Λεύκιος Ζαφειρίου, Στο γκρίζο φως

Ο θρυμματισμένος κόσμος
της Κύπρου
κι οι τελευταίες λέξεις
του Τζέζαρε Παβέζε
“δεν θα ξαναγράψω πια”

Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη
η κατάστικτη σελήνη
μέσα στην παγωμένη νυχτα

ανασαίνουμε το σκοτεινό
ρίγος της άνοιξης

*Από το Ένεκεν”, Νο 43, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017.

Μιχάλης Κατσαρός, Πώς να καταχωρήσω

Πώς να καταχωρήσω τόσα γεγονότα –
τόσες απόπειρες

Πώς να μιλήσω;
Ενώ οι φωνές επιμένουν -οι ίδιες φωνές-
ενώ αποκρούομαι – πώς θες να μείνω
μια αστραπή ένα κυκλάμινο μια ρομφαία –
πώς θες να μείνω επιτύμβια στήλη
σε πεδίο μαχών
σε ποιο σταθερό δάπεδο να οχυρώσω
τις λεγεώνες μου;

Ο επίμονος θόρυβος σε οχήματα πόλεις αίθουσες
οι αδέξιες φωνές σε χώρους εναλλασσόμενους
το πλήθος έντρομο ενώ προχωρεί γυρίζει απότομα
κοιτάζει σε ορισμένο σημείο και κουρασμένο
κλαίει –
δεν ξέρει
δεν υπάρχει
δεν εξουσιάζεται.

Για τούτο υψώνω το λάβαρο τη νύχτα λευκό
μετά το σπάω και γίνομαι σίδερο
φωνασκώ υποκρίνομαι παραδίδω τις εντολές
παραδίδω κλειδιά πολιτείες μπετόν και σημαίες.

Μπορούσα να χαμογελώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα ν’ αγαπώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα να κλαίω μιλώντας για την Ειρήνη.

Σας αραδιάζω τα εμπόδια:

Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των
παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
το 1917
το 1936
το 1944
ανάβουν τις πυρκαγιές τα φλογερά λόγια
ανάβουν το δάσος μου που μου παρέδωσαν και
ανεμίζει.

Πώς θέλετε να οχυρώσω τις λεγεώνες μου
σε πονηρά κατάστιχα και σε ντουλάπια
πώς θέλετε να μπω μες στα τετράγωνα;

Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος.

Δημήτρης Γκιούλος, Τέσσερα ποιήματα

ΠΑΤΡΑΪΚΗ

Στα κάγκελα της πατραϊκής
βρίσκεται παγιδευμένο
όσο απέμεινε
σώμα
τάξης
εργατικής.

«Κοίτα πώς παγιδεύτηκε ένα κούτσουρο, μοιάζει με σώμα ανθρώπου»,
θα πεις με έκπληξη βγάζοντας το κινητό να το φωτογραφίσεις.

***

ΚΑΘΩΣ ΠΡΕΠΕΙ

ο ψυχίατρος μού είπε πως είμαι οργισμένος και πως ο καλύτερος
τρόπος να διοχετεύσω δημιουργικά την οργή μου είναι να γράψω ποίηση.
Ύστερα, οι κριτικοί μού είπαν πως η οργισμένη ποίηση είναι μέτρια
ποίηση, πως η ποίησή μου είναι μέτρια ποίηση.

Τώρα, ούτε οργή έχω, ούτε όρεξη γΐα κάποιου είδους δημιουργία ή
καταστροφή.
Δεν πάω πλέον στον ψυχίατρο.
Του πηγαίνω όμως τα παλιά μου ποιήματα, ώστε να ξεπεράσουν το
τραύμα της κριτικής.

Όλα είναι όπως πρέπει.
Ο ψυχίατρος έχει πάντα δουλειά κι οι κριτικοί νιώθουν δικαιωμένοι.

***

ΠΑΛΙΑΤΖΟΥΡΕΣ

Αγόρασα ένα βιβλίο μεταχειρισμένο
και μέσα βρήκα μια αφιέρωση από το 1987.
Τώρα η Άννα του τότε
μπορεί να έχει γάτες
παιδιά
εγγόνια
ή σκουλήκια.

Κάτι θα ‘χει
δεν μπορεί.

***

Η ΣΤΕΡΙΚΗ

Όπως και να το προφέρεις
εσύ στερείσαι
και γω
και γω χάνω.

*Δημοσιεύονται στο τελευταίο τεύχος (Νο 17, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2017) του περιοδικού “Τεφλόν”.

Θανάσης Αθανάσιος, Τρία ποιήματα

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ

1914 – Τα παράθυρα δεν έχουν χείλια -προσμένουμε
1918 – Τρύπησαν το στέρνο του προβάτου
1919 – κηδεία του προβάτου, επίσημη εκλογή νέου αντιπροσώπου (χωρίς εκλογές)
191 7 – Φτερά και φτέρες -καμία δήλωση
1916 – γρήγορη αναπροσαρμογή των γιων στη θέληση του μαστιγίου στη θέληση του βόθρου
1915 – φιλτραρισμένη κηδεία
τα βαφτίσια έγιναν μα με καθυστέρηση

***

ΕΝΑ ΚΑΠΕΛΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

Μια γυναίκα δούλευε ως λαθρέμπορος.
Η Κοιλιά της ήταν μια ευκλείδεια σχισμή διότι ποτέ
δεν φθάνει ένας κουρέας για να θρυμματίσει τους καρπούς των χεριών μας.
Οσο κι αν αγαπάμε τις αστυνομικές βολίδες που κρέμονται απ’ το εκκρεμές των
πτηνών ποτέ δεν θα δεχθούμε τα ανείπωτα δάκρυα των λιμνών.
Τα λεπτά σκιρτήματα της ύλης δεν χαλιναγωγούν
πια τα γαλλικά κηπάρια που επωάζονται στους ίσκιους των ακτών και των αράδων.
Το μελάνι γεννά τις σουπιές.
Εν τω μεταξύ, για να ‘μαστέ πλήρως σύμφωνοι με το εργατικό πνεύμα ενός
εγελιανού φαροφύλακα, αξίζει
να αποζημιώσουμε τις σαρκικές μας ώσεις όσο αυτές αγριεμένες και θυελλώδεις
κατασπαράζουν τα μηνίγγια των ναυτών.
Ένας κουρέας ποτέ δεν είναι αρκετός για να θρυμματίσει τους καρπούς των χεριών
μας. Ένας αφέντης και δέκα αφεντάδες, 10 ή και 1000, δεν φθάνουν για να
δαμάσουν την καθεαυτότητα των συνόρων μας.

***

ΘΗΡΙΟΔΑΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Αποδοκιμάζοντας τους ευήλιους τιμητές της εκατονταρχίας υπογράφουμε άφωνοι,
κάτω απ’ την αμετάκλητη ροπή των ανθρωπίνων πόρων,
τις καταφατικές δοξασίες των σωφρονισμένων κώλων. Υπάρχει εδώ ένα ιδιότυπο
τηγάνι, υπάρχει εδώ ένας θάμνος που φαρμακώνει τα κλαδιά του
ενώ μυρίζει ένα παπούτσι. Υπάρχει εδώ μια κλήση δυνητικής παθογένειας που
τεντώνει τους δικτυακούς ποταμούς των επιθέτων μέσα στον ένσκοπο χάρτη των
μελλοντικών ψιθύρων.
Υπάρχει ακόμα ένας μοχλός με τον οποίον τα άστρα γίνονται προβατίνες και οι
αξιώσεις μας σημεία.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10.

Άννα Αχμάτοβα, Το τραγούδι της τελευταίας συνάντησης

Κρύα πέτρα μου πλάκωνε τα στήθη
μα ήταν ανάλαφρα τα βήματά μου.
Έβαλα το ζερβί στην ταραχή μου
γάντι, στο χέρι το δεξί μου.

Πολλά φαινόντανε τα σκαλοπάτια
κι ας ήξερα πως ήταν μόνο τρία!
Μέσα απ’ τα σφεντάμια ο Νοέμβρης μού λέει:
‘‘Έλα να πεθάνουμε μαζί!’’ και κλαίει.

‘‘Γελάστηκα – ακούς; – από μια μοίρα
άπιστη, μοχθηρή, δίχως καρδιά.’’
‘‘Κι εγώ, γλυκέ, γλυκέ μου – κάνω –
θα ’ρθώ μαζί σου να πεθάνω’’.

Του στερνού ραντεβού είναι το τραγούδι.
Στρέφω, το σκοτεινό σπίτι κοιτάζω.
Στην κάμαρα κεριά ανάβαν μόνο
με αδιάφορη κίτρινη φλόγα. Κρυώνω.

Καθώς με καλαμάκι την ψυχή μου ήπια.
Ξέρω τη γεύση της: φαρμάκι που μεθάει•
μα το μαρτύριο δεν χαλάω με ικεσίες•
γαλήνη τόσων ημερών, που πήες

*Το ποίημα γράφτηκε το 1911 και εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1912 στη πρώτη συλλογή της Αχμάτοβα “Εσπέρα” στην Αγία Πετρούπολη και η συλλογή εξαντλήθηκε εντός του έτους.
**Μετάφραση Ρίτα Μπούμη-Παππά. Μελοποίηση; Πέτρος Σατραζάνης. Ηχογράφηση: 17 Νοέμβρη 2016 στο στούντιο Submarine του Γιώργου Θεοδωράκη ο οποίος κάνει και τη δεύτερη φωνή. Βίντεο στο youtube Γιάννης Αντιόχου.

Στρατής Φάβρος, Μαδριγάλι

Στο μισοσκόταδο γυμνό
το στρογγυλό κορμί σου
εσένα ελένη ιουδήθ
άννα μαρία περσεφόνη
σύλβια ή καλυψώ
να θέλω για τιμόνι
γυμνό λευκό κορμί
με φουντωτό γλυπτό μουνί
σαν ευωδάτο κρίνο

ξαπλώνω δίπλα σου και
τραγουδώ τον ύμνο
του έρωτός μας
τέλεια έτσι και ζεστά
μ’ αυτό το μαδριγάλι
πλοίο που χάθηκε
νωρίς σε ρώτα μεθυσμένη
είναι η ανάμνηση σου που κρατώ
το κάθε μου ακρογιάλι

*Από την ανέκδοτη συλλογή “Αφροδίτες”.

Χρήστος Μπράβος, Τρία ποιήματα

Γενέθλιος τόπος

Πατρίδα των απόντων.
Οι φράχτες
κ οι φωλιές των βράχων
κρατούν ακόμα βογγητά.
Ο χρόνος μετριέται
με Ψυχοσάββατα.

*
Γαμήλια φωτογραφία
μνήμη Κώστα Ταφύλη

Η πεθαμένη θειά μου στ’ άστρα
κι ο μπάρμπας στο βυζί
έφραξαν πέρυσι οι εσωδρόμοί του
βασίλεψε στην πίσσα
‘28- χρονιά ξεθυμασμένη.
Σε λέγανε Θανάση τότε
Θανάση σ’ έλεγαν ακόμα.
Ποιος έγραψε τα ύστερα
κι ετύλιξε βαμπάκια το κορμί σου;
‘28 -χρονιά ξεθυμασμένη
λέπι στο νύχι
μαύρο νερό.
Αχνίζω όταν ακούω
τα κουπιά
ν’ ανοίγουν δρόμο
να ξεχύνεται η νύχτα

Χειμώνας 1981

*

Άρρωστη μάνα

Σάπια δοκάνια
δόκανα σιωπής
και το ψωμί κάρβουνο
το γάλα σου φαρμάκι.
Κακή αρρώστια σάπισε
πατρίδα τους μαστούς σου

*Από την ενότητα “Το μαύρο είναι χρώμα φιλικό. Όπως το φως, έχει εφτά πέπλα”, που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Ορεινό Καταφύγιο», εκδ. Κείμενα, Αθήνα 1983. Σχετικός σύνδεσμος: http://www.poiein.gr/archives/961/index.html

Γιώργος Δάγλας Καντάδες για ένα δαίμονα

Οι άσωτοι εραστές
των κούφιων χρόνων
πνιγμένοι στο κρασί και την αμαρτία
κρυμμένοι στα μάτια των τυφλών
τη μάταιη εξέγερση περιμένουν.
Ηττημένοι και περήφανοι
ψάχνουν για
να ξεράσουν συμβιβασμούς και συμβόλαια.
…

Αυτός ο άνθρωπος
που περπατάει σκυφτός
στην άλλη άκρη του δρόμου,
φαίνεται πως κρυώνει.
Κι όμως
δεν κοιτάζει ψηλά.
Ξέρει.
Κανείς δεν θα τραβήξει την κουρτίνα του
να τον σκεπάσει.

Καντάδες για ένα δαίμονα
Γιώργος Δάγλας
Φίλντισι, 2014
45 σελ.
ISBN 978-618-5101-09-1

***

Κριτικές – Παρουσιάσεις
Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης, ΠΠΠ / Πεζό Ποίηση Πόνημα, “Lifo”, τχ. 431, 14.5.2015

“Σαν ν’ ακούω ξανά τα γρέζια στη φωνή της Κατερίνας Γώγου κι ένα ρεμπέτικο παλιό να παίζει στο πικάπ, ενώ πίνω εναλλάξ λικέρ μέντα και κίτρινη τεκίλα λόγω προκεχωρημένης αλητείας αλλά και επειδή (κυρίως) είναι ό,τι απέμεινε στην κουζίνα της μακαρίτισσας της μάνας μας. Ποιητικές συλλογές* που είναι σαν να έρχονται από το Τότε, απ’ τα παλιά, αλλά να είναι ριζωμένες και στο Τώρα, και να οραματίζονται με σπαραγμένο πάθος το Μετά. Ο Γιώργος Δάγλας (Ιθάκη, 1958) μας τραγουδάει/ουρλιάζει/ψελλίζει/φτύνει/άδει τις Καντάδες για έναν δαίμονα (εκδ. Φίλντισι). Γράφει ο Δάγλας: «Ακολουθώ τους ήχους των εκρήξεων / δεν έχω πλέον επιλογές / δεν έχω Άνοιξη / Στις δυναστείες δεν έχω θέση./ Ακολουθώ τα ίχνη / που άφησε το αίμα των εξεγερμένων,/ τις κραυγές των φυλακισμένων συντρόφων,/ φοράω τα ματωμένα πουκάμισα / κι αντίθετα στον άνεμό τους προχωράω./ Δεν έχω πλέον διλήμματα./ Ή με το δίκιο ή με την εξουσία». Πηγή: http://www.lifo.gr
(*σημείωση : αναφέρεται ο Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης και σε ποιητική συλλογή της Δάφνης Χρονοπούλου παρακάτω στο άρθρο του)

*Στο βίντεο: Διαβάζουν η Ηθοποιός Δανάη Τζήμα, ο Γιώργος Δάγλας και ο Άκανθος. Ακούγεται το τραγούδι “Σαν απόκληρος γυρίζω” με τον Β.Τσιτσάνη απο την ηχογράφηση του Radio France 1983 και ένα Ηπειρώτικο μοιρολόι με σόλο κλαρίνο.

Διώνη Δημητριάδου, Τρία ποιήματα

Πώς γράφονται

‘Οσο βαθαίνει η απόγνωση
τόσο τα μέγιστα η ποίηση επινοεί.
Ψάχνει και ανασύρει
τις πιο κρυφές πτυχές απελπισίας,
εκεί που σταματάει ο νους
και παραλύει η υπομονή.
Οδυνηρή η παραίτηση.
Μα ο στίχος επιμένει
και σαν το βρει το νήμα
αιχμαλωτίζει τη στιγμή
αφήνοντας να λιώσει στο χαρτί
κάθε υποψία δραπέτευσης.
Αρχή δημιουργίας.

***

Ποιητική

Να μην τις στρίβουμε τις λέξεις
μην τις γυρνάμε τα μέσα έξω.
Καλύτερα ο αέρας να περνάει
να αναπνέει ο στίχος
να απλώνεται στον χώρο του
ελεύθερος και πλήρης.
Γιατί με τόσο στρίμωγμα
με τόση μασκαράτα
ασφυκτιά το ποίημα.
Πνίγεται.

***

H Θεωρία του Παιγνίου

Η παρτίδα είναι στημένη
και οι παίκτες ανυποψίαστοι.
Ακόμα κι αυτοί οι λίγοι που
-από τη φύση τους ανήσυχοι-
κάτι ψυχανεμίζονται
μπαίνουν στο παιγνίδι σαν ανίδεοι τάχα.
Στην υπηρεσία των προφάσεων
καθένας άριστος στον ρόλο του.
Το θέμα είναι να σωθεί ο θίασος.
Όσο για τους θεατές
αυτοί έτσι κι αλλιώς κλινήρεις επαναστατούν.

*Μετάφραση: Robert Crist, Δέσποινα Λαλά-Crist
Μικρές εκδόσεις, 2017, 112 σελ.
**Αναδημοσίευση από το Βαρελάκι στο http://varelaki.blogspot.com.au/2017/06/notationes-2017_87.html

Συμπληρώστε το κενό

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Πόσο τυχερός στάθηκα
Που ποτέ μου δεν μίλησα
Όπως κάποιος που έχει φωνή.
Λάμπω στις απανταχού
Τεμνόμενες σιωπές των πραγμάτων.
Κι όμως, οι περισσότεροι
Προσποιούνται άγνοια
Ως προς την πίστη
Που τους παρέδωσα.
Μα και πάλι
Πόσο τυχερός στάθηκα.


View original post