shouting man strong-armed out
‘Your earlier heart attack is quite irrelevant
Just answer questions. We award the marks.’
Τα Ι.Χ. μες στη Θηβών
πρώτη-δευτέρα-πρώτη
και νεκρά και πρώτη.
Οι οδηγοί σφαδάζουν
κι όλο να στάζουνε
ιδρώτα δηλητήριο.
Πρώτη-δευτέρα-πρώτη
να σκουπίζονται
φορώντας την ποδιά του καθεστώτος
σα μαθητούδια μοιάζουνε
πρώτη-δευτέρα-πρώτη
και νεκρά και πρώτη
του δημοτικού
δευτέρα
του δημοτικού
με σάκες μάγκικες κορνάρουνε
περήφανοι
που σε τόσο μικρή ηλικία
έχουν κιόλας γαμήσει.
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι του ποιητή και έχει παρθεί από τον λογαριασμό του στο flickr.
στους χαμένους ήρωες
Ονειρεύτηκα μια ομάδα
ποιητών, ποιητριών
μ΄ένα κοινό όραμα
να κάνουν μια τομή
να φέρουν φρέσκο αέρα στην ποίηση
να προτείνουν το καινούργιο
μα που να τους βρεις
άλλοι είναι υπερβολικά εγωϊστές
άλλοι στα λούκια, στα κυκλώματα
άλλοι είναι θρησκόληπτοι μέχρι θανάτου
η γεωγραφία δεν βοηθάει
κι έτσι μένουμε μόνοι
να παρακολουθούμε τι συμβαίνει
παρεούλες, περιοδικά
ο ένας αβαντάρει τον άλλο
κριτικοί για κριτική
και τίποτα καινούργιο
μα εμείς θα συνεχίσουμε
δεν θα τους κάνουμε τη χάρη
να σταματήσουμε
θα βάλουμε ένα δικό μας λιθαράκι
κι αυτοί ας αναμασάνε
τα ίδια και τα ίδια
σχήματα και λογοπαίγνια
ο καθένας
θα τραβήξει τον δρόμο του.
Βουβές ρυτίδες
στο μέτωπό μας
τα σύνορα της ιστορίας,
ρίχνουν κλεμμένες ματιές
σε στίχους του Ομήρου.
Ψευδαισθήσεις
γεμάτες ενοχές
λυτρώνουν
τραυματισμένους ψίθυρους
που έγιναν αντίλαλοι
σε φωτισμένες σπηλιές
ανόητων κι αθώων.
*Από τη συλλογή “Νοητή Γραμμή”, 2005. Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ:http://greekpoetics.blogspot.com.au/2017/06/kv.html
Το ψηφίο, ο άνθρωπος
Πόσο εύκολα παλιώνει κάτι μέσα σε δυο χρόνια
Και πόσο εύκολα μπαλώνεται η διαδρομή τόσων χρόνων
αναλογικά μ’ ένα ψηφίο
Πόσο χρόνο θέλει για να ζυμωθεί κρασί- κρασί,
γουλιά- γουλιά, σκέψη -σκέψη ο εαυτός σου
για να φθάσει σε κείνη την ωρίμανση
που κάθε φορά θ’ αναφωνεί:
Να κοίτα
Ένα δέντρο
Ένα πουλί
Ένας άνθρωπος
***
Πόσο περισσεύει ο δρόμος
Περιμάζεψε
Να περισώσεις
Να περισσεύει κάτι
Κι εσύ να σφίγγεσαι
Σε δυο –τρεις κόμπους ναυτικούς
Κι ας μην ταξιδεύεις
Το τεράστιο σκοινί του μώλου,
Προκαλεί για ισορροπία
Καμήλα η μνήμη και το συναίσθημα
Ασυμμάζευτη η αναμονή
Κι εσύ,πάλι,ακροβάτης εμφανίζεσαι
Λίγο-λίγο δυο βήματα
Πλαγιομετωπικά
Ένα πισωγύρισμα να δεις
Τι είναι καλά κρυμμένο,
Πόσο περισσεύει ο δρόμος
Από ποια άκρη ξεκινάς
Πού ξεχνιέσαι
Ένας διαβάτης άστεγος
Σου μαζεύει χαιρέκακα
Εκατοστό-εκατοστό το όνειρο
Και την κάθε προσπάθεια
Να γελιέσαι με χίμαιρες
Πέσε.
***
Η καγκελόπορτα
Το πεζούλι έξω στην καγκελόπορτα
Το φοβάσαι
Κάθε φορά που μπαίνεις
Κάθε φορά που βγαίνεις
Λες και νομίζεις πως σχηματίζεις
Τον μονόδρομο του εαυτού σου
Πολλές φορές
Με τον ίδιο ρυθμό
Και ξέρεις καλά
Πως κάθε πατούσα
Αντανακλά πάντα
Το πρόσωπο του ιδιοκτήτη
Το βάρος
Τη συνήθεια
Την επιλογή
*Σχέδια: Γεωργία Τρούλη.
Vice Versa: New and Selected Poems
by Arjun von Caemmerer
Collective Effort, 2016
Tasmanian poet Arjun von Caemmerer’s Vice Versa: New and Selected Poems (Collective Effort, 2016) is a chronological selection from an oeuvre that spans publications from Two’s Kisses (1992) to Recombinants (2015). At its best, it’s idiosyncratic and intriguing, characterised by its playfulness, wit, concrete effects, typography, and variety of forms.
Vice Versa’s earliest selections are primarily concrete poems. The poem ‘i-saw’ is an early keystone (and instruction) for the puzzles and riddles that follow: it requires a deliberate reading and re-reading to deliver its simple message, ‘the more you look the more you see’:
The poem ‘Schrödinger’s Schizophrenia’ is a clever play on the physicist’s famous thought experiment, through a visual arrangement of the word ‘bifurcation’, and the isolation of its parts:
William Carlos Williams famously described poems as machines made of words, and these poems are small, finely-made devices that do a single thing well. At times, the poems resist decryption, but their clevernesses is worth the endeavour: for example, in the somewhat inscrutable poem ‘(J)ousting the Woman of Letters’, responding (as a note tells us) to the Demidenko controversy, we find the understated epigraph ‘(re Frau D.)’.
The book’s centrepiece is 2010’s Lingua Franka: A Concrete Poetry Homage to Frank Zappa, the 56 pages of which are reproduced in colour on glossy paper. The poems are inventive and various in their forms and ruses. The concrete poem ‘FZ 52’ uses the page to mirror the recurring numbers in Zappa’s birth and death dates: 21/12/1940 and 04/12/1993. Another concrete poem, ‘King Klang’ is an arrangement of the titles of songs recorded by Zappa with colour references in them (starting with ‘Black Beauty’ and ‘Merely a Blues in A’), each in the relevant colour. Other poems in the sequence take the form of haikai, anagrams, mirrorings and blank pages. In other poems, the effect is typographic: ‘What Goes Around…’ yields a clockwise reading of ‘karma’ and ‘fate?’:
The Lingua Franka poems, and the book’s concrete poems, are among the most interesting and satisfying. They present von Caemmerer’s work at its most idiosyncratic. The satisfaction they offer is in the process of deciphering, as opposed to the ordinary satisfactions of lyric poetry, such as the memorable line, or apt metaphor.
Vice Versa multiplies its explorations of form. ‘a dransfield diction’, a cento comprising 24 pages of short poems, is composed from the index of first lines of Michael Dransfield’s Collected Poems, while ‘Cross-Stitch’ fuses the cento and acrostic, appropriating phrases from the index of first lines of Emily Dickinson’s Collected Poems, and presenting them as acrostics dedicated to Dickinson and her parents. There are also spoonerisms, with specific concrete arrangements, a litany of medical collective nouns (‘A Drift of Sleep Physicians / A Stream of Urologists / A Clot of Vascular Surgeons’), musical clerihews, a sestina, and a parody of Dylan Thomas’ famous villanelle (‘Bold girls, near spent, flushed unwhite / Split the colours of the spectrum / Rouge, rouge with the ardour of their fight.’) Notable among the other explorations of form are the 108 three-line zappai that make up ‘momentoes’ [sic], describing a morning yoga class, and the 20 lipograms of ‘Recombinants’, based on the names of arthropods (mostly insects) featured in The Green Brain, a cycle by Australian pianist and composer Michael Kieran Harvey.
The book’s least satisfying poems are the limericks from A Bunch of Fives (2009) and Geographical Tongue: Odes to Postcodes (2010). The latter is a set of over 130 limericks that take their cue from an alphabetical listing of Australian suburbs, from Abba River to Aranbanga, and a number of other locations. It’s an admirable and obsessive project, but it proves the limerick is essentially a dessert poem, that is, something sugary and intense that’s preferably served in small portions. A smaller, stricter selection would’ve shown the best of them to advantage:
A barista who came from Vittoria
In coffee found endless euphoria.
A small splash of cream
Quite muddied her dream
Leaving swirls of phantasmagoria.
Elsewhere, the limericks suffer from slightness, imprecise rhymes or aberrations in rhythm:
A manufacturer from Ansons Bay
Employed his own offspring at unfair pay.
So great their annoys
They bore no girls or boys:
His genes were thus rationed away.
Von Caemmerer’s Vice Versa is engaging and inventive, particularly the concrete poems, which show his work at its most distinctive. Despite weaknesses, the book is evidence of a sustained creative engagement with the serious possibilities of playfulness, form and constraint.
*Tom Sullivan lives in Adelaide. His first collection of poems, Airborne, was published in New Poets 14 (Wakefield Press, 2009). Most recently, he and Aidan Coleman co-edited Light & Glorie (Pantaenus Press, 2012), an anthology of poems about stained glass.
*Rebublished from Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/sullivan-von-caemmerer/
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Εδώ σε τούτο το συρτάρι φυτρώνουν τα ποιήματα:
άλλοτε είναι γέροντες που μασουλάνε με τα στραβοχυμένα – από το ΙΚΑ – μασελάκια τους,
τα πάντα όσα αντενδείκνυνται στο διαβήτη,
καραμέλες βουτύρου, ζελεδάκια,
ένα ώριμο δαμάσκηνο,
τα μάτια τους είναι μονίμως υγρά,
και τρέμουν το χρόνο/
άλλοτε μυρωδάτοι έφηβοι, κούροι και κόρες,
με συμπαγή μπούτια κι αρχαϊκό χαμόγελο,
απλώνουν τα ολοκαίνουργια φτερά τους,
αγέρωχοι στα όνειρα
κι όταν αγκαλιάζονται
ο χρόνος τούς τρέμει/
άλλοτε εμείς οι ίδιοι,
που ανασαίνουμε βαρύτερα,
κοιμόμαστε λιγότερο,
μουδιάζουμε περισσότερο
από πέρσι.
(κι ας ερωτευόμαστε το ίδιο)
Αδιάφορο στέκει πάνω απ’ όλα αυτά το φεγγάρι.
Κάθε ποίημα πρέπει να έχει κι ένα τέτοιο.
ΚΛ – 16/07/2017
photo: Unknown photographer
Griffith & Griffith (publisher)
Full Moon
1850-1900
Albumen print on cardboard
8.8 x 17.8 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg
Είχε βρει αυτός τρόπο
και τα βόλευε:
χρόνια ψάλτης στους Άγιους Πάντες,
ασφαλιστής το επάγγελμα―
είτε αργίες είτε καθημερινές,
το ίδιο πελατολόγιο
να τρομοκρατεί
και να καθησυχάζει.
Μουσικοδιδάσκαλο πια,
οικογενειάρχη,
διορισμένο στη Μ. Εκπαίδευση
―ποτέ δεν έδωσ’ αφορμή,
λόγο κακό δεν είπε για κανένα,
κρεμασμένο τον βρήκανε
κείνες τις μέρες
του Χρηματιστηρίου.
17/7/2017
ΦΩΝΑΞΑΝ
η γεύση του ξιδιού είναι σε κάθε γλώσσα
που μουρμουρίζει ασθμαίνοντας:«Θεέ μου,
θεέ μου,γιατί με εγκατέλειψες»
Ράνταλ Τζάρελ
Το θέατρο γέμιζε με ρυθμό υπαγορεύσεως
έξω έβρεχε δάση
οι σκιές που έπιναν παχύ νερό γίνονταν πουλιά
και λίγο μακρύτερα ο δήμιος έκανε καλά τη δουλειά του:
με ταχύτητα πηγαδιού εξαφάνιζε τα συμβάντα.
Το θέατρο άδειασε όλα ξανάγιναν ήσυχα.
Αγάλματα υπογράφουν αυτόγραφα.
Στο αεί του νυν καρδιές αγίων περιφέρονται σε ξύλινα μπολ.
Κανείς δεν εξάπτεται.
Όλες οι γιορτές έχουν ματωμένα ονόματα.
(επειδή δε συναντηθήκαμε σε στέρεο έδαφος
κι ήρθαμε από μέρες που τις πυροβόλησαν στα μάτια
χύμηξαν ορδές ανθρώπων και μας ξέσκισαν
με στριγκλιές
μας φώναξαν με λανθασμένα ονόματα
-όχι πάντως τα δικά μας-
φώναξαν,σκουπίδια
φώναξαν,λεροί
φώναξαν,παρίες
εμείς απλώς δείχναμε με το δάχτυλο την καρδιά μας.
‘Αλλη γλώσσα δεν ξέραμε).
***
ΤΑ ΦΤΕΡΑ
τα γύψινα σφυρά μας
δεν αντέχουν την επέτειο της βροχής
αχνίζουμε σε στάση προσοχής
κι όπως τρίβεται και λιώνει ο τρόπος
να στεκόμαστε ορθοί
παρακαλάμε με στόμα απίθανο
να φυσήξουνε οι άνεμοι που θα μας επιστρέψουν
τα φτερά τους.
*Από τη συλλογή “Χρονορυχείο”, Εκδόσεις “Θράκα”.
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Όλα τα χρόνια μου πλέουν ακέραια,
σ’ αυτή τη θάλασσα των οντολογικών
δεσμών/
ακόμη και οι παύσεις τους είναι διαρκώς παρούσες
– αν και κατάλευκες/
όταν αρχίζω να τις μετρώ,
οι τοίχοι φουσκώνουν
δίχως δόντια ή μόνο με μια μύτη χαρακτηριστική,
ή ένα νεύμα/
κι οι νύχτες γίνονται πιο
αλμυρές/
εγώ,
μόνο τους ώμους σου ζητώ
να λιώσουν στο στόμα,
και τις ίριδες να αποσπορίσουν
το έλασσον φτερούγισμα/
το ξέρω, ο χρόνος μου υδρολύεται διαρκώς/
μα δεν παλεύεται ο έρωτας
σε όποια ηλικία/
ΚΛ – 07/2017
photo: Ute Mahler
”Untitled’ from the series ‘Living Together’
1973