Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Κλαρίτες πάντα

Τι κι αν
ο εφιάλτης κολυμπά στο αίμα μας
αλύπητα μας ξεσκίζει ο καιρός
και λιώνουμε ως το μεδούλι

αργά ξεφυτρώνουμε
σαν τον υδράργυρο
όπως το σπίθισμα της λάμπας
στον έρημο δρόμο

ακροβατώντας πάνω σε ίνες λεπτές
διαβάζοντας φύλλα κατάξερα
μέσα σε ρωγμές
και χαραμάδες

γυμνοί
θεόγυμνοι

για μια ανάσα
για ένα τράνταγμα
για ένα φιλί

κλαρίτες πάντα.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και το βλέμμα εκείνης της γάτας

Ήταν εκείνο το πρωινό, όταν δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι κι ας ήταν το σώμα του ακόμα γερό, που ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Ξαπλωμένος, σκεπτόμενος όλα όσα τον περιμένουν εκεί έξω, σκεπτόμενος πως θα πρέπει και πάλι να σφίξει τις παλάμες του και την έκφραση στο πρόσωπο του πριν βγει από το σπίτι (προσπαθούσε και τώρα να σφίξει την έκφραση στο πρόσωπο του, μα του ήταν αδύνατον· ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να σηκωθεί), θυμήθηκε εκείνη την αδέσποτη γάτα: Tόσο άρρωστη που είχε φοβηθεί να την αγγίξει. Η γάτα είχε βρεθεί αναπάντεχα μπροστά του δυο μέρες πριν, σε κάποιον έρημο δρόμο – ακίνητη, ζωντανή, καθιστή. H γλώσσα της κρεμόταν έξω από το στόμα, και ο κύριος Παπαδημητρίου δεν είχε κανέναν τρόπο να ξέρει ότι με ένα του άγγιγμα το ζώο δεν θα ξεψυχούσε. Μα ακόμα κι αν η γάτα ήθελε το άγγιγμα· ο κύριος Παπαδημητρίου δεν ήξερε πώς ν’ αγγίξει τον θάνατο, ο κύριος Παπαδημητρίου μόλις που μπορούσε να στοχαστεί τον θάνατο.

Εκείνο το πρωινό, η γλώσσα του κύριου Παπαδημητρίου δεν ήταν έξω από το στόμα, οπότε υπήρχαν σημαντικές διαφορές ακόμα ανάμεσα σ’ εκείνον και τη γάτα. Το βλέμμα του, όμως, ήταν ολόιδιο. Το ήξερε χωρίς να χρειαστεί καθρέφτη. Ναι, δεν είχε μόνο εκείνο το πρωινό το ίδιο βλέμμα – το είχε συνέχεια αν δεν έσφιγγε την έκφραση στο πρόσωπο του, αν έστω για λίγο ξεχνιόταν.

Κι έτσι, θυμήθηκε τη γάτα, θυμήθηκε την ντροπή του σαν έφυγε χωρίς να τη βοηθήσει, και θύμωσε με τη γάτα – αφού η γάτα ήταν καλά. Εκείνο το πρωινό, ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Η γάτα ήταν καλά. Η γάτα είχε αποκτήσει αυτήν την έκφραση για να τον κοροϊδέψει. Τον είχε δει να περπατά πριν τη δει, και είχε αποφασίσει να τον μιμηθεί για να τον κοροϊδέψει. Εκείνο το πρωινό, ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Ήταν το βλέμμα του στο βλέμμα της γάτας· ήταν αυτός ο λόγος που φοβόταν να την αγγίξει.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Νικόλας Ευαντινός, Από το ανοιχτό κρανίο της Γένοβα στο ανοιχτό στέρνο των Εξαρχείων και πάει καίγοντας…

Ανάμεσα από τις στιλβωμένες μπότες
του αόμματου Νόμου,
περνά το βλέμμα του Χρόνου…
μια κόκκινη λίμνη
ξεχυμένη από κρανίο ανοιγμένο, φωσφορίζει.
Εκεί βουτούνε τα πουλιά το ράμφος τους
για να λαμπαδιάσουν για πάντα
σε κάποια γωνιά τ’ ουρανού.
Στάχτη η βροχή μας καλέ μου….
Μια μάνα με δαύτη ραντίζει το κεφάλι της
βουβή και λυγισμένη.
Κοιτάζει τις σκοτεινές φοράδες μέρες
να καλπάζουν προς τα παιδιά
– μην πλησιάζετε, θα σας καταξεσκίσουν!
Εκείνα δεν ακούν, παιδιά είναι σαν τον άτριχο Gregory
με τα δεκαπέντε διαφορετικά χαμόγελα,
τα δεκαπέντε “χαίρε” στον ξεδοντιάρη ήλιο,
τις δεκαπέντε ντρίπλες με την πορτοκαλί μπάλα της τρέλας
τα δεκαπέντε ορθογραφικά λάθη σε μια έκθεση
τις δεκαπέντε πρόβες για το πρώτο φιλί.

Νίκος Βαρδάκας, Tα δαχτυλίδια του Κρόνου

Ταξιδεύω ώρες μονάχος, ασυγκράτητος απ΄ τα γήινα σύνορα.
Ανακάλυψα πλανήτες μικρούς και μεγάλους, κομήτες να περνάνε
στο πλάι μου. Τα ποτάμια του Άρη στεγνά από ζωή, την Σελήνη να
προβάλλει στο βήμα μου αντίκρισα με τα μάτια μισάνοιχτα.
Μια κοπέλα μου φώναξε ξαφνικά. Κάθεται στον Ιάπετο, σε έναν
βράχο της θάλασσας. Μου ζητάει τραγούδια, η σιωπή του μυαλού
την φοβίζει αρκετά. Μου ζητάει ένα αστέρι απ΄τον έναστρο θόλο, αν
μπορώ να τραβήξω.
Ήταν πριγκίπισσα σε μια πόλη και αγάπησε. Τον κόσμο των δρόμων, των
πάρκων. Πριν λίγες ώρες αποφάσισε την κοσμική απόδραση.
«Φέρε τα δαχτυλίδια του Κρόνου» μου χαμογέλασε. «Θέλω να δώσουμε
όρκους αγάπης για πάντα». Ήταν τα τελευταία λόγια της.
Χάθηκε και δεν την ξαναείδα ποτέ. Τα δαχτυλίδια του Κρόνου
είναι ο όρκος, για όλες τις πριγκίπισσες του κόσμου.

13ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

19.11.2017

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Ο θάνατος είναι ένας σταθμός. Κάθεσαι, παραγγέλνεις, πίνεις τον καφέ σου και πορεύεσαι ως συνεχές κι εναλλασσόμενο ρεύμα: έχω σπάσει τα κόκαλα τα ’χω βάλει σανίδες στη ράχη –πρόσεχε, κόσμε άκοσμε, περιπλεγμένος είσαι και δικάζεσαι. Των ασωμάτων σεραφείμ καραδοκούν την κρίση του κριτή. Ο εθνισμός, η οργή και το αλάσιο απαγγέλλουν παλαιά γλώσσα, κι ο ποιητής σκοτώνει ξέμπαρκος στην πόλη «Λευτεριά»:  

View original post 438 more words

Γεωργία Τρούλη, Απ΄ την καλή και απ’ την ανάποδη

Σε αγάπησα
Εκείνη τη νύχτα
Που το σχήμα των φρυδιών σου
Ακούμπησε το δέρμα των δαχτύλων μου
Κι έμεινε ίδιο
Σ’ αγαπώ για εκείνη τη νύχτα
Που διστακτικά γράπωσα
Το πόδι σου κι ελάχιστα
Άπλωσα προσμονή

Άπλωσα προσμονή
Στο πόδι σου ελάχιστα
Όταν διστακτικά
Γράπωσα εκείνη τη νύχτα.
Σ΄αγαπώ
Κι αυτό έμεινε ίδιο
Όταν το δέρμα των δαχτύλων μου
Ακούμπησε το σχήμα
Των φρυδιών σου.
Εκείνη τη νύχτα
Σε αγάπησα.

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

“γράψον ουν α είδες” * (Το κατ’ όναρ απόκοσμο σύμπαν και οι αλχημείες της Ζυράννας Ζατέλη)

ΤΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Η Ζυράννα Ζατέλη – η σημαντικότερη ίσως Ελληνίδα πεζογράφος, και απ’ τις καλύτερες στην Ευρώπη – αποτελεί ζώσα ενσάρκωση ποικίλων παραδοξοτήτων. Πρόκειται για έναν πραγματικό «γρίφο» που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε. Είτε πρόκειται για το ιδιότυπο ονοματεπώνυμό της (που είναι φιλολογικό ψευδώνυμο) και τους κρυπτικούς τίτλους των βιβλίων της, είτε για την αντισυμβατική ζωή και τις ιδιορρυθμίες της (την εμφάνισή της σε φωτογραφίες, στην τηλεόραση, σε συνεντεύξεις, στο αλλόκοσμο περιβάλλον του σπιτιού της, κτλ). Όλα σ’ αυτή την εκκεντρική γυναίκα συντείνουν σ’ ένα αίνιγμα προς αποκωδικοποίηση, εξαίρεση του οποίου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και το τελευταίο της πόνημα «Τετράδια ονείρων» (εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2017) οι συνθήκες έκδοσης και η πρωτοτυπία του οποίου το καθιστούν – δικαίως – εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ενώ το αναγνωστικό κοινό αδημονούσε να κυκλοφορήσει το τρίτο μέρος της πολύκροτης μυθιστορηματικής τριλογίας της (που πρωτοεμφανίσθηκε το 2001 με τίτλο «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους: Ο θάνατος ήρθε πρώτος», για να ακολουθήσει μετά από επτά χρόνια το δεύτερο μέρος: «Ραμάνθις Ερέβους: Το πάθος χιλιάδες φορές»), τελικά αιφνιδίασε τους πάντες με ένα απροσδόκητο μη μυθοπλαστικό βιβλίο. Πώς προέκυψε αυτό; Στις 3 Μαρτίου 2017 η συγγραφέας κατέβηκε στον οδό Ακαδημίας για να φωτοτυπήσει ορισμένες σελίδες από τα τετράδια ονείρων της (το όγδοο και το ενδέκατο) που κρατούσε για να τις συμπεριλάβει στο μυθιστόρημα που ετοίμαζε. Περνώντας από τον εκδότη της, κι ενώ συζητούσαν με τον Θανάση Καστανιώτη, σε μια στιγμή ο τελευταίος παρατήρησε ένα περίεργο σημειωματάριο (τα εξώφυλλα του οποίου ήταν εικονογραφημένα με γάτες και πουλιά) να πέφτει από την τσάντα της. Ήταν τα «Τετράδια ονείρων». Εντυπωσιασμένος, της πρότεινε να επιλέξει κάποια όνειρα για να εκδοθούν ως αυτόνομο βιβλίο, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα που ολοκλήρωνε. Κάτι που έγινε μετά τρεις μήνες, καθώς η ιδέα της συγγραφικής «ανάσας» από το μυθιστόρημα που δούλευε την δελέασε.

Continue reading →

Αντιγόνη Ηλιάδη, Οι παγίδες των μελισσών

Maggie Taylor, Girl in a bee dress

Όταν ο ήλιος σηκώνεται το πρωί, ξεκινάει μια καινούργια μέρα στη Συκιά. Σηκωνόμαστε με τις πρώτες ακτίνες. Η δουλειά το καλοκαίρι είναι δύσκολη, η Δωροθέα φτιάχνει τον ελληνικό και πίνουμε. Μια υγειά την έχουμε, εδώ στο χωριό, ευτυχώς, καθαρό αέρα και τα χόρτα. Έρχονται και κάθε χρόνο φρέσκα ζώα στο κρεοπωλείο του κυρ-Ανέστη και τρώμε καλά. Ευτυχώς, οι παππούδες μας δυσκολεύτηκαν, αλλά εμείς είμαστε καλύτερα. Κόψαμε τα τσιγάρα, γιατί έχουν ακριβύνει και κάνουν κακό και στο στομάχι και στην καρδιά. Πίνουμε σκέτο τον καφέ, μερακλίδικο. Μετά την παίρνω και πάμε στην καντίνα με το αμάξι.

Η Καντίνα του Λευτέρη, άλλη καλύτερη δεν θα βρεις στην πιάτσα. Έχουμε πιάσει το καλύτερο σημείο στη Σιθωνία. Εντάξει, έχει πολλά καλά σημεία, αλλά σαν αυτό δεν έχει. Η Καντίνα μας είναι η καλύτερη. Λουκάνικο, ψωμί και φρεσκοψημένες πατάτες να γεμίσουν το στομάχι. Και μία θέα, άλλο πράμα να σου λέω, άλλο να τη βλέπεις. Κόβω και τα δέντρα κάθε χρόνο. Περιποιούμαι το μέρος για να έρχεται ο κόσμος. Ο κόσμος δεν είναι χαζός. Ξέρει πού πάει. Θα έρθει στον Λευτέρη, γιατί έχουμε την καλύτερη θέα και γεμίζουμε και το στομάχι. Έρχονται, κάθονται εδώ, κάνουν ένα διάλειμμα και φεύγουν. Μιλάμε, λέμε και καμιά κουβέντα, παίζω και τα λαϊκά μου και περνάει η ώρα. Μετά το μπάνιο και την αλμύρα, νερά και κοκα-κόλες, μπίρες και αναψυκτικά είναι ό,τι πρέπει.

Από φέτος, σερβίρουμε και γιαούρτι με μέλι, τρελαίνονται οι ξένοι που έρχονται εδώ. Έχει γίνει στη μόδα, τους πουλάμε το γιαούρτι δυόμισι ευρώ και το αγοράζουν. Εντάξει, ηλίθιοι, αλλά τους φτιάχνουμε κι εμείς. Ό,τι θέλουν, ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Ντόπιο προϊόν. Και σε κρατάει, γιατί το γιαούρτι είναι δροσιά. Ό,τι πρέπει για τον καύσωνα, σε αναστηλώνει. Ζωή είναι το γιαούρτι. Οι ξένοι βρίσκουν όλο νέες μόδες, τώρα είναι το γιαούρτι, φρόζεν γιόγκουρτ. Πέρυσι ήταν η λεμονάδα, τη χρεώναμε καλά και είχε πέραση. Πρόπερσι ήταν κάτι άλλο. Αλλάζουν οι μόδες κι εμείς κάνουμε καρτέρι να δούμε τι θα μας ξημερώσει. Αν σερβίρεις ποιότητα, δεν σε ξεχνάνε και ξανάρχονται κάθε καλοκαίρι. Δεν θα την κρύψω την αλήθεια μου. Θα την πω.

Continue reading →

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Τρία ποιήματα

Ο Τρόμος

(Τη νύχτα που τα φώτα έσβησαν στην “Πόλη του Φωτός”…)
Αόρατος, ασώματος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ`εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
στο κάθε βήμα του στης πόλης τα στενά
στα πεζοδρόμια τ`αδειανά και στις πλατείες.
Σίμωνε τους περαστικούς μ`άγρια χαρά
κάγχαζε που σκυφτοί με τον γιακά τους σηκωμένο,
μήτε που έστρεφαν ποτέ ψηλά τα μάτια τους
όταν τους άγγιζε με χέρια παγωμένα.
Χωνότανε μετά μέσα στα σπίτια τους
σε κάθε σκοτεινή γωνιά, σε κάθε ήχο
μόλυνε το ψωμί τους, να μην τρώγεται
κι έπειτα στο κρεβάτι τους, κρυφά, μες στο σκοτάδι,
όνειρα έφερνε βαριά γεμάτα αίματα
γεμάτα πόνο δάκρυα και θλίψη.
Ασώματος, σαν άνεμος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ`εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
δεν είχε φίλους ή γονείς, δεν είχε πρόσωπο,
αισθήματα δεν είχε και γελούσε.

***

Κεντρικό δελτίο

Την ώρα που γλυκιά, κύματα-κύματα
μεθυστική μια ρέμβη σου ποτίζει το κορμί
νωχελικά, κι αφήνεσαι αργά να σε βυθίσει
και πια δε νιώθεις ούτε την ανάσα σου
και με μισόκλειστα τα μάτια ταξιδεύεις,
μες στη μικρή οθόνη χαμηλόφωνα
μετά τα σπορ τα κοσμικά τις διαφημίσεις
για τα καινούρια απορρυπαντικά, ξανά η θάλασσα
άσπρη μαβιά γεμάτη από κραυγές,
γεμάτη χέρια ανοιχτά, γεμάτη μάτια
και τα παιδάκια μπρούμυτα κι ασάλευτα
που πάνε κι έρχονται στα κύματα σαν τόπια,
λες και τα νοιάστηκε ο θάνατος και τ`άφησε,
ανέμελα να παίξουν πριν τα πάρει.

***

Στην έρημη πλατεία

Σαν πέσει η νύχτα και το σύνθημα δοθεί
πολύχρωμο πολύβουο ποτάμι
σκορπά στις στάσεις του μετρό με τα πανό,
με τις σημαίες και τα λάβαρα στα χέρια.
Και πίσω στην πλατεία που ερήμωσε,
δυο-τρία απορριμματοφόρα
σωροί μπουκάλια πλαστικά, σκυλιά αδέσποτα
και σκόρπιες λασπωμένες προκηρύξεις.
Μα σκύβοντας κανείς πιο χαμηλά,
αν γονατίσει μια στιγμή στα πεζοδρόμια
θα δει να λάμπει ακόμα ο ιδρώτας τους
στο λίγο φως, κι ίσως κρατώντας την ανάσα,
ν`ακούσει το στερνό τραγούδι σα βροντή
σαν καταιγίδα μακρινή, κι ίσως να νιώσει,
μέσα από τους πυκνούς καπνούς, τα χημικά,
μιαν ανεξήγητη οσμή που σε μεθάει,
γιατί η άνοιξη θα`ρθεί, όσο κι αν άργησε,
να λιώσουνε οι πάγοι και τα χιόνια.

*Από τη συλλογή “Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος”, Εκδόσεις “Πηγή”.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Πριν γνωρίσεις οτιδήποτε άλλο
Γνώρισε τον πόνο
Που δικός σου θα γίνει
Γνώρισε τον τρόμο
Που ολοένα ζυγώνει
Αυτός ο διάολος που μας τυρρανά
Αυτός ο θάνατος που πενθούμε
Αυτή η πυρά που κραδαίνει τις νύχτες
Και στροβιλίζει τ’ άστρα
Αυτή η καταστροφή που πλάθει τον κόσμο
Σαν όνειρο παιδιού
Αυτή η αρρώστια που σβήνει τα πρόσωπα μας
Αυτή την μόνη μας ευκαιρία
Να ζήσουμε πραγματικά

View original post