Μην περιμένεις να τελειώσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Μην περιμένεις για τον στίχο
που θα ανασύρει τον ήλιο.
Μην περιμένεις για την λέξη
που θα σε επαναφέρει.
Μην περιμένεις να ξεκινήσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Η ποίηση απώλεσε, πια, τέτοιου είδους δικαιοδοσίες.
Δυστυχώς, προς όφελός της.
( Ο _ Ο κόσμος εξάλλου έχει, ήδη, κριθεί.)
Νίκος Βουτυρόπουλος, Η ίδια όψη των πραγμάτων (απόσπασμα)
Ζήσαμε χωρίς να ξέρουμε του ωκεανού τη θλίψη
έτσι την ονομάσαμε όπως συνταιριάζαμε
λέξεις για μια κατάρα που κανείς ποτέ δεν εξήγησε.
Σαύρες φτωχές στου φεγγαριού τη διαύγεια
για λάθη μιλούσαμε κάτι σαν εξομολόγηση
της πέτρας στον άνεμο. Κι οι μέρες στρίβανε
σα τον κισσό κοιτάζαμε τα πρωτολούλουδα
της άνοιξης τα χελιδόνια ενώ μας τρέλαιναν
στις αυλές με τα όνειρα. Γρήγορα γίναν όλα
αστικά: ο πολιτισμός της ασφάλτου οι εποχές
του γκρίζου με το πορτοφόλι-ήρωα ν’ αναζητάμε
περιπέτεια και ψέμα. Τα χέρια πλήθαιναν αρπακτικά
και ρόδες ορίζανε τη ζωή μας. Τριγύρω οι άνθρωποι
αφορμές χωρίς πρόσωπο. Στο μεταξύ λιώναν
οι πάγοι και αμμοθύελλες κρύβαν με λάσπη
πένθη και βλέμματα. Σκόνη απ’ την έρημο έφτανε
ως το λαρύγγι υπενθύμιση του άγνωστου
όπως αντικρίζαμε τις σειρήνες του μέλλοντος.
Από συνήθεια δίναμε υποσχέσεις κάτι σαν ξόρκια
νεκρολογικά ξενυχτούσαμε σ’ αμμουδιές όλο αιτίες
και ψέματα για προσκέφαλο σέρναμε επιθυμίες
καθώς δαγκώναμε την περασμένη ώρα
με σκέψη άνυδρη από ταξίδια στη στέρηση.
Αλλά δεν χάθηκε τίποτα όσο ακόμα
υπάρχουν γυναίκες που φροντίζουν λουλούδια
και βρέφη αρχαγγελικά στο χαμόγελο.
Έτσι γερνάμε μέσα απ’ της μνήμης περνάμε
το ρημαδιό σαν τα σκυλιά που γλείφουν
νυχτιάτικα κόκαλα σα φύλλα που τρέμουν
τα βρόχινα χαστούκια. Άλλα ποτάμια δεν υπάρχουν
παρά οι μαίανδροι της ύπαρξης όπως ορίζουν
αρχαίες γραφές. Στ’ ουρανού το μάγουλο
ενώ κυλά ο πόθος γυρεύουμε σελίδες κενές
στο λεξικό των αισθήσεων. Γίναμε σάρκες
φορτικές ξεχάσαμε η βροχή πως είναι
δείγμα του πολιτισμού των συννέφων.
Μας περιμένουνε μάτια που δεν έχουμε
καν φανταστεί χειρονομίες και πόρτες
ως τώρα κλειστές και μια απεραντοσύνη
πέρα από κάθε σκοτάδι ένα νησί στο τέρμα
της θάλασσας ένα παιδί στο πρωινό της σελήνης.
Έτσι γερνάμε μες την γεωγραφία των λέξεων
με την ανάσα περισπωμένη στη νύχτα.
Τα μάτια όπως ανοίγουμε στου ήλιου τη σκληρότητα
ηχούν οι μυλόπετρες του ύπνου ρημάζουν οι αισθήσεις
στοιχειώνουν τα λόγια από αιωνιότητα. Ποιοι είναι
αυτοί οι μεγάλοι δάσκαλοι του ανέφικτου;
Μια μπουκιά είμαστε της Μικρής Αρκτου
όπως ανοίγει το στόμα. Αίνιγμα ωστόσο παραμένει
η κλήση των ουσιαστικών: η γενική της ύπαρξης
η αιτιατική της αμφιβολίας ο ενικός της συνείδησης.
Κάτω από σκιές δέντρων βραδιάζει Παρασκευή
και το διήμερο θριάμβου για τη μεσαία τάξη.
Η Δευτέρα είναι των δολοφόνων.
Σε πόλεις από σωλήνες και σύρματα σβήνει
το φεγγάρι πνίγεται μέσα σ’ άναρθρα όνειρα,
λογαριασμοί απλήρωτοι και άλλες αγωνίες.
Για σταθείτε! τι είν’ όλα αυτά τα τερατώδη;
σκοτάδια; λερναίες χίμαιρες; σφίγγες αινιγμάτων;
Υπάρχουν άνθρωποι που μας ακούνε. Γι’ αυτό μιλάμε.
Γιατί δεν φταίει ο θάνατος αλλά η ομορφιά.
Γιατί το δάσος της καρδιάς είναι γεμάτο μελωδίες.
Γιατί στη γλώσσα μας λιώνουν παγετώνες.
Οι ουρανοί δεν αρρωσταίνουν τα βήματα
στο φως λάμπουν σαν τις γαρδένιες.
Αυλές είναι η αθώα μνήμη και ψέμα δεν υπάρχει
παρά σαν κάτι αστείο στην ηλικία της χώρας μας.
Γιατί είμαστε φωνές που ακούσαμε σε περασμένα
ξενύχτια
ποτήρια ξέχειλα από χαμόγελα
στήθη ανοικτά στην ανάσα των κήπων.
“Η ίδια όψη των πραγμάτων”, εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούλιος 2013.
Πέτρος Σκυθιώτης, Από τη “Συνθήκη ισορροπίας”
14.
Είχαν τότε φέρει από πολύ μακριά
κάτι φωτιές
που τις ονόμαζαν
έρωτες
τις άπλωσαν δίπλα δίπλα
και φώτιζαν
όλο τον ουρανό
άνθρωποι μαζεύτηκαν πολλοί πάρα πολλοι
που τις ψάχναν απο καιρό
και φώναζαν σα να μη ξαναείδαν
θαύμα στη ζωή τους
15.
Αύριο θα ‘ναι μια Τρίτη σαν όλες τις άλλες
θα ‘χω κοιμηθεί περίπου τέτοια ώρα
και θ’ αργήσω στο σχολείο
σύννεφα θα χαμηλώνουν σιγά σιγά
ώσπου να γίνουν ομίχλη
– το τέλειο καμουφλάζ δηλαδή –
θα δώσω ένα σάλτο
να χωθώ βαθιά στην κρυψώνα
κι ύστερα εύχομαι να σηκωθώ
μόνο με λίγο πονοκέφαλο
κι ένα περίεργο όνειρο
16.
τα όνειρα
σαν τα ρούχα τα παιδικά
αλλάζεις αλλάζεις
κι έρχεται
η στιγμή
που πια δε χωράς
όσο αγαπημένα κι αν
ήταν
17.
Στο όνειρό μου υπάρχει ένα
σπίτι
στο σπίτι μου υπάρχει ένα
όνειρο
αν βάλεις τέτοιους κρίκους στη σειρά
και δεν σπάσει ούτε ένας
είναι ικανοί να σε
πνίξουν
18.
Αναρριχώμαι
κάτι ανάμεσα
στο ισορροπώ και το παρασιτώ
πάντοτε θα βρεθεί
ένας τοίχος αρκετά καταθλιπτικός
ώστε να σ’ ευγνωμονεί
που τον καταστρέφεις
19.
Κυνηγώ ακόμα να σε σκοτώσω
στο πάρκο με τους καθρέφτες
όποιος ξεφύγει απόψε για πάντα θα ξεφύγει
και διήρχετο ώρες δέκα
εκ της λεωφόρου ο τρόμος
ο τρόμος μην τυχόν και πρόωρα
ξημερώσει
*”Συνθήκη ισορροπίας”, εκδόσεις Θράκα, Φλεβάρης 2014.
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ποιήματα
ας φέγγεις τώρα τόσο μακριά στο έκτο πάτωμα. Εγώ
γιορτάζω ακόμα την επέτειο της άμμου γαντζωμένος χρόνια
και χρόνια σε κείνο τον Αύγουστο. Δεν θέλω να ξεχάσω
τίποτα – είν’ εύκολο να ξεχνάς, κι είναι σαν να πεθαίνεις.
Ι
Τα δάση που ονειρεύεσαι καίγονται τα χαράματα
φεύγουν οι φίλοι ένας-ένας, τους παίρνει το ασανσέρ
η χλόη γίνεται άχυρο κι η νιότη μνήμη χλόης
τα δάση που ονειρεύεσαι καίγονται τα χαράματα
μπουζούκι και μπετόν αρμέ – κάτω απ’ αυτή την μπότα
μεγαλώσαμε
όμως θέλω να ξέρεις
δεν κλαίω δεν τραγουδάω δεν ελπίζω τίποτα
μόνο αποχαιρετάω τούτο το χρυσάφι που κυλάει χωρίς επιστροφή
απ’ τις δικές μας φλέβες στα ξένα χρηματοκιβώτια
ΙΙ
Η δενδροφύτευση δεν πέτυχε
ξεθώριασαν οι εκδρομές κιτρίνισαν τα 19 μας χρόνια στις φωτογραφίες
κουφάρια από παλιά τραγούδια αγιάζουνε τη σκόνη του δρόμου
τη σκόνη των χειλιών
ώρες κομμένες σύρριζα απ’ τη νιότη μας ώρες ολοζώντανες
ακόμα μοιρασμένες σ’ όλα τα φέρετρα
στο γράσο στο μελάνι και στο μέταλλο
Η δενδροφύτευση δεν πέτυχε παλιέ μου φίλε
κοίτα σε πόσο χαμηλές ελπίδες έδυσε το μέλλον
κοίτα που κείτονται οι άνεμοι που ανάθρεψες σελίδα τη σελίδα
χαρτιά χαρτιά χαρτιά που δεν θα γίνουνε ποτέ σημαίες
τρικάταρτα όνειρα που λιώνουνε στην πρωινή ομίχλη
*Από την ενότητα “Σημειώσεις για μια επέτειο γενεθλίων” (1966) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ραγισμένο ταμπούρλο”, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Νοέμβρης 2006.
Χαρά Παπαδοπούλου, Τρία ποιήματα
Σινεφιλική
εικόνες εκκωφαντικές
ανεξέλεγκτες
ουρλιάζουν την ομορφιά
τζάμι καθρέφτης
πάνω του ξεκουράζομαι
ρούχα πεταμένα
άνθρωποι άδειοι
ξεκοιλιασμένοι στο πάτωμα
κίτρινο καπέλο με πράσινο γείσο
λύτρωση η αναμονή
στο κόκκινο έρχομαι
***
Κόκκινα πέδιλα
Γενναίοι
απόκληροι
φευγάτοι
πρησμένα πόδια
αδυσώπητη σκέψη
Μην αντισταθείς
μη σταθείς
μη φοβηθείς
το δρόμο
τη σκέψη
Κόκκινα πέδιλα
άσπρο φουστάνι
κόκκινο μαντήλι
αίμα στα χείλη
αίμα στις φλέβες
Ο δρόμος η ελπίδα
εραστές του κενού
άσε με να σε αγγίξω
αλήθεια
δεν θα αργήσω το βράδυ
***
Όμοια
Οι μύτες τους μεγάλωσαν μαζί.
Παραμορφώθηκαν όμοια.
Περίεργα όμοια.
Αποκρουστικά όμοια.
Τα γυαλιά στέκονται στο ίδιο σημείο.
Η αγάπη στέκεται στο ίδιο σημείο.
Τα χέρια ξένα.
Τα μάτια κενά.
Το στόμα βουβό.
Δυο αποκρουστικά όμοιες μύτες
όλη η αγάπη τους.
*Από το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδόσεις_των_άλλων, Απρίλης 2016.
Αρχαιολογία
—της Ευτυχίας Παναγιώτου—
[#ποίηση σε πρώτη προβολή]
Παγώνουν σε κάδρα αναμνήσεις.
Οργώνουν το δρόμο καδρόνια.
Εγώ κάθομαι, βλέπω
το φως ν’ αγκυλώνει.
Τους βλέπω, με μάτια πηγάδια,
σφιχτά πώς κρατάνε
(τα δάχτυλα γάντζοι)
σφιχτά σαν πνιγμένοι
καδρόνια και κάδρα
(τον τίμιο τους φόβο).
Και βλέπω, σαν cyborg σωστό,
απέξω την τάξη, και μέσα σωριάζουν
οι τοίχοι, στα νύχια σοβάδες.
Αέρα σπαρμένε το θαύμα
θερίζεις
τσιρίδες
σιχτίρια,
ή στίχους
ανθρώπους και σκόνη.
29.7.2017

Cover art: Pat Perry
* * *
Ποίηση σε πρώτη προβολή
Joyce Mansour, Γυναίκα όρθια εξαντλημένη μαδημένη
Γυναίκα όρθια εξαντλημένη μαδημένη
οι μαύρες γάμπες της σαν να πενθούν τη νιότη τους
ακουμπά την κυρτωμένη ράχη της στον εχθρικό τοίχο
Ράχη κυρτωμένη απ’ των ανδρών τα όνειρα
Δεν βλέπει πως η αυγή επιτέλους ήρθε
Τόσο ήταν η νύχτα της ατελείωτη
Στις σκοτεινές της απελπισιάς σπηλιές
μονάχη γυροφέρνω
μονάχη γεύομαι κρέατα μιαρά
μοναχή πεθαίνω μονάχη μου επιζώ
δίχως αυτιά τα ουρλιαχτά των σφάγιων
να μην ακούω
Από λέξεις άδειο το στόμα μου γογγύζει
Είμαι ο έρωτας όταν τον έπλασε ο θεός
Είμαι εγώ
Είμαι ο εχθρός.
Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.
Ο Σπύρος Αραβανής γράφει για τον ποιητή Γιώργο Δάγλα
O Γιώργος Δάγλας ζει σήμερα ξανά στην Αθήνα –κανείς δεν ρισκάρει να μαντέψει μέχρι πότε- έχει επανακυκλοφορήσει τις δυο πρώτες ποιητικές του συλλογές και κυκλοφορήσει την τρίτη από τις εκδόσεις Φίλντισι, έχει ακούσει τα ποιήματά του να τραγουδιούνται χάρις στον συνθέτη Βασίλη Λαγό, συμμετέχει σε νέες ομάδες συλλογικότητας ως εκδότης του «Κύματος» και διαχειρίζεται τα social media ως άνθρωπος της εποχής του. Η ποίησή του είναι η έντεχνη απόληξη μιας ζωής πολλών επεισοδίων, πολλών ανθρώπων, πολλών ιστοριών. Είναι γέννημα μιας έντονης πρώτης μεταπολιτευτικής εποχής που δεν είναι εύκολο να διαχωρίσει κανείς το ζην από το γράφειν. Για εμάς λοιπόν μιας άλλης γενιάς και εποχής, δεν έχει νόημα να κοιτάξουμε το έργο του ως εγχειρίδιο πρακτικής ποιητικής ενός μη βιωμένου δικού μας χρόνου, εξιδανικεύοντας, ωραιοποιώντας και μεγεθύνοντας, στην ουσία δηλαδή παραμορφώνοντας κάτι που μόνο όσοι ήταν μάρτυρες μπορούν να συναισθανθούν. Όλες αυτές οι ζώσες μνήμες είναι ωραίο να λέγονται γύρω από μια φωτιά. Δημιουργώντας ακροατές και την κατάρα που λέγεται θαυμαστές. Είναι ένας γρήγορος τρόπος να ρίχνεις νεαρά κορίτσια και αγόρια στο κρεβάτι σου και να κατέχεις την πρώτη τιμητική θέση σε πάσης λογής αναμνησιακές νεκροπομπές περασμένων μεγαλείων.
Όταν όμως πρόκειται για ποίηση, εκεί κάθε λογής ιστορίες, ονόματα, μυθολογίες, δαρμοί και έρωτες χάνουν τους χυμούς τους όταν δεν μπορούν να κρυπτογραφηθούν και να αποκρυπτογραφηθούν. Για αυτό και έχει νόημα είναι να δούμε την ποίησή του Δάγλα ως μια αιώνια κραυγή. Όπως οφείλει να είναι κάθε ποιητικό έργο. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το γεγονός όχι ότι αριθμεί τρεις μόνο ποιητικές συλλογές σε βάθος τριανταπέντε χρόνων. Το πιο πιθανό οι μέσα του σελίδες να γεμίζουν δέκα τόμους. Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός πως το ένστικτο ενός 25αρη, το 1983 παραμένει οξυδερκές στο πνεύμα ενός 60αρη το 2017 παρ’ όλες τις εξωγενείς διαψεύσεις οραμάτων, τις παραιτήσεις συντρόφων, την αποσύνθεση των ιδεολογιών, την κατάρρευση του συλλογικού οράματος.
Στις πρώτες αράδες «Στη μέρα των φωταγωγών» γράφει: «Το δωμάτιο γεμισ’ αίματα, τα κρανία των συντρόφων με μάτια να τρέχουν εκδίκηση έρχονται και ζητάνε τ΄αδύνατο». Στο «Μαύρο χιόνι» διαφαίνεται ο αποχωρισμός: «Χωρίς των πατρικίων και των πληβείων το ένδυμα, χωρίς πλοία να διασχίζουν νύχτες τα κανάλι/ έτσι θα μιλήσω: / ρακένδυτος μέσα στην πανοπλία μου. Χωρίς λόγο». Και στις «Καντάδες» κάνει τον απολογισμό: «Ποιοι σύντροφοι θα με αποκηρύξουν; Ποιοι κομισάριοι θα ταριχεύσουν τα οράματά μου; / Προδομένος και μόνος στη μέση στο ποτάμι και σας μιλώ». Αυτή όμως είναι και εν τέλει η νίκη του, η νίκη όλης της θυσιασμένης ή λοβοτομημένης γενιάς του: ότι επίγνωση που ακολούθησε της γνώσης, δεν επέφερε σιωπή και ματαιότητα αλλά την επιστροφή: «Καλό χειμώνα σας λέω, σας μιλώ, θα γυρίσω» ή «Επιστρέφω να ράψω ερμητικά τα μάτια των προδομένων». Και ως γνωστόν η προδοσία δεν είναι μια επικαιρική εφεύρεση για αυτό και αφήνοντας στην άκρη όλη την ιστορικότητα των λεγομένων του Δάγλα μπορεί κανείς να διακρίνει την αγωνία του για τους αιώνια προδομένους. Όπως και για κάθε αξία που πεζοδρομείται ενώ είναι ανοικτή θάλασσα. Για κάθε ηττημένο, απελπισμένο, σκυφτό, αλλά και για κάθε πληκτικό ήρωα, άνυδρο εξουσιομανή και επαγγελματία αναρχικό. Οι ήρωές του είναι με θνητά πνευμόνια. Δεν τον ενδιαφέρουν οι αιώνιοι χορευτές, αλλά ο χορός που τρίζει τη γη. Δεν τον θαμπώνουν οι καλογυαλισμένοι νικητές. Είναι τσαλακωμένος ως το μεδούλι του για αυτό και τα γραπτά του έχουν ανθρώπινη μυρωδιά. Τσαλακωμένος όμως ως συνειδητή επιλογή, από το χέρι μιας αδιόρατης ανάγκης και όχι υποδυόμενος έναν ρόλο. Γιατί «Το άσπρο χαρτί» ως γνωστόν «είναι σκληρός καθρέπτης. Επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν». Και όλη η ποίηση του Δάγλα ως στάση ζωής και η ζωή του ως ποιητική στάση εκτιμώ ότι έλκουν την καταγωγή τους από τον στίχο του « Σχεδόν όρθιοι και περήφανοι». Τι πιο ωραίο επίγραμμα σε έναν τάφο: «Έζησε σχεδόν όρθιος και περήφανος». Η απόλυτα ρεαλιστική περιγραφή της ανθρώπινης ύπαρξης και συνάμα η αποκάλυψη της γοητείας του ανθρώπινου μυστηρίου: Σχεδόν όρθιος και περήφανος.
Για αυτό και ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται «ελάσσων επτανήσιος ποιητής». Γιατί μέσα στη δίψα είναι όλο το νερό όπως έλεγε και ο συγκαιρινός του Καρούζος. Ο δε Τόμας Σ. Ελιοτ παραδεχόταν, δεν τον επηρέασαν οι μεγάλοι, όπως ο Σέξπιρ ή ο Μποντλέρ. Από αυτούς δεν μαθαίνεις, τους μιμείσαι – διαπίστωνε. Γι’ αυτό προτιμούσε να συνομιλεί με ελάσσονες όπως τον Λαφόργκ, τον Μάρλοου, τον Φορντ. Γιατί σε αυτούς τους ελάσσονες, όπως ο Δάγλας, οι λέξεις δεν κάνουν τερτίπια, δεν καθοδηγούν, δεν ελέγχονται. Αντίθετα απολύτως ελευθερωμένες μιλούν τις ιστορίες τους σαν τις «αλκοολικές πουτάνες», όπως γράφει και ο Δάγλας, «που τις αγαπάμε γιατί δεν έχουν άλλοθι, γιατί πέρασε πάνω τους η χιονοστιβάδα του κόσμου και υψώνονται γενναίες στους ουρανούς της πόλης».
©Σπύρος Αραβανής
http://staxtes.com/2003/?p=11821
τα κορδόνια
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Τέλειωνε ο Ιούλιος/
τα βράδια είχαν μέσα και τη μέρα,
μα η ασπίδα των άστρων ήταν ακόμη η θάλασσα/
στην άκρη ένας πλανόδιος με τραγιάσκα ύπνου,
πούλαγε πράσινα νταριά/
τον θυμόμουν από τα πεδινά,
ήταν ρετσινάς, αγελαδάς και καρβουνιάρης/
ενώ σκάλιζε τα κάρβουνα με μαχαίρι,
οι σπίθες μύριζαν δόντια και οπλές
και μια ελαφριά βαρβατίλα
σαν των νεφών τα πλάτη μετά τους Αρχάγγελους/
οι δύο μας μόνο όπως βρισκόμασταν,
ούτε παιδιά, ούτε γονείς
κι η ασάλευτη γλώσσα του χρόνου,
π’ ανέπνεε στο σβέρκο μας/
Εκείνος, έλυνε συνέχεια τα κορδόνια του,
ενώ παρατάσσονταν
των αετωμάτων και των εκατόνταρχων τα δόρατα
εν υπνώσει,
τα μάτια του εξείχαν κατακόκκινα,
μες στο λευκό ενύπνιο/
Αιώνια κλαμμένος που τον έθαψαν με στενά παπούτσια
και τον δυσκόλευαν στο βάδισμα
(πως το κάνε αυτό η Φούλια του;)
πάνε κιόλας σαράντα χρόνια,
σώνει πια/
μόλις τον είδε που κόντευε του φώναξε:
– Σε καλόμαθα Θάνατε,
αθάνατε!/
έπειτα έτριξε…
View original post 23 more words
Ποιητές από την Κύπρο
Μιχάλης Παπαδόπουλος, Το πρώτο ποίημα
Μέσα στο πρώτο ποίημα
βρίσκονται ενταφιασμένα
όλα τα σώματα
της ποιήσεως
Λέξεις, φράσεις, στίχοι, ποιήματα
αποπλύματα της έκφρασης
όλες οι ασπονδύλωτες εκρήξεις
του λεκτικού
οι ηφαιστειακές εκκενώσεις
των σπλάγχνων
σαν οικογενειακός τάφος
που μέσα του δέχθηκε
σε σαβανωμένη λιτότητα
όλη τη γενεαλογία
της μοναξιάς.
***
Γιώργος Χριστοδουλίδης, Το βουβό τοπίο
Οι πατέρες δεν αγαπάνε τα παιδιά τους.
Τους δίνουν χαρτζιλίκι για να απαλλαγούν
από την ανώριμη φορτικότητά τους.
Τα πηγαίνουν στο σχολείο
αμίλητοι, ευθυτενείς
σαν αρχαία αγάλματα
που τρέμουν
λίγες ρωγμές τρυφερόττας.
Τα δεν πρέπει και τα μην τολμήσεις
τα διαδέχεται με τον καιρό
μια αμήχανη σιωπή
προϊόν απωλεσθείσας εξουσίας.
Μια σιωπή τραυματισμένη
από τους πυροβολισμούς της τηλεόρασης
τη βουβαμάρα του τοπίου.
Αυτό το τοπίο διαρκώς επαναλαμβάνεται
πολιορκεί, ζυγίζεται στο χρόνο
αναβάλλεται
και τελικά εκβάλλεται
ξεβράζοντας τις κομμένες μας γλώσσες
στο άδειο στόμα
της ύπαρξης.
***
Φροσούλα Κολοσσιάτου, Τα δάκρυα δεν φαίνονται στη βροχή
Κρεμάστηκε από τον ουρανό
Βροχή και απειλεί
Σαν την παράδοση της Ανδρομάχης
Έχει ακόμα χρόνο
Που λιγοστεύει
καθώς αρχίζουν
Μέσα στην απορία τα θαύματα
Λοξοδρομούν
Στις συγκοπές των βημάτων
Που κάνουν το νερό να γλυστρά
Στα πόδια της μάνας
Να βρεθεί κάποιος
Να πάρει το μωρό που κλαίει
Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος
Φεύγει πίσω τους ο τόπος
*Από το Ένεκεν”, Νο 43, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017.











