Αντώνης Γιανακός, Δύο ποιήματα

Οκτώβρης

Ψύχρα το βράδυ
Έκλεισαν πια τα μαγαζιά
Μόνο ο Πολωνός στη γωνία παίζει σαξόφωνο
Μπροστά σε μια φωτισμένη βιτρίνα
Οι μαθήτριες σχολάνε από το φροντιστήριο
Χαρούμενοι πρωτοετείς κινούν ν’ ανακαλύψουνε την πόλ”
Μόλις το περασμένο καλοκαίρι έχασαν την παρθενιά του<
Βροχή αρχίζει σιγά και μουσκεύει τ’ άπλυτα πεζοδρόμια
Το σκουπιδιάρικο μαζεύει τις μικρές μας αμαρτίες.

Οκτώβρης, ώρα για συμμάζεμα,
Ονείρων, προσδοκιών, επιθυμιών
Δεν έχεις πια την αντοχή να ελπίζεις
Οι έρωτες του καλοκαιριού τελείωσαν
Οι τίτλοι πέφτουν
Αυλαία στα όνειρα
Χειμέρια νάρκη στις επιθυμίες
Ομίχλη στις πτήσεις για το μέλλον.

Άναψαν τα καλοριφέρ
Οι μυστικοί μας έρωτες κρύβονται κάτω από τα σκεπάσματα
Αποφεύγουν τους φωτισμούς του νέου δημαρχείου
Τις δηλώσεις τιυν υποψηφίων αρχηγών
Των νέων κυβερνήσεων και των παλιών αρχόντων
Των υπουργών των νέων τεχνολογιών και των παλιών υποθέσεων.

Δεν θέλαμε αυτή την κατάληξη
Όμως, η πόλη αυτή αλλιώς ξεκίνησε,
Αλλού τη θέλαμε, εκείνη στάθηκε στον Οκτώβρη
Στο τέλος θα μείνουμε κρυμμένοι στα ερείπιά της
Να συλλογιόμαστε πού χάσαμε το δρόμο.

Η πόλη βυθίζεται αργά μα σταθερά
Κάθε Οκτώβρη η ίδια παράσταση για τα Δημήτρια
Ίδιες βιτρίνες, ίδια μαγαζιά,
Ενα ακόμη Zara άνοιξε στην Τσιμισκή
Ίδιοι άνθρωποι στην εξέδρα της παρέλασης
Η πόλη αλέθει πια τα όνειρά μας
Τα κάνει κιμά και τα φτύνει στις γωνίες
Φωνάζοντας συνθήματα για ονόματα κενά
H κατάρα της shoah στοιχειώνει τους δρόμους της
Οκτώβρη μήνα έχει η πόλη εδώ και χρόνια.

***

Καταραμένοι

Μα τα παιδιά μας δεν ξέρουν να γελούν
Και τα κορμάκια τους χοντρά
Δεν ξέρουν πια να τρέχουν
Και οι φωνές τους
—μα δεν υπάρχουνε φωνές-
Μόνο ένα κλάμα, βουβό, γεμάτο πίκρα.

Κι εμείς που δε μάθαμε το γέλιο
Και μεγαλώσαμε στην αφθονία
Δεν ξέρουμε τι ’ναι καλό και τι κακό
Μα οι φωνές μας, άφθογγες κραυγές,
Περνάνε μέσα απ’ τους τοίχους
Και σπάν τις τζαμαρίες.
Κι όλα αυτά που έχουμε
Δεν μας χρειάζονται, τ’ ακούτε,
Δεν θέλουμε τίποτε άλλο
Από το να μάθουμε ξανά το γέλιο.

*Από τη συλλογή “Η μνήμη του σώματος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φλεβάρης 2010.

Λεωνίδας Πανόπουλος/ Σωτήρης Λυκουργιώτης, Από τα “Αστικά Λήμματα”

άχνιζε το τραπέζι αλκοόλ
στα μάτια σου καπνοτόπια,
και τις βαθυστόχαστες ερμηνείες
και τα λόγια
το γέλιο σου
θρύψαλα τα σκορπούσε

σκόνη ύστερα η θεωρία
πασπάλιζε ό,τι ανθρώπινο είχε μείνει:
“χαρούμενη επιστήμη” του Νίτσε
και Μάλλερ και το σπίτι του Χέγκελ.

μα σα χαζός κι ηλίθιος εγώ
πήγα κι έπεσα
μέσα
σε μία μικρή, αόρατη τρύπα
που τα δάχτυλά μου βρήκαν
στο καλσόν σου

*Λεωνίδας Πανόπουλος – Σωτήρης Λυκουργιώτης, Αστικά Λήμματα, εκδ. Anima Libri, Πάτρα 2017. (Από ανάρτηση φίλου).

Γεωργία Τρούλη, Σου εξήγησα

Έργο Γεωργίας Τρούλη

Σου εξήγησα, ήθελα την επιστροφή
Αλλά
Είμαι βαθιά εμποτισμένη σάρκα
Βαθουλωμένη ουλή
Ροκανίζομαι από στόμα- Χρόνια τώρα
Ίσως και δέκα
Το κύτταρο το δημιουργώ ξανά
Μια επούλωση που δεν με προφταίνει
Τραυματίζω την μεμβράνη
Το ευφυές σύνορο
Και το αίμα βγαίνει ζεστό διαρκές ανυπόφορο
Κανονίζει το τελείωμα
Από κάτι τόσο ελάχιστο εξαρτάται ο κόσμος;
με ρώτησες κάποτε
Κι όμως!
Μυρίζει υγρασία-κυκλοφορεί ελεύθερη στα κορμιά
Κι έπειτα ένας ήλιος αναπαύεται πάνω στην ράχη μου
Μου καταπίνει κάθε υπόλοιπη δύναμη
Δεν θα σε αγγίξω το απόβραδο
Ένα μπλε νύχτας σε καλύπτει
Τοποθετώ τα κύτταρα σε άλλη διάταξη
Έτσι όπως οι σπόνδυλοι όταν από δεινόσαυρος
Γίνεσαι αρθρόποδο κι έπειτα άνθρωπος

Ενώ εσύ είσαι ένα πλάσμα πτυχώσεων
Μια ροή από ατελείωτες βλαστήσεις
Ένας αιώνιος κόσμος
Αλλά στην Ιθάκη δεν επιστρέφω
Είναι μια έρημος. Μια διάρκεια
Μεταφρασμένη σε συνύπαρξη

Σε ρυθμούς τάγκο | Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsisphoto

Δύο άντρες
-που προσωπικά δεν γνωρίζω-
είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μου.
Ο ένας έρπει επάνω σε μιαν ασημένια
αχτίδα φεγγαριού ιχνηλατώντας τα νωπά
σεντόνια – ενώ ο άλλος σε στάση ερημίτη
σε προσευχή με το ελεύθερό του χέρι προσκαλεί
τον ταξιδιώτη.

Κανείς από τους δύο δεν φαίνεται να προσέχει
την παρουσία μου. Η οξύτητα της ατμόσφαιρας
είναι άκρως προκλητική. Δεν ξέρω αν φταίει
ο ηλεκτρισμός των σωμάτων ή η υποδόρια
δίψα μου. Πάντως όλα έλκονται προς εκείνους.
Μια νότα μυστηριακή με τραβάει στο
κρεβάτι να συμμετάσχω. Να αντισταθώ
ή να αφεθώ;

View original post 196 more words

Χρήστος Μαρτίνης, Από το “ξένο φως”

1.

τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα
τρίζω τα δόντια μου φτύνω σκουριά
έχω δυο χέρια στο στρώμα ριγμένα
δυο τσακισμένα κομμένα σκοινιά
σώπασε κι έτσι κοιμήσου

τώρα τις σκέψεις η άμμος σκεπάζει
μέσα στα μάτια εισβάλλει βυθός
σώπασε’ ησύχασε κι έτσι κοιμήσου
καλό μου ναυάγιο
πάλι βαπτίσου στο χάλκινο φως

2.

τα σκαλιά κατεβαίνω με τον ήλιο στην πλάτη μου
μία άκρη του σέρνεται σαν κουβέρτα στο χώμα

το αλάτι στα χείλη μου η αδίστακτη θάλασσα
και το φως που ξοδεύεται στο λευκό αλουμίνιο

κατεβαίνω τυφλά τα σκαλιά με έναν ήλιο παράλυτο
οι στραβές του ακτίνες σκαλώνουν στα σύρματα

ένα βράχο —τον ήλιο— κουβαλάω στις πλάτες μου
κι ο καργιόλης γελάει ο ζεστός ουρανός

τον λευκό τον βαρύτατο ήλιο κουβαλάω στην πλάτη μου
να θαφτούμε βαθιά” στο σκοτάδι

*”το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.

Γρηγόρης Σακαλής, Οδός ονείρου

Ο δρόμος που πήρες
είναι μακρύς, δύσκολος
μη κοιτάξεις πίσω να δεις
στο χθες μην κοιτάξεις
δεν θα βρεις τίποτα καλό
που να σου ταιριάζει
αλλιώς δεν θα ΄παιρνες
αυτό το δρόμο
που τον ανοίγεις εσύ
με τα δικά σου χέρια
όσα αγκάθια κι αν έχει
λακκούβες και παγίδες
μπορείς να τον βαδίσεις
φτάνει να μη φοβηθείς
φτάνει να είναι
το φρόνημα σου υψηλό.
Θα σε στοχεύσουν
θα σε πληγώσουν
μη σταματήσεις
συνέχισε αλύγιστος
έως το τέρμα.

Λουκάς Αξελός, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

ΑΚΟΜΑ κι όταν το βάρος
της φθοράς δεν μπορούσε να αποκρυβεί,
αυτή ήξερε να αιφνιδιάζει τον χρόνο
μ’ ένα αδιόρατα λεπτό ειρωνικό χαμόγελο,
που σε τίποτα δεν υπολειπόταν
από το κρυφό εκείνο μειδίαμα
που άνθιζε, πριν δεκαετίες,
στο πλήρες ομορφιάς νεανικό πρόσωπό της.
Ανεξήγητο ερώτημα παραμένει
πώς αποτυπώνεται η ομορφιά
πέρα από την πραγματικότητα και τον χρόνο.
Πώς ο καθρέφτης αυτοδιαψεύδεται
από μιαν όλο χάρη, κίνηση ή ματιά,
τέτοια που,
έστω και για λίγο,
τον αποσπά
από τα απαρέγκλιτα
καθήκοντά του,
κλείνοντας στιγμιαίο ραντεβού
με την αιωνιότητα.

Παρνασσός, Αύγουστος 2010

***

ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ ΣΧΗΜΑ

Στην Δάφνη

ΤΟΣΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ανάμεσά μας
χωρίς ένα όνομα να έχει πλήρως διασωθεί.
Γράμματα φαγωμένα·
κενά αιώνων
που άφησαν ως ίχνη τους
τρύπιες λέξεις
να βυθίζονται
στην σκόνη και τον χρόνο.
Κι όμως εκεί,
μες στα χαλάσματα,
εις πείσμα των επιδρομέων,
πληγωμένο επιζεί
το θραύσμα ενός γυναικείου προσώπου,
με την επιθυμία παρούσα
να διαπερνά
το φλογερό του μάγουλο.

Πώς, άραγε, επιβιώνει η ομορφιά
δίνοντας άλλο περιεχόμενο
στο εύθραυστο σχήμα του μύθου;

Σχοινούσα, Αύγουστος 2005

*Από τη συλλογή “Τελευταία πατρίδα”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα, Χειμώνας 2013-2014.

αλήθεια είναι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Αλήθεια είναι πως δεν ψηλώνουμε με τον καιρό
μα μάλλον μαζεύουμε,
ενώ μαζεύει κι η φύση τα σχοινιά της
προς ένα απαλό φθινόπωρο που μας κυκλώνει διακριτικά,
μα επίμονα. 
Αλήθεια είναι πως δεν περισσεύουν τα λεφτά,
και πως ο χρόνος τα απαιτεί
όλο και περισσότερο,
σημαδεύοντας προς
το αυστηρό
-και αξιοπρεπές- τέλος.
Και πως οι άνθρωποι τελειώνουν αναίτια
προτού να αποσώσουν μια μπουκιά,
άλλος ζωγραφίζοντας έναν πίνακα
που δεν προλαβαίνει να γίνει η Πρωινή Περίπολος,
άλλος τραγουδώντας ένα απτάλικο, όπως το λεγε ο πατέρας του,
χτυπώντας τα μέτρα τέσσερα τέσσερα,
άλλος ζητιανεύοντας στα τέσσερα,
έξω απ’ το σουπερμάρκετ.
Αλήθεια είναι και πώς η ζωή δεν ολοκληρώνεται
δίχως ήλιο,
δίχως την τρεχάλα στη βροχή
και δίχως τα όνειρα/
ακόμη κι αν τα όνειρα,
σκάνε σαν μπαλόνια ένα ένα,
στον ύπνο μας το βράδυ._
ΚΛ – 05/10/2017

photo: Nils Strindberg

Örnen efter landningen. Ur serien Ingenjör Andrées luftfärd, 14/7 1897
14/7 1897…

View original post 17 more words

Jack Kerouac, Χαϊκού

Να πω όχι;
Η μύγα τρίβει
τα πίσω πόδια.

Κόντρα στο λουκέτο
οι γκαραζόπορτες
το μεσημέρι.

Δείλι: το πουλί
στο φράχτη
σύγχρονός μου.

Το φεγγάρι
είχε μουστάκια γάτας
για μια στιγμή.

Οι πάτοι μου
μούσκεμα απ’ τη
βόλτα στη βροχή.

Κανένα σήμα —
ξέρω ακριβώς
πού βρίσκομαι.

Τρίτη — μια σταγόνα
βροχής ακόμα
από τη στέγη.

Τηλεγράφημα
κανένα — μόνο κι άλλα
φύλλα πέφτουν.

Άστοχη η
κλωτσιά μα το
ψυγείο έκλεισε.

Η βροχή σχεδόν
έφτασε να πλυθεί
το πουλί.

Θα τα χάσεις αν
μάθεις πόσα λίγα
γνώριζα μόλις χθες.

Τα πεύκα
προχωρούν
μες στην ομίχλη.

Βραδιάζει —
δεν είναι το κενό
που αλλάζει.

Άλλος ένας μόνος
σαν εμένα στο
κενό σόμπαν.

Δείλι — αγόρι
τσακίζει πικραλίδες
μ’ ένα ραβδί.

Όλη μέρα πάνω
στο κεφάλι μου καπέλο
Που δεν φορούσα.

Το σκηνικό της χώρας
— δειλινός ήλιος
Σ’ εκείνα τα δέντρα.

Το νέο φεγγάρι
είναι του Θεού
Το νύχι.

Ξέρεις γιατί με λένε Τζακ;
Γιατί;
Γι’ αυτό.

Το όνειρο του Θεού
δεν είναι παρά
Ένα όνειρο.

*Από το βιβλίο ‘Τζακ Κέρουακ Ποιήματα”, σε εισαγωγή, επιλογή και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, Εκδόσεις Ηριδανός, Σεπτέμβρης 2007.