
Ο καθένας να μιλάει για τον εαυτό του
Σαν να είναι εγώ.
Διάολε, πόσο βαρετό.
Ο καθένας να επιθυμεί τον εαυτό του
Σαν να είναι εγώ.
Διάολε, πόσο παλαβό.
Ένα συ, ρε παιδιά, πόσο μου χει λείψει.
Κι ένα αυτός, ακόμη, θα ήταν αρκετό.

Ο καθένας να μιλάει για τον εαυτό του
Σαν να είναι εγώ.
Διάολε, πόσο βαρετό.
Ο καθένας να επιθυμεί τον εαυτό του
Σαν να είναι εγώ.
Διάολε, πόσο παλαβό.
Ένα συ, ρε παιδιά, πόσο μου χει λείψει.
Κι ένα αυτός, ακόμη, θα ήταν αρκετό.

Δράκος ήταν τ’ όνομά του ώσπου χάθηκε
ύστερ’ απ’ του πατέρα του την περιέργεια
που τον σκότωσε
με το κρυφοκοίταγμά του το ματωμένο
Συνήθιζε να ξυπνάει
το πρωί και ν’ ακούει
το τραγούδι του πετεινού από
τη μακρινή Σκόδρα
στην Αλβανία κι
όταν ο πετεινός τελείωνε πήγαιν’ αυτός
στης μάνας του την αγκαλιά
και της έλεγε πόσους κακούς ανθρώπους
θανάτωσε με το κοντάρι
το φτιαγμένο από της φουντουκιάς το ξύλο
View original post 313 more words
ΨΙΧΑΛΑ
Φεύγοντας απ’ τις λέξεις
κοιτάζοντας καιρό πίσω απ’τις γρίλλιες
σταθήκαμε μαζί με όλο
το καραβάνι των ξενυχτισμένων
να βαφτιστούμε στα άτυχα νερά
της δήθεν αποθέωσης.
Κι εκεί ακούσαμε για όμβριες σφαγές
για καταρράκτες εξιλέωσης
και καθαρτήριες μπόρες.
Ακούσαμε για άνοιξες
τα ίδια και τα ίδια
αυτά που μας ρημάζαν χρόνια την ψυχή
και καλεστήκαμε να παραστούμε
στο ετήσιο πανηγύρι του νερού.
Τίποτα δεν καταλάβατε
ΗΛΙΘΙΟΙ, ΗΛΙΘΙΟΙ
εμείς μιλούσαμε για την ΨΙΧΑΛΑ.
Κι ο μη εργαζόμενος;
ΕΣΘΙΕΤΩ ουρλιάζαμε
και κινήσαμε για την πόλη…
***
ΜΑΤΖΕΣΤΙΚ
Κι αν τόσα χρόνια πορευόσουν
τους δρόμους της ατίθασης λαχτάρας;
Πόσο νομίζεις πως μπορούνε να κρατήσουνε
καλέ μου φίλε
οι περισπούδαστες ανάλυσες και τα ποιήματα;
Πόσο μπορούνε να κρατήσουν τα ουζάκια;
Μιλώ για την αξία χρήσης, βέβαια.
Γιατί για την άλλη, ε…
Θα σου κρατήσω το λοιπόν μια θέση στο
Ματζέστικ
εκεί στο πάνθεον των νεοκόπων ποιητών,
των λαθεμένων εραστών και άλλων τινών…
Εκεί λοιπόν στη σύναξη
αυτών που φεύγουνε πίσω από την πλάτη της ζωής
-της βάζουν γκολ χωρίς να είναι οφσάιτ-
εκεί ίσως σε βρω συμπαθητικέ υπέκφυγα
να σου τα ψάλλω ένα χεράκι.
Όχι σπουδαία πράματα.
Ίσα-ίσα για να πιούμε ένα κονιακάκι
και να ρεμβάσουμε την παραλία
ώσπου ν’ ανάψουνε τα φώτα
απέναντι στη Σαλαμίνα…
*Από τη συλλογή “Μούργκα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2008.
Ο πατέρας
Έξι χρόνια νεκρός ο πατέρας
Τον πρώτο καιρό
Σύχναζε στον ύπνο μου
Κατόπιν αραίωσε
Φέτος έρχεται σπάνια
Στην αρχή
Κάτι μ’ ορμήνευε
Έπειτα μ’ άφησε
Να ζήσω μόνος μου
Είπε
Έτσι κάνουν οι νεκροί
Στο τέλος
Ξεχνούν τους ζωντανούς
***
Τη νύχτα
Χτυπώ τις πόρτες σας τη νύχτα
Εγώ ύπνο δεν έχω
Γυρίζω στα σπίτια σας
Σκορπώ την αγρύπνια μου
Σας χτυπώ με μανία
Πόρτες αμέτρητες
Λίγοι ανοίγουν
Οι πιο πολλοί
Κοιμούνται βαθιά
Λήθαργο
Δίχως όνειρα
Όσο κι αν τους χτυπώ
Δεν ακούγεται
Όμως κάποιοι ανοίγουν
Κάποιοι που ξενυχτούν
Και βλέπουν μόνο εφιάλτες
Κι ο πιο συχνός τους
Κι ο χειρότερος
Είναι πως έρχομαι
Και τους χτυπώ
Τη νύχτα
***
Στο παράθυρο
Κάδρο το παράθυρό μου
Ένας πίνακας νύχτα της πόλης
Παίζουν τα φώτα
Λευκά κίτρινα γαλάζια
Παίζουν στο νου μου
Ανταμοιβές εκεί έξω
Στο παράθυρο τζάμι διπλό
Με μονώνει
Μ’ εμποδίζει να βγω
Να μπω στον πίνακα
Στη ζωή των άλλων
Την κλειδωμένη
***
Ενύπνιο
Κοιμάμαι
Με την πόρτα ανοιχτή
Στο πέλαγο
Το απερίγραπτο
Μια ομορφάδα
Πιότερο άγρια
Κι απ’ τα λόγια του τότε
Αγνάντι
Μια σπιθαμή
Στο νησί των τυφλών ποιητών
Και βλέπω
Τα ποιήματα
Τα επιτύμβια
Γραμμένα στο νου μου
Απ’ τα χέρια
Του αυτόχειρα
***
Επίγραμμα
Εγώ ο Θεός
Καθισμένος στο σκαμνί
Εγώ ο άνθρωπος
Καθισμένος στο θρόνο μου
Ξελευτερία
Εκάμαμε αγοραία την ίδια την ψυχή μας
κι έτσι είν’ αδύνατο να νοιώσεις φόβο.
Αργά αργά, ο κατήφορος αρχίζει και μας γνέφει
και τ’ άγρια τα σιωπηλά λιθάρια του εμάς προσμένουν.
Θυμάσαι τότε που ήσουν κοριτσάκι στην αυλή του κρυφτού;
Το μόνο που φοβόσουν ήταν το φτου ξελευτερία.
Ο παιδικός σου φόβος τώρα πια είναι η μόνη μας ελπίδα
Σπίτι χτισμένο στα βράχια
Αντίκρυ στη θάλασσα
Εκεί ονειρεύτηκα
Να κοιτώ στο παράθυρο
Να σπάζουν τα κύματα
Τη μοναξιά μου
*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/2753
ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΕΡΑΣΜΑ
Στην Δάφνη
ΟΙ ΠΙΟ μεγάλες αλήθειες παραμένουν
μέσα μας εντοιχισμένες.
Ασάλευτες σαν επιγραφές.
Σκαμμένα μάγουλα απ’ τον άγριο
καλπασμό των δακρύων.
Πέφτει η βροχή και ξεπλένει την αρμύρα’
μα εσύ ρίχνεσαι πάλι στα τυφλά σαν μοίρα.
Ο χρόνος δεν περνάει την πόρτα
που εσύ κρατάς σφαλιστή
κρύβοντας τα κλειδιά της.
Κλείνω τα μάτια μου
και σε νιώθω να κυλάς μέσα μου
υγρή σαν αίμα.
Σκοτεινό πέρασμα.
Ο πιο σπουδαίος λόγος είναι αυτός
που πρόκειται να ειπωθεί.
Η πιο σπουδαία πράξη είναι αυτή
που πρόκειται να γίνει.
Κύθνος, Απρίλιος 1992
***
ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΗ ΓΕΥΣΗ
Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια
Ίαν Κέρτις
ΑΛΛΑΞΕ μόνον ο χώρος της μοναξιάς
που μας είχε κυριεύσει.
Η νύχτα παραδόθηκε χωρίς αντίσταση.
Θρύψαλα σιωπής με την κρυστάλλινη γεύση
από ένα τάσι πνιγμένο στις στάχτες.
Ακαθόριστες φιγούρες καπνού,
αναχώματα από σεντόνια
και δεκάδες λέξεις, ακαταμάχητα σύνεργα πόθου
βαριά τραυματισμένα’
να τι έμεινε σ’ αυτό το δωμάτιο να θνήσκει
μαζί με το απερχόμενο Σαββατόβραδο.
Αθήνα, Μάρτιος 1995
***
ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ
ΟΙ ΜΑΚΡΙΝΟΤΕΡΟΙ δρόμοι είναι — πάντα —
οι πιο κοντινοί.
Λευκές στρατιές κυμάτων, πτυχές των σεντονιών
που σχίζουν τον ατέλειωτο ορίζοντα
του κρεβατιού μας.
Αβέβαιη η έκβαση
του σιωπηρού πολέμου των κορμιών
κρίνεται με το τελευταίο σπαρτάρισμα φωτός.
Όλα κάποια στιγμή κάμπτονται.
Κοιτώ το κρύσταλλο του ματιού της
λίγο πριν το απόλυτο σκοτάδι
και σκέφτομαι ότι η νύχτα
είναι γένους θηλυκού.
Λευκάδα, Αύγουστος 1998
*Από τη συλλογή “Σκοτεινό πέρασμα”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2000.
Κάτι αγριάνθρωποι, θρασείς, με θώρακα και τόξο
στο χέρι· ανυπότακτοι ΕΙΣ ΟΥΔΕΝΟΣ ΑΡΧΗΝ
σύριζα του Αίμου – αριστερά, αποτομώτατα· άγνωστοι,
αληθώς δε βάρβαροι και εντελώς εκτός
ΣΥΝΘΗΚΗΣ. Κι ατένιζαν το πέλαγος,
εις αρπαγές και ληστείες συνηθισμένοι.
«Κάτι φυτρώνει πάντα ανάμεσα στα σκέλια».
«Σε μια παγίδα ελπίζεις».
«Κι αν δεν περάσαμε από νύχια φίλων».
«Μαλέας δε κάμψας επιλάθου των οίκαδε».
«Επιτέλους, τι θέλουν;
Δεν καταλαβαίνουν ότι και μόνο
το αλάτι κάνει κυνόδοντα τον βράχο;»
«Τους βλέπεις, εκεί πέρα;
Έμαθαν να πλέουν κόντρα στον άνεμο».
«Όσα ξέρουν τα βράχια δεν τα ξέρει
η Ιστορία 25 -τουλάχιστον- αιώνων».
«Αναπτύσσονται».
«Να ’χει το κύμα να ταΐζει τον βυθό.
Ας πλησίαζαν και θα σου έδειχνα
τι πάει να πει Αναπτυξιακό
Μάνατζμεντ, in extremis!
Αλλά με τέτοια νομιμοφροσύνη,
που έπιασε την Μεσόγειο,
ούτε μισοπάλαβο Ιρλανδό ναυαγό δεν πιάνεις»
Κάτω, βαθιά, Ἄ[ϊδι]
σκοτάδι μισαλλόδοξο, μεθοδικό, αναγνωστικό,
μέσω κατάλληλων μετασχηματισμών·
όχι τσιρίδες, τιτιβίσματα και άσματα
ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΑ. Όχι, καθόλου τέτοια ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ,
αλλά λόγια και έργα ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ· ήτοι: εφόσον
το πολιτικό υποκείμενο νέμεται δομές εξουσίας,
μπορεί να στραφεί και προς τον εαυτό του,
ως μέρος μιας διαδικασίας εξέλιξης του υποκειμένου,
καθώς περνάει σε φάση αμφίβια:
τόσο ως μέρος του πλέγματος παραγωγής
και αναπαραγωγής και κυριαρχίας
όσο και ως υποκείμενο προαγωγής
της δικαιοσύνης και χειραφέτησης.
Ερπετό που του αρέσει το κολύμπι, δηλαδή –
ο υγρός φασισμός του βραχώδους αντιφασίστα.
Λάκκος απερίγραπτος:
στόμα Ολλανδού κομισάριου ανοιχτό, διψασμένο
για έναν νέο τρόπο κατανόησης του ιστορικού πεδίου
μια θεωρητική κατασκευή,
όχι μια ιδεολογική καλύβα: ΠΑΤΡΙΔΑ
προφορική, αμετάφραστη σε άλλες γλώσσες.
Μαϊμούδες, μέχρι τον λαιμό στην ξερασμένη
ιστορική βιβλιογραφία
και σκάλιζαν με φουρκέτες τ’ ανοιχτά
κρανία τους βαθιά, στοχαστικά,
σαν να θυμήθηκαν πως ξέχασαν
από πιο σημείο ένα πνιγμένο
παιδί είναι ανθρωπιστική τραγωδία
κι ως πού γίνεται ιστορική κωμωδία.
«Τι διάολο», ένας εντελώς θηλαστικός στο πρόσωπο,
«εδώ δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε τις ΔΡΑΣΕΙΣ
από τις προσομοιώσεις των ΔΡΑΣΕΩΝ
και το ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ από το ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ
της προσομοίωσης.
Διαχέονται τα πάντα σ’ ένα σύμπαν,
προφορικό – αληθώς δε βάρβαρο
και εντελώς εκτός ΣΥΝΘΗΚΗΣ.
Η Ιστορία δεν γράφεται από
βοσκούς [φορο;]φυγάδες
και κατσίκια, που ξεχάστηκαν να κοιτάνε
για πειρατικά καράβια, σύριζα στον γκρεμό του ΕΘΝΟΥΣ.
ΓΡΑΦΗ, βρε! Τα πράγματα δείχνουν
πως η έννοια της γλώσσας εν γένει
φανερώνεται σήμερα σαν οδηγός
ή μεταμφίεση μιας πρώτης γραφής.
Η μεθοδική ανάγνωση είναι εγχείρημα πολιτικότερο.
Ο αναγνώστης ΒΛΕΠΕΙ αυτά που θα γράφαμε
αν ήταν τυφλός.
Δεν μπορούμε να φέρουμε τον κόσμο στα μέτρα μας.
Η πραγματικότητα είναι χρόνια πάθηση».
Γουρλώνοντας το μόνο ορεινό μάτι του, ένας άλλος
-αλόγου δόντια- χλιμίντριζε: «Η πραγματικότητα
έχει κλειστεί στο ασανσέρ από τις αρχές
του 20ου αιώνα και φωνάζει: Schindler Elevator Corporation!»
«Διαβάζει τα στοιχεία του κατασκευαστή,
η ανόητη, ανόητε!» αυστηρά,
ένας κόκκινος καβαλάρης,
με κεφάλι λιονταριού
~ 5 ~
διδάκτωρ Νομικής.
«Η πραγματικότητα δεν έχει ψυχή –
μόνο γραφή κι ανάγνωση.
Πείτε της να πάψει.
Δεν πρόκειται να καταφέρει
τίποτα υπενθυμίζοντας
το Ολοκαύτωμα…»
«Πάψτε επιτέλους, κολασμένοι
της γης», μισός Σκύθης διανοούμενος,
στην κορυφή ενός μικρού, κομψού Καυκάσου.
«Τρομάζετε τα ψάρια της Ιστορίας. Θ’ αγριέψουν
εκεί πάνω».
«Και λοιπόν;»
«Λοιπόν, ξέρεις πολλούς να περιμένουν
τόσους αιώνες να τσιμπήσει το μέλλον;
Δεν βγάζεις άκρη με τους Έλληνες:
αγριάνθρωποι, θρασείς, με θώρακα και τόξο
στο χέρι· ανυπότακτοι ΕΙΣ ΟΥΔΕΝΟΣ ΑΡΧΗΝ.
Έχουν την κόλαση μπες-βγες.
Κι αφήνουν πίσω μας – την κόλασή τους!»
ΟΛΟΓΡΑΦΩΣ: ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΔΕΚΑ ΠΕΝΤΕ.
Εν Ἄ[ϊδι] κτλ.
*Από τη συλλογή “Στασιωτικά {101-136}, αυτοέκδοση.
Στρατόπεδα συγκέντρωσης
Υποδοχής μεταναστών
Στα τσιγκέλια των σφαγείων
Πέτρου Ράλλη και Κηφισού.
Στη Στάση του Ήττα.
Τσιγάρο και γραφομηχανή
Κάλυκες αποτσίγαρα
Οδοφράγματα χάρτινα
Διασχίζοντας ερπύστριες τις νύχτες
Το φως συρματόπλεγμα
απόηχοι, απόμερες εκρήξεις.
Μιλάω μόνο τα βήματα
Στις διαλέκτους της πληγής
Στους σπασμούς
Μέσα στον ειρηνόφιλο ζόφο
Η Επιθυμία Απελευθερώνει
Βραχύβιες μάχες με το θάνατο
Χωρίς τον τρόμο της Ιστορίας.
Στους αναληφθέντες ποιητές
(Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Αλέξη Τραϊανό, Κώστα Καρυωτάκη)
(Το μπαούλο μυρίζει υγραέριο και πτώση. Επεξεργάζομαι το περιεχόμενο.
Ένα περίστροφο, μια σκουριασμένη εξάτμιση, ληγμένα χάπια,
πικραμύγδαλα, θραύσματα από ασπίδες πελταστών,
σπασμένα ακόντια, τα ιδρωμένα ρούχα της νύχτας.
Στον πάτο χαρτιά εμποτισμένα με βενζίνη και αμερικάνικα σπίρτα διάσπαρτα.
Σκοτάδι και ένα ετοιμόρροπο μουρμουρητό.)
Τη νύχτα σταυρώνουν τις φωτιές
Κλείνουν τους λογαριασμούς με τους πεθαμένους
Αφήνουν το σημείωμα κάτω απ’ τη λάμπα θυέλλης
Μια τελευταία επιθεώρηση του κήπου
Σκουπίζουν τον ιδρώτα της νύχτας από το μέτωπο των αγαλμάτων
Ύστερα ανάβουν τη μηχανή του αυτοκινήτου
ή γυρίζουν τον μύλο στο περίστροφο
μπορεί να προτιμήσουν 50 χάπια
Πριν μπουν στη βάρκα
Θα κάνουν τον σταυρό τους
Τρεις φορές
Καθώς δεν ήθελα να γίνω τίποτα κατάφερα να είμαι ποιητής
Μια τόσο όμορφη βραδιά σε ποιον θάνατο αρκείται
Ευτυχώς έχω τόσα να ανησυχώ που το πιώμα ποτέ δεν τελειώνει
Η ποίηση θα με έκανε λιγότερο βίαιο αν μπορούσα ευθαρσώς να γράψω: Γαμώ το χριστό μου
Περασμένα μεσάνυχτα κι ακόμα να φανταστώ ποιος είμαι
Η αποκάλυψη της λεπτομέρειας συρρικνώνει την έξοδο
Αφότου πεθάνει ο πατέρας ο γιος δεν μπορεί να γεννηθεί
Πρέπει πάντα να είσαι υποδεέστερος της λέξης
Αγαπητή μου Μούσα βγάλε τον σκασμό, πρέπει να κοιμηθώ
Ένα αστείο πάντα υπερισχυεί μιας λύπης
Επεκτείνω την θλίψη με το κατάλληλο χαμόγελο
Κάθε σύγχρονο ποίημα περιλαμβάνει κάμποσους φόνους
Να ελπίζεις να τελειώσουν τα τσιγάρα πριν το ποίημα
Όλες οι λέξεις αντικαθιστούνται από μια αγκαλιά
Fuck off. Νέτα σκέτα.
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Τις νύχτες
στηλιτεύω τη βύθιση του χρόνου με ένα χάλκινο βυθόμετρο
έπειτα ξεκουράζομαι στα αγκάθια του,
κι ας αιμορραγώ/
Ο χρόνος δεν έχει χέρια
κι όταν ανακρίνεται,
διστάζει πάντα
-ως ψευδομάρτυρας-
να πάρει το μέρος μου/
Για αυτό
όσο κι αν τους περιμένω,
στο τέλος οι επισκέψεις τους είναι βουβές,
ή όταν μιλούν,
ακούγεται το τρέξιμο των φαύνων στα υγρά φύλλα
και μια μεθυσμένη πεταλούδα
αναρχοπατεί
με γόβες
τη στιγμή της στέψης της.
Ξέρω,
οι νύχτες τους, φυτρώνουν μες στις σκοτεινές ιτιές
και στα αγριοκυπάρισσα
-μια καθ’ ύψος ανάπτυξη
πικρή,
σαν αφηρημένο χάδι-
μα το πέρας τους είναι ένα όριο
που δε σέβεται τη λήθη:
αραδιάζει φλύαρα τα άστρα
στα άκρα της συγκίνησης/
Οι αγκαλιές τους που βαθύνονται,
-ανήμπορες παρόλα αυτά-
θα χαθούν με το πρώτο φως
σαν έκπληκτα ποντίκια._
ΚΛ – 27/11/2017
photo: Walker Evans – West Virginia Living Room, 1935