Αντώνης Στασινόπουλος, Κελάρυσμα ζωής

Ανθολόγηση-επίμετρο: Χρύσα Παπαδημητρίου

Φεγγάρι Ολόγιομο

Ποιος κοσμεί τον κόσμο,
αν όχι τα πουλιά,
τα αγρίμια,
τα ελάφια
και οι αρκούδες που διασχίζουν το δάσος;
Και τα ποτάμια με τα γάργαρα νερά;
Κελάρυσμα ζωής.
Οι άνθρωποι
που διαβαίνουν τις πόλεις και την έρημη ύπαιθρο;
Και συναντιόμαστε πάλι
Μπουμπουλίνας και Τσαμαδού,
στο παγκάκι
με ένα πακέτο Sante΄ σκέτο.
Έχει φεγγάρι ολόγιομο η ψυχή μας.

***

Σκιές

Βαθιά μεσάνυχτα
πηγαινοέρχονται σε δωμάτια.
Κιτρινωπό φως
η σκιά τους ακολουθεί.
Θα τους βρει το ξημέρωμα σε μια καρέκλα,
χορεύει η σκιά του χεριού στο τετράδιο.
Ξενυχτούν οι σκιές παρέα με τους ποιητές.

***

Διαμελισμός

Κρεμασμένες σημαίες στους εξώστες
κραυγάζουν το διαμελισμό της γης.
Άγνωστες πατρίδες κομμάτια
στα πυροβόλα του αλόγιστου κέρδους.
Πιες μια κόκα-κόλα.
Ζήσε κι εσύ περήφανα.
Ο απόηχος κάποιας τουφεκιάς.
Σκέφτεσαι.
Φαινόταν ύποπτος, είπαν.

***

Των Ονείρων τα Χρώματα

Κύριοι, η κανονικότητά σας κλουβί τσίρκου περιπλανώμενου
σε παραστάσεις των αντιθέσεων
συμβιβασμοί σε σχοινί ισορροπίας
με το δίχτυ καβάτζα για τυχόν πτώσεις.
Κύριοι, η κανονικότητά σας δε χωράει
των ονείρων μου τα χρώματα.
Την έχω γραμμένη στις σόλες των παπουτσιών μου
στα ταξίδια του νου μου,
στο μικρό χώρο της ελευθερίας που έχει απομείνει.
Ξέρω, εκεί στοχεύετε, στο μυαλό.
Κανονικός απροσάρμοστος,
νηπιακά τραύματα.
Άλλοθι προκρούστειου κρεβατιού
η κανονικότητά σας, Κύριοι.

***

Σπορά

Το αύριο άγνωστο,
επιρρεπές στο τυχαίο των πραγμάτων.
Ένα πουλί κελαηδάει την άνοιξη.
Μάρτης μήνας.
Τα χελιδόνια δεν ήρθαν ακόμα.
Ίσως είναι νωρίς.
Αγαπημένη, φύλαξε λίγο σπόρο.
Οι άνοιξες έρχονται μετά τους θυελλώδεις καιρούς.

***

Σύλληψη

Σε κρυστάλλινους δρόμους το είδωλό μου.
Κάμερες παντού στην πόλη
αόρατα βλέμματα.
Ελεύθερο το φιλί μας
συλλαμβάνεται σε οθόνες.
Κατοχή
η ψυχή μας παραφράζεται.

***

Ανήσυχος

Περιπατητής σε δρόμους αχάρακτους
σύντροφοι τα ξωτικά της φαντασίας.
Ξέρω θα μου πείτε
τα πλουμιστά εμπορεύματά σας
φαντάζουν διαλεχτά.
Όμως στις παράγκες του κόσμου ξεθωριάζουν.
Δεν τα χρειάζομαι.
Αφήστε με ήσυχο ν’ ανησυχώ.

***

Ρούχο κίτρινο

Το λυκαυγές με βρίσκει στην αυλή
οι γάτες έχουν αρχίσει ανέμελο παιχνίδι
τα άνθη της ροδιάς κρύφτηκαν στον καρπό.
Το ραδιόφωνο παίζει:
«Θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα».
Ανάβω τσιγάρο
ο καπνός διαλύεται σύννεφο πικρό
η ζωή περνά πικρή κι αυτή.
Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
ρούχο κίτρινο
ντύνουν αυτόν που ονειρεύεται.

***

Ο ποιητής

Είμαι ο βαρκάρης στο ποτάμι
το ποίημα θα σε φέρει απέναντι.
Εκεί το απρόσμενο
αποχαιρέτα το θάνατο στην όχθη.

***

Να μ’ αγαπάς

Όταν η ζάλη του κρασιού με τυλίξει
και ίσως φαντάζω στα μάτια σου
τρελός εραστής της ζωής
πάρε με στην αγκαλιά σου
και σφίξε με.
Δεν χρήζουν όλα στην ψυχή μας ανάλυσης
μόνο να μ’ αγαπάς.

***

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο ποιητής, αναρχικός κι επαναστάτης Αντώνης Στασινόπουλος (1957- 2015), γεννήθηκε και πέθανε στην Πάτρα, επιδιώκοντας με την κοινωνική και ποιητική του ζωή την υπέρβαση κάθε προσωπείου. Μοναχικός, παρά τη σχέση ζωής με τη σύντροφό του και τους ακλόνητους φίλους που στάθηκαν στο πλευρό του, απλός μα ασυμβίβαστος, εξέφρασε με την ποίησή του τον μόχθο του ανθρώπου απέναντι στο Tέρας του κράτους που ο ίδιος δημιούργησε. Η ιδανική πόλη είναι γι’ αυτόν μια πόλη «αγέννητη» με «σάλπιγγες να ηχούν το τέλος του πολέμου». Μια τέτοια πόλη, όμως, δεν υφίσταται στο παρόν, αφού ο πλανήτης τυλίγεται με ένα «γκρι φόντο». Παρά τις πληγές και τη μοχθηρία του κόσμου που σήκωσε στις πλάτες του, ο ποιητής δεν είναι απαισιόδοξος. Αγκαλιάζει το σύμπαν γύρω του «φτιάχνοντας κύκλους» ζωής κι ευελπιστώντας για το «σπόρο» που θα μείνει πίσω για τις επόμενες γενεές. Αγκαλιάζοντας τα «παιδιά-ποιητές» του μέλλοντος και τους κατατρεγμένους, η ποίηση του Αντώνη Στασινόπουλου κυοφορεί το βρέφος μιας ουτοπικής αλλαγής.
Εξέδωσε τις συλλογές:
Εκπέμπουμε Αναρίθμητους Σκλάβους ανά Δευτερόλεπτο, ανεξάρτητη έκδοση, Πάτρα, 1983.
Των Ονείρων τα Χρώματα, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα, 2004.
Σπορά, Εκδόσεις Γιάννη Πικραμένου, Πάτρα, Α΄ έκδοση Μάρτιος 2007, Β΄ έκδοση Οκτώβριος 2007.
Μαζί, εκδόσεις Πανός, Αθήνα, 2009.
Φεγγάρι Ολόγιομο, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα, 2010.
Το Βρέφος, εκδόσεις Opportuna, 2014.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και η άβολη αναγκαιότητα της αλήθειας

Edvard Munch, Sick mood at sunset despair

Για όλα έφταιγε η 7χρονη Νεφέλη, η οποία εκείνο το πρωί είχε βάλει τον πατέρα της, κύριο Παπαδημητρίου, να ορκιστεί πως δεν θα γίνει ποτέ του ψεύτης. “Μπαμπά, για να μη γίνεις ψεύτης, δεν πρέπει να πεις ψέματα ποτέ” ήταν η αυστηρή υποσημείωση που είχε προσθέσει η Νεφέλη. ‘Ηταν τούτη η υποσημείωση ο λόγος που, όταν μετά από δύο ώρες, μια κοπέλα 15 χρόνια νεότερη του κύριου Παπαδημητρίου τού έκλεισε τον δρόμο (ενώ εκείνη είχε STOP κι εκείνος σαφέστατη προτεραιότητα), τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως απρόοπτα για τους ανυποψίαστους θεατές: Ο κύριος Παπαδημητρίου, αντί να παροτρύνει -ως συνήθως- την κοπέλα να κατευθυνθεί στην κουζίνα, αντί να κάνει μη ρεαλιστικές σεξουαλικές δηλώσεις για διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες, την κοίταξε στα μάτια (όπως κάνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), την κοίταξε ενώ μπορούσες να δεις τον θυμό να στάζει από τα μάτια του (όπως μπορείς πάντα να δεις σε τέτοιες περιπτώσεις), και της ούρλιαξε κάτι διαφορετικό:

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Τρέμω για εκείνο που μπορεί να καταντήσω!”

“Tι λες βρε μαλάκα;!” απάντησε ρωτώντας η νεαρή κοπέλα, η οποία βιαζόταν να προλάβει τη συνέλευση της κομματικής της παράταξης στο πανεπιστήμιο· η δική της παράταξη είχε τις αφίσες με την καλύτερη αισθητική, και δεν ήθελε με τίποτα ν’ αργήσει.

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει!” ούρλιαξε ο κύριος Παπαδημητρίου, με ακόμα μεγαλύτερη οργή. “Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Και μακάρι τουλάχιστον να με έβρισκες όμορφο!”

Tούτη η παύση στο πρόγραμμα του κύριου Παπαδημητρίου είχε διαρκέσει αρκετά. Έστριψε με μένος το τιμόνι για να φύγει – κι ενώ το έστριβε, μουρμούρισε στον εαυτό του πως και το Rogue One: A Star Wars Story μια υπερεκτιμημένη μαλακία και μισή ήταν, και ότι έπρεπε να το είχε παραδεχτεί από την πρώτη φορά που το είδε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Joyce Mansour, Σπαράγματα

Βαρέθηκα τα ποντίκια
αχόρταγους φαγάδες εμβρύων και μελάσσας
βαρέθηκα τα πιάτα
βαρέθηκα τα ψάρια με ραχοκοκαλιές κακούργες
που χορεύουν μές στον φαρυγγά μου
βαρέθηκα τους ψωριάρηδες
βαρέθηκα τις κατάρες
που ξαμολάω στο κεφάλι τους
ακόμα και των φαλακρών
βαρέθηκα τα κρίματα
βαρέθηκα τον τάφο μου
που μές στον αυριανό ίσκιο μ΄αναμένει
βαρέθηκα τα πάντα
κ΄η αηδία μου είναι πτώμα απο πλήξη

*”Σπαράγματα”, εκδόσεις Άγρα. Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος

Μέλπω Αξιώτη (1905-1973), Σύμπτωση

Τη ζωή μας περάσαμε χωρίς νερό, χωρίς πηγάδι στην αυλή, χωρίς κεντίσματα
στις πουκαμίσες
αν και οι άνθρωποι τα συνηθίζανε στον καιρό μας τέτοια πράματα.

Μεγάλο μέρος της ζωής μας περάσαμε μέσα στον καφενέ του Βροχή με το παλιό
ρολόι σταματημένο στις 7
30 χρόνια
οι φίλοι μας το συμβουλεύονταν με άγια πίστη
τη σεβαστήκαμε
τόση ειλικρίνεια.

Εμείς εζήσαμε μέσα στην πολιτεία μαζί με τα ψάρια
εκεί γεννήθηκαν οι εραστές σου.

Οι άντρες λέγανε έργα διαρκείας
οι γυναίκες γουστάρουν πολύ τα παιδιά κι αιφνίδια τα γεννούν ψόφια
οι καπετάνιοι αράζουνε νωρίς
γλυκές αστένειες βουβαίνουν τους ανθρώπους
τ’ αντρόγενα δεν προλαβαίνανε να μεταλάβουνε
άγνωστοι πήγαιναν λουλούδια στους τάφους
οι τρελοί ξαναβρίσκανε τη μνήμη τους κι εθυμόντανε, άλλος θυμότανε μια μύτη
άλλος θυμότανε τα φρύδια,
από τα πέρατα της γης παίρνανε βιαστικοί τους δρόμους, γύριζαν πίσω.

Εμάς οι ευκολίες συχνά μας τρομάζανε
τόσο πολύ μεγάλη σημασία δώκαμε στη ζωή ˙
μέσα στ’ ασβεστωμένα σπίτια πατούσαμε σα να ’τανε τριαντάφυλλα
είχαμε πονοκέφαλο,
με την ακέρια θέλησή μας ποτέ όμως δεν το παραδεχτήκαμε
να μην ήταν εξαίσια τα μαλλιά μας,
σαν τρελοί τρέχαμε να προλάβομε την κοπέλα τω δεκατεσσάρω χρονώ
σκίζαμε τρύπες μουλωχτές στον τοίχο
παραμονεύαμε τα παράθυρα
λαχτίζαμε όταν προφταίναμε τα φοβητσιάρικα ψωρόσκυλα πριν
μας λαχτίσουνε,
σαν τρελοί τρέχαμε να προλάβομε τα ψέματα,
να αποφύγομε τη δυσοσμία όταν εκόπριζαν τις δημόσιες πλατείες
με την ανατολή του ήλιου κατά το φθινόπωρο,
ετοιμαζόμαστε να πεθάνουμε από καιρό –
τρόμο γεμάτοι επροσπαθούσαμε να μην εγκαταλείψομε τα ωραιότερα κορίτσια
μας ανύπαντρα,
ανεξερεύνητους τους ανέμους
που φέρνουν τις καταιγίδες,
κουβαλάνε ψοφίμια,
πρόωρες γέννες στις καβουρομάνες από το φόβο στο βυθό της θάλασσας,
σμίγουνε τον τυφλό με το ραβδί του,
την έχθρητα με την αναβολή,
ηθελημένα πλάθουν μαζί με τα αθέλητα,
τ’ αλάργα γίνουνται κοντά μας
και στοιχειωμένα σπίτια παραριγμένα στον ανήφορο, χρόνια χωρίς γιατρό
και ευαγγέλιο, εκείνες τις νύχτες του χαμού
διατάζουνε γιορτές.

Ναι. Πρέπει ο άνθρωπος να τα προλάβει όλα
πριν
φύγει
με κόπο και υπομονή το δρόμο της ζωής
δηλαδή το θάνατο.

Τι δηλαδή παιδάκι μου, να με πότιζες σπάνια, ήθελες, δύσκολη θλίψη,
να μην εγνώριζες… να μην ήξερες –

κι εκείνο το ανατολικό παράθυρο που είχαμε που ήτανε καμωμένο για την
απογεματινή μελαγχολία τα βράδια
ααα! ήταν δύσκολο πράμα η αγάπη,
αλλά εμείς… την αγαπούσαμε –
εκεί
γριές παράξενες ασκημομούρες κουκουβάγιες θεόστραβες με πολλά ζευγάρια γυαλιά
πετούσανε να ’ρθουν να μας ξετάσουνε και τι απαίσια μηνύματα μας φέρνανε –
ζυγώσανε λέει τα καράβια, εκείνα τα μεσάνυχτα, στον ταρσανά, οι καρένες τους
καπλαντισμένες απολιθωμένες γοργόνες,
γυναίκες χρόνια τα υπομονέψαμε με τα σκέλια ανοιχτά – άλλοι τα παραδώκανε για
ένα χουνί προσδοκίες,
εμείς φράζαμε με τα δάχτυλα τα αυτιά μας δυνατά, να μην τα ιδούμε, να μην
ακούσομε
τι θα μας λέγαν
για
τα βρέφη κάτω απ’ τη βροχή
τα βρέφη που οδηγούνε τους τυφλούς με σοφία και με τόση προσοχή
για τα άσπρα κουρτινάκια στα παράθυρα, όταν καλύβουνε ύπουλες αστένειες ή
μεγάλα οράματα
τα ατέλειωτα έργα
τα ατέλειωτα σπίτια των ανθρώπω
φύγανε, πάνε οι άνθρωποι,
δε φτάσαν την αγάπη τους,
αγάλματα μαρμάρινα αγκαλιάζοντας γλείφαν την πίκρα από τα χέρια τους,
οι μουσμουλιές ρίχτανε χάμω κίτρινα φύλλα τα φτινόπωρα σκεπάζοντας με όλη τους
την εξάντληση τη γη
εμείς όλο και φράζαμε με τα δάχτυλα τα μάτια μας να μην τα ιδούμε, να μην
ακούσομε
χτύπους που ανοίγανε τους λάκκους να κατεβούνε οι φίλοι μας,
ήλιοι κατάντησαν φεγγάρια,
χτίρια τρομαχτικά τα ξημερώματα με τη βροχή σα μαδημένες κλώσες από
την αγωνία,
την επιθυμία τους,
χτίρια ψηλά ως τον ουρανό σαν την αγάπη, που παράδωκεν όλη της τη ζωή και τα
ξεκρεμασμένα της βυζιά
στον ίδιο αγαπητικό –
και ανάμεσά μας ήταν πάντα κάτι πράματα
σε τι καιρούς εφτάσαμε αδερφέ
ανάμεσά μας ήταν πάντα κάτι πράματα
που δεν μπορούσαμε να τα μιλήσουμε.

Κύματα μας τα φέρνανε κύματα μας τα παίρνανε τα όνειρά μας,
πέστε μου, σε όλα τούτα εμείς τι να κάνομε,
εμείς είμαστε γυναίκες.
Πέστε μου τι μπορούσαμε εμείς να κάνομε, κι όταν νομίζαμε ότι είμαστε πουλιά,
αλλά εμείς είμαστε γυναίκες ˙
για μας τα χρόνια δεν περνούσανε, ήτανε πάντα καλοκαίρι,
δεν αγοράζαμε παπούτσια για να μπορούμε να σου πούμε σ’ αγαπώ,
όταν δεν είχαμε αληθινά – τίποτα εμείς! βγάζαμε ψεύτικα γαρύφαλλα στο παράθυρο
κι ας ήθελε να μας είχαν ξεφυτρώσει αγκάθια
ωσάν αγριόγατοι ανάμεσα από τα μεριά – τίποτα! – εμείς σας αγαπούσαμε.
Σούρουπο εγκαταλείπαμε τις κλινικές και τα παιδιά μας τότε πια να μη
μας γνωρίζουνε,
εμείς, τι άλλο θέλατε από μας
εμείς είμαστε γυναίκες –
πολύ μας πικράνατε.

Συχνά το φύλο μας προσφέραμε σαν πιάτο
μέσα σε φύλλα μουριάς
και ωστόσο
καθαρίζαμε μήλο.

Ωχ, αφέντη, και να ’ξερες τι μεγάλο πράμα που είναι να τα ’χεις όλα μες
στο σπίτι σου ˙
μας το ’μαθεν εμάς η μάνα μας –
50 χρόνια θέλει ο άνθρωπος ύστερα από τη γέννησή του
να γεννηθεί
τώρα πηγαίνετε – μας είπε η μάνα μας ˙
έτσι,
σαν ήρθε και πεθάναμε, δεν πήραμε άλλο τίποτα στις χούφτες μας
τα φιλιά του κόσμου.

Με τόση προσοχή διατηρήσαμε μέσα στο σπίτι μας τιποτένια αντικείμενα που
θα χρειάζονταν μια φορά μόνο σε όλη τη ζωή,
κι αυτό ήτανε κι εμάς το
κέφι μας ˙
και είχαμε πει μόνο – τις υγρασίες της άνοιξης
τώρα που βρέχει μάλιστα τόσο πολύ συχνά,
ότι
να μην τις περπατούσατε τόσο πολύ γυμνοί.

Ήταν μια νύχτα του Δεκέμβρη που μας ήρθατε πίσω,
που είχαμε ανάψει τα κεριά,
κόσμος δεν ήτανε κανένας
τα σκολειά δεν τα βγάλαμε
είμαστε ορφανοί,
το φως της νύχτας εκείνη την ώρα όλα τα θεράπεψε
και η αδερφή μας είπε: – Φέξε του αδερφή να διαβεί.
Πέρασες με τα ρούχα σου υγρά μέσα απ’ το σπίτι μας εκείνο το βράδυ
δεν σε αγγίξαμε,
όσο που στα χωράφια πέρα σκύλοι γαβγίζανε ολομόναχοι, αφρίζανε τα κάστρα,
ένα τραίνο ξεκινούσε τη νύχτα κι ερχόνταν καταπάνω μας και μας διαπερνούσε την καρδιά, στα βάθη του ορίζοντα, χωριστά από μας,
απ’ τους πολλούς λησμονημένος, πολύ μακριά μας,
με τέτοιο τρόπο μια φορά…
τότε μας ήρθες πίσω με το θάνατό σου.

Κύριε τώρα
ιλάσθητι – τις αμαρτίες μας τις δικές μας –
απ’ όλα τούτα τι μας έμεινε ˙
γιατί βλέπετε εμείς είπαμε τώρα το τραγούδι μας
οι
άλλοι
θα το γυρίσουν σε χορό.

*ΣΥΜΠΤΩΣΗ, 1939.

**Από εδώ: http://www.oanagnostis.gr

Εξόριστες λέξεις

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΤΑΚΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΝΗΣ
Walkabout. Προσδοκία ενός ξεκινήματος
εκδ. Εξάρχεια, σελ. 142

Τ​​ο βιβλίο του Τάκη Κατσαμπάνη κινείται στο μεταίχμιο λογοτεχνίας και ημερολογίου, μνήμης και μυθοπλασίας, φιλοσοφίας και υπαρξιακής περιπλάνησης. Ο συγγραφέας ανατρέχει στην τετραετία όπου έζησε στην Αυστραλία, ενθέτοντας στην αφήγηση σπαράγματα ημερολογιακών καταγραφών, λεπτουργήματα ενός ερμητικού λυρισμού. Στις σελίδες η σύγχυση του εξόριστου βλέμματος συνυφαίνεται με την εξουθενωτική προσπάθεια του αφηγητή να αναγνωρίσει τα ζωτικά στοιχεία της αποσυντεθειμένης ταυτότητάς του. Η άλλη χώρα απλώνεται μες στην εύτακτη απεραντοσύνη της σαν υπόσχεση ευτυχίας, αλλά εκείνον τον δελέαζε η τραγικότητα του χάους. Το πρόβλημα, φυσικά, δεν ήταν η γεωγραφία. Ωστόσο, προτιμούσε τις όχθες από τις περιδινήσεις των ωκεάνιων κυμάτων. Ηθελε όχθες να περιφράσσουν το «ξεχείλισμά» του.

Η παρατήρηση του ξένου τόπου μετεξελίσσεται δεξιοτεχνικά σε εταστική αυτοπαρατήρηση. Ο αφηγητής αισθάνεται το πρωτόφαντο μέρος, τελείως αποκαθαρμένο από δράματα και συγκρούσεις, σαν «δοκιμασία για την ψυχή». Η περιρρέουσα ευζωία αναρρίπιζε ενδότατες εκκρεμότητες. Η προσδοκία της αρχής, του μηδενός, κατίσχυε του νόστου. Το ταξίδι στην άλλη άκρη της γης ήταν για τον συγγραφέα μια περιπέτεια μεταμόρφωσης, μια μανιώδης αναμέτρηση με τις πολλαπλές, λανθάνουσες ταυτότητές του. Οπως ο ίδιος λέει: «Ντρεπόμουν που δεν ήμουν αυτό που υπήρχε διπλωμένο μέσα μου».

Ο Κατσαμπάνης αποτυπώνει με τρομερή ένταση το άγχος μιας συνείδησης εκτεθειμένης στον φόβο, την αμφισημία, την αλεξία. Οι στιγμές που ο συγγραφέας αναλογίζεται την αποτυχία της ξένης γλώσσας να μεταφράσει τους σπασμούς της μητρικής είναι εκπληκτικές. Κάθε ταυτότητα προϋποθέτει μια πραγματικότητα και η πραγματικότητα νοείται μόνον μέσω του λόγου. Ενας λόγος σπασμένος, διάτρητος, χασματικός, όπως είναι ένας δάνειος λόγος, αδυνατεί να μεταπλάσει ό,τι ονομάζει σε πραγματικό, σε βέβαιο. Η αποσύνδεση μεταξύ λέξης και πράγματος «στύβει τον κόσμο από κάθε σημασία, από κάθε απόχρωση, κάθε ρίγος ή υπαινιγμό». Μιλώντας την ξένη γλώσσα, ο αφηγητής ένιωθε να ψελλίζει «ένα αλφάβητο μοναξιάς». Ο,τι μύχιο τον συντάραζε παρέμενε άλεκτο. Ματαίως πάσχιζε να εγκεντρίσει στη δανεική γλώσσα τα άγνωστα και αδήριτα που μαίνονταν μέσα του. «Οσο περισσότερες λέξεις, τόσο περισσότερα θραύσματα».

Μολονότι η αφήγηση του Κατσαμπάνη είναι εντόνως ενδοστρεφής, οι λέξεις του αποζητούν την εξωστρέφεια, αδημονούν να απελευθερωθούν από την αυτοαναφορικότητα για να διερευνήσουν ανύποπτους δεσμούς με τον κόσμο. Η δραματικότητα του λόγου του έγκειται στην επιθυμία του να εποικίσει τον λόγο τού άλλου. «Η μητρική γλώσσα ήταν πια μια γλώσσα για μονόλογο». Η ξένη γλώσσα, πάλι, έσφυζε από σιωπές, ανείπωτο θυμό και άλαλα ξεσπάσματα. Μπορεί μιλώντας την ο αφηγητής να απαλλασσόταν από το βάρος του αυτοειδώλου, αρθρώνοντας μια αλλότρια φωνή, αλλά νοσταλγούσε το εγκαταλελειμμένο του ιδιόλεκτο, τη δυνατότητα της μητρικής γλώσσας «να πλημμυρίζει». «Η γλώσσα μου, αυτό το μητρικό σώμα, κούρνιαζε μέσα μου σαν κουβάρι. Εχανα σιγά σιγά κάθε βεβαιότητα».

Η απώλεια της μητρικής γλώσσας φέρνει στην επιφάνεια της συνείδησης μια άλλη, οδυνηρή, απώλεια, εκείνη του πατέρα. Η εσωτερική περιπέτεια του αφηγητή εκκινεί από την προσδοκία μιας νέας αρχής, όπου υποβόσκει η απαντοχή μιας πατρογονικής αρχής. Επιζητεί τον νόμο του πατέρα και αυτή η διακαής ανάγκη υπονοείται στην τεταμένη σχέση του με έναν πανεπιστημιακό. Εναν αλαζονικό, αδιάφορο, απαραίτητο, ωστόσο, πατέρα, που αποκαθιστούσε την, πλασματική έστω, αρτιμέλεια του οιονεί γιου. «Το άπειρο ως μεταμόρφωση του νεκρού πατέρα δεν αντεχόταν», συλλογίζεται ο συγγραφέας.

Ο Τάκης Κατσαμπάνης στο πρώτο του βιβλίο μάς υπενθυμίζει με τη στοχαστική γραφή του πως η γλώσσα δικαιώνεται όταν αποτολμά να καταβυθιστεί στην πρωτογενή πηγή της, το συναίσθημα. Οι λέξεις του διατρέχουν αλγεινές ιστορίες μετανάστευσης μέσα από τις οποίες επιχειρούν να αποτιμήσουν τη δική τους εξορία, τον μετεωρισμό τους ανάμεσα στο ρητό και το άφατο. Ο αναστοχασμός της θλίψης και της αγωνίας των λέξεων συνιστά αναμφίλεκτα μια αξιοπρόσεκτη λογοτεχνική επίτευξη.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη Δοκιμάζοντας το ποίημα

Δεν είναι ένα έκτενες βιβλίο, όχι καθόλου.
Ούτε έχει στίχους παραδοσιακούς, άλλωστε γράφω σε ελεύθερο στίχο
Και αφουγκράζομαι τους άλλους ποιητές.
Ίσως και οι λέξεις τους να γεννούν τις δικές μου λέξεις· ναι σίγουρα αυτό συμβαίνει!
Μα είναι γνωστό πως παρθενογένεση στην τέχνη δεν υπάρχει
Αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι περισσότερο να διαβάζει κανείς παρά να γράφει.
Ζωή δική τους έχουν τα ποιήματα, αυτόνομη πολλές φορές ζωή
Ο ποιητής σέβεται τη ζωή των ποιημάτων, πώς αλλιώς;
Ναι! λέω στους νόμους των λέξεων
Τίποτα δικό τους δεν λησμονώ
Αθώες γραφές δεν γράφω
Σιωπής δρόμους ακολουθώ, ωστόσο!

Το ποίημα μένει ανοιχτό, το ποίημα πρέπει να μένει ανοιχτό
Ο ποιητής πρέπει να το αντέχει το ποίημα και το ποίημα να αντέχει εκείνον

Πρόκειται για 2+2 στοιχεία. Είναι στην ουσία δύο ποιήματα -δοκίμια και δύο κολάζ που τα συνοδεύουν.
Ονειρεύομαι να τις περπατώ τις λέξεις, να τις διασχίζω. Εδώ τις ζωγραφίζω επίσης!
Ίσως ποίηση να είναι πολλά πράγματα μαζί
Η σκέψη πάνω στην εμπειρία είναι ποίηση
Με τούτο το βιβλίο διερευνώ την αλήθεια και το «ήθος» του ποιήματος
Αισθάνομαι και είμαι παρούσα στων λέξεων και των ιδεών τη σύναξη.[1]

*Από εδώ: https://koukidaki.blogspot.com.au/2017/06/i-asimina-ksirogianni-dokimazontas-to-poiima.html

ονειροκρίτης

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα “άσπρο άλογο”:
“μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει”/

ΚΛ – 25/07/2017

photo: Jerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann

View original post

Λεωνίδας Γαλάζης, Εγκαρτέρηση

Photo: Giorgos Papavlassopoulos

Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων
φωνές από τα βάθη των σπηλαίων
της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.

Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου
τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.

Λαμπάδες και τάματα
υποκλοπές
ισολογισμοί
παραισθήσεις.

Νωπές πυλές
σκοτάδι του μυαλού
λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες
στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.

*Από το Ένεκεν”, Νο 43, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017.

Λεύκιος Ζαφειρίου, Στο γκρίζο φως

Ο θρυμματισμένος κόσμος
της Κύπρου
κι οι τελευταίες λέξεις
του Τζέζαρε Παβέζε
“δεν θα ξαναγράψω πια”

Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη
η κατάστικτη σελήνη
μέσα στην παγωμένη νυχτα

ανασαίνουμε το σκοτεινό
ρίγος της άνοιξης

*Από το Ένεκεν”, Νο 43, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017.

Μιχάλης Κατσαρός, Πώς να καταχωρήσω

Πώς να καταχωρήσω τόσα γεγονότα –
τόσες απόπειρες

Πώς να μιλήσω;
Ενώ οι φωνές επιμένουν -οι ίδιες φωνές-
ενώ αποκρούομαι – πώς θες να μείνω
μια αστραπή ένα κυκλάμινο μια ρομφαία –
πώς θες να μείνω επιτύμβια στήλη
σε πεδίο μαχών
σε ποιο σταθερό δάπεδο να οχυρώσω
τις λεγεώνες μου;

Ο επίμονος θόρυβος σε οχήματα πόλεις αίθουσες
οι αδέξιες φωνές σε χώρους εναλλασσόμενους
το πλήθος έντρομο ενώ προχωρεί γυρίζει απότομα
κοιτάζει σε ορισμένο σημείο και κουρασμένο
κλαίει –
δεν ξέρει
δεν υπάρχει
δεν εξουσιάζεται.

Για τούτο υψώνω το λάβαρο τη νύχτα λευκό
μετά το σπάω και γίνομαι σίδερο
φωνασκώ υποκρίνομαι παραδίδω τις εντολές
παραδίδω κλειδιά πολιτείες μπετόν και σημαίες.

Μπορούσα να χαμογελώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα ν’ αγαπώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα να κλαίω μιλώντας για την Ειρήνη.

Σας αραδιάζω τα εμπόδια:

Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των
παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
το 1917
το 1936
το 1944
ανάβουν τις πυρκαγιές τα φλογερά λόγια
ανάβουν το δάσος μου που μου παρέδωσαν και
ανεμίζει.

Πώς θέλετε να οχυρώσω τις λεγεώνες μου
σε πονηρά κατάστιχα και σε ντουλάπια
πώς θέλετε να μπω μες στα τετράγωνα;

Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος.