Γιώργος Κορδομενίδης, Η υποψιασμένη απελπισία της Κατερίνας Γώγου

H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή ―αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη―, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια.

Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.

Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει ―στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου― σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας γιούπι!

Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου.

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιή ματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσό τερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση ―όχι την προσ ωπική, αλλά όλων σαν εμένα―, χωρίς όμως μ’ αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοι πόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει ― και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τα ‘βγαλα.

Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία 15 χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982) έχει κάνει κι αυτό πάνω από 15 εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Oλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, το έβγαλε το 1990 από τα Nέα Σύνορα.

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς σημερινούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μια σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.

Σ’ αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ’ αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:

[…]
Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ’ άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;

Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Mε λένε Oδύσσεια.
Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει
[…]

Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (όπως στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων.

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» ― «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ’ έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου ‘λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ’ αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια […]

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.

*Δημοσιεύτηκε στον “Αγγελιοφόρο της Κυριακής”, στις 21.4.2002. Εμείς το πήραμε από το Εντευκτήριο εδώ: http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/10/blog-post.html

άπελπις ονειροπομπός

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Γράμματα που κρύβονται μέσα στη λέξη
ως και λέξεις ολάκερες
μα πάντοτε το όνομα σου,
μια απειλή που άργησε πολύ
να αγαπηθεί και να ριζώσει,
απανωτές έξοδοι
στην ίδια ξανά ιστορία,

ενός άλλου                 .

View original post

Λουκάς Λιάκος, Από τη “Στροφορμή”

Έργο του Jörg Heidenberger

Γεωγραφία απλών ονομάτων

Κάποτε ο τρόμος προκαλεί να ‘σαι σαράντα χρονών κι ο ήλιος να είναι πίσω σου και να περνάει χωρίς ενθουσιασμό από τις κούφιες γειτονιές στο Παρίσι στο Μοντεβιδέο στην Κουάλα Λουμπούρ να σε έχει συνεπάρει ο ρόλος του το να μην έχει προορισμό όπως εσύ γεμάτες σελίδες πτώματα παντογνώστες εσύ έψαξες για τα πρόσωπά τους εσύ ως συγγραφέας για να τους πετάξεις στο λάκκο σ’ αυτό το ευτύχημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στην καρδιά του φαραγγιού επτά χρόνια μετά την καταστροφική πυρκαγιά του Ξ από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ εσύ πια το αγκάθι κι αυτό δεν είναι προσποιητό να διαλέγουν την αγωνία και τη γιατρειά ένα βήμα από το Ξ να μην παραμένουν στη θέση τους εσύ να τους λες θέλω να φτάσω ψάχνοντας για τη σκέψη πως δεν έχω τίποτα να κάνω να τους λες δεν μ’ αρέσει αυτή η ώρα αυτή η στιγμή εσείς δεν μ’ αρέσετε εσείς κι η πόλη όπως έχει χτιστεί δεν μ’ αρέσει και ξέρεις πως θα προσβληθούν γιατί αυτή είναι η ντροπή που μάχονται έντονα όταν λένε να ο αιώνιος φίλος μας είναι σπουδαίο να μας περιγράφει σαν τα λεμόνια μες στη ζέστη και εσύ να κλαις κλαίω-κλαίω μπρος στα ανοιχτά σας στόματα και τους χρειάζεται να νιώσουν τους χρειάζεται να σωθούν μα χαμήλωσαν τα μάτια, χαμήλωσαν το κεφάλι και έραψαν φύλλα συκής και εκρύβην.

***

Στο βρώμικο πάτωμα

Τελειώνουμε με μικρούς πόνους, ώστε η ανταλλαγή τους να μας γίνει συνήθεια. Όμως απόψε δεν έρχομαι να δώσω μα να πάρω τα πάντα. Άνοιξε το στόμα των νοικοκυριών. Τα θέλω θα στα πω με την ευκρίνεια πίνακα που βγάζει σ’ αδιέξοδο. Να με ακούς για την αυταπάρνηση και το δηλητήριο να είναι ταυτόχρονο.
Στα ξεκάθαρα θέλω, μου συμβαίνουν σιχαμένα κάποιοι στις ρουφηξιές, να έχουν το χείλος του γκρεμού, το τέρμα του διαδρόμου. Η δική σου περίπτωση είναι ζωντανή, μα εγώ σφυρίζω απ’ έξω. Ας μιλήσουμε σκούρα και πράσινα, με τον εξοπλισμό ενός δαίμονα. Θέλω να ‘χω καταβληθεί. Ξαπλώνοντας σ’ αυτό το δωμάτιο που έχει τόσο ήλιο, που έχει μια φούστα και μια κυψέλη να με μαραίνει. Που έχει κουμπιά στα οποία βουτά αποκλειστικά η αφεντιά μου. Κι ακόμα, ένα κομμάτι σου για όργωμα, ένα τσιγάρο. Αφήνοντάς με έτσι να με αφήσεις, μια μέρα, δυο μέρες, να ασελγήσω πάνω στην αγία σου τράπεζα. Θα γονατίσουν τότε πλάι μας δυο κτήνη. Στη θρησκεία μιας συναλλαγής θα γονατίσουν. Στα κλινοσκεπάσματα. Το πρωί, το άλλο πρωί, δεν θα ζητήσω τίποτε άλλο, παρά τη φιλία σας.

μα η γυμνότητα σου μεταμορφώνεται
αλλάζει σε ένα κενό που μου είναι οικείο
αιώνια κι αιώνια
εκεί που δεν συμβαίνεις

*“Στροφορμή”, Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία 2016.

Αγγίζοντας αυτή τη νεότητα – Νίκος Καρούζος, Ποιήματα (1961)

F.'s avatarΜονοπάτια

Despair

Περίμενα όλο το βράδυ με τα μύρα
είχε πεθάνει μια γυναίκα
τα χαράματα
οι άνεργοι με τα φτυάρια περίμεναν
στην πρωινή πλατεία του ταχυδρομείου
λίγο σκοτάδι έμενε ακόμη
και βασίλευεν η θαλπωρή που δίνει
η μια καρδιά δυστυχισμένη με την άλλη—
της χαραυγής μικρά εστιατόρια
φως αχνισμένο πάνω στους υαλοπίνακες.
Η Αττική τη νέαν ημέρα υφαίνε στα μάτια
πονούσαν μέσ’ στους άδειους δρόμους τα βήματα
ο βαθύς αυτός όρθρος.
Άλλοτε η χαρά ήτανε πιο βαθύ ποτάμι
με κρύσταλλα μοναχικά στην επιφάνεια
μ’ ένα θεό κρυμμένο καθαρά
και δέντρα μόλις
καθρεφτισμένα.
Βαθύ ποτάμι της ιαχής τώρα βαδίζω
στην οδό κι οι άνθρωποι δεν έχουν λόγια
να μιλήσουν τι να πουν…
Κοντές ελληνίδες άτονες μητέρες καθαρίστριες
πηγαίνουν στα σιωπηλά οικήματα
με λίγη άμυνα ρουχισμού στο κρύο τόσο λίγη
δεν έχουν στα φτηνά φουστάνια τους άνθη.
Κι άλλες γυναίκες μάταια προσμένουν
έρωτα θάνατο χαρτονόμισμα
είναι αργά η νύχτα στάθηκε σκληρή…
Δίνω το χαρτονόμισμα…

View original post 69 more words

Άτιτλο, Σωτήρης Παστάκας | μτφρ. από αγγλική Mitko Gogov

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis (3)

Сотириус Пастакас
(Грција)

Редица за храна
Ја поставив масата за еден.
За мене. Го вклучив тевето.
Седнав. За да се спаси капитализмот
потребно е да се жртвува секој од нас.
Телефонот заѕвони. Ти праша
дали може да дојдеш.
Можеш. Го исклучив тевето.
Станав. Капитализмот
крвари и умира. Реков.
Го сменив чаршавот.
Ја поставив масата за двајца.

***

Έστρωσα το τραπέζι για έναν.
Για μένα. Άναψα την τιβί.
Κάθισα. Για να σωθεί ο καπιταλισμός
απαιτούνται θυσίες απ’ όλους μας.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Ρωτούσες
αν μπορούσες να περάσεις.
Μπορούσες. Έσβησα την τιβί.
Σηκώθηκα. Ο καπιταλισμός
αιμορραγεί και πεθαίνει. Είπα.
Άλλαξα τραπεζομάντιλο.
Έστρωσα το τραπέζι για δύο.

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Για κάθε ποίημα που γράφεται
ένα άλλο ποίημα παραμένει άγραφο.
Με λίγη προσπάθεια
αυτό θεωρείται ποίημα.
Είναι, καλώς η κακώς, ένα ποίημα
που αποτρέπει την σύλληψη
ενός άλλου ποιήματος.

View original post

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πρόσφυγες στην άμμο

Νύχτωσε στην Ελ Μίνα και πυκνή
σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο∙ ολημερίς
ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
σα μουδιασμένο ζώο

Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο

Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος
χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή και όλο ικέτευε
για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε

Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει

*Από τη συλλογή ‘Ο θάνατος του Μύρωνα’, 1960.

Ντίνος Σιώτης, 
Εφεύρεση

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε

λέξεις μολότωφ που ν’ αντιστέκονται στα

δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη

γλώσσα των καταφρονεμένων που να

μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για τη

χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια

άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν

άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς

ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες

να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού

που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω

στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο

κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να

μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλα ένα

λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ’ την ποίηση

*Από εδώ: http://athinakisdimitris.wordpress.com/

Αντονέν Αρτώ (Tρεις επιστολές και άλλα τραγικά) | Νίκος Λέκκας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

nlek

Στην κ. Λία
Αγάπη αγνή

Αφορμή του κειμένου στάθηκε το βιβλίο του Αντωνέν Αρτώ, Η χώρα των Μάγων από τις εκδόσεις «Αιγόκερως».

«Όποιος τολμά να μιλά για τον Αρτώ χωρίς να παίρνει τα όπλα ενάντια στην γαμημένη φάρα των σταυρωτών του, είναι ή μπάτσος ή παππάς». Από αδέσποτη λεζάντα φωτογραφίας.

Αυτό το κομμάτι του φθαρτού ήταν κάποτε ο Αντωνέν Αρτώ. Ένας άνθρωπος που είχε σκοπό ζωής την αποκαθήλωση κάθε (γαμημένου) ιδανικού. Ερωτεύτηκε σαν άντρας και υπήρξε πότης, σαν άντρας. Κομπάρσα ηθοποιό ελληνικής καταγωγής για έρωτα μοιραίο, έγραψε μοιραία, τόσο όσο να αλλάξει την ρώτα του ευρωπαϊκού (και όχι μόνο) θεάτρου, μαστουρώθηκε μονήρης και με μάγους, άκουσε «το γιατί της δόνησής του». Έκανε ακριβώς αυτό: έγραψε και έσκισε γραπτά, είπε «στ’ αρχίδια μου» όταν του είπαν ότι έπασχε από καρκινικό όγκο και πέθανε στην σημαδιακή ηλικία των 53 ετών στα πόδια ενός κρεβατιού κάποιου ψυχικού σανατορίου της Γαλλίας. Όσο ακριβώς και…

View original post 688 more words

Νίκος Βουτυρόπουλος, Από την “Ίδια όψη των πραγμάτων”

Έργο: Jörg Heidenberger

Όταν στις φυλακές των λέξεων βρούμε το ξοδεμένο
μας πρόσωπο. Όταν μουσκέψουν οι μουσικές
κι απλώσουμε τα χέρια στην προοπτική του ήλιου.
Όταν όλα τα μονοπάτια μας οδηγήσουν
εκεί που θα ’ναι άχρηστες οι εξηγήσεις.
Τότε θα συμβεί το άπαν και μεμιάς θα σβήσει.
Με την ανάσα δίφθογγη θα χαϊδέψουμε
το παρόν της θάλασσας και μοίρα θα γίνει η ύλη μας
χωρίς προσχήματα δικαιολογίες
μορφασμούς και ημίφωτα δάκρυα.

Μια περιπέτεια ξεκινά τώρα που τελειώνουν
οι χθεσινές μυρωδιές και τ’ αποδημητικά μας χέρια
ανακατέψουνε μνήμες. Στο νέο φτάνουμε σενάριο
της μέρας βουβοί μέχρι τα ψιλιά μας νηστικοί
ως τα σύννεφα. Σ’ αρχαία ψάχνουμε αμπέλια
σε κείνα τα κοχΰλια των παιδιών
σχήματα και συνθήματα.
Όσο ένα χαμόγελο διαρκεί η άνοιξη που χάνεται
στην ερημιά του κόσμου και τ’ αστέρια θαμμένα
στης αγωνίας την κάθοδο.
Μαγεμένοι λες από χάδια νεκρών τριγυρνάμε
στη βροχή που μας είναι αδιάφορη.
Γοητευτήκαμε φόβους. Μηρυκάζει η γλώσσα μας.
Καλοκαιριάσαμε πάλι μιλώντας
για τα ένδοξα άλφα όλα κείνα της απουσίας.
Κοιμόμαστε δίπλα στα σπλάχνα μας
προφέροντας λέξεις πελασγικές.

Παράλογες που ‘ναι αυτό το σκοτάδι
και τα μάτια αινίγματα στην απέραντη
καμπύλη του χρόνου. Μια μικρή Αμφιτρίτη
ζαλισμένη απ’ του φεγγαριού την απόστροφο
σε ποσειδώνιο βράδυ ετοιμάζει τον έξοδο ύπνο.
Η αυγή θανατώνεται στης διάρκειας το πάθος
και να ’μαι τώρα δω της μνήμης διώκτης καταστρώνω
αλχημείες για τους πόνους του μέλλοντος.

Τα μεσημέρια ο ήλιος τσιμπά σαν τη μέλισσα
και περιστέρια οργώνουν πεζόδρομους.
Γλυκά αινίγματα που ’ναι τα μάτια.
Ανέξοδα που ’ναι τα λόγια.

Προικισμένοι με της συνείδησης τις μάσκες
και φώτα πυκνά παραμένουν τα πράγματα ίδια
στου πεπρωμένου τη στάχτη.
Τδια παραμένει η όψη των πραγμάτων.
Ας αγαπήσουμε αυτή την περιπλάνηση.

*“Η ίδια όψη των πραγμάτων”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.