Γιώργος Κοζίας, Ο ερημόκαμπος

—Αντίο Φραγκοράφτη μου
—Αντίο Χνούδι μου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΧΑΪΔΗΣ

Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά
Και στο τραπέζι του μαύρου πετεινού το κεφάλι
Κακορίζικε άνθρωπε
Σε εποχή γερασμένη

Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται
και ξημερώνει σκουντουφλώντας
ανίδεος και ακαμάτης
σαν γελωτοποιός στον Άδη
Κακορίζικε άνθρωπε
Σε εποχή γερασμένη

Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία
Σε ποιά πατρίδα, σε ποιό χώμα, σε ποιόν χρόνο
σε ποιά μνήμη, φωνή θα βγάλεις;
Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης
Δούλος στρατώνος
Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά

~Αχ, Φραγκοράφτη, αχ, Χνούδι μου,
μας έφαγε ο ερημόκαμπος!

*Από την υπό έκδοση συλλογή “Τι αιώνα κάνει έξω;”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Νικόλας Κουτσοδόντης, Νύχτα στην Πλατεία Γαρδένιας

Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
πουκάμισα στο Λινκτίν. Τα χαζεύουμε
φυσάει πολύ στο βρομόνερο
σαν να πλατσουρίζουν άπειρα
άκαπνα παιδιά
μείγματα μυρωδάτης ζύμης σε αλουμινένιες φόρμες
κι ίσως φύγεις στο εξωτερικό
Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
συμπλήρωσέ το
ως βιογραφικό, μια πόλη από ρούχα εργασίας
που τρέμει της χώρας το λίμνασμα,
τα χείλη των αφεντικών
σαν γλυσίνες
Φαρδιά κορμιά φιλόδοξα
κι ο εμετός μου είναι το ασήμι
απ’ τα ακριβά γυαλιά οράσεώς τους
Ίσως φύγεις στο εξωτερικό
όπως σταμάτησε μες στα ντουλάπια το παιδί
να βαρά τις κατσαρόλες με τα ζεστά πλοκάμια του
και τα καπνόχορτα που ξεριζώθηκαν απ’ το χωράφι
για μεροκάματο πέντε ευρώ
Φτερουγίζει γύρω στην πλατεία
το απελπισμένο
λευκό
αύριο

  • Από τη συλλογή, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, Εκδόσεις Θράκα, Λάρισα, 2024.

Βερονίκη Δαλακούρα, από τις “Μέρες Ηδονής”

Είμαι η χαμένη έρημος οι βράχοι οι πέτρες το σπίτι
το ζώο η πρόθεση ο κινηματογράφος “Κόσμος”
το πανδοχείο που γκρεμίστηκε η κακιά ώρα
ο πύργος οι βρικόλακες της ερειπωμένης πόλης
η πόλη
ο άρχοντας το συμβούλιο οι αρχηγοί η ανακούφιση
το ομοφυλόφιλο παιδί ο Γιάννης ο Φεντερίκο Γκαρθία
Λόρκα οι τέσσερις εποχές ο Βιβάλντι ο Τάσος
η ακούραστη μηχανή
το σκυλί η συνείδηση το Μέγα Ψάρι τα νύχια
που σκάβουν η αποκάλυψη το κόκκινο χώμα
ο γεωργός η επανάσταση το ξύλινο σπαθί
το πράσινο στάρι οι εθνικές καπηλείες η ταβέρνα
ο αχυρώνας η λεωφόρος το άγαλμα το ερωτικό δωμάτιο
ο άντρας η αποκάλυψη τα σπίτια
το σχήμα η προτομή του χορευτή η μήτρα
ο Αρθούρος η Μεγάλη Πέμπτη το τραπέζι
το αγόρι τα άνθη τα στρατιωτάκια που έσπασαν το όχι
η μάνα μου που ρώτησε αν πεινώ ο γραμματέας
τα φωνήεντα του Εξήντα το όπλο
είμαι η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη

Αγγελής Μαριανός, Ατσάλι

Ό,τι δεν κόβει το δρεπάνι
θα το μαζέψουμε παρέα.
θα ξεριζώσουμε σπαρτά
που θέρισε η μαύρη λάμα
κι ερήμωσε ο κάμπος
Τα στάχυα στοίβες άψυχες
στον ήλιο λούζονται γυμνοί εργάτες
μ’ ένα φουλάρι στο λαιμό

Ρωξάνη Νικολάου, Τα ξερόχορτα

Τα καημένα τα ξερόχορτα
να τα ‘πιανα κουβέντα να τα ρωτήσω
αν ξέρουν πως είναι ξερόχορτα
Πού ονειρεύονταν να φτάσουν
όταν ήταν ακόμα σπόροι στο στόμα του αέρα
αν τους αρέσει εκεί που είναι
αν έχουν άγχος θανάτου
αν αισθάνονται μειονεκτικά
που δεν έγραψαν βιβλία
που δεν απήγγειλαν ποιήματα
που δεν έκαναν καριέρα
που δεν έχτισαν κάποιο προφίλ
αν ζηλεύουν αν ντρέπονται
αν τ’ αρνήθηκαν αν επαναστάτησαν
εναντίον της κοινωνίας των ξερόχορτων
αν ερωτεύτηκαν μέχρι θανάτου
αν σύρθηκαν μέχρι την άκρη των γκρεμών
αν έπεσαν μέσα
αν θέλησαν ποτέ να ήταν κάτι άλλο
από ξερόχορτα
ή ήταν το μόνο που άντεχαν.

*Από τη συλλογή “Σάλος μαγνήτης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.

Δάφνη Χρονοπούλου, Γιορτή

Ήθελε να γιορτάσουνε απόψε
το τελευταίο βράδυ πριν να φύγει
και είπε: “Κάνε μια ευχή και δυό κομμάτια κόψε
από την τούρτα, μα να μείνει λίγη
γι’ αυτούς που θα ‘ρθουν να μας ευχηθούν·
το ‘χούμε ανάγκη
για μας οι φίλοι να προσευχηθούν
σαν τους πιστούς στο Γάγγη.

Γέμισε πάλι με σαμπάνια τα ποτήρια
κι έβαλε μια ώρα πίσω τα ρολόγια.
“Θα ‘θέλα να σου κάνω πάντα τα χατήρια
αλλά το μόνο που σου δίνω είναι λόγια”,
σχέδια ανεφάρμοστα και παραμύθια
να σε κοιμίσουν
γιατί θα έκανε η αλήθεια
τους εφιάλτες να ξυπνήσουν”.

*Από το βιβλίο “Η πόρτα της Ληνώς”. Kastellakia Records, Μύκονος.

Κατερίνα Ζησάκη, από το ““χωρίς εαυτό”

Κατερίνα Ζησάκη, από το ““χωρίς εαυτό”

ΙΧ

Desire itself is m movement
Not in itself desirable

T.S. ELLIOT, Burnt Norton

ακούμε την καμπάνα της παραίτησης

ο θάνατος σημαίνει τρεις φορές θάνατο
αν τον γράψεις: κ α μ ί α

η λογική ολόκληρη θα φέρει τέλος
το σκίρτημα είναι υπόθεση στήθους

αν θέλουμε έχει καλώς
αν δεν θέλουμε πάλι έχει

η ασήμαντη διαφύλαξη της ανάμνησής μας
μάλλον οστεοφυλάκιο μέρα μου νεκροφόρα *

στο παρελθόν τρία μικρά παιδάκια
από τρία ψηλά βραχάκια έπεσαν κι έσπασαν

ακούμε το μονόλογο του μύθου
πώς πάει

παρ’ όλα αυτά απέραντη η θάλασσα
αν σου πετύχει βράχος με ορίζοντα

θέλω τη γραμμή που διαχωρίζει και ενώνει
ανεκπλήρωτα τόσο
που με μισώ

αισθάνομαι έναν κόσμο
πέρα απ’ το αλφάβητο

*

Χ

είρων
η απόστολος

ανοίγοντας πέρα-σαν τείχος ψηλό
παρα-χωρώντας όραση δωμάτιο

να σε υπάρξω
ξένο

*Από το ομώνυμο τραγούδι του συγκροτήματος Γενιά του Χάους.

**Από τη συλλογή “χωρίς εαυτό”, Εκδόσεις έρμα, Μάρτιος 2022.

ένα έτσι, 12 ανάσες

Φώτο: ένα έτσι

συναντηθήκαμε στο τηγάνι
με τα ψάρια και τα περιστέρια

φλέβα την φλέβα φύγαμε
μακριά προς την αθωότητα

ανεβήκαμε ψηλά ως το στήθος της
κι ήπιαμε από το γάλα της

τρίζανε τα δάκρυα μας – χράτσα, χρουτς
κάτω από τις βάρκες μας

σκύψαμε και σηκώσαμε κάνα δυο
από το πλουμιστό της μάγουλο

τα ρίξαμε βαθιά μέσα στην κοιλιά μας
για παν ενδεχόμενο

ακούγαμε τον αέρα να φυσάει
μέσα από τα ψηλά γερτά βιβλία

κοιτούσαμε το παραμύθι
να παραδίνεται στα φύλλα τους

βγήκαμε έπειτα, ξανά, στην πλάτη
του αστείου και του ξεπεσμού

κοιταχτήκαμε για μια στιγμή στην ελευθερί
του πορτοκαλί απογεύματος

και τραβήξαμε για το πανεπιστήμιο
να γελάσουμε με τους νεκρούς μας φίλους

δεν θα αργούσε να αστράψει
κάτι σαν χρόνος στις παλάμες μας

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2025/04/04/8626/#like-8626

Τάσος Πορφύρης (1931-2025), Το δέντρο / Joyce Kilmer, Δέντρα

Poems are made by fools like me
but only God can make a tree

(Joyce Kilmer, 1886-1918)

Αυτό το δέντρο δεν έχει τίποτα να κρύψει πια
Γυμνά κλωνιά νεκρά άκαμπτα μέλη απομεινάρια
Από αετοφωλιές κούφιο κορμί παλιό ενδιαίτημα
Αγριμιών ρίζες κυρτές ξασπρισμένες από ενέδρες
Ερπετών και το ανήλεο σφυροκόπημα της μπόρας
Αυτό το δέντρο στην ανάσα του γκρεμού απο-
γειώνεται μπαίνει στην τροχιά των ονείρων
Εξουσιάζοντας την περιοχή όπου φέγγουν τα δάχτυλα
Σου στο σκοτάδι καθώς χτυπάνε τα πλήκτρα της
Νύχτας κι είναι τρελλό πέταγμα πουλιών αυτή η
Λαχτάρα – καθώς κυματίζει μέσα μου ξυπνώντας
Ξεχασμένους παιάνες ανακαλώντας μνήμες από
Χαμένες μάχες – να μη σε χάσω.

*Από τη συλλογή «Τα λαβωμένα», 1996, (ενότητα «Τα λαβωμένα 2»), Εκδόσεις Έρασμος, Απρίλιος 1996.

Το ποίημα αυτό συνομιλεί με αυτό που ακολουθεί η μετάφραση του οποίου ανήκει στον Τάσο Πορφύρη:

Joyce Kilmer, Δέντρα

Νομίζω δεν θα νιώσω ποτέ
Ένα ποίημα όπως ένα δέντρο.

Ένα δέντρο που το πεινασμένο στόμα του
Βυζαίνει τον ανθισμένο κόρφο της γης
Ένα δέντρο που ατενίζει τον Θεό όλη μέρα
Κι υψώνει τα φυλλωμένα χέρια του σε προσευχή.
Ένα δέντρο που το θέρος φορά στραβά
Μια φωλιά τσιχλογέρακα στα μαλλιά του.

Με ξαπλωμένο το στήθος στο χιόνι
Και τη βροχή τη σιγανή αργά να το λιώνει.

Ο Θεός μονάχα μπορεί να φτιάξει δέντρα
Ποιήματα φτιάχνουν οι τρελοί σαν εμένα.

*Από το βιβλίο «Τάσος Πορφύρης – Στέφανος Ροζάνης Μεταφράζοντας», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτιος 2022.