Κατερίνα Γώγου, Θα γεννηθώ

1940. Σε λίγο. Θα γεννηθώ.
Και είκοσι πέντε ημερών, πίσω απ’ τις παλιές σιδερογραμμές
στο σινεμά “Λαού”. Βοτανικός εκεί. Μεταξουργείο. Κολωνός.
Πάλι πατέρας
με φροντίδα περισσή
στην αυλή
με πίεση στη μάνικα
θα φροντίσει να πάω από πνιγμό
γιατί ως γνωστόν
ήμουνα κορίτσι.
Απέναντι απ’ το σπίτι μας
γκαράζ που το’ χαν Γερμανοί
κι η μάνα μου έβαζε κινίνο στις ρώγες
να μη θηλάζω άλλο.
Μου είπε περήφανη πως το κατάλαβα
και το πρώτο το έφτυνα.
Όμως δεν έτρωγε
δεν είχε γάλα άλλο
όμως ήμουνα από πάντα μου μόνη μου

ήθελα εκεί να κοιμόμουν!

Τι θα γινόμουν άραγε, θεέ μου
αν δε μου ‘χες δώσει δώρο θυσίας
την ποίηση;
Από που, πως νεκρή ζωντανή, εδώ θα κρατιόμουν;

*Από τη συλλογή “Με λένε οδύσσεια”, 2002.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

*Από τη συλλογή “Η ανορεξία της ύπαρξης”, 2011.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

*Από τη συλλογή “Μεταπλάσματα”, που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΣΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΝΙΓΜΟ

Το βράδυ μετατοπίστηκε ο άξονας της γης
κοιμόμουν όνειρα γλυκά και μου διέφυγε
‘Ίσως καταφέρουμε τελικά να κάμψουμε το χρόνο
Να αντιστρέψουμε το στερητικό σύνδρομο της φαντασίωσης
Μέσα στα μάτια των δυο που κοιτάζονται βαθιά
Αυτός που την σηκώνει στην αγκαλιά του
Κι εκείνη που σηκώνει τα χείλη από την άβυσσο
Με τη γυαλάδα του ψαριού στο βλέμμα
Αυτή δεν έχει ουρά ανάμεσα στα σκέλια
Μόνο βρεγμένους ουρανούς και διάτρητα σύννεφα
κι ένα νωπό χαρτί μνήμη στα σκισμένα ρούχα.
Μόλις την έσωσε από πνιγμό, δεν ήταν ναύτης
μόνο κάποιος από τους ντόπιους διασώστες στο νησί
γνώριζε καλά τι σημαίνει να σφραγίζεται ο λαιμός
ο τόπος του βουλιαγμένος με δίχως νερό
Οι συντεταγμένες έχουν οριστεί από αιώνες πριν
Η πυροδότηση θα γίνει στο απώτερο διάστημα
Στον καταυλισμό κατεγράφησαν παιδιά με φάλαινας ουρά

****

ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΤΕ ΤΙΣ ΑΚΤΕΣ

Μεταγλωττίστε τις ακτές
και τα λιμάνια και τα αστέρια
είπε,
για έναν γενναίο καινούριο κόσμο
για να χαράξει ένας νέος ήλιος πάνω
απ΄ τα περιφραγμένα χωράφια της γης
Διαψεύστηκαν τα υποκείμενα μεταμφιεσμένα σε αντικείμενα
γι’ αυτό και παραφέρθηκε η κρίση μας
και μοιραία διέφυγε στην αθώα ενοχή μας
ότι η αυγή χρύσιζε υποδόρια πάνω σε ξυρισμένα κεφάλια
και η σελήνη μισή στην καταβύθισή της στο υπόγειο μετρό
ξεχείλιζε αίμα πορφυρό
Βλέπεις, κανείς δεν είχε υπολογίσει με μέτρα και σταθμά
και τα μελάνια που ‘χυναν οι σουπιές
στο πέρασμά τους στο Αιγαίο.
Η πρόταση στη γλώσσα ήταν διαρκής και αμετάκλητη.
****
ΥΓΡΟ ΟΝΕΙΡΟ
Ένας άγγελος στις παρυφές της τρίτης πόλης
Με την αγωνία της πολιτείας της δεύτερης
Σε ομφάλιο κλοιό της χαμένης πρώτης
Ανα/Μασώντας άμμους και σάλιο
απ’ τη θάλασσα του ύπνου του
Δακρύζοντας δάκρυα αλμυρά
Εκχύοντας σταγόνες παλιού ρετσινιού
Φτύνοντας ασθενικά ριπές άπνοιας
Κρατά σφιχτά στα δάχτυλα το λουλούδι τ’ ουρανού.
Ακόμα και στα όνειρά του αψίδα δεν υφίσταται
Μια έρημος μονάχα που ονειρεύεται.
Στεγνή και η ονείρωξη.

Επανέκδοση: Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ’ ω ετάφη

1η έκδοση: εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007
Επανέκδοση: Εκδόσεις Θράκα, 2017
σελίδες 54
διαστάσεις 21 χ 14 εκ.
τιμή 4,5 χωρίς Φ.Π.Α.

Βιογραφικό συγγραφέα:
Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου γεννήθηκε το 1983 στη Δράμα, όπου και ζει.

Βιβλία του ιδίου:
Έκαστος εφ’ ω ετάφη
εκδ. Γαβριηλίδη, 2007
 (επανέκδοση εκδ. Θράκα, 2017)

Μισές αλήθειες
 εκδ. Μελάνι, 2012

Με ύφος Ινδιάνου
 εκδ. Μελάνι, 2014

Στο σπίτι του κρεμασμένου
 εκδ. Θράκα, 2015
 (Βραβείο Ποίησης Περιοδικού «Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ» 2016) 



απόσπασμα:

6.


«Εξ ακανθών»

λοιπόν

βρίζοντας μέσα σε ιδρώτα καλοκαιρινό

να κολλάει το φανελάκι – τα στόρια

γέμισα την παγοθήκη με νερό

περπάτησα δυο βράδια

κουζίνα – χολ – Σταδίου – χολ – μπάνιο
νεύρα κι ένας πόνος στο κεφάλι

συλλαλητήριο για έναν Σύριο σκύλο αγωνιστή

της παραδιπλανής ταράτσας

μετακινώ διαρκώς την κεραία

μήπως και φύγουνε τα χιόνια

το βράδυ θα κατέβω στην αποθήκη

– μη μαγειρεύεις

θα συγυρίσω λίγο τα εργαλεία

λέω να μαστορέψω την μετάστασή μου

Ινδικό μπλε φθινόπωρο, Gorana Mitrovich | μτφρ. Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis_olympus

Ονειρεύομαι
μέσ’ απ’ ένα ινδικό μπλε* φθινόπωρο εντός μου
μ’ ηλιόλουστο βλέμμα ανάμεσα στα φρύδια
κι ένα κομματάκι φεγγάρι κάτω απ’ τη γλώσσα
εσωτερικά για να λάμπει
ανήσυχη συνείδηση χτυπάει τατουάζ στα τείχη του τα
μπλε φύλλα
θα τα σκεπάσουν χιόνια
μέχρι μια πορφυρή άνοιξη
μπλε φύλλα
απαλά, από την ύπαρξή μου ξεσχισμένα
-να τ’ αφήσω να βολτάρουν-
ονειρεύομαι
μ’ ομίχλη στα μαλλιά
κι έλεος στα μάτια
τ’ αεράκι μου αφήνει
ύποπτο φιλί στον αριστερό ώμο
σαν της μοναξιάς υπενθύμιση

*απόχρωση του μπλε

View original post 78 more words

Μιχάλης Τάτσης (1977-2010), από το βιβλίο “Με το καδρόνι στα χέρια”

Πολιτεία πολύτροπη, θα γλιστρήσω μια βραδιά κάτω από τα σεντόνια σου σκληρός και θα σε γλείψω αργά με τη βο’ιδόγλωσσά μου ίσαμε να γιομίσει ο κόλπος σου υγρά και αγωνία η καρδιά σου. Οξύνει λένε η σφαγή το αίμα. Τότε είναι που θα σε σφάξω κι εγώ με την καρδιά γιομάτη αίμα και θα σε διαπεράσω. Και θα σφαδάζει αίμα το κορμί στο νυφικό κρεβάτι. Και δεν θα χύσω ούτ’ ένα δάκρυ επάνω απ’ το κουφάρι σου. Θα σκουπίσω στο παντελόνι τα χέρια και θα γλιστρήσω απ’ το παράθυρο στη νύχτα σα κλέφτης. Θα ξαποστάσω στη μετάλλινη γέφυρα που σε γνώρισα και θα κρεμάσω τα κανιά μου στο κενό. Θα κρεμάσω τον έναν έναν σπόνδυλο ώς τη στήλη στην ιτιά και θα περνά από μέσα τους συρίζοντας η γλώσσα. Από κάτω θα βυσσοδομεί τη μοναξιά του το ποτάμι. Θα κάτσω και θα κλάψω. Θα κλάψω γοερά για όλα τα νεκρά, αγέννητα παιδιά σου. Μακάριος ός κρατήσει και άντρειωθεϊ τα νήπιά σου προς την πέτραν.

Ανοίγεις τα πόδια, πολιτεία ξεδιάντροπη, ξανά, και με ξερνάς γυμνό στον κόσμο. Κι έπειτα μου τα παίρνεις όλα ώς το ένα. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, να σου φιλώ τα πόδια. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, μια σφαίρα στο κεφάλι. Δε θα σε προσκυνήσω. Θα στυλωθώ και θα σε σπάσω.

*“Με το καδρόνι στα χέρια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλης 2011.

11ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

29. 10. 2017 re

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Τα κομψευόμενα έως καταξιωμένα αποβράσματα του δικοινοτικού συρμού ή αχταρμά φωτογραφιζόντουσαν με μια τεράστια επιταγή υπογεγραμμένη από έναν μισητό αγγλοσαξονικό τίτλο ευγενείας. Κάποιες σημαίες σημαιοστολισμένες το σημαιοστολισμό κυμάτιζαν ·έστω και ξεφτισμένες από την οργή του Αιόλου. Άλλες -μεταλλικές κι αμετακίνητες- στην κορυφή του ιστού έπαιζαν ατάραχες Stratego. Οι αχιβάδες του Επαμεινώνδα κατοικούσαν στα μανιτάρια, εισχωρώντας αστραπιαία τον ίλιγγο κι άγνωστο πόλεμο αρχέτυπων αστερισμών. Ο ταγματάρχης ποιητής αιχμαλώτιζε στη χλαίνη τα ψίχουλα της κουραμάνας, απεγκλώβιζε στην παλαιά ξιφολόγχη τα δόντια τού σκορβούτου κι εκκινούσε με το επόμενο ύψωμα να φλέγεται στις νευρικές διακλαδώσεις του σωματότροπου ύφους.

View original post 454 more words

Τάσος Λειβαδίτης//Tasos Livaditis-translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

cover

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-

μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,

μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-

νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που

κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-

ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό

τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,

καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν

που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-

να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι

άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-

θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and

stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was

left but an imperceptible mark that…

View original post 114 more words

Νικόλας Αλ. Σεβαστάκης, Κερκίνη

I
Ένας κάτασπρος βούρκος που τον είπαν λίμνη
κι όμως τον λάτρεψαν
αρχοντικοί ερωδιοί και κορμοράνοι της προϊστορία
την πνιγηρή επίπεδη γαλήνη αναταράζοντας
πλάσματα μιας δεντρόβιας λύπης

II
Το Μπέλες κατασκότεινο
σαν κάτι να μοιράζει
περάσματα κρυφά
ή χώρες – αδιάφορο
Κρατά όλο το μυστήριο
στις δροσερές κατεβασιές του

III
Να επιθυμείς τα ορεινά
που δεν τα έζησες
όπως το νήπιο
αφηνιασμένο στα γιατί του
της γλώσσας άγρια τινάζει
πανάρχαιες φλοκάτες

IV
Αθέατη πολυκοσμία στις ρίζες
στα φυλλώματα
αγελαδίσια τεμπελιά
σε ένα λιβάδι παπαρούνες και τρελές χρυσόμυγες
απρόσμενα το ρίγος της γαλήνης
μακρόθυμος ο ίσκιος του Στρυμώνα

*Από τη συλλογή “Οι χειμώνες της μνήμης”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2010.