Ντέμης Κωνσταντινίδης, Θυμητικό

Την παιδική εκείνη απλή
χριστουγεννιάτικη γιορτή
θυμάσαι ακόμα,
που το παιδάκι είσ’ εσύ
οι ρόλοι έχουν μοιραστεί―
δασκάλου στόμα.

Η φορεσιά σου είναι λευκή
και τα φτερά σου χρυσαφί,
γυρτό το σώμα.
Ψηλά, σ’ αχλή δοξαστική
χάρτινο άστρο σ’ οδηγεί·
σε πάει ακόμα.

Δήμητρα Κατιώνη, Δύο ποιήματα

επιτύμβια

αυτή η ελιά αγαπήθηκε πολύ
από ανθρώπους που δεν είχαν ησυχία

εδώ βρίσκεται μία λίμνη
λίμνη είναι επειδή δεν σκέφτηκε ποτέ

εδώ βρίσκεται ένα δέντρο
δέντρο σημαίνει «μόνο του»

για τα ποτάμια δεν υπάρχουν επιτύμβιες στήλες
η φρίκη τους είναι δική μου

επιθυμία καδραρισμένη αn’ τον ορίζοντα
μόλις κολύμπησα

αχνά υγρά σκοτεινά η
ακτή σε κοιτά
αλλά
τι θα σε κυματίζει
ναυαγέ
όταν εκπληρωθεί η υπόσχεση;

τόσο που κοιτούν τη θάλασσα
θα γαληνέψουν και την προκυμαία
οι ψαράδες της
σκέφτηκα
και σπαρτάρησα

***

τα χρώματα είναι

μπλε είναι
η θάλασσα
τα ματόχαντρα
η επιθυμία
το ξημέρωμα
κόκκινο είναι
το αίμα
η μητέρα
το κόκκινο χώμα όταν το λέει κοκκινόχωμα
το ξαναμμένο κίτρινο
μαύρο είναι
οι ψαράδες
οι πενθούντες
οι νεκροί
λευκό είναι
όχι το χαρτί
όχι

το μάτι
χρόνια θαυμάζοντας το μπλε
ξανοιγόταν ήδη μ’ εκείνο το καράβι
σε χρώμα που δε θα έβλεπα ποτέ

η εκθαμβωτική λευκότητα του χαρτιού
είναι προϊόν γραφής
είναι της νύχτας μου η λευκή στιγμή
όταν έξω
αστράφτει ποίημα

*Από τη συλλογή “Τρεις μέρες κι ένα τρίτο”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Χρήστος Ντάλιας, Κάποιες ξαστεριές

Όταν με ρώτησες «γιατί τόσο σκοτεινός
ο κήπος;», έλπιζα να βρεις κάποτε
τη φωτεινή μουσική της αγάπης μου.
Και κάθε χρόνο με ξαναρωτούσες, ώσπου
βαρέθηκες. Ήταν φανερό ότι βαρέθηκες
κι ότι δεν είχα πια χαμόγελο αγωνίας
για σένα.
Τώρα μας κοροϊδεύει ο χειμώνας
και μερικές ξαστεριές.

*Από τη συλλογή Τα επόμενα (1986)

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2017/12/20/kapies-xasteries-christos-ntalias/

Γεωργία Τρούλη, Χλοοτάπητας

Υπήρξε μια φριχτή διαπίστωση της απουσίας
Κι ο χρόνος μεγάλωσε
Κι έφυγαν οι δυο τρεις στιγμές
Δεν ακολούθησαν ούτε βήμα-
Ούτε προορισμό είχαν.
Κι η ανάμνηση μένει στιλπνή
Εκείνη
Οι στιγμές
Που τα χέρια της δένουν τον λαιμό του
Κι εκείνος να μοιάζει με κορμό εκατόχρονου δέντρου
Που ποτέ δεν τού ‘λαχε να δει καφενείο στη σκιά του
Ν’ ακούει συζητήσεις άλυτων θεμάτων
Από ανθρώπους που ζουν στο μεταίχμιο μας κρίσιμης αναπνοής
Μικρή συμπύκνωση στα χείλη της που δεν ένιωσε ποτέ αρκετά
Τις σχισμές των δικών του

Έτσι αποφάσισαν να κουρέψουν το γρασίδι
Να δημιουργήσουν γκαζόν
Κι έπειτα πάνω να αφήσουν
Χλοοτάπητα ιστορίας
Έγιναν δύο σεισμοί
Οι ρωγμές σχηματίστηκαν
Κρακελάρει το σώμα μιας γης
Χαμόγελα θλιβερού κλόουν
Έδαφος που από μέσα λάβα καμιά δεν δημιουργεί
Και καμιά δυνατότητα να ενωθεί το ένα χάσμα με το άλλο

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Νίκο Σφαμένος, Τρία ποιήματα

ε!

ποιητή!
τόση ώρα σε
παρατηρώ
-κάτι τρέχει με σένα ε;-
ίσως η νύχτα;
οι μοναχικοί περίπατοι;
οι μακρινές μελωδίες;
ξεκίνα λοιπόν
πες μου λίγη απ΄την
ιστορία σου
ποιητή!
κλόουν του ανέφικτου

***

άγιοι

δε θα ξεχαστούν ποτέ τα
λερωμένα όμορφα
πρόσωπα τους
οι γεμάτες αγωνία
ματιές
τα αιωρούμενα χέρια
και οι φωνές τους
καθώς καιγόντουσαν:
«πάρτε μας γρήγορα από εδώ!
Αυτός ο κόσμος είναι
για τους πετυχημένους!»

***

μια μικρή ιστορία

«δε μου βγαίνει πια»
του είπε
εκείνος πήγε να τρελαθεί
εκείνη έκλεισε το τηλέφωνο
εκείνος θυμήθηκε τις στιγμές τους
εκείνη μπήκε στο μπάνιο
εκείνος έπινε όλο το βράδυ
όλα τα άνθη
οι μέλισσες
οι θηλιές
τα κλειδιά
του κόσμου
εισέβαλαν στο κεφάλι
του
ούρλιαξε μα η πόλη είχε
ήδη κοιμηθεί
το επόμενο πρωί
οι φωνές του μανάβη
τον ξύπνησαν
σηκώθηκε
πλύθηκε
έγραψε άλλο ένα ποίημα
δάκρυσε λίγο
και η μικρή ιστορία
αυτού του κόσμου
συνεχιζόταν

*Από το “Αντιηρωικό”, Γενάρης 2016. Τα σκίτσα της ανάρτησης περιλαμβάνονται στην έκδοση του ποιητή

Dimitris Troaditis, Regards de côté

Regards de côté
aux doigts jaunis
apeurés
énigmatiques,
comme une petite lampe à huile
qui s’éteint lentement
comme une perte définitive
qui atteint les lèvres
comme une nuit noire
désilluminée
qui se siège
au large du silence
ombres, drapeaux en berne
parfums des plantes qui s’égarent
ruptures à l’arrière-plan de la brume
où des reptiles
d’oiseaux
des rêves se nichent
rayons de clair de lune
voix qui supplient
sanglots qui apitoient
les tuiles incompatibles
sur des toits usés
sourires foncés
aux vibrations caressantes
supposées…

*Η μετάφραση στη Γαλλική είναι της Έρμας Βασιλείου.

**Το ποίημα στα ελληνικά είναι εδώ: https://tokoskino.me/2017/04/21/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%81%CF%89%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BB%CE%BF%CE%BE%CE%AD%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%AD%CF%82-2/

***Η φωτογραφία της ανάρτησης έχει χρησιμοποιηθεί στο ελληνικό ποίημα.

Μαρία Γερογιάνη, Τρία ποιήματα

Photo: Dimitri Troaditis


ΡΟΜΦΑΙΑ

Έρχεσαι από τα αθώα
μνήμη ανέγγιχτη

Η ζωή τρέμει
δίχως να φταίει του θανάτου ο άνεμος
Η ζωή τρέμει
όταν οι πέτρες ματώνουν
προπάντων,
όταν το φίδι αλλάζει φορεσιά

Η προδοσία.
Χάθηκε η άσπρη μαργαρίτα
Σφραγίστηκαν οι αγκαλιές
Σ’ ένα συρτάρι χώρεσε ο ουρανός
Βεντάλια πέτρινη ασήκωτη.

Η θλίψη ντύνεται Ρομφαία

***

ΠΙΚΡΟ ΜΕΙΔΙΑΜΑ

Γι’ αυτούς που κλαδεύουν φτερά.
Πουλιά στα κλουβιά που κλαίνε
Αυτοί θαρρούν πως κελαϊδούν

Για τις ευκαιρίες,
που τρέχουν
πριν από σένα για σένα

Για τους Ελεήμονες που προσδοκούν το έλεος

Γι’ αυτούς που υψώνουν ανάστημα,
σ’ αυτούς που αδυνατούν να υψώσουν

Για τα χαμόγελα από σινική μελάνη,
τα «ανεξίτηλα»

***

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΦΑΚΟΥ

Το απόφθεγμα του σώματος,
Το μαγνάδι της ψυχής σου

Με χαμόγελο,
η ορεινή ματιά σου
Πέταξε
μέσα από την χαραμάδα της ζωής

*Από τη συλλογή “Φωνή φωνηέντων”, Εκδόσεις Μελάνι, 2017.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης απεικονίζει τοιχογραφία στη γωνία των οδών Lygon και Blyth, στο Brunswick, βόρειο εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης.

Γρηγόρης Σακαλής, Διαίρεση

Artwork: Maya Abraham

Γιγάντιες μορφές
ψηλά στο βάθος του ορίζοντα
κινούν της γης τα νήματα
οι άνθρωποι τρομαγμένοι
κοιτούν με απορία
κάνουν θυσίες
για να τις εξευμενίσουν
γονατίζουν, κοιτάνε χαμηλά
κάποιοι θαρραλέοι
ξεκινάνε να τις συναντήσουν
κι έπειτα από καιρό
επιστρέφουν και φέρνουν νόμους
για τη ζωή των ανθρώπων
περνούν χιλιάδες χρόνια
τώρα κάποιοι άλλοι
επίσης θαρραλέοι
πλησιάζουν τις μορφές
βλέπουν πως είναι ζωγραφιές
φωτοσκιάσεις του ουρανού
το λένε στους άλλους
μα συναντούν κατάρες, ύβρεις
κι ένας ατέλειωτος αγώνας
διχάζει τον κόσμο
ίσα με σήμερα.

Μαρία Πανούτσου, The waltz

Βαλς σε τέσσερις χρόνους

σε αναζητώ, όπως οι πιγκουίνοι το ταίρι τους  
ο ήλιος δεν βγήκε απόψε με τόση συννεφιά
και τα λουλούδια ξέχασαν το άρωμά τους
δεν πίστευα πως ήσουν πλάι μου
καθώς μας έβλεπα μαζί στο τζάμι της βιτρίνας

με κάνεις και χαμογελώ με νόημα
ίσως και να γελώ ολόκληρη μέσα μου
είσαι το βουνό που έρχεται σε μένα
η θάλασσα που με επισκέπτεται νύχτα

σε θυμάμαι για το τέλος, σε κρατώ για το αύριο
είσαι το νήμα που ενώνει ζωή και θάνατο,
το πεύκο που γνώρισα εγώ είσαι,
το ξημέρωμα κάποιας μέρας, μιας χρονιάς είσαι

αφουγκράζομαι τον άνθρωπο
εκείνον που έφυγε χωρίς να ξέρει το γιατί
πλησιάζω το άγνωστο και σε βρίσκω
πλησιάζω το σίγουρο και σε βρίσκω

Υστερόγραφο.
Χθες, σε ένα τοίχο στην στροφή του δρόμου, καθώς διάβαινα, είδα την φωτογραφία σου, κολλημένη μισή ξεκολλημένη ν’ ανεμίζει στον αέρα. Πλησίασα και είδα καλύτερα, δεν ήσουν εσύ και βέβαια δεν ήσουν. Έχεις φύγει από καιρό, σε άλλα μέρη με μια κρύα και στυφή γεύση.

© Μαρία Πανούτσου

Πάνος Κουτρουμπούσης, Δύο ποιήματα

Ο Πάνος Κουτρουμπούσης

τ’ άεράκι, τ’ άπόγεμα

Καί πάντα τ’ άπόγεμα
όπως κάθε μέρα
τήν ίδια ώρα πού ό ήλιος
γλυκαίνει τόν ουρανό
έρχεται άνάλαφρος
ό μικρός άέρας
πού άπαλά χαϊδεύει
τίς έκθαμβωτικές πεδιάδες
τά σιωπηλά ποτάμια
τούς έγκαταλειμμένους καρβουνιασμένους λόφους,
σφυρίζει μέσα άπό σκελετωμένες πόλεις
φιλάει τό τοπίο…

Εκείνο τό άεράκι
πού ’χει άνακατεμένα μέσα του
δισεκατομμύρια μικρά θραύσματα
σά φωσφορίζοντα πράσινα ή κόκκινα δόντια
νά αντανακλούν τό φως,
όπως πέφτει άπάνω τους ό ήλιος,
νά στολίζουν τό Χέρι τής Ερημιάς

***

ή τροφή απ’ τόν ουρανό

Σέ σκονισμένα κανάλια
περιμένει τή Βροχή
καί τό χώμα
Τώρα πεφτει ή Βροχή σκοτάδι μεταλλικών ήχων
Ή Βροχή
άγγίζει σάν πεταλούδες σά νυφάδες
τά τοιχώματα γύρω,
γλιστράει,
άπ’ τό κεφάλι του κατεβαίνει στά μάτια

Μέ τή γλώσσα
γλύφει τίς πεταλούδες τίς νυφάδες
άπό πάνω του,
καθαρίζει γύρω του τά κανάλια
μαζεύει τήν τροφή άπ’ τόν ουρανό

*Από το βιβλίο “Η εποχή των ανακαλύψεων” (δίγλωσση έκδοση – αγγλικά και ελληνικά), Εκδόσεις futura, Αθήνα 2002.