Γυναίκα όρθια εξαντλημένη μαδημένη
οι μαύρες γάμπες της σαν να πενθούν τη νιότη τους
ακουμπά την κυρτωμένη ράχη της στον εχθρικό τοίχο
Ράχη κυρτωμένη απ’ των ανδρών τα όνειρα
Δεν βλέπει πως η αυγή επιτέλους ήρθε
Τόσο ήταν η νύχτα της ατελείωτη
Στις σκοτεινές της απελπισιάς σπηλιές
μονάχη γυροφέρνω
μονάχη γεύομαι κρέατα μιαρά
μοναχή πεθαίνω μονάχη μου επιζώ
δίχως αυτιά τα ουρλιαχτά των σφάγιων
να μην ακούω
Από λέξεις άδειο το στόμα μου γογγύζει
Είμαι ο έρωτας όταν τον έπλασε ο θεός
Είμαι εγώ
Είμαι ο εχθρός.
Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.
O Γιώργος Δάγλας ζει σήμερα ξανά στην Αθήνα –κανείς δεν ρισκάρει να μαντέψει μέχρι πότε- έχει επανακυκλοφορήσει τις δυο πρώτες ποιητικές του συλλογές και κυκλοφορήσει την τρίτη από τις εκδόσεις Φίλντισι, έχει ακούσει τα ποιήματά του να τραγουδιούνται χάρις στον συνθέτη Βασίλη Λαγό, συμμετέχει σε νέες ομάδες συλλογικότητας ως εκδότης του «Κύματος» και διαχειρίζεται τα social media ως άνθρωπος της εποχής του. Η ποίησή του είναι η έντεχνη απόληξη μιας ζωής πολλών επεισοδίων, πολλών ανθρώπων, πολλών ιστοριών. Είναι γέννημα μιας έντονης πρώτης μεταπολιτευτικής εποχής που δεν είναι εύκολο να διαχωρίσει κανείς το ζην από το γράφειν. Για εμάς λοιπόν μιας άλλης γενιάς και εποχής, δεν έχει νόημα να κοιτάξουμε το έργο του ως εγχειρίδιο πρακτικής ποιητικής ενός μη βιωμένου δικού μας χρόνου, εξιδανικεύοντας, ωραιοποιώντας και μεγεθύνοντας, στην ουσία δηλαδή παραμορφώνοντας κάτι που μόνο όσοι ήταν μάρτυρες μπορούν να συναισθανθούν. Όλες αυτές οι ζώσες μνήμες είναι ωραίο να λέγονται γύρω από μια φωτιά. Δημιουργώντας ακροατές και την κατάρα που λέγεται θαυμαστές. Είναι ένας γρήγορος τρόπος να ρίχνεις νεαρά κορίτσια και αγόρια στο κρεβάτι σου και να κατέχεις την πρώτη τιμητική θέση σε πάσης λογής αναμνησιακές νεκροπομπές περασμένων μεγαλείων.
Όταν όμως πρόκειται για ποίηση, εκεί κάθε λογής ιστορίες, ονόματα, μυθολογίες, δαρμοί και έρωτες χάνουν τους χυμούς τους όταν δεν μπορούν να κρυπτογραφηθούν και να αποκρυπτογραφηθούν. Για αυτό και έχει νόημα είναι να δούμε την ποίησή του Δάγλα ως μια αιώνια κραυγή. Όπως οφείλει να είναι κάθε ποιητικό έργο. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το γεγονός όχι ότι αριθμεί τρεις μόνο ποιητικές συλλογές σε βάθος τριανταπέντε χρόνων. Το πιο πιθανό οι μέσα του σελίδες να γεμίζουν δέκα τόμους. Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός πως το ένστικτο ενός 25αρη, το 1983 παραμένει οξυδερκές στο πνεύμα ενός 60αρη το 2017 παρ’ όλες τις εξωγενείς διαψεύσεις οραμάτων, τις παραιτήσεις συντρόφων, την αποσύνθεση των ιδεολογιών, την κατάρρευση του συλλογικού οράματος.
Στις πρώτες αράδες «Στη μέρα των φωταγωγών» γράφει: «Το δωμάτιο γεμισ’ αίματα, τα κρανία των συντρόφων με μάτια να τρέχουν εκδίκηση έρχονται και ζητάνε τ΄αδύνατο». Στο «Μαύρο χιόνι» διαφαίνεται ο αποχωρισμός: «Χωρίς των πατρικίων και των πληβείων το ένδυμα, χωρίς πλοία να διασχίζουν νύχτες τα κανάλι/ έτσι θα μιλήσω: / ρακένδυτος μέσα στην πανοπλία μου. Χωρίς λόγο». Και στις «Καντάδες» κάνει τον απολογισμό: «Ποιοι σύντροφοι θα με αποκηρύξουν; Ποιοι κομισάριοι θα ταριχεύσουν τα οράματά μου; / Προδομένος και μόνος στη μέση στο ποτάμι και σας μιλώ». Αυτή όμως είναι και εν τέλει η νίκη του, η νίκη όλης της θυσιασμένης ή λοβοτομημένης γενιάς του: ότι επίγνωση που ακολούθησε της γνώσης, δεν επέφερε σιωπή και ματαιότητα αλλά την επιστροφή: «Καλό χειμώνα σας λέω, σας μιλώ, θα γυρίσω» ή «Επιστρέφω να ράψω ερμητικά τα μάτια των προδομένων». Και ως γνωστόν η προδοσία δεν είναι μια επικαιρική εφεύρεση για αυτό και αφήνοντας στην άκρη όλη την ιστορικότητα των λεγομένων του Δάγλα μπορεί κανείς να διακρίνει την αγωνία του για τους αιώνια προδομένους. Όπως και για κάθε αξία που πεζοδρομείται ενώ είναι ανοικτή θάλασσα. Για κάθε ηττημένο, απελπισμένο, σκυφτό, αλλά και για κάθε πληκτικό ήρωα, άνυδρο εξουσιομανή και επαγγελματία αναρχικό. Οι ήρωές του είναι με θνητά πνευμόνια. Δεν τον ενδιαφέρουν οι αιώνιοι χορευτές, αλλά ο χορός που τρίζει τη γη. Δεν τον θαμπώνουν οι καλογυαλισμένοι νικητές. Είναι τσαλακωμένος ως το μεδούλι του για αυτό και τα γραπτά του έχουν ανθρώπινη μυρωδιά. Τσαλακωμένος όμως ως συνειδητή επιλογή, από το χέρι μιας αδιόρατης ανάγκης και όχι υποδυόμενος έναν ρόλο. Γιατί «Το άσπρο χαρτί» ως γνωστόν «είναι σκληρός καθρέπτης. Επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν». Και όλη η ποίηση του Δάγλα ως στάση ζωής και η ζωή του ως ποιητική στάση εκτιμώ ότι έλκουν την καταγωγή τους από τον στίχο του « Σχεδόν όρθιοι και περήφανοι». Τι πιο ωραίο επίγραμμα σε έναν τάφο: «Έζησε σχεδόν όρθιος και περήφανος». Η απόλυτα ρεαλιστική περιγραφή της ανθρώπινης ύπαρξης και συνάμα η αποκάλυψη της γοητείας του ανθρώπινου μυστηρίου: Σχεδόν όρθιος και περήφανος.
Για αυτό και ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται «ελάσσων επτανήσιος ποιητής». Γιατί μέσα στη δίψα είναι όλο το νερό όπως έλεγε και ο συγκαιρινός του Καρούζος. Ο δε Τόμας Σ. Ελιοτ παραδεχόταν, δεν τον επηρέασαν οι μεγάλοι, όπως ο Σέξπιρ ή ο Μποντλέρ. Από αυτούς δεν μαθαίνεις, τους μιμείσαι – διαπίστωνε. Γι’ αυτό προτιμούσε να συνομιλεί με ελάσσονες όπως τον Λαφόργκ, τον Μάρλοου, τον Φορντ. Γιατί σε αυτούς τους ελάσσονες, όπως ο Δάγλας, οι λέξεις δεν κάνουν τερτίπια, δεν καθοδηγούν, δεν ελέγχονται. Αντίθετα απολύτως ελευθερωμένες μιλούν τις ιστορίες τους σαν τις «αλκοολικές πουτάνες», όπως γράφει και ο Δάγλας, «που τις αγαπάμε γιατί δεν έχουν άλλοθι, γιατί πέρασε πάνω τους η χιονοστιβάδα του κόσμου και υψώνονται γενναίες στους ουρανούς της πόλης».
Τέλειωνε ο Ιούλιος/
τα βράδια είχαν μέσα και τη μέρα,
μα η ασπίδα των άστρων ήταν ακόμη η θάλασσα/
στην άκρη ένας πλανόδιος με τραγιάσκα ύπνου,
πούλαγε πράσινα νταριά/
τον θυμόμουν από τα πεδινά,
ήταν ρετσινάς, αγελαδάς και καρβουνιάρης/
ενώ σκάλιζε τα κάρβουνα με μαχαίρι,
οι σπίθες μύριζαν δόντια και οπλές
και μια ελαφριά βαρβατίλα
σαν των νεφών τα πλάτη μετά τους Αρχάγγελους/
οι δύο μας μόνο όπως βρισκόμασταν,
ούτε παιδιά, ούτε γονείς
κι η ασάλευτη γλώσσα του χρόνου,
π’ ανέπνεε στο σβέρκο μας/
Εκείνος, έλυνε συνέχεια τα κορδόνια του,
ενώ παρατάσσονταν
των αετωμάτων και των εκατόνταρχων τα δόρατα
εν υπνώσει,
τα μάτια του εξείχαν κατακόκκινα,
μες στο λευκό ενύπνιο/
Αιώνια κλαμμένος που τον έθαψαν με στενά παπούτσια
και τον δυσκόλευαν στο βάδισμα
(πως το κάνε αυτό η Φούλια του;)
πάνε κιόλας σαράντα χρόνια,
σώνει πια/
μόλις τον είδε που κόντευε του φώναξε:
– Σε καλόμαθα Θάνατε,
αθάνατε!/ έπειτα έτριξε…
Μέσα στο πρώτο ποίημα
βρίσκονται ενταφιασμένα
όλα τα σώματα
της ποιήσεως
Λέξεις, φράσεις, στίχοι, ποιήματα
αποπλύματα της έκφρασης
όλες οι ασπονδύλωτες εκρήξεις
του λεκτικού
οι ηφαιστειακές εκκενώσεις
των σπλάγχνων
σαν οικογενειακός τάφος
που μέσα του δέχθηκε
σε σαβανωμένη λιτότητα
όλη τη γενεαλογία
της μοναξιάς.
***
Γιώργος Χριστοδουλίδης, Το βουβό τοπίο
Οι πατέρες δεν αγαπάνε τα παιδιά τους.
Τους δίνουν χαρτζιλίκι για να απαλλαγούν
από την ανώριμη φορτικότητά τους.
Τα πηγαίνουν στο σχολείο
αμίλητοι, ευθυτενείς
σαν αρχαία αγάλματα
που τρέμουν
λίγες ρωγμές τρυφερόττας.
Τα δεν πρέπει και τα μην τολμήσεις
τα διαδέχεται με τον καιρό
μια αμήχανη σιωπή
προϊόν απωλεσθείσας εξουσίας.
Μια σιωπή τραυματισμένη
από τους πυροβολισμούς της τηλεόρασης
τη βουβαμάρα του τοπίου.
Αυτό το τοπίο διαρκώς επαναλαμβάνεται
πολιορκεί, ζυγίζεται στο χρόνο
αναβάλλεται
και τελικά εκβάλλεται
ξεβράζοντας τις κομμένες μας γλώσσες
στο άδειο στόμα
της ύπαρξης.
***
Φροσούλα Κολοσσιάτου, Τα δάκρυα δεν φαίνονται στη βροχή
Κρεμάστηκε από τον ουρανό
Βροχή και απειλεί
Σαν την παράδοση της Ανδρομάχης
Έχει ακόμα χρόνο
Που λιγοστεύει
καθώς αρχίζουν
Μέσα στην απορία τα θαύματα
Λοξοδρομούν
Στις συγκοπές των βημάτων
Που κάνουν το νερό να γλυστρά
Στα πόδια της μάνας
Να βρεθεί κάποιος
Να πάρει το μωρό που κλαίει
Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος
Φεύγει πίσω τους ο τόπος
Ποιος κοσμεί τον κόσμο,
αν όχι τα πουλιά,
τα αγρίμια,
τα ελάφια
και οι αρκούδες που διασχίζουν το δάσος;
Και τα ποτάμια με τα γάργαρα νερά;
Κελάρυσμα ζωής.
Οι άνθρωποι
που διαβαίνουν τις πόλεις και την έρημη ύπαιθρο;
Και συναντιόμαστε πάλι
Μπουμπουλίνας και Τσαμαδού,
στο παγκάκι
με ένα πακέτο Sante΄ σκέτο.
Έχει φεγγάρι ολόγιομο η ψυχή μας.
***
Σκιές
Βαθιά μεσάνυχτα
πηγαινοέρχονται σε δωμάτια.
Κιτρινωπό φως
η σκιά τους ακολουθεί.
Θα τους βρει το ξημέρωμα σε μια καρέκλα,
χορεύει η σκιά του χεριού στο τετράδιο.
Ξενυχτούν οι σκιές παρέα με τους ποιητές.
***
Διαμελισμός
Κρεμασμένες σημαίες στους εξώστες
κραυγάζουν το διαμελισμό της γης.
Άγνωστες πατρίδες κομμάτια
στα πυροβόλα του αλόγιστου κέρδους.
Πιες μια κόκα-κόλα.
Ζήσε κι εσύ περήφανα.
Ο απόηχος κάποιας τουφεκιάς.
Σκέφτεσαι.
Φαινόταν ύποπτος, είπαν.
***
Των Ονείρων τα Χρώματα
Κύριοι, η κανονικότητά σας κλουβί τσίρκου περιπλανώμενου
σε παραστάσεις των αντιθέσεων
συμβιβασμοί σε σχοινί ισορροπίας
με το δίχτυ καβάτζα για τυχόν πτώσεις.
Κύριοι, η κανονικότητά σας δε χωράει
των ονείρων μου τα χρώματα.
Την έχω γραμμένη στις σόλες των παπουτσιών μου
στα ταξίδια του νου μου,
στο μικρό χώρο της ελευθερίας που έχει απομείνει.
Ξέρω, εκεί στοχεύετε, στο μυαλό.
Κανονικός απροσάρμοστος,
νηπιακά τραύματα.
Άλλοθι προκρούστειου κρεβατιού
η κανονικότητά σας, Κύριοι.
***
Σπορά
Το αύριο άγνωστο,
επιρρεπές στο τυχαίο των πραγμάτων.
Ένα πουλί κελαηδάει την άνοιξη.
Μάρτης μήνας.
Τα χελιδόνια δεν ήρθαν ακόμα.
Ίσως είναι νωρίς.
Αγαπημένη, φύλαξε λίγο σπόρο.
Οι άνοιξες έρχονται μετά τους θυελλώδεις καιρούς.
***
Σύλληψη
Σε κρυστάλλινους δρόμους το είδωλό μου.
Κάμερες παντού στην πόλη
αόρατα βλέμματα.
Ελεύθερο το φιλί μας
συλλαμβάνεται σε οθόνες.
Κατοχή
η ψυχή μας παραφράζεται.
***
Ανήσυχος
Περιπατητής σε δρόμους αχάρακτους
σύντροφοι τα ξωτικά της φαντασίας.
Ξέρω θα μου πείτε
τα πλουμιστά εμπορεύματά σας
φαντάζουν διαλεχτά.
Όμως στις παράγκες του κόσμου ξεθωριάζουν.
Δεν τα χρειάζομαι.
Αφήστε με ήσυχο ν’ ανησυχώ.
***
Ρούχο κίτρινο
Το λυκαυγές με βρίσκει στην αυλή
οι γάτες έχουν αρχίσει ανέμελο παιχνίδι
τα άνθη της ροδιάς κρύφτηκαν στον καρπό.
Το ραδιόφωνο παίζει:
«Θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα».
Ανάβω τσιγάρο
ο καπνός διαλύεται σύννεφο πικρό
η ζωή περνά πικρή κι αυτή.
Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
ρούχο κίτρινο
ντύνουν αυτόν που ονειρεύεται.
***
Ο ποιητής
Είμαι ο βαρκάρης στο ποτάμι
το ποίημα θα σε φέρει απέναντι.
Εκεί το απρόσμενο
αποχαιρέτα το θάνατο στην όχθη.
***
Να μ’ αγαπάς
Όταν η ζάλη του κρασιού με τυλίξει
και ίσως φαντάζω στα μάτια σου
τρελός εραστής της ζωής
πάρε με στην αγκαλιά σου
και σφίξε με.
Δεν χρήζουν όλα στην ψυχή μας ανάλυσης
μόνο να μ’ αγαπάς.
***
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο ποιητής, αναρχικός κι επαναστάτης Αντώνης Στασινόπουλος (1957- 2015), γεννήθηκε και πέθανε στην Πάτρα, επιδιώκοντας με την κοινωνική και ποιητική του ζωή την υπέρβαση κάθε προσωπείου. Μοναχικός, παρά τη σχέση ζωής με τη σύντροφό του και τους ακλόνητους φίλους που στάθηκαν στο πλευρό του, απλός μα ασυμβίβαστος, εξέφρασε με την ποίησή του τον μόχθο του ανθρώπου απέναντι στο Tέρας του κράτους που ο ίδιος δημιούργησε. Η ιδανική πόλη είναι γι’ αυτόν μια πόλη «αγέννητη» με «σάλπιγγες να ηχούν το τέλος του πολέμου». Μια τέτοια πόλη, όμως, δεν υφίσταται στο παρόν, αφού ο πλανήτης τυλίγεται με ένα «γκρι φόντο». Παρά τις πληγές και τη μοχθηρία του κόσμου που σήκωσε στις πλάτες του, ο ποιητής δεν είναι απαισιόδοξος. Αγκαλιάζει το σύμπαν γύρω του «φτιάχνοντας κύκλους» ζωής κι ευελπιστώντας για το «σπόρο» που θα μείνει πίσω για τις επόμενες γενεές. Αγκαλιάζοντας τα «παιδιά-ποιητές» του μέλλοντος και τους κατατρεγμένους, η ποίηση του Αντώνη Στασινόπουλου κυοφορεί το βρέφος μιας ουτοπικής αλλαγής.
Εξέδωσε τις συλλογές:
Εκπέμπουμε Αναρίθμητους Σκλάβους ανά Δευτερόλεπτο, ανεξάρτητη έκδοση, Πάτρα, 1983.
Των Ονείρων τα Χρώματα, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα, 2004.
Σπορά, Εκδόσεις Γιάννη Πικραμένου, Πάτρα, Α΄ έκδοση Μάρτιος 2007, Β΄ έκδοση Οκτώβριος 2007.
Μαζί, εκδόσεις Πανός, Αθήνα, 2009.
Φεγγάρι Ολόγιομο, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα, 2010.
Το Βρέφος, εκδόσεις Opportuna, 2014.
Για όλα έφταιγε η 7χρονη Νεφέλη, η οποία εκείνο το πρωί είχε βάλει τον πατέρα της, κύριο Παπαδημητρίου, να ορκιστεί πως δεν θα γίνει ποτέ του ψεύτης. “Μπαμπά, για να μη γίνεις ψεύτης, δεν πρέπει να πεις ψέματα ποτέ” ήταν η αυστηρή υποσημείωση που είχε προσθέσει η Νεφέλη. ‘Ηταν τούτη η υποσημείωση ο λόγος που, όταν μετά από δύο ώρες, μια κοπέλα 15 χρόνια νεότερη του κύριου Παπαδημητρίου τού έκλεισε τον δρόμο (ενώ εκείνη είχε STOP κι εκείνος σαφέστατη προτεραιότητα), τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως απρόοπτα για τους ανυποψίαστους θεατές: Ο κύριος Παπαδημητρίου, αντί να παροτρύνει -ως συνήθως- την κοπέλα να κατευθυνθεί στην κουζίνα, αντί να κάνει μη ρεαλιστικές σεξουαλικές δηλώσεις για διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες, την κοίταξε στα μάτια (όπως κάνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), την κοίταξε ενώ μπορούσες να δεις τον θυμό να στάζει από τα μάτια του (όπως μπορείς πάντα να δεις σε τέτοιες περιπτώσεις), και της ούρλιαξε κάτι διαφορετικό:
“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Τρέμω για εκείνο που μπορεί να καταντήσω!”
“Tι λες βρε μαλάκα;!” απάντησε ρωτώντας η νεαρή κοπέλα, η οποία βιαζόταν να προλάβει τη συνέλευση της κομματικής της παράταξης στο πανεπιστήμιο· η δική της παράταξη είχε τις αφίσες με την καλύτερη αισθητική, και δεν ήθελε με τίποτα ν’ αργήσει.
“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει!” ούρλιαξε ο κύριος Παπαδημητρίου, με ακόμα μεγαλύτερη οργή. “Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Και μακάρι τουλάχιστον να με έβρισκες όμορφο!”
Tούτη η παύση στο πρόγραμμα του κύριου Παπαδημητρίου είχε διαρκέσει αρκετά. Έστριψε με μένος το τιμόνι για να φύγει – κι ενώ το έστριβε, μουρμούρισε στον εαυτό του πως και το Rogue One: A Star Wars Story μια υπερεκτιμημένη μαλακία και μισή ήταν, και ότι έπρεπε να το είχε παραδεχτεί από την πρώτη φορά που το είδε.
Βαρέθηκα τα ποντίκια
αχόρταγους φαγάδες εμβρύων και μελάσσας
βαρέθηκα τα πιάτα
βαρέθηκα τα ψάρια με ραχοκοκαλιές κακούργες
που χορεύουν μές στον φαρυγγά μου
βαρέθηκα τους ψωριάρηδες
βαρέθηκα τις κατάρες
που ξαμολάω στο κεφάλι τους
ακόμα και των φαλακρών
βαρέθηκα τα κρίματα
βαρέθηκα τον τάφο μου
που μές στον αυριανό ίσκιο μ΄αναμένει
βαρέθηκα τα πάντα
κ΄η αηδία μου είναι πτώμα απο πλήξη
Τη ζωή μας περάσαμε χωρίς νερό, χωρίς πηγάδι στην αυλή, χωρίς κεντίσματα
στις πουκαμίσες
αν και οι άνθρωποι τα συνηθίζανε στον καιρό μας τέτοια πράματα.
Μεγάλο μέρος της ζωής μας περάσαμε μέσα στον καφενέ του Βροχή με το παλιό
ρολόι σταματημένο στις 7
30 χρόνια
οι φίλοι μας το συμβουλεύονταν με άγια πίστη
τη σεβαστήκαμε
τόση ειλικρίνεια.
Εμείς εζήσαμε μέσα στην πολιτεία μαζί με τα ψάρια
εκεί γεννήθηκαν οι εραστές σου.
Οι άντρες λέγανε έργα διαρκείας
οι γυναίκες γουστάρουν πολύ τα παιδιά κι αιφνίδια τα γεννούν ψόφια
οι καπετάνιοι αράζουνε νωρίς
γλυκές αστένειες βουβαίνουν τους ανθρώπους
τ’ αντρόγενα δεν προλαβαίνανε να μεταλάβουνε
άγνωστοι πήγαιναν λουλούδια στους τάφους
οι τρελοί ξαναβρίσκανε τη μνήμη τους κι εθυμόντανε, άλλος θυμότανε μια μύτη
άλλος θυμότανε τα φρύδια,
από τα πέρατα της γης παίρνανε βιαστικοί τους δρόμους, γύριζαν πίσω.
Εμάς οι ευκολίες συχνά μας τρομάζανε
τόσο πολύ μεγάλη σημασία δώκαμε στη ζωή ˙
μέσα στ’ ασβεστωμένα σπίτια πατούσαμε σα να ’τανε τριαντάφυλλα
είχαμε πονοκέφαλο,
με την ακέρια θέλησή μας ποτέ όμως δεν το παραδεχτήκαμε
να μην ήταν εξαίσια τα μαλλιά μας,
σαν τρελοί τρέχαμε να προλάβομε την κοπέλα τω δεκατεσσάρω χρονώ
σκίζαμε τρύπες μουλωχτές στον τοίχο
παραμονεύαμε τα παράθυρα
λαχτίζαμε όταν προφταίναμε τα φοβητσιάρικα ψωρόσκυλα πριν
μας λαχτίσουνε,
σαν τρελοί τρέχαμε να προλάβομε τα ψέματα,
να αποφύγομε τη δυσοσμία όταν εκόπριζαν τις δημόσιες πλατείες
με την ανατολή του ήλιου κατά το φθινόπωρο,
ετοιμαζόμαστε να πεθάνουμε από καιρό –
τρόμο γεμάτοι επροσπαθούσαμε να μην εγκαταλείψομε τα ωραιότερα κορίτσια
μας ανύπαντρα,
ανεξερεύνητους τους ανέμους
που φέρνουν τις καταιγίδες,
κουβαλάνε ψοφίμια,
πρόωρες γέννες στις καβουρομάνες από το φόβο στο βυθό της θάλασσας,
σμίγουνε τον τυφλό με το ραβδί του,
την έχθρητα με την αναβολή,
ηθελημένα πλάθουν μαζί με τα αθέλητα,
τ’ αλάργα γίνουνται κοντά μας
και στοιχειωμένα σπίτια παραριγμένα στον ανήφορο, χρόνια χωρίς γιατρό
και ευαγγέλιο, εκείνες τις νύχτες του χαμού
διατάζουνε γιορτές.
Ναι. Πρέπει ο άνθρωπος να τα προλάβει όλα
πριν
φύγει
με κόπο και υπομονή το δρόμο της ζωής
δηλαδή το θάνατο.
Τι δηλαδή παιδάκι μου, να με πότιζες σπάνια, ήθελες, δύσκολη θλίψη,
να μην εγνώριζες… να μην ήξερες –
κι εκείνο το ανατολικό παράθυρο που είχαμε που ήτανε καμωμένο για την
απογεματινή μελαγχολία τα βράδια
ααα! ήταν δύσκολο πράμα η αγάπη,
αλλά εμείς… την αγαπούσαμε –
εκεί
γριές παράξενες ασκημομούρες κουκουβάγιες θεόστραβες με πολλά ζευγάρια γυαλιά
πετούσανε να ’ρθουν να μας ξετάσουνε και τι απαίσια μηνύματα μας φέρνανε –
ζυγώσανε λέει τα καράβια, εκείνα τα μεσάνυχτα, στον ταρσανά, οι καρένες τους
καπλαντισμένες απολιθωμένες γοργόνες,
γυναίκες χρόνια τα υπομονέψαμε με τα σκέλια ανοιχτά – άλλοι τα παραδώκανε για
ένα χουνί προσδοκίες,
εμείς φράζαμε με τα δάχτυλα τα αυτιά μας δυνατά, να μην τα ιδούμε, να μην
ακούσομε
τι θα μας λέγαν
για
τα βρέφη κάτω απ’ τη βροχή
τα βρέφη που οδηγούνε τους τυφλούς με σοφία και με τόση προσοχή
για τα άσπρα κουρτινάκια στα παράθυρα, όταν καλύβουνε ύπουλες αστένειες ή
μεγάλα οράματα
τα ατέλειωτα έργα
τα ατέλειωτα σπίτια των ανθρώπω
φύγανε, πάνε οι άνθρωποι,
δε φτάσαν την αγάπη τους,
αγάλματα μαρμάρινα αγκαλιάζοντας γλείφαν την πίκρα από τα χέρια τους,
οι μουσμουλιές ρίχτανε χάμω κίτρινα φύλλα τα φτινόπωρα σκεπάζοντας με όλη τους
την εξάντληση τη γη
εμείς όλο και φράζαμε με τα δάχτυλα τα μάτια μας να μην τα ιδούμε, να μην
ακούσομε
χτύπους που ανοίγανε τους λάκκους να κατεβούνε οι φίλοι μας,
ήλιοι κατάντησαν φεγγάρια,
χτίρια τρομαχτικά τα ξημερώματα με τη βροχή σα μαδημένες κλώσες από
την αγωνία,
την επιθυμία τους,
χτίρια ψηλά ως τον ουρανό σαν την αγάπη, που παράδωκεν όλη της τη ζωή και τα
ξεκρεμασμένα της βυζιά
στον ίδιο αγαπητικό –
και ανάμεσά μας ήταν πάντα κάτι πράματα
σε τι καιρούς εφτάσαμε αδερφέ
ανάμεσά μας ήταν πάντα κάτι πράματα
που δεν μπορούσαμε να τα μιλήσουμε.
Κύματα μας τα φέρνανε κύματα μας τα παίρνανε τα όνειρά μας,
πέστε μου, σε όλα τούτα εμείς τι να κάνομε,
εμείς είμαστε γυναίκες.
Πέστε μου τι μπορούσαμε εμείς να κάνομε, κι όταν νομίζαμε ότι είμαστε πουλιά,
αλλά εμείς είμαστε γυναίκες ˙
για μας τα χρόνια δεν περνούσανε, ήτανε πάντα καλοκαίρι,
δεν αγοράζαμε παπούτσια για να μπορούμε να σου πούμε σ’ αγαπώ,
όταν δεν είχαμε αληθινά – τίποτα εμείς! βγάζαμε ψεύτικα γαρύφαλλα στο παράθυρο
κι ας ήθελε να μας είχαν ξεφυτρώσει αγκάθια
ωσάν αγριόγατοι ανάμεσα από τα μεριά – τίποτα! – εμείς σας αγαπούσαμε.
Σούρουπο εγκαταλείπαμε τις κλινικές και τα παιδιά μας τότε πια να μη
μας γνωρίζουνε,
εμείς, τι άλλο θέλατε από μας
εμείς είμαστε γυναίκες –
πολύ μας πικράνατε.
Συχνά το φύλο μας προσφέραμε σαν πιάτο
μέσα σε φύλλα μουριάς
και ωστόσο
καθαρίζαμε μήλο.
Ωχ, αφέντη, και να ’ξερες τι μεγάλο πράμα που είναι να τα ’χεις όλα μες
στο σπίτι σου ˙
μας το ’μαθεν εμάς η μάνα μας –
50 χρόνια θέλει ο άνθρωπος ύστερα από τη γέννησή του
να γεννηθεί
τώρα πηγαίνετε – μας είπε η μάνα μας ˙
έτσι,
σαν ήρθε και πεθάναμε, δεν πήραμε άλλο τίποτα στις χούφτες μας
τα φιλιά του κόσμου.
Με τόση προσοχή διατηρήσαμε μέσα στο σπίτι μας τιποτένια αντικείμενα που
θα χρειάζονταν μια φορά μόνο σε όλη τη ζωή,
κι αυτό ήτανε κι εμάς το
κέφι μας ˙
και είχαμε πει μόνο – τις υγρασίες της άνοιξης
τώρα που βρέχει μάλιστα τόσο πολύ συχνά,
ότι
να μην τις περπατούσατε τόσο πολύ γυμνοί.
Ήταν μια νύχτα του Δεκέμβρη που μας ήρθατε πίσω,
που είχαμε ανάψει τα κεριά,
κόσμος δεν ήτανε κανένας
τα σκολειά δεν τα βγάλαμε
είμαστε ορφανοί,
το φως της νύχτας εκείνη την ώρα όλα τα θεράπεψε
και η αδερφή μας είπε: – Φέξε του αδερφή να διαβεί.
Πέρασες με τα ρούχα σου υγρά μέσα απ’ το σπίτι μας εκείνο το βράδυ
δεν σε αγγίξαμε,
όσο που στα χωράφια πέρα σκύλοι γαβγίζανε ολομόναχοι, αφρίζανε τα κάστρα,
ένα τραίνο ξεκινούσε τη νύχτα κι ερχόνταν καταπάνω μας και μας διαπερνούσε την καρδιά, στα βάθη του ορίζοντα, χωριστά από μας,
απ’ τους πολλούς λησμονημένος, πολύ μακριά μας,
με τέτοιο τρόπο μια φορά…
τότε μας ήρθες πίσω με το θάνατό σου.
Κύριε τώρα
ιλάσθητι – τις αμαρτίες μας τις δικές μας –
απ’ όλα τούτα τι μας έμεινε ˙
γιατί βλέπετε εμείς είπαμε τώρα το τραγούδι μας
οι
άλλοι
θα το γυρίσουν σε χορό.
ΤΑΚΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΝΗΣ
Walkabout. Προσδοκία ενός ξεκινήματος
εκδ. Εξάρχεια, σελ. 142
Το βιβλίο του Τάκη Κατσαμπάνη κινείται στο μεταίχμιο λογοτεχνίας και ημερολογίου, μνήμης και μυθοπλασίας, φιλοσοφίας και υπαρξιακής περιπλάνησης. Ο συγγραφέας ανατρέχει στην τετραετία όπου έζησε στην Αυστραλία, ενθέτοντας στην αφήγηση σπαράγματα ημερολογιακών καταγραφών, λεπτουργήματα ενός ερμητικού λυρισμού. Στις σελίδες η σύγχυση του εξόριστου βλέμματος συνυφαίνεται με την εξουθενωτική προσπάθεια του αφηγητή να αναγνωρίσει τα ζωτικά στοιχεία της αποσυντεθειμένης ταυτότητάς του. Η άλλη χώρα απλώνεται μες στην εύτακτη απεραντοσύνη της σαν υπόσχεση ευτυχίας, αλλά εκείνον τον δελέαζε η τραγικότητα του χάους. Το πρόβλημα, φυσικά, δεν ήταν η γεωγραφία. Ωστόσο, προτιμούσε τις όχθες από τις περιδινήσεις των ωκεάνιων κυμάτων. Ηθελε όχθες να περιφράσσουν το «ξεχείλισμά» του.
Η παρατήρηση του ξένου τόπου μετεξελίσσεται δεξιοτεχνικά σε εταστική αυτοπαρατήρηση. Ο αφηγητής αισθάνεται το πρωτόφαντο μέρος, τελείως αποκαθαρμένο από δράματα και συγκρούσεις, σαν «δοκιμασία για την ψυχή». Η περιρρέουσα ευζωία αναρρίπιζε ενδότατες εκκρεμότητες. Η προσδοκία της αρχής, του μηδενός, κατίσχυε του νόστου. Το ταξίδι στην άλλη άκρη της γης ήταν για τον συγγραφέα μια περιπέτεια μεταμόρφωσης, μια μανιώδης αναμέτρηση με τις πολλαπλές, λανθάνουσες ταυτότητές του. Οπως ο ίδιος λέει: «Ντρεπόμουν που δεν ήμουν αυτό που υπήρχε διπλωμένο μέσα μου».
Ο Κατσαμπάνης αποτυπώνει με τρομερή ένταση το άγχος μιας συνείδησης εκτεθειμένης στον φόβο, την αμφισημία, την αλεξία. Οι στιγμές που ο συγγραφέας αναλογίζεται την αποτυχία της ξένης γλώσσας να μεταφράσει τους σπασμούς της μητρικής είναι εκπληκτικές. Κάθε ταυτότητα προϋποθέτει μια πραγματικότητα και η πραγματικότητα νοείται μόνον μέσω του λόγου. Ενας λόγος σπασμένος, διάτρητος, χασματικός, όπως είναι ένας δάνειος λόγος, αδυνατεί να μεταπλάσει ό,τι ονομάζει σε πραγματικό, σε βέβαιο. Η αποσύνδεση μεταξύ λέξης και πράγματος «στύβει τον κόσμο από κάθε σημασία, από κάθε απόχρωση, κάθε ρίγος ή υπαινιγμό». Μιλώντας την ξένη γλώσσα, ο αφηγητής ένιωθε να ψελλίζει «ένα αλφάβητο μοναξιάς». Ο,τι μύχιο τον συντάραζε παρέμενε άλεκτο. Ματαίως πάσχιζε να εγκεντρίσει στη δανεική γλώσσα τα άγνωστα και αδήριτα που μαίνονταν μέσα του. «Οσο περισσότερες λέξεις, τόσο περισσότερα θραύσματα».
Μολονότι η αφήγηση του Κατσαμπάνη είναι εντόνως ενδοστρεφής, οι λέξεις του αποζητούν την εξωστρέφεια, αδημονούν να απελευθερωθούν από την αυτοαναφορικότητα για να διερευνήσουν ανύποπτους δεσμούς με τον κόσμο. Η δραματικότητα του λόγου του έγκειται στην επιθυμία του να εποικίσει τον λόγο τού άλλου. «Η μητρική γλώσσα ήταν πια μια γλώσσα για μονόλογο». Η ξένη γλώσσα, πάλι, έσφυζε από σιωπές, ανείπωτο θυμό και άλαλα ξεσπάσματα. Μπορεί μιλώντας την ο αφηγητής να απαλλασσόταν από το βάρος του αυτοειδώλου, αρθρώνοντας μια αλλότρια φωνή, αλλά νοσταλγούσε το εγκαταλελειμμένο του ιδιόλεκτο, τη δυνατότητα της μητρικής γλώσσας «να πλημμυρίζει». «Η γλώσσα μου, αυτό το μητρικό σώμα, κούρνιαζε μέσα μου σαν κουβάρι. Εχανα σιγά σιγά κάθε βεβαιότητα».
Η απώλεια της μητρικής γλώσσας φέρνει στην επιφάνεια της συνείδησης μια άλλη, οδυνηρή, απώλεια, εκείνη του πατέρα. Η εσωτερική περιπέτεια του αφηγητή εκκινεί από την προσδοκία μιας νέας αρχής, όπου υποβόσκει η απαντοχή μιας πατρογονικής αρχής. Επιζητεί τον νόμο του πατέρα και αυτή η διακαής ανάγκη υπονοείται στην τεταμένη σχέση του με έναν πανεπιστημιακό. Εναν αλαζονικό, αδιάφορο, απαραίτητο, ωστόσο, πατέρα, που αποκαθιστούσε την, πλασματική έστω, αρτιμέλεια του οιονεί γιου. «Το άπειρο ως μεταμόρφωση του νεκρού πατέρα δεν αντεχόταν», συλλογίζεται ο συγγραφέας.
Ο Τάκης Κατσαμπάνης στο πρώτο του βιβλίο μάς υπενθυμίζει με τη στοχαστική γραφή του πως η γλώσσα δικαιώνεται όταν αποτολμά να καταβυθιστεί στην πρωτογενή πηγή της, το συναίσθημα. Οι λέξεις του διατρέχουν αλγεινές ιστορίες μετανάστευσης μέσα από τις οποίες επιχειρούν να αποτιμήσουν τη δική τους εξορία, τον μετεωρισμό τους ανάμεσα στο ρητό και το άφατο. Ο αναστοχασμός της θλίψης και της αγωνίας των λέξεων συνιστά αναμφίλεκτα μια αξιοπρόσεκτη λογοτεχνική επίτευξη.