Antonio Porchia, από τις “Φωνές”

1. Ευρισκόμενος σε κάποιο μακρινό νεφέλωμα κάνω ό,τι κάνω, ώστε η
συμπαντική ισορροπία της οποίας είμαι μέρος να μη χάσει την ισορροπία της.

2. Όποιος έχει δει να αδειάζουν όλα, σχεδόν γνωρίζει από τι γεμίζουν όλα.

3. Πριν διατρέξω το δρόμο μου εγώ ήμουν ο δρόμος μου.

4. Τον πρώτο μου κόσμο τον βρήκα ολόκληρο στο λιγοστό ψωμί μου.

5. Ο πατέρας μου, φεύγοντας, δώρισε μισόν αιώνα στην παιδική μου ηλικία.

6. Τα μικροπραγματάκια είναι το αιώνιο, και το υπόλοιπο, όλο το υπόλοιπο, το
σύντομο, το πολύ σύντομο.

7. Χωρίς αυτή τη βλακώδη ματαιότητα που είναι το να επιδεικνυόμαστε και που
ανήκει σε όλους και σε όλα, δεν θα βλέπαμε τίποτα και δεν θα υπήρχε τίποτα.

8. Η αλήθεια έχει πολύ λίγους φίλους και οι πολύ λίγοι φίλοι που έχει είναι
αυτοκτόνοι.

9. Φέρσου μου όπως πρέπει να μου φερθείς, όχι όπως αξίζω να μου φέρονται.

10. Ο άνθρωπος δεν πάει σε κανένα μέρος. Όλα έρχονται στον άνθρωπο, όπως το
αύριο.

11. Όποιος με κρατάει από μια κλωστή δεν είναι δυνατός· δυνατή είναι η κλωστή.

12. Λίγη αγένεια ποτέ δεν με εγκαταλείπει. Και είναι αυτή που με προστατεύει.

13. Μου ανοίγεται μια πόρτα, μπαίνω και βρίσκομαι με εκατό πόρτες κλειστές.

14. Η φτώχια μου δεν είναι παντελής: λείπω εγώ.

15. Αν δεν σηκώνεις τα μάτια, θα πιστέψεις πως είσαι το πιο υψηλό σημείο.

16. Δεν βρήκα σαν ποιόν να είμαι , σε κανέναν. Και έμεινα, έτσι: όπως άλλος
κανένας.

17. Το κακό του να μην πιστεύεις είναι να πιστεύεις λιγάκι.

18. Ξέρω πως δεν έχεις τίποτα. Για αυτό στα ζητάω όλα. Για να τα έχεις όλα.

19. Έρχομαι από το πεθαίνω, όχι από το έχω γεννηθεί. Με το έχω γεννηθεί πάω.

20. Θεέ μου, σχεδόν δεν πίστεψα ποτέ σε σένα, αλλά πάντα σε αγάπησα.

21. Αν εγώ γινόμουνα σαν πέτρα ή σαν σύννεφο, οι σκέψεις μου, που είναι σαν
τον άνεμο, θα με εγκατέλειπαν.

22. Όποιος τα συγχωρεί όλα θα έπρεπε να συγχωρείται για όλα.

23. Με έκαναν εκατό χρονών κάποιες στιγμές που συναντήθηκαν μαζί μου, όχι
εκατό χρόνια.

24. Ζει με την ελπίδα να φτάσει να είναι μια ανάμνηση.

25. Σχεδόν δεν έχω αγγίξει τη λάσπη και είμαι από λάσπη.

26. Πιστεύω πως είναι τα κακά της ψυχής, η ψυχή. Γιατί η ψυχή που θεραπεύει τα
κακά της, πεθαίνει.

27. Ο άνθρωπος μιλάει για όλα και μιλάει για όλα λες και η γνώση όλων να
βρισκόταν όλη σε αυτόν.

28. Ένα υγιές πράγμα δεν εκπνέει.

29. Πολλά από όσα έχω πάψει να κάνω σε μένα, συνεχίζουν να γίνονται σε μένα,
μόνα τους.

30. Ναι, λαθεύουν, γιατί δεν ξέρουν. Κι αν ήξεραν…Τίποτα. Ούτε καν θα
λάθευαν.

*Από το βιβλίο “Αντόνιο Πορτσία, Φωνές”, σε μετάφραση Βασίλη Λαλιώτη και ηλεκτρονική έκδοση Ενδυμίων.

Κουρτ Σβίτερς, Άννα Μπλούμε

Ω πολυαγαπημένη των εικοσιεπτά μου αισθήσεων, εγώ

σου αγαπώ! – εσύ, συ, σεις, σου, εγώ σου, εσύ μου.

– Εμείς; Αυτό είναι (επί τη ευκαιρία) απ’ άλλο ανέκδοτο.

Ποια είσαι, απροσμέτρητο θήλυ και τσουλί; Είσαι

– είσαι; – Λένε πως είσαι – άσ’ τους

να λένε και να ξαναλένε, δεν ξέρουν πού τους πάν τα τέσσερα.

Εσύ φοράς το καπέλο σου στα πόδια, και πηγαίνεις

με τα χέρια πας πηγαίνεις με τα χέρια.

Γεια σου κοπελάρα μου, με το κόκκινό σου φόρεμα

τ’ ασπροπριονισμένο.

Κόκκινα τ’ αγαπώ, Άννα Ανθηρή, κόκκινη αγαπώ εσέ και σου! Εσύ,

συ, σεις, σου, εγώ σου, εσύ μου. – Εμείς;

Αυτό είναι (επί τη ευκαιρία) απ’ αναμμένα κάρβουνα παγερά.

Κόκκινη άνθιση, κόκκινη Άννα Ανθηρή, τί λέει ο κόσμος;

Γρίφος: 

1) Η Άννα Ανθηρή έχει ένα πουλί.

2) Η Άννα Ανθηρή είναι κόκκινη.

3) Τί χρώμα έχει το πουλί;

(Ο ευρών αμειφθήσεται).

Γαλάζιο είναι το χρώμα των κίτρινων μαλλιών σου.

Κόκκινο το γουργουρητό του πράσινου πουλιού σου.

Εσύ, κορίτσι απλό σ’ απλό φουστάνι, εσύ αγαπημένο

πράσινο κτήνος, σου αγαπώ! Εσύ, συ, σεις, σου,

εγώ σου, εσύ μου. – Εμείς;

Αυτό είναι (επί τη ευκαιρία) από το ντουλάπι με τις φωτιές.

Λουλούδινη Άννα Ανθηρή! Άννα, Α-Ν-Ν-Α, γαργαλώ

τ’ όνομά σου. Τ’ όνομά σου στάζει σαν λιωμένο ξύγκι.

Το ξέρεις, Άννα, κιόλας το ξέρεις;

Ότι κι ανάποδα μπορείς να διαβαστείς; Κι ότι κι εσύ, ω εσύ

Η πιο όμορφη απ’ όλες είσαι από πίσω, όπως είσαι

κι απ’ εμπρός: «Α-Ν-Ν-Α».

Τη ράχη μου χαϊδεύοντας, ξύγκι σταλάζει.

Άννα Ανθηρή, συ, κτήνος γαργαλιστικό, σου αγαπώ!

*Απόδοση: Ανδρέας Ρικάκης
** Το σχεδιο της ανάτησης είναι από το “Dada – Τέχνη και Αντιτέχνη” του Χανς Ρίχτερ
*** Ανάσυρση: Θεόδωρος Μπασιάκος.

Βασίλης Βασιλειάδης, Ποιήματα

……….
Νά μέ βρεί ή νύχτα χωρίς νά έχω λιγοστέψει,νά μήν νυχτωθώ λιγοστεμένος.Γι αυτό ζώ έτσι όπως ζώ,μέ γέλιο καί έρωτα ανήσυχο…..

…………..
Στό χουζούρι τής απόλαυσης τού απογευματινού καφέ,μού συστήθηκε ή βιογραφία του μέ περηφάνεια σάν εξωκοινωνική,ακοινωνική,εξωσυστημική,αντισυστημική επαναστάτρια καί αγωνίστρια μέ παράσημα.Τόν άκουγα αφοσιωμένος στίς κινήσεις τών χειλιών του καί στίς γκριμάτσες τού προσώπου του καθώς μιλούσε.
Δέν μιλάς πολύ,μού είπε
Μού αρέσει νά ακούω τή γλώσσα πού χρησιμοποιείς,τίς λέξεις,πώς τίς ταιριάζεις μεταξύ τους γιά νά φτιάξεις τά νοήματα, απάντησα
Καί τί σημασία έχει ή γλώσσα.μιλάω απλά.Εγώ σού εξιστορώ τή ζωή μου,τόνισε μέ έμφαση “τή ζωή μου”
Η γλώσσα πού μιλάς μέ τόν τρόπο πού τήν μιλάς καί ταιριάζεις τίς λέξεις,μέ τά νοήματα πού είναι φορτισμένες οί λέξεις σου είναι ή ζωή σου.Καί ή ζωή σου μού ακούγεται καί εσωκοινωνική καί πολύ συστημική γιατί ή γλώσσα σου είναι ή δική τους γλώσσα,τών μηχανισμών τής συστημικής κοινωνικοποίησης σου.Οσο καί νά μού λές πώς είσαι αντισυστημικός,προοδευτικός καί ό,τι άλλο σέ βρίσκω πολύ κατεστημένο καί συστημικό.
Είσαι τρελός γιά δέσιμο,μού είπε νευριασμένος καί έφυγε.
Τό ξέρω μονολόγησα καί απόλαυσα τήν τελευταία γουλιά ανακατεμένη μέ τό ταμπάκο
πού στριφογύριζα στό στόμα….

………….
τόν έρωτα τόν ελκυστή
καί τίς στιγμές πού τά σινιάλα λικνίζονται μέ χάρη ελκυστική
λαχταράει ή καρδιά τού μυαλού,
τόν έρωτα
πού ακράτητος ό εγωκεντρισμός τής βιογραφίας
ισχαιμικός,κωφάλαλος καί θεότυφλος
παραχωρείται ανερμήνευτα στόν άλλον
ανήμερα τών οργασμικών ξεσχισμάτων τής καυλομαχίας
όταν ή ηδονή τρελλαμένη αθλείται σέ γλωσσοδρομίες ανάμεσα στούς μηρούς
χωρίς ν αφήσει τίποτε αδιακόρευτο,
τόν έρωτα
αυτή τήν οντογένεση πού μάς τσακίζει
αλλά 
αυτά τά ρουφηγμένα τσακίσματα τής παλιρροικής μας ερωτοπάθειας
είναι πού μάς κάνουν
αθάνατους
όμορφους 
καί εύχυμους.

………………
Παραλόγιασμένοι από τίς ευκαμψίες καί τίς συστημολειχίες βυζαίνουν όπου βρούν κι όπου σταθούν υποσχέσεις αναρριχήσεων πού μοιράζουν οί λαθρέμποροι ζωής καί ιδεολογιών, νοθευμένες ώς τό κόκκαλο σκιές πολιτών, λιγώνονται ξανά καί ξανά προσωπικούς παράδεισους οί παρακεντέδες,ξεχνώντας μέ αναίδεια  κάθε φορά πού τζογάρουν στό όνειρο τού ατομικισμού τους, τί σημαίνει τό μέγα προνόμιο νά είσαι προληπτικά πολίτης ενεργός κι όχι διαδηλωτής καί εναντιωμένος μετά τή προσωπική χασούρα,σάν νά μήν ήξεραν πώς ή τράπουλα ήταν σημαδεμένη  …….

*Προδημοσιεύσεις από τό FUCK OFF long poem, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Από πρωίας (Θανάσης Γεωργιάδης)

greek-translation's avatarΠΟΙΗΜΑΤΑ

οικειοποιήσου το γιασεμί και σώπα

χρώματα ζαφοράς στον αέρα και το
ποτήρι σου
μη λες δυνατά τ’ όνομά μου
θα χαθούν
όταν ξαφνιαστεί το αόρατο πουλί
στον ώμο σου

τι άλλο να πω πρωί πρωί
ξύπνησα λίγο πριν μ’ ένα ποίημα
στο στόμα

Θανάσης Γεωργιάδης, Από πρωίας, Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007)

View original post

Μίλα

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Σε μια λέξη τυχαία ο καθένας υποκύπτει
Ακριβώς όπως ο έρωτας
Κρέμεται
Στην άκρη κάθε γλώσσας
Έτοιμος να επιβεβαιώσει
Τις δυνάμεις
Μεταξύ των σωμάτων
Η αποκάλυψη
Του ελάχιστου, άπειρου κόσμου
Μια σημείωση
Των όσων ακόμα θα συμβούν
Όπως πάντα συνέβησαν
Ακαριαία
Κι ανελλιπώς.

View original post

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Έξοδος

Ερχόμαστε
απ’ τις θηλές τ’ ουρανού
κι απ’ της τελείας την πιο απόμακρη άκρη

με τη μορφή που κανείς δε φαντάζεται
άοπλοι
δίχως σημαίες και τύμπανα

θαμπά φεγγάρια
και σκοτάδια βαθιά μας ενώνουν
και παρελθόντες στίχοι και ψαλμοί
κι ενθύμια οραμάτων και θαυμάτων
που γλίτωσαν απ’ την κατάρα.

Μαζί μεγαλώνουμε
περπατάμε μαζί

ακούραστα μάτια ξοπίσω μας
και λόγια που δε λέγονται
που μένουν κι επιμένουν
χτυπιούνται και λαβώνονται
πεθαίνουν και γεννιούνται.

Ερχόμαστε
σηκώνοντας ψηλά τους μάρτυρες
και τους εκτελεσμένους

όταν ξύπνιοι όλοι κοιμούνται κι ονειρεύονται
και παραμιλούν στο ψεύτικο φως.

Ερχόμαστε
μας περιμένουν νεύματα
πουλιά τρελά για να μας πάρουν στο κοπάδι τους

ερχόμαστε και γυρισμό δεν έχουμε

ξανά να ποντάρουμε
ξανά και ξανά
στο παιχνίδι
που δεν παίχτηκε ακόμα.

Νάνος Βαλαωρίτης, Ω! άνδρες Αθηναίοι

Πως τα κάνατε όλα θάλασσα – αυτό είναι γνωστό
Όμως τί φταίμε εμείς οι ασυνήθιστοι
Από τέτοια – εμείς απ’ τα ορεινά τα μέρη
Που ήρθαμε να κατοικήσουμε κοντά σας
Να δούμε τώρα πώς θα ξαναπατήσουμε
Στεριά, χωρίς να θαλασσοπνιγούμε,
Χωρίς να βουλιάξουμε στα έλη
Και τα τέλματα που αφήσατε
Όλο κουνούπια, βούρλα, φίδια, βδέλλες
Ελονοσία, με παράλυση και απραξία
Χωρίς να μας εξαφανίσει μια ρουφήχτρα
Χωρίς να μας εκσφενδονίσει ένας στρόβιλος
Ψηλά στα ουράνια
Κι από θαλασσοκράτορες
Να καταντήσουμε όλοι πράκτορες
Εισαγωγών σε μια νεφελοκοκκυγία
Νεοτερικών επιχειρήσεων και μαγαζιών
Με μπαρ γυαλιστερά από χρώμιο
Με ηλεκτρικές ρεκλάμες και καρέκλες
Με μεταμοντέρνες καλλονές
Ωραίες γυμνές γυναίκες σερβιτόρες
Που σερβίρουν και εκθέτουνε
Τ’ αγορασμένα κάλλη τους
Σε μια βαριεστημένη πελατεία;
Το μέλλον ωστόσο άδηλον
– το κοντινό όσο και το απόμακρο –
Το παρελθόν κατακερματισμένο
Και πασίγνωστο – συνάμα
Και πάντοτε ο κίνδυνος που εγκυμονεί
Να ξαναγίνουν όλα θάλασσα
Ω άνδρες Αθηναίοι
Της σήμερον και της αύριο
Σοβαρευθείτε,
Γρηγορείτε,
Πριν σας εγκαταλείψουν
Οι θεοί σας – εντελώς

*Από τη συλλογή “Η κάθοδος των Μ”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία. Ανάσυρση Κώστας Ρεούσης (στη σελίδα του στο facebook).

William Butler Yeats, Ο λαός

«Και τι κέρδισα απ’ όλο αυτό το έργο;» αναλογίστηκα
τι κέρδισα απ’ όσα θυσίασα με πλήρη επίγνωση κι απόλυτα
δική μου ευθύνη;
Την καθημερινή εμπάθεια και το μίσος μιας πόλης βάρβαρης,
Όπου κατασυκοφαντείται, αυτός που πρόσφερε
τα περισσότερα
Και χάνει κάθε ίχνος της υπόληψής του
Μέσα σε μία νύχτα. Ίσως έπρεπε να ζήσω
-Κι εσύ ξέρεις καλά πόσο πολύ το θέλησα αυτό-
Εκεί που θα ‘φερνα το βήμα μου καθημερινά,
Στην πράσινη σκιά του τείχους στη Φεράρα
Ή εκεί που θ’ ανηφόριζα μες στις παλιές εικόνες
Μες στις γαλήνιες κι ευγενικές εικόνες-
Βράδυ-πρωί σε μιαν απότομη οδό στο Ουρμπίνο,
Κατ’ όπου η Δούκισσα κουβέντιαζε με τους ανθρώπους της
Τα κραταιά μεσάνυχτα – ώσπου και όλοι
Στέκονταν μπρος στο μεγάλο παράθυρο κι έβλεπαν
Κι ίσως να είχα φίλους που θα μπορούσαν να φέρουν μαζί
Ευγένεια και πάθος και να τα κάνουν ένα, όπως εκείνοι
Που είδαν να κιτρινίζουν τα φυτίλια μες στο χάραμα
Κι ίσως ν’ ασκούσα το μόνο ουσιαστικό δικαίωμα
Που επιτρέπει η επαγγελματική μου ιδιότητα:
να επιλέξω συντροφιά
Και το τοπίο της αρεσκείας μου».
Κι ο φοίνικάς μου απάντησε αυστηρά:
«Οι μέθυσοι κι οι άρπαγες του δημοσίου χρήματος
-Κείνο τ’ αχρείο, ποταπό πλήθος που είχα απομακρύνει-
Δοκίμασαν, μόλις η τύχη μου άλλαξε, να με κοιτάξουν
καταπρόσωπο·
Και τότε εκείνοι που υπηρέτησα και κάποιοι που τους έθρεψα
Σύρθηκαν μέσα απ’ το σκοτάδι και μου επιτέθηκαν.
Ωστόσο, δεν παραπονέθηκα -κι ούτε θα παραπονεθώ-
ποτέ για το λαό».

Τότε, μόνο το εξής
Μπόρεσα να της γυρίσω: «Εσύ που δεν πήρες τη ζωή
στο στοχασμό
αλλά στην πράξη,
Κράτα την καθαρότητα μίας φυσικής δύναμης
όμως εγώ, που οι αρετές μου συνιστούν κατεξοχήν
Τον ορισμό της αναλυτικής σκέψης, δεν μπορώ
Τον οφθαλμό του πνεύματος να κλείσω ούτε να σύρω
γλώσσα στη σιωπή».
Κι όμως, τα λόγια της τάραξαν την καρδιά μου,
Ντράπηκα, και τώρα που ανακαλώ στη μνήμη τα ίδια λόγια
-Μετά εννέα χρόνια- σκύβω το κεφάλι από ντροπή.

*Από τη συλλογή “Οι αγριόκυκνοι στο Κουλ”, 1919) Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ποιήματα του William Butler Yeats”, Εκδόσεις Εκάτη 2011.

Νίκος Σφαμένος, Καθώς παίζει η μουσική

αργά τη νύχτα
καθαρός ουρανός
και
πολύχρωμα
αστέρια
τα παιδιά
γυρίζουν
στα σπίτια τους
ενώ ονειρεύονται
λιβάδια
εκείνη
τον περιμένει
στη πόρτα
με το
νυχτικό της
ανεβαίνει τις
σκάλες
της δίνει
ένα φιλί και
την αγκαλιάζει
σφιχτά
καθώς ένας
άνδρας
γέρνει στους
τοίχους