Μαρία Σερβάκη, Θυμάσαι;

Θυμάσαι; θυμάσαι;
Το φως είπε το νερό
Και σταμάτησε
Ξανά
Μικρό γυαλιστερό μαύρο βότσαλο, είπε μικρό βότσαλο
σ’ αγαπώ

Το φως ακολουθώντας ο λαβύρινθος ψήγματα νερού

Είπε δεν κλαίω πια… Το κλάμα βυθίζεται μέσα μου, τσακίζει
τις φλέβες μου, γίνεται
Χορός

Υπάρχει τόση δυστυχία κάτω απ’ την πέτρα
Υπάρχει τόση δυστυχία πάνω απ’ την πέτρα
Έχω αρρωστήσει απ’ ανάγκη να κλάψω

Το λαχάνιασμα πλησιάζει το λαχάνιασμα πλησιάζει γρήγορα
γρήγορα δε μας μένει καιρός

Όταν ξύπνησα είπε ο Οδοιπόρος
Το αγαπημένο πρόσωπο ξεθώριαζε… άνθηση… κι αμέσως από
πουθενά φύσαγαν στάχτες κι ακούμπησα το θάνατο στο χέρι του θεού

*Από τη συλλογή “Ο οδοιπόρος”, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Ο μάγος

Στον Κώστα Σφήκα

Ο άνθρωπος με τη βελάδα
και το ημίψηλο
και μια βαλίτζα ανά χείρας
(κάτι σα βαλιτσάκι πλανόδιου γιατρού
ή οδοντογιατρού)
(ήη μάλλον, θήκη βιολιού)

Ο άνθρωπος λοιπόν αυτός μας ήρθε
έρχεται στη ζοφερή πολιτεία
από μακριά
απ’ άλληνε πες εποχή
σοβαρός σοβαρός
υποκλίνεται
ακουμπά τη βαλίτζα του χάμω
(θήκη βιολιού δίχως άλλο)
την ανοίγει και βγάζει
άλλη μικρότερη κι απ’ αυτή
άλλη ακόμα μικρότερη κ’ έπειτα
μιά ακόμα μικρότερη
κι απ’ αυτή
ένα βιολί
τοσοδά κι αρχινάει
το βιολί του
να παίζει μια γλυκερή μια ρομάντζα
παλιομοδίτικη κι αρχινάει
το βιολί το βιολί του
να χιονίζει
το χιόνι σκεπάζει τη ζοφερή πολιτεία
χιόνι! παντού τριγύρω
χιόνι! άσπρο σα το χιόνι οπού ’πεφτε παλιά
στηή Μολδαβία
ή
στην αυλή του θείου Νιόνιου
χιόνι! να δεις
τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα
η μικρούλα Ιννές στ’ αυτοσχέδιο έλκηθρό της
ένας χιονάνθρωπος ποιητής μεθυσμένος με κονιάκ
ο καταυλισμός των Τσιγγάνων του Πούσκιν
κι ακόμα
το πόδι μιας άσπρης αλεπούς στα δόντια μιας παγίδας
κ’ αίμα στο χιόνι απάνω
κ’ ίχνη στο χιόνι
ίχνη κ’ αίμα άσπρης αλεπούς
που φεύγει στα τρία της πόδια
καθώς βασιλεύει ο ήλιος
μ’ ένα λαγό στα δόντια της
ακόμα δα ζωντανό

«τα θαύματα της ελευθερίας»
του Ζακ Πρεβέρ

έτσι απλά

(τόσο απλά)
κι ας μη πιστεύει κανείς πια στα θαύματα
κανείς στη ζωή
— τόσο το χειρότερο! —

*Από τη συλλογή “μαύρα μάτια – τραγούδια για γραφομηχανή και τσιγγάνικη ορχήστρα”, Εκδόσεις Πλανόδιον, 2006.

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Δύο ποιήματα

Στοές

Κάποτε τα μικρά, τα τόσο ασήμαντα
όπως μια τοσοδά λεπτή κλωστή μπορεί να είναι
ο μίτος που σε φέρνει στη ζωή μες απ ́την άβυσσο
βήμα το βήμα προς το φως, έξω στον κόσμο.
Μα αν σου δοθεί η χάρη ξαφνικά και τόσο ανέλπιστα
βιάση δε θέλει στη χαρά σου τη μεγάλη.
Εύκολα μπλέκει το κουβάρι με μια κίνηση
εύκολα σπάει η κλωστή και τότε μόνος
κι ανήμπορος θα τριγυρνάς δίχως ελπίδα πια
χρόνια και χρόνια στις στοές που σε γνωρίζουν.\
Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος

***

Επιστροφή

Σπατάλησα το έχει μου μακριά στην ξενιτιά
είκοσι χρόνους δούλεψα σ`άλλα χωράφια.
Τα πατρικά τα πήραν αξιότεροι κι εγώ
χοίρους βοσκούσα για το ξεροκόμματο.
Ίσως γιατί το ήξερα πως στην επιστροφή,
στους πρώτους λόφους πλησιάζοντας στο σπίτι,
θα`βλεπα τη γνωστή φιγούρα του πατέρα μου
να καρτερά ακουμπώντας στο ραβδί του
να ξεφωνίζει, να χοροπηδά,
τους υπηρέτες του να κράζει να προφτάσουν
αρχοντικό να στρώσουνε το δείπνο μου
και πως μονάχος του θα έπεφτε μπροστά μου
για να μου πλύνει με τα δάκρυα τα πόδια μου
λες κι ήταν απ`τους δυο, αυτός ο φταίχτης.
Είκοσι χρόνους δούλεψα μακριά.
Τώρα το βλέπω που τα νιάτα μου σπατάλησα.
Κυλήσανε νερό στις χούφτες μου και τα`χασα
και πιο φτωχός κι απ`τους φτωχούς γυρίζω πίσω.
Αν ήμουν Οδυσσέας, θα`λεγα χαλάλι τους
είχα πολλά να δω, πολλά να μάθω
σε τόσες θάλασσες παλεύοντας με τον Θεό
με τόσα τέρατα φρικτά που με στοιχειώναν.
Όμως δεν ήμουν και το ήξερα καλά
πως στη δική μου Τροία, δίχως σκέψη,
ρίχνουνε πάντα στη φωτιά τα ξύλινα άλογα
και ασφαλείς χασκογελούν από τα τείχη.

*Από τη συλλογή “Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος” (2016).

εντός παρενθέσεως

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Μέρες πέρασαν με στερεή ανάφλεξη,
δίχως καθόλου φλόγα.
Κρίμα και σε εκείνα τα γκαστρωμένα όνειρα
που γύμναζαν τη μέρα στο μεϊντάνι της, 
με χασεδένια σορτσάκια
χρώματος βαθύ μπλε της σημαίας/
κρίμα και σε όσα μάτια άστραψαν
κι έπρεπε να σφαλιστούν
για να μην κλάψουν,
όπως σουρούπωνε κι έφευγε το S8 για Ottignies/
Να τώρα εδώ ξαναβλέπω
πώς τα τοπία αλλάζουνε μανίκι,
κι η Κούλουρη
στρογγυλεύει – λες – κι άλλο
ενώ μια τρυφηλή εσοχή της
νύχτας,
αποτελειώνεται/
Μια παρένθεση είναι η ζωή,
που χειμάζεται συστηματικά απ’ τον χρόνο
-συστηματικά και εκ προοίμιου-
Η φλυαρία κι η αυθάδεια
των νειάτων μας
αναπτύσσονται βεβαίως,
εντός παρενθέσεως/
ΚΛ – 22/09/2017

photo: Nils Strindberg
Camp on White Island
From the series The Flight of the Eagle
1897/1930
Gelatin silver print

View original post

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Μετά τα μεσάνυχτα

Έχω για φίλο ένα λύκο,
όταν δεν ουρλιάζει στο φεγγάρι
μυστικά με οσφραίνεται

τον τελευταίο καιρό
έχουν αρθεί οι επιφυλάξεις,
πονηρά κλείνει το μάτι
καθώς πάνω μου τρίβεται

δεν έχει πια αυταπάτες
το νερό το σιχαίνεται

μου ζητάει ουίσκι με αγάπη
Harold Pinter
Samuel Beckett
και George Lucas

Το βράδυ που μου είπε
ειρήνη υμίν αδελφέ μου,

τον κατασπάραξα.

*Από τη συλλογή “Η πλατεία των Ταύρων”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Επίκαιρες προσευχές

Ούτε για ευτυχία πια
ούτε για δύναμη
ούτε καν γι’ αγάπη.

Απλά για τα βράδια·
απλά να μην είμαι τόσο θυμωμένος τα βράδια.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Αναπλήρωση

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Δεν γνωρίζω άλφα μήτε βήτα.
Ένα παιδί παρατηρώ να έρχεται και να φεύγει.
Μαζί του έχω την εντύπωση πως και γω κινούμαι.
Αυτό κάποιες φορές με κάνει χαρούμενο.

Δεν γνωρίζω τον ακριβή αριθμό της δικαιοσύνης.
Ξέρω πως κάποιοι δεν θα χωρέσουν ποτέ.
Μαζί τους έχω την εντύπωση πως και γω διαλύομαι.
Αυτό πάντα με κάνει να λυπάμαι.

Δεν γνωρίζω τον τρόπο για να διαρκέσει η μέρα.
Ή η νύχτα.
Αυτό είναι η μόνη μου ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Δεν γνωρίζω ούτε αυτό το ποίημα τι σημασία έχει,
σε ένα κόσμο που ψάχνει συνεχώς τη σημασία του.


View original post

Βαγγέλης Ρουσσάκης, Insourmountable



Είχα ένα όνειρο

Πιθανολογικά απέθαντο

Ανυπέρβλητο εντός των

Ορίων των δικών σου ματιών

Αστείο για κάποιον παλιό μου

Εαυτό- ορθολογιστή

Άλλωστε η λογική χάνεται πάντα

Τα δευτερόλεπτα πριν πληγωθείς

Ανυπεράσπιστος πλην μόνος

Ποιο περισσότερο ή εξίσου

Το θέμα τελικά δεν είναι η υπέρβαση

Αλλά πόσο μπορεί κανείς να χωνέψει

Το αναπόφευκτο γκρέμισμα

Στο τελευταίο σκαλί

Στην τελευταία σελίδα της φυλακής

Πριν αλλάξεις…

Ένα ακόμα δωμάτιο

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, Δύο ποιήματα

ΦΥΛΛΑ ΧΑΛΚΟΥ

Πλέουμε σε καθαρό νερό,
γύρω μας φύλλα χαλκού απειλούν με πτώση,
φύλλα φθινοπώρου που αιμορραγούν
και θέλουν να καρπίσουν.
Ρυτίδες στο νερό το πέρασμά μας·
πού θα μας πάει η ροή,
σε ποια θάλασσα θα καταλήξει το ποτάμι;
Ο άνεμος σηκώνει τα φύλλα, τα στροβιλίζει,
καταστρέφει την ομορφιά του τυχαίου.
Η νύχτα θα φέρει άλλες εκδοχές
να ψιθυρίσουν τα μυστικά του επερχόμενου χειμώνα.
Ίχνη στο χιόνι βαθιά, αποτυπώματα,
στοιχεία και τεκμήρια μιας παγωμένης ιστορίας
δεν αρκούν για την απόδειξη του τετελεσμένου.

***

ΜΝΗΜΗ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ

Να με θυμάσαι όπως με άφησες,
με τα μαλλιά μου να χορεύουν στον αέρα
τα μάτια μου υγρά και σκοτεινά
στο ρίγος της θάλασσας χαμένα.
Να μη λησμονήσεις τον κοινό μας τόπο,
τις πηγές που μας ξεδιψούσαν
και πότιζαν τις ρίζες του χρόνου.
Ήταν κρύο το πρωί της αναχώρησης,
τα τζάμια χνοτισμένα, το πλοίο ανυπόμονο,
στο φουλ οι μηχανές.
Στήλη άλατος εσύ να ξεπαγιάζεις
σαν τη μνήμη που γυμνώθηκε.

Μιχαήλ Μήτρας, Ετερώνυμη έλξη

Laurie Maitland, Symphony in red and khaki

απάθεια                                       ΒΙΑ

αδιαφορία

απάθεια

αδιαφορία

απάθεια

αδιαφορία

απάθεια

αδιαφορία

απάθεια

αδιαφορία

απάθεια

αδιαφορία

απάθεια

αδιαφορία