τώρα

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Η αλήθεια είναι μίμηση του εαυτού.
Το απεχθές όριο του κόσμου.
Η ανελέητη σωτηρία της πρώτης θλίξης.
Η διαρκώς ετοιμόρροπη πύλη των αισθήσεων.
Η φθονερή εποπτεία του λόγου.
Η αλήθεια είναι τα πάντα.
Τίποτα δεν επιτρέπεται.


View original post

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα

ΣΤΑΘΜΟΣ ΛΙΤΟΧΩΡΟΥ

Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή. Είναι το φέγγρισμα
πίσω απ’ το βράδυ, όταν το φως υποχωρεί απ’ τις γωνιές
όπως τα δίχτυα πού απλώνουν στα τηλέφωνα κι άκούς
ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές
μιαν έκσταση από άταχτες φωνές μεσ’ απ’ τα σύρματα
το βράδυ στο σταθμό πού συντροφεύει η θάλασσα
δυό τρία βράχια κι ό κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα
κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα Κάστρα

Δεν θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό
το πάθος πού ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και από σάρκα γίνεται
πνευματική αγωνία
η αγωνία πού φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της νύχτας
η αγωνία πού φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά
μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου

Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο
χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν
οι σιγανές πατημασιές. Προσευχηθείτε
για τις σκοπιές που αγρυπνούν.

***

ΜΕΣ ΣΤΟ ΥΓΡΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Μες στο υγρό σκοτάδι
πολύ πλανήθηκα

Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων
τη γνώριμη νύχτα
τον ουρανό

Βροχή
μουσικές φωνές

Μες στο υγρό σκοτάδι

Έλα
θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε

Είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τη θάλασσα

Λάσπες και νερά
ο άνεμος ταξιδεύει
τραγούδια που σβήνουν

***

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ’ αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια

Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει

Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου

***

ΑΘΗΝΑ

Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες
δεν είναι δω τόπος να μείνουμε
εδώ δεν έχει δρόμους δεν έχει μάτια
μέσα σ’ ερειπωμένα παράθυρα
μια μυρωδιά γκαζιού και κίτρινης λαδομπογιάς

*Από τη συλλογή “Δύσκολος Θάνατος” (1954).

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Οι πλημμύρες του Αραχθου και της Ιστορίας

Μυθοπλασία και Ιστορία διαπλέκονται στο έργο του λεσβιακής καταγωγής συγγραφέα και κριτικού με δύο ιστορίες στην περιοχή της Αρτας, η μία από τις οποίες αναφέρεται στο σήμερα και η άλλη τοποθετείται στις αρχές του 20ού αιώνα

Παναγιώτης Βούζης* | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 5/8/2017

Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης είναι συγγραφέας περίπου 15 βιβλίων με πιο γνωστό το «Η τελευταία εξίσωση του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή» (εκδ. Στοχαστής)

Κοινή χρήση

Οι χαρακτήρες και τα περισσότερα από τα περιστατικά της νουβέλας «Η λιτανεία», όπως εξηγεί ο συγγραφέας στη σημείωση στο τέλος, είναι φανταστικά, αλλά στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, ενώ η ακρίβεια των αναφορών στη δράση των υπαρκτών προσώπων προέρχεται από τη μελέτη της υπάρχουσας βιβλιογραφίας. Η καταγωγή της «Λιτανείας» ανάγεται στο λογοτεχνικό είδος το οποίο η Linda Hutcheon ονομάζει «ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία», όπου αίρεται ο διαχωρισμός ανάμεσα στην Ιστορία και τη μυθοπλασία και κατά συνέπεια εγείρεται μια προβληματική σχετικά με τη δυνατότητα παγίωσης της ιστορικής γνώσης. Το βιβλίο όμως του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη αφίσταται από αυτό το μεταμοντέρνο είδος, επειδή η Ιστορία συνυπολογίζεται στο περιεχόμενό του πρώτιστα ως σειρά εξακριβωμένων πράξεων, οι οποίες διαμορφώνουν μια ενική αλήθεια.

Η υπόθεση αποτελείται από δύο παράλληλες ιστορίες που ανήκουν σε διαφορετικά χρονικά επίπεδα. Ο κύριος χαρακτήρας της πρώτης και εκτυλισσόμενης στο παρόν είναι ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μελάς, που μετά την καταστροφή την οποία υπέστη το γεφύρι της Πλάκας στην Αρτα πηγαίνει στην περιοχή για επιτόπια έρευνα.

Κρυφή ερωτική σχέση

Στη δεύτερη, που τοποθετείται ξανά στην Αρτα των αρχών τώρα του εικοστού αιώνα, ο παπα-Βαγγέλης γίνεται ο αρμός στον οποίο συνάπτονται τα τοπικά κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα και επιπλέον μια κρυφή ερωτική σχέση. Η πρώτη ιστορία αρχίζει με την πλημμύρα του ποταμού Αραχθου, η οποία επιφέρει και την καταστροφή του γεφυριού. Η δεύτερη κλείνει με μία πάλι πλημμύρα του ποταμού. Οι σημειώσεις του παπα-Βαγγέλη, όπου διασώζεται η ιστορική μνήμη της Αρτας, περνούν στα χέρια του Δημήτρη Μελά.

Δημιουργείται έτσι με την κατάληξη της υπόθεσης ένας τέλειος κύκλος. Η δεύτερη ιστορία αποδεικνύεται συνθετότερη ως προς την πλοκή και η πολιτική διάστασή της αποβαίνει προοδευτικά όλο και πιο σημαίνουσα, ιδιαίτερα με την εγγραφή της επίσκεψης του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Αρτα, ύστερα από τη νίκη του στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, και με την περιγραφή της επινοημένης από τον συγγραφέα εξέγερσης κατά του μεγαλοκτηματία της περιοχής στις 11 Μαρτίου 1911, την ημέρα της εορτής της Πολιούχου της Αρτας Αγίας Θεοδώρας, μετά τη λιτανεία της θαυματουργής εικόνας.

Εσωτερικοί παράγοντες συνομολογούν ότι η νουβέλα συνιστά μια κατασκευή. Εξυπηρετούνται έτσι συγκεκριμένοι στόχοι. Ο πρώτος είναι η παραχώρηση της κυριότητας της αφήγησης στον αναγνώστη. Αυτό εξασφαλίζεται με την παρεμβολή παραθεμάτων, για παράδειγμα λημμάτων και αποσπασμάτων από άρθρα εφημερίδων, με τη μετατροπή εν γένει της διακειμενικότητας σε χρήση της σχετικής βιβλιογραφίας, με τη γραμμική πλοκή και με το διάφανο στήσιμο. Χάρη στις προηγούμενες τεχνικές το γεγονός της κατασκευής της νουβέλας καθίσταται προφανές, ώστε ανοίγεται μια εξωδιηγητική προοπτική, όπου επικυρώνεται η ανταλλαγή των ρόλων του αφηγητή και του λανθάνοντος αναγνώστη.

Αλλαγή ρόλων

Ο δεύτερος στόχος ο οποίος εξυπηρετείται είναι η μετακίνηση των χαρακτήρων στο παρασκήνιο και η συνακόλουθη πρόκριση του ίδιου του τόπου ως πρωταγωνιστή. Τα πρόσωπα και οι πράξεις τους αποδίδονται επίτηδες μέσα από τυπικά σχήματα, με αποτέλεσμα να δεσπόζει η περιοχή της δράσης τους, η Ηπειρος και ειδικότερα η Αρτα στη διπλή παρουσία της στο παρόν και στο παρελθόν. Γι’ αυτό επισωρεύονται τόσο αναφορές για την αρτινή λαογραφία όσο και για αυθεντικά και επινοημένα περιστατικά τα οποία συνδέονται με την τοπική ιστορία. Η περιήγηση της αφήγησης στον χώρο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «οδολογική».

Ο όρος έχει πλαστεί από τον Gestalt ψυχολόγο Kurt Lewin. Πρόκειται για την αντίληψη του χώρου την οποία αποκτά ένας επισκέπτης κατά το οδοιπορικό του για τη χαρτογράφηση μιας περιοχής μέσω των διακριτών γνωρισμάτων της. Συνεπώς στο βιβλίο «Η λιτανεία» ο τόπος επισκιάζει τους φανταστικούς ήρωες, ενώ ενσωματώνει τα ιστορικά πρόσωπα ως διακριτά και καταστατικά στοιχεία του.

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης
Η λιτανεία
Εκδ. Στοχαστής, 2016, σελ. 106
Τιμή: 10,60 ευρώ

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΄”Τα Νέα” εδώ: http://www.tanea.gr/old-page-categories/books/article/5463511/oi-plhmmyres-toy-araxthoy-kai-ths-istorias/

Βασίλης Καραβίτης (1934-2016), Τέσσερα ποιήματα

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Παρά το γενικό αίτημα
Κανείς δεν στρώνεται να εφεύρει
Μια μέθοδο μοναξιάς
Που ν’ αντέχει στην καθημερινή χρήση.

Μαραίνει το ζήλο μας
Η έχθρα του καιρού.


Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ

Κάποιο φως ελπίδας
Ακόμα στα μάτια του
Όταν ξυπνάει για λίγο.
Μετά θυμάται τον κόσμο
Κι ανήσυχος όσο ποτέ
Ξαναπέφτει γρήγορα
Στον παμπάλαιο ύπνο του.

*Από το “Υλικό μονώσεων”, 1966-1970.

Η ΠΑΛΙΑ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Αντίδοτα δραστικά στη σιωπή
Όταν ανήσυχη η φύση μας γλιστράει
Απ’ το ζεστό κουκούλι της μοναξιάς
Μες στο θαμπό περίγραμμα του κόσμου,
Χωρίς ακόμα να υποπτεύεται
Το άχαρο, μάταιο ταξίδι της
Μέσα σε τόσες νεκρές
Κι ομιλούμενες γλώσσες

*Από το “Στη σκιά του μακρόβιου χρόνου”, 1973-1977.

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΠΡΟ ΕΤΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΑΙ

Ξύνοντας με μανία
Το τεράστιο μολύβι μου ˙
Τρέμοντας μπροστά σ’ ένα
Χαοτικό, άσπρο τετράδιο ˙
Χαράζοντας με κόπο μία μία
Τις πρώτες, ακατανόητες λέξεις μου:

Εκεί βρίσκομαι ακόμα.

*Από το “Ζω με τιυς φίλους και τις λέξεις”, 1977-1981.

**Τα πήραμε από εδώ: http://www.oanagnostis.gr/%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF-%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CF%80%CF%89-%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB/

Αλέξης Αντωνόπουλος, Μείνε

Έχεις δίκιο, αλλά μείνε· μην ξεχνάς ότι υπάρχουν.
Και σήμερα θα θυμώσουν πάλι χωρίς λόγο
και θα κλάψουν επειδή κάπου άκουσαν κάποια χαζή ιστορία
και θα ξεκουράσουν ένα κεφάλι στην αγκαλιά τους (όπως μόνο εκείνες ξέρουν).

Γυναίκες.
Υπάρχουν ακόμα οι γυναίκες.

*Από την ιστοσελίδα του ποιητή στο http://www.alexantonopoulos.com
**Εικόνα από εδώ: ​http://www.milomanara.it/

Χρίστος Ε. Παλαιοπάνος, από το “…ύστερα θα καούν τα σάλια”

III

«Για την πρόποση της αυθύπαρκτης σούρας

οι προσεκτικές πλάτες να αποκαλυφθούν
να ελευθερωθούν τα σπαράγματα
στο ανοιχτό τους σπάραγμα
να μιληθούν οι λιποθυμίες τους
στην οδό τους
Φυλής
ανάμεσα
αυθύπαρκτης σούρας και πρόσφυγα

κι ο ερχομός του μεσσία του με τον ακριβό του βαγιοκαθρέφτη
ανάσκελα
σε χωνεμένα βάγια πόζα να πάρει
αποτρόπαιος
ο μεσσίας του να επιβεβαιωθεί. Κι οι ποιητές

οι ποιητές να ξεσκαλωθούν
που κιότεμα στο πένθος τους να εκπλαγούν
σκιάχτρα τ’ αλώνι τους καλά καταφέρνουν». Ύστερα η όρεξη

στο άπειρο και ανεπίθετο υνί
οργώνει
κι η ηδονή άλλο δεν είναι
πάρεξ υπεροχή κι υπεροχή
η επίδοση – (μέτρα μέγεθος της συγκομιδής της ανυμφάλιας λαβής…)
(και κάποια «κάποτε» με τις προσφυγικές τους εκφορές να πνίγουν
τ’ αλώβητο υνί
στην αιμομιξία του ακριβώς
με τις κάποτε
αιμομιξίες) – κι ύστερα

«για την πρόποση της αυθύπαρκτης σούρας» τους
οι ερχόμενοι φτιάχνονται
κι «όττω τις έραται» και σπάραγμα ανοιχτό

οι ερχόμενοι φτιάχνονται
(από-γειώσεις ποιοτικές
capital και Άουσβιτς και ποίησης-post
αλαλάζουν

κοκκαλιασμένες – κι ονομασίες
αβάσταχτων
γλωσσών
ιλιγγιώδεις)

«από ψυχής»

ίλιγγος στους νόμιμους υπονομευτές
(τ’ άκουσμα του ονόματός τους ακριβαίνουν)
και ίλιγγος στους Κυρίους Βακχευτές
(τον Καιάδα στους αλλόφρονες μεταφέρουν)
«καινούρια αρχή
οριστική
η αυθύπαρκτη σούρα ζει

τέλος τα διάφορα τέλος οι δαίμονες οι ματαιώσεις τέλος
(υπεροχής)
καμία λόξα σε πηγή
καμιά πηγή αλώβητο υνί —
τέτοια αναγέννηση τέτοια χρυσ-αυγή
(υπεροχή)
η αυθύπαρκτη σούρα μας ζει» πίνουν
και πίνουν

την προσωπίδα του ονόματός τους
πίνουν
τον ακριβό τους βαγιοκαθρέφτη — «έλα
και ζει

»τί ασωτείες αδιήγητες του συμποσίου στα τρανταχτά ακόνια τους
τί έλξη πρόσφυγα
και μίτος χυμένος άγναντος στο πάθος του να περιέχει τον αγναντευτή (ματωμένος)
τί μάτωμα του τόνου της υπεροχής το πεπραγμένο — (με ξομολόγηση
σ’ ένα ζαρκάδι της Βαγδάτης — 200Χ)
τί τόνος πληρωμένος στο σπάραγμά του
τί προσωπίδα
τί προσωπίδα
τί τόνος
πλούτος
Πλούτωνα

και σούρα αυθύπαρκτη
υνί
τί μουσική
τί πλησμονή

τί πλησμονή στην αν-αρχία;

για τους έκλυτους της φύσης τους τους αιμομίχτες όλα αυτά
στις άκληρες λαβές τους
στις ηδονές τους
για τί μιλάνε;

αφού μεθάνε

σε άθεες αντιπράξεις πετάνε
στις πτώσεις πονάνε

για ποιόν μιλάμε;»
στις ερημιές λαλάμε

“αφότου μια συνομιλία είμαστε” – (η Bundesbank το ξέρει)
(στην ξεριζωμένη πλησμονή»
(σαν ρίζα κάτι»
(σαν πλησμονή»
(σαν ζωντανοί

(σαν πρόταση της αυθύπαρκτης σούρας

σαν ύστερα σαν άνθρωποι

*“…ύστερα θα καούν τα σάλια”, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα, Μάιος 2010.

Arthur Rimbaud, Δύο ποιήματα



Η ΤΙΜΩΡΙΑ TOY ΤΑΡΤΟΥΦΟΥ

Μια μέρα, που ευτυχής πολύ, με γαντοφορεμένο
χέρι, κάτω απ’ το ράσο του, την ερωτύλα εξούσε
καρδιά του, φριχτά κίτρινος, και το φαφουτιασμένο
στόμα του, απαίσια γλυκερός, την πίστη του ξερνούσε,

μια μέρα, εκεί που πήγαινεν, “Oremus”, – ταπεινόν
άτομο τον εβούτηξε γερά απ’ τ’ άγιο αυτί του,
και λόγια λέοντας άσεμνα, αποσπούσε το σεμνό
μαύρο του ράσο γύρω από το κάθυγρο πετσί του.

Ξεκουμπωμένα, -δικαιοσύνη!- είχε όλα του τα ρούχα
και των κριμάτων το μακρύ καθώς ραγολογούσε
ροζάριο, εντός του, χλώμιασεν ο Άη Ταρτούφος! Γιούχα!

Ξομολογιότανε, λοιπόν, βραχνά παρακαλούσε,
μα ο τύπος τ’ άμφια τού ’βγαζεν αδιάφορος, σα μπούφος.
Από τα νύχια ως την κορφή τσιτσίδι, πφ! Ο Ταρτούφος.

***

Ο ΜΠΟΥΦΕΣ

Ένας αρχαίος, γλυπτός, μπουφές, δρύινος και σκοτεινός:
το ύφος επήρε το αγαθόν ανθρώπων γερασμένων.
Απ’ τη σκιά του αναδίνεται, όταν μένει ανοιχτός,
κάτι σαν κύμα από κρασί παλιό κ ευωδιασμένο.

Γιομάτος: ένα χάος σωστό απ’ αρχαίες παλιατσαρίες,
κίτρινα, εύοσμα ασπρόρρουχα, βελούδα, που παιδιά
ή γυναίκες, τα φόρεσαν, δαντέλλες για κυρίες
και σάρπες, όλο γυπαετούς, που φόραγε η γιαγιά.

Εδώ θα βρείτε μενταγιόν, τσουλούφια από μαλλιά
λευκά ή ξανθά, φωτογραφίες κι άνθη ξερά,
που το άρωμά τους έσμιξε το μύρο απ’ την οπώρα.

Μπουφέ παμπάλαιε, άλλου καιρού, ιστορίες ξέρεις πολλές,
κι όλες να τις πεις θά ’θελες, και θορυβείς την ώρα
που οι πόρτες σου αργά ανοίγουνε, σα χείλη, οι σκοτεινές.

*Μετάφραση: Άρης Δικταίος.
**Από το βιβλίο “Αρτύρ Ρεμπώ, Το Μεθυσμένο Καράβι”, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος”, στη Σειρά “Ξένη Ποίηση” Αρ. 10, Σεπτέμβρης 1997.

The Mysterious Music of Georg Trakl

Otto Dix, Sunrise, 1913

Christopher Benfey

Städtische Sammlungen Dresden

Otto Dix: Sunrise, 1913

Stanley Cavell liked to talk about the two myths of reading subscribed to by Western philosophers. “According to one myth the philosopher must have read virtually everything, at least the whole of Western philosophy, broadly conceived,” he wrote in his memoir, Little Did I Know (2010). The other myth specified that philosophers, pure thinkers that they are, should read virtually nothing. “Heidegger is an obvious exemplar of the former myth,” Cavell observed, “Wittgenstein of the latter.”

And yet, both philosophers, the voracious reader and the seemingly reluctant one, found themselves, at pivotal moments in their careers, turning to the arresting work of the early twentieth-century Austrian poet Georg Trakl (1887–1914). Not surprisingly, Wittgenstein and Heidegger responded to Trakl’s striking and still mysterious poems in sharply divergent—one might almost say opposite—ways. James Reidel’s recently completed three-volume translation of Trakl’s major work, timed to coincide with the centennial of the poet’s suicide, allows readers to speculate on what Heidegger and Wittgenstein (along with many other poetry-lovers) may have found so alluring.

Trakl’s poems have an imagistic clarity and seeming accessibility that may remind some readers of the 1960s “Deep Image” poetry of James Wright and Robert Bly, two of Trakl’s early translators. Trakl’s “pictorial manner,” as he described it in 1910, typically “forges together four separate image-parts in four lines of a stanza into a single impression,” as for example in the first quatrain of “Trumpets”:

Under clipped willow trees, where brown children play
And drive the leaves, trumpets sound. A churchyard awe.
Banners of scarlet drop through the maples’ mourning,
Riders along the rye fields, the abandoned mills.

There are difficulties almost immediately, however. The adjective Trakl applies to willows, verschnitten, allows for a range of meanings, from anodyne (“clipped” or “pruned”) to alarming (the translator Alexander Stillmark, no doubt aware that the word can also mean “castrated,” opts for “mutilated”). Similarly, Trakl’s Ein Kirchhofsschauer can yield either Reidel’s hushed “churchyard awe” or Stillmark’s creepier “graveyard shudder.” (Wright and Bly, translating together, ramped it up to “a quaking of cemeteries.”) Under repeated readings, Trakl’s words shift their meanings, like a piece of music in multiple performances.

Self-portrait by Georg Trakl, likely painted in Max von Esterle’s studio, Innsbruck, November 1913

So what is a poem like “Trumpets” about? The second quatrain, which mentions herdsmen singing and dancing at night, concludes: “Banners of scarlet, laughter, madness, trumpets.” Are military trumpets intruding on the pastoral realm of shepherds? Do the scarlet banners, as Reidel claims, warn of scarlet fever, another threat to the idyllic? Wahnsinn, madness, opens another interpretive direction: those mutilated willows and graveyards, and the twice-mentioned Trauer (sadness, mourning), suggest depression. Abandoned mills may even imply social trauma, an economic disruption of village life. Amid such competing meanings, the most common explanation for what Trakl’s poems are really about has gravitated toward biography.

In a late Dream Song, John Berryman summarized Trakl’s lurid life as “Drugs Alcohol Little Sister.” He was born into an upper-middle-class Protestant family in Salzburg, Mozart’s birthplace (and also that of Thomas Bernhard, a fervent admirer of Trakl). His father sold hardware; his mother was addicted to drugs. The children were placed in the care of an Alsatian nanny, under whose tutelage Trakl and his younger sister, Grete, a piano prodigy, spoke French and developed an intense, possibly incestuous relationship. Trakl survived his bumpy schooling, read Rimbaud, started taking drugs at fourteen, and wrote plays and poetry under those twin influences. He trained, perhaps predictably, as a pharmacist; in 1912, the year his first book of poems was published, he was assigned, in fulfillment of his military obligations, to a garrison hospital in the provincial capital of Innsbruck. There he became a regular contributor to Ludwig von Ficker’s Der Brenner (The Burner), a journal related in title and tendency to Karl Krauss’s Die Fackel (The Flame). Meanwhile, Grete’s career as a concert pianist was foundering, as she descended into alcoholism and a miserable marriage.

At the outbreak of World War I, Trakl was transferred to the Eastern Front. Assigned to oversee a makeshift ward in a barn near the battle of Gródek, in Poland, he found himself responsible, with limited medical supplies, for ninety grievously wounded soldiers. The horrific experience contributed to a mental breakdown, while also inspiring one of his greatest poems, “Grodek,” which deftly blends silence with violent imagery:

With evening the autumn woods sound
Of deadly arms, the golden plains
And blue lakes, over which the sun
Trundles hazier; the night envelopes
Dying warriors, the wild lament
Of their shattered jaws.
But silent in the willow-marsh gather
Red clouds, wherein an angry god dwells,
The spilt blood itself, lunar cold;
All roads empty into black corruption.

At the end of the poem, “the sister’s shadow” mysteriously appears, wandering, like one of Wagner’s Valkyrie, “through the still grove, hailing the ghosts of heroes.” The short “Lament,” another of Trakl’s powerful last poems, invokes “Sleep and death, the somber eagles,” before the “sister of a tempestuous despair” reappears.

Not surprisingly, Heidegger and Wittgenstein had radically divergent methods of reading such poems. Both philosophers saw their task as in some sense putting an end to philosophy, which both felt, though in differing ways, had gone astray. Heidegger believed that the whole tradition of Western philosophy, with its Platonic division of body and soul and its embrace of technology and mechanistic thinking, had left far behind some primal radiance and unity at the source, which he associated with pre-Socratic philosophy and with certain poets, like Trakl. Wittgenstein was also impatient with philosophy as traditionally practiced. “The real discovery is the one that makes me capable of stopping doing philosophy when I want to,” he wrote in the Investigations. “The one that gives philosophy peace.”

In a long essay translated as “Language in the Poem: A Discussion on Georg Trakl’s Poetic Work” (1953), Heidegger rejected biographical interpretation, claiming instead to be in search of what he called “the site,” the proper “placing,” of Trakl’s work. “To an age whose historical, biographical, psychoanalytical, and sociological interest is focused on bare expression, such a procedure must seem patently one-sided, if not wayward,” he wrote. Heidegger immediately made the sweeping claim that all Trakl’s poems are in fact fragments of one single poem. For his own elucidation, he chose lines from all over Trakl’s work, linked by such key words as “blue” or “sister” or (a big one) Untergang (descent).

Stitching together such fragments, Heidegger could argue that “Grodek” wasn’t really about war, but actually about the necessary end of a modern generation mired in Platonism, preparing the way for some new dawn. “All roads empty into black corruption” referred to such philosophical dead ends. The sister wasn’t really Trakl’s own sister, but some primal division into sexual difference. Heidegger’s totalizing—or totalitarian—approach was sharply questioned by Jacques Derrida, in a series of seminars conducted (though poorly documented) during the 1980s. According to the Heidegger scholar David Farrell Krell, Derrida thought that Heidegger claimed to find a unity in Trakl’s varied, ambiguous poetry that wasn’t there to begin with.

Georg Trakl, early 1900s

Wittgenstein’s response to Trakl’s poems was at the opposite extreme from Heidegger’s confident assertions. “I do not understand them, but their tone makes me happy,” he wrote to Ludwig von Ficker, Trakl’s patron. “It is the tone of true genius.” Wittgenstein had approached Ficker in July 1914 to distribute 100,000 crowns “among Austrian artists who are without means.” The largest share (about $95,000 in today’s currency) went to Trakl. Like Trakl, Wittgenstein served in the Austro-Hungarian army. Retreating toward Krakow, he was delighted to receive a note from Trakl, a psychiatric patient in the military hospital there, requesting a visit. Wittgenstein’s arrival was delayed a couple of days until November 5, when he wrote that he was “thrilled with the anticipation and hope of meeting Trakl.” However, he noted, “It is already too late to visit Trakl today.” The next morning, he learned that Trakl had killed himself on November 1.

When Wittgenstein wrote of the tone of Trakl’s poetry, he was, I believe, saying something profound about how best to read it. The analogy is with music— both Trakl and Wittgenstein had siblings who were piano prodigies. “Understanding a sentence,” Wittgenstein noted in the Investigations, “is much more akin to understanding a theme in music than one may think.” Understanding a poem, with its patterns of sound and rhythm and repetition, and its ambiguous phrases, is even more like listening to a piece of music. “Why is just this the pattern of variation in loudness and tempo?” Wittgenstein asks. “One would like to say ‘Because I know what it’s all about.’ But what is it all about? I should not be able to say.”

James Reidel’s translations of Georg Trakl’s poetry, most recently in A Skeleton Plays Violin, are published by Seagull Books and distributed by the University of Chicago Press.

*Taken from http://www.nybooks.com/daily/2017/08/01/mysterious-music-georg-trakl/

Γιώργος Λίλλης, Τέσσερα ποιήματα

Hogret, Bluebeard

ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Ποιο τριζόνι έχει ανοιχτή ακρόαση με τους γαλαξίες
για να προσγειωθεί εντός μου το άπειρο
σαν τέλειο δώρο από το πουθενά;
Ακολουθώ με το βλέμμα τα καράβια.
Ορθοτομώ την επάνοδο του σκοταδιού
στο σκοτάδι. Να μην υπολογίζω
τις ατραπούς περιμένοντας την Πανσέληνο
να διατάξει τα νυχτολούλουδα
να παραταχθούν στο ξύλινο τραπέζι, εκεί
όπου έγειρα και με πήρε ο ύπνος.

ΔΥΝΑΜΗ

Έτριψες στα χέρια σου λεβάντα
και ο πυρρός άγγελος ρίζωσε στον γκρεμό
προφητεύοντας κήπους. Μυστική παραβολή
για όλα αυτά που παραμένουν ακόμα ανεκπλήρωτα.
Respectum aguest lloc. Σημαδεύεις το κενό.
Ανολοκλήρωτο, απύθμενο κενό, στα χαραγμένα
αρχικά του ονόματός σου, δίπλα
στην τοιχογραφία του Εσταυρωμένου.
Το χελιδόνι δεν συναγωνίζεται εδώ τη δύναμη
του αετού, ούτε ο σκαραβαίος την ομορφιά
της πεταλούδας. Η ζωή μυθοποιείται από το χρόνο.
Ο θάνατος από τη λήθη.

ΡΑΒΩ ΤΙΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

Η μοναχικότητα δεν φαντάστηκα ποτέ πως θα έμοιαζε με αντιζηλία.

Ανύπαρκτος, σχεδόν ένα τίποτα, κι όμως αυτόχθων
στις αποσιωπημένες σου πράξεις.

Σε διανύω.

ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ

Συλημένη νοσταλγία, εισχωρείς σαν σκιά
για να αναζητήσεις αθόρυβα τα ίχνη του θαλασσινού θεού
όταν μεταμορφώνεται σε κάποιο οικείο σου πρόσωπο.
Σε τραγουδά ένα τζιτζίκι, σ’ αφουγκράζεται το αίμα μου
σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο κοχύλια και κλειστά παραθυρόφυλλα.

*Από τη συλλογή “Μικρή διαθήκη” (2012).

**Τα πήραμε από εδώ: http://www.oanagnostis.gr