Coman Șova, Single ladies / Μοναχικές κυρίες

Single women travel the world
with a toothbrush in their handbag
and with the words of an neverending story
in their translucent handkerchief.
Single women
randomly devoure
uncertain alien footsteps
and chimeras,
one-night stand birds confused by melodies,
their feathers torn in the steep-descent flight,
the gong was played a long time ago,
with makeup in their hands waiting for the snow.
Single women,
tears of the modern world,
behind the wheel of a limousine
of hundreds of horsepower
fleeing from loneliness.
Lonely ladies, hunted down Dianas,
groping a cigarette with their long fingers,
in the density of the city they watch
the dream of the forgotten Child.

Οι μοναχικές κυρίες ταξιδεύουν στον κόσμο
με μια οδοντόβουρτσα στην τσάντα τους
και με τα λόγια μιας ατέλειωτης ιστορίας
στο ημιδιαφανές μαντήλι τους.
Οι μοναχικές κυρίες
καταβροχθίζουν τυχαία
αβέβαια εξωγήινα βήματα
και χίμαιρες, πουλιά της μιας βραδιάς μπερδεμένα από μελωδίες,
τα φτερά τους σκισμένα στην απότομη-κατηφορική πτήση,
το γκονγκ έχει παιχτεί εδώ και πολύ καιρό,
με το μακιγιάζ στα χέρια τους περιμένουν το χιόνι.
Μοναχικές κυρίες,
δάκρυα του σύγχρονου κόσμου,
πίσω από το τιμόνι μιας λιμουζίνας
εκατοντάδων ίππων
που δραπετεύει από τη μοναξιά.
Μοναχικές κυρίες, κυνηγημένες από Νταϊάνες,
ψηλαφώντας ένα τσιγάρο με τα μακριά τους δάχτυλα,
μέσα στην πυκνότητα της πόλης παρακολουθούν
το όνειρο του ξεχασμένου Παιδιού.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Rodica Marian, The poet’s memory / Η μνήμη του ποιητή

Version 1.0.0

About poets only death can talk, wrote Ioan Alexandru*,
Only death knows something about them.
Maybe a burning cross, here it is from the depths of the sky.
I think that the crocuses that welcomed him among them
Knew more about Ioan’s grave,
They were merciful and gentle under the autumnal steps
Of some friends from mother Transylvania.
And they may know even more about what Ioan wanted
The crocuses imagined by Blaga’s Demiurge3,
With his pride exasperated by the sunset.
I can hardly remind my steps of the white carnations’ night,
The light’s secrecy, not incidentally, seen by two eyes,
The noise of his wonders that would disturb the monastery now,
The fever from the inferno of a winter
For ever undecided.

Για τους ποιητές μόνο ο θάνατος μπορεί να μιλήσει, έγραψε ο Ioan Alexandru
Μόνο ο θάνατος ξέρει κάτι γι’ αυτούς.
Ίσως ένας φλεγόμενος σταυρός, εδώ είναι από τα βάθη του ουρανού.
Νομίζω ότι οι κρόκοι που τον υποδέχτηκαν ανάμεσά τους
Ήξεραν περισσότερα για τον τάφο του Ioan,
Ήταν φιλεύσπλαχνοι και ευγενικοί κάτω από τα φθινοπωρινά βήματα
Κάποιων φίλων από τη μητέρα Τρανσυλβανία.
Και μπορεί να ξέρουν ακόμα περισσότερα για το τι ήθελε ο Ioan
Οι κρόκοι που φαντάστηκε ο Blaga’s Demiurge
Με την υπερηφάνεια του εξοργισμένη από το ηλιοβασίλεμα.
Δύσκολα μπορώ να θυμίσω στα βήματά μου τη νύχτα των λευκών γαρίφαλων,
Τη μυστικότητα του φωτός, όχι τυχαία, που βλέπουν δύο μάτια,
Το θόρυβο των θαυμάτων του που θα τάραζε τώρα το μοναστήρι,
Τον πυρετό από την κόλαση ενός χειμώνα
Για πάντα αναποφάσιστου.



*Ioan Alexandru (1941-2000). Ρουμάνος ποιητής.


**Lucian Blaga (1895-1961). Ρουμάνος ποιητής.

***Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Dorothy Parker, Μια αρκετά θλιβερή ιστορία

Ποτέ νομίζω δε θα ξέρω πόσο
Γιατί ’μαι έτσι, κι είμαι τόσο.
Γύρω μου, άλλα κορίτσια στ’ αρσενικά,
Βιασύνη εμπνέουν και βουητό από φωτιά,
Του γυαλιού τη διαφάνεια την καθαρή,
Του χόρτου τ’ απριλιάτικου τη γλυκιά μορφή,
Του γρανίτη το γέμισμα το δυνατό·
Αλλ’ εγώ – δεν ξέρω να το σχεδιάζω αυτό.
Τ’ αγόρια που στου Έρωτα τ’ αδιέξοδο είχαμε βρεθεί
Είχαν -θα λέγαμε- εκτός γάμου στραφεί.
Το τραγούδι μου ’κοψαν, ράγισαν την καρδιά,
Κι είπαν να φύγουν, έπρεπε, μακριά,
Εξηγώντας στα δάκρυά μου έτσι κατευναστικά,
Πρώτα οι καριέρες έρχονται και τα γονικά.
Μα ποτέ δε μ’ αρνήθηκε η εμπειρία
Σοφία, γνώση κι ηρεμία!
Παρότι ανόητη είναι όποια να πιάσει επιθυμεί
Το εικοστό πρώτο σαν ποινή – μια αδιάφορη ηδονή,
Να συνεχίσω πρέπει εγώ, ως το σχοινί μου
τελειωθεί,
Που απ’ τη γέννησή μου να ελπίζω, μ’ είχαν
καταραστεί.
Μια καρδιά μισή παρθενικό είναι κι αρχαϊκό·
Μα η δική μου μοιάζει με ψηφιδωτό-
Το πράγμα κάνει κοροϊδία!
Γιατί είμαι έτσι; έχω απορία.

Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου.

Roberto Juarroz, Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι

Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι
Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά
Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή
Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.
Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία
Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει
Λιγοστεύει κάθε μέρα
Γιατί είν’ αντίστροφη η μέτρηση
Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας
Σκαλί σκαλί
Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι
Και αφού ξέρουμε εξάλλου
Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι
Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία
Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης

Κλείτος Κύρου, Υπό την επήρειαν 

Artwork: Roland Topor

Συμπεριφερόμαστε
Υπό την επήρειαν
Παντός επιστητού

Της μέθης φερ’ ειπείν
Βρασμού ψυχής
Διαττόντων στίχων

Και οπωσδήποτε
Υπό την επήρειαν
Ερώτων γεγονότων
Χρωμάτων και αρωμάτων

Ή όποιων προτροπών

Είναι ο λόγος
Που υπό την επήρειαν του μέλλοντος
Αναπολούμε το παρελθόν


Πηγή: «Κλείτος Κύρου, εν όλω Συγκομιδή [1943-1997], εκδ. Άγρα, 2006.

Τάκης Σινόπουλος, Ο καιόμενος

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Γιώργος Κοζίας, Ο ερημόκαμπος

—Αντίο Φραγκοράφτη μου
—Αντίο Χνούδι μου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΧΑΪΔΗΣ

Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά
Και στο τραπέζι του μαύρου πετεινού το κεφάλι
Κακορίζικε άνθρωπε
Σε εποχή γερασμένη

Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται
και ξημερώνει σκουντουφλώντας
ανίδεος και ακαμάτης
σαν γελωτοποιός στον Άδη
Κακορίζικε άνθρωπε
Σε εποχή γερασμένη

Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία
Σε ποιά πατρίδα, σε ποιό χώμα, σε ποιόν χρόνο
σε ποιά μνήμη, φωνή θα βγάλεις;
Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης
Δούλος στρατώνος
Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά

~Αχ, Φραγκοράφτη, αχ, Χνούδι μου,
μας έφαγε ο ερημόκαμπος!

*Από την υπό έκδοση συλλογή “Τι αιώνα κάνει έξω;”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Νικόλας Κουτσοδόντης, Νύχτα στην Πλατεία Γαρδένιας

Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
πουκάμισα στο Λινκτίν. Τα χαζεύουμε
φυσάει πολύ στο βρομόνερο
σαν να πλατσουρίζουν άπειρα
άκαπνα παιδιά
μείγματα μυρωδάτης ζύμης σε αλουμινένιες φόρμες
κι ίσως φύγεις στο εξωτερικό
Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
συμπλήρωσέ το
ως βιογραφικό, μια πόλη από ρούχα εργασίας
που τρέμει της χώρας το λίμνασμα,
τα χείλη των αφεντικών
σαν γλυσίνες
Φαρδιά κορμιά φιλόδοξα
κι ο εμετός μου είναι το ασήμι
απ’ τα ακριβά γυαλιά οράσεώς τους
Ίσως φύγεις στο εξωτερικό
όπως σταμάτησε μες στα ντουλάπια το παιδί
να βαρά τις κατσαρόλες με τα ζεστά πλοκάμια του
και τα καπνόχορτα που ξεριζώθηκαν απ’ το χωράφι
για μεροκάματο πέντε ευρώ
Φτερουγίζει γύρω στην πλατεία
το απελπισμένο
λευκό
αύριο

  • Από τη συλλογή, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, Εκδόσεις Θράκα, Λάρισα, 2024.

Βερονίκη Δαλακούρα, από τις “Μέρες Ηδονής”

Είμαι η χαμένη έρημος οι βράχοι οι πέτρες το σπίτι
το ζώο η πρόθεση ο κινηματογράφος “Κόσμος”
το πανδοχείο που γκρεμίστηκε η κακιά ώρα
ο πύργος οι βρικόλακες της ερειπωμένης πόλης
η πόλη
ο άρχοντας το συμβούλιο οι αρχηγοί η ανακούφιση
το ομοφυλόφιλο παιδί ο Γιάννης ο Φεντερίκο Γκαρθία
Λόρκα οι τέσσερις εποχές ο Βιβάλντι ο Τάσος
η ακούραστη μηχανή
το σκυλί η συνείδηση το Μέγα Ψάρι τα νύχια
που σκάβουν η αποκάλυψη το κόκκινο χώμα
ο γεωργός η επανάσταση το ξύλινο σπαθί
το πράσινο στάρι οι εθνικές καπηλείες η ταβέρνα
ο αχυρώνας η λεωφόρος το άγαλμα το ερωτικό δωμάτιο
ο άντρας η αποκάλυψη τα σπίτια
το σχήμα η προτομή του χορευτή η μήτρα
ο Αρθούρος η Μεγάλη Πέμπτη το τραπέζι
το αγόρι τα άνθη τα στρατιωτάκια που έσπασαν το όχι
η μάνα μου που ρώτησε αν πεινώ ο γραμματέας
τα φωνήεντα του Εξήντα το όπλο
είμαι η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη

Αγγελής Μαριανός, Ατσάλι

Ό,τι δεν κόβει το δρεπάνι
θα το μαζέψουμε παρέα.
θα ξεριζώσουμε σπαρτά
που θέρισε η μαύρη λάμα
κι ερήμωσε ο κάμπος
Τα στάχυα στοίβες άψυχες
στον ήλιο λούζονται γυμνοί εργάτες
μ’ ένα φουλάρι στο λαιμό