Το κιβώτιο

Τι είδους κόμμα είναι αυτό που μας κυβερνά, ξέρει κανείς; Τι έχει μείνει από εκείνο το κόμμα και από εκείνους τους συντρόφους τού πρώτου καιρού της επέλασης προς τη νίκη; Ενα απομεινάρι γκροτέσκο αριστερής ρητορικής, μια τσακισμένη ιδεολογική ραχοκοκαλιά, ένα κόμμα χωρίς παρελθόν

Ανδρέας Πετρουλάκης

Στο «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου, μία ομάδα 40 ανταρτών αναλαμβάνει την αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο με περιεχόμενο πολύτιμο για την έκβαση του Εμφυλίου υπέρ του Δημοκρατικού Στρατού. Επρόκειτο για αποστολή αυτοκτονίας καθώς η πορεία που θα ακολουθούσαν περνούσε υποχρεωτικά μέσα από τις γραμμές του εχθρού. Τελικά στην φονική διαδρομή αποδεκατίστηκαν με διαφορετικούς τρόπους όλοι πλην ενός, ο οποίος και παρέδωσε το κιβώτιο. Το κιβώτιο ήταν άδειο. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο για το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο, αλλά καιρό τώρα μου έχει δημιουργηθεί η σκέψη ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε μια φάρσα του μύθου του «Κιβώτιου».

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την ιστορική αποστολή να καταλάβει την εξουσία για πρώτη φορά για λογαριασμό της Aριστεράς. Κουβαλούσε μαζί του όλη τη σκευή της ιστορίας της, τις παρακαταθήκες των παλιών αγωνιστών της, την εξωραϊσμένη αυτοεικόνα του σύγχρονου συντρόφου, το αίσθημα ηθικής υπεροχής που εμπότιζε τα κύτταρα κάθε αριστερού. Στον Αλέξη Τσίπρα και τους συντρόφους του παραδόθηκε ένα μυθικής αξίας κιβώτιο.

Στα χρόνια της αντιπολίτευσης το κουβάλησαν στις μάχες του άοπλου εμφύλιου. Στο άλλο στρατόπεδο υπήρχαν οι προδότες των Μνημονίων που φτωχοποιούσαν τον λαό, οι υποτελείς της τρόικας που έβαζαν φόρους, οι ασπόνδυλοι εντολοδόχοι της Μέρκελ που έκοβαν μισθούς και συντάξεις, οι διαπλεκόμενοι των συμφερόντων που ξεπουλούσαν τον εθνικό πλούτο. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ερχόταν να διώξει τους δεξιούς και ακροδεξιούς της εξουσίας, να σκοτώσει τη διαπλοκή, να διαγράψει το χρέος, να σκίσει το Μνημόνιο, να διεκδικήσει τις γερμανικές αποζημιώσεις, να απαγορεύσει την είσοδο στη χώρα στους τροϊκανούς, να αποτρέψει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, να εθνικοποιήσει τις τράπεζες, να αποκαταστήσει τις απώλειες των εισοδημάτων, να πατάξει την ανεργία, να κλείσει το κάτεργο της Αμυγδαλέζας, να δώσει νέα πνοή στον τόπο.

Η μια μετά την άλλη οι διαψεύσεις άρχισαν να σκάνε με κρότο. Η πρώτη δουλειά του αριστερού νικητή των εκλογών ήταν να συμμαχήσει με τους πιο δεξιούς των δεξιών. Στη συνέχεια υπέγραψε ένα κατάδικό του Μνημόνιο, άρχισε να καλοδέχεται τους τροϊκανούς με άλλο όνομα στο Χίλτον, ξέχασε τα περί γερμανικών οφειλών, έγινε ο καλύτερος φίλος της Μέρκελ, διόγκωσε τη φορολογία σε εξοντωτικά επίπεδα, μείωσε κι άλλο το εισόδημα, αύξησε την πραγματική ανεργία, έστησε τη δική του διαπλοκή, συνέχισε απαράλλαχτο το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων των προδοτών, ξεπούλησε τις τράπεζες στα ξένα funds, εκλιπάρησε για μια μικρή ελάφρυνση του χρέους. Εκανε τα ίδια πράγματα, πολύ ακριβότερα. Για κερασάκι έκανε και αυτό που δεν τόλμησαν ποτέ οι δεξιοί, να υποθηκεύσει τον δημόσιο πλούτο για 99 χρόνια.

Εχανε φέτα-φέτα τον ιδεολογικό του κορμό, αλλά πάλι λες, υποχρεώθηκε από τον οικονομικό εκβιασμό. Βλέπεις όμως και από την άλλη να στέλνουν τα ΜΑΤ που θα καταργούσαν εναντίον συνταξιούχων, να έχουν οχυρωθεί σιδερόφραχτοι μέσα στο Μαξίμου, να κάνουν πολυέξοδα ταξίδια με το πρωθυπουργικό αεροπλάνο που θα πουλούσαν, να έχουν ανοίξει νέες χειρότερες Αμυγδαλέζες, να σκηνοθετούν εθνικολαϊκιστικές φιέστες που δεν είχαμε δει ποτέ επί Δεξιάς, να έχουν στενότερες σχέσεις με την Εκκλησία από τον Σαμαρά, να υπάρχει ένας υπουργός μόνιμα ντυμένος αξιωματικός, να στήνουν φάμπρικες με χρυσαυγίτες σαν νέοι Μπαλτάκοι και αναρωτιέσαι, η τρόικα τους υποχρεώνει να τα κάνουν κι αυτά;

Τι έχει μείνει από εκείνο το κόμμα και από εκείνους τους συντρόφους του πρώτου καιρού της επέλασης προς τη νίκη; Ενα απομεινάρι γκροτέσκο αριστερής ρητορικής, μια τσακισμένη ιδεολογική ραχοκοκαλιά, ένα κόμμα χωρίς παρελθόν, ένα άδειο πουκάμισο. Λίγοι απογοητευμένοι οπαδοί, κάτι κουρασμένα στελέχη, σύντροφοι που καθημερινά λιγοστεύουν, αραιώνουν, αποδεκατίζονται. Τι είδους κόμμα είναι αυτό που μας κυβερνά, ξέρει κανείς;

Φαντάζομαι μια εικόνα σε έναν αόριστο μέλλοντα, τον αρχηγό αποκομμένο από την πολιτική μήτρα που τον γέννησε, χωρίς ιδεολογική πατρίδα, τελευταίο εναπομείναντα της περιπέτειας, να σέρνει μόνος τα κουρασμένα του βήματα και εκείνο το κιβώτιο που έπρεπε να παραδώσει. Ο άγνωστός του αριστερός ανακριτής να τον ρωτά, τελικά τι διαφορά είχες από τους αντιπάλους σου; Και το ανοιγμένο κιβώτιο να χάσκει απειλητικό και να έχει μέσα μια γραβάτα.

*Από εδώ: http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/to-kivwtio-44341301020

Γιάννης Λειβαδάς, Σταθερή Αξία

Ξέρω εκείνες τις σκέψεις και την φορά ετούτη ίσως

Δεν μου θυμίζουν τίποτα

Στον θάνατο έχουμε τα μάτια κλειστά

Μα των ζωντανών τα μάτια είναι ορθάνοιχτα –

Κάνε τράκες

Παντού είναι πρωί μεσημέρι βράδυ

Και όλα μεταποιούνται

Είμαστε εμιγκρέδες

Σε βλέπω για πρώτη φορά

Γιατί δεν είχαμε ειδωθεί ποτέ

Σε κάποια συμφωνία που κρύβεται

Η σελίδα δεν είναι μεταδοτική σαν την μανία

Η νιρβάνα δεν έχει παιδική ηλικία

Οι λεωφόροι και τα στενά άνοιξαν

Επιστρέφουμε στα ίδια τετράγωνα

Ώσπου να καπνίσω αυτό το φτηνό πούρο

Ο καπνός γίνεται καπνός.

Γιώργος Μπλάνας, Αυτό δεν είναι ένα ποίημα

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς

ούτε δρεπάνι να θερίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή κουνάει το χέρι σταθερά

περνούν από το χέρι του πολλά.

Εννοείται: ο δεξιός πρωθυπουργός.

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς

ούτε σφυρί για να τσακίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή του έδωσε πιστόλι

εκείνος που έχει χέρι σταθερό,

πρέπει να δέχονται όλοι

τυφλά ένα τραύμα φανερό.

Εννοείται: ο κάθε μπάτσος

φασίστας, «Ελλην», «Χριστιανός».

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα˙ ευτυχώς.

Θα προτιμούσε να θερίζει, να τσακίζει.

Θανατηφόρα ευμάρεια δεν θέλει να μυρίζει

και είναι ανένταχτο γραμματολογικώς.

*Το πήραμε από εδώ: http://athinakisdimitris.wordpress.com/

Γιώργος Αλισάνογλου, Δύο ποιήματα

Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις
 
«Στα Ουράλια βροχή από φωτιές
Έπεφτε από τον ουρανό
Στα Ουράλια βροχή από φωτιές
Δεν ξύπνησαν
Οι φλόγες ήρθαν
Και τους τύλιξαν_»
Κι αν ακόμα δεν υπάρχει η αθανασία
Θυμήσου τα πτώματα των ποιητών
Που πλέουν στο ποτάμι
Πως οδεύουν γαλήνια προς την αιωνιότητα
Με στίγματα Άνοιξης χαραγμένα στους χαυλιόδοντες
Με σβόλους αίματος στο ρόδο των κροτάφων
Πια, αδυνατώ να πω πως μοιάζουν
Πολλές οι αμαρτίες που θα τους παρομοιάζουν
Με τις κουρούνες του Κώστα Καρυωτάκη
Με το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίη
Έτσι όπως η Σύλβια ξερνάει ένα Άριελ
Άγριος κρίνος της Δύσης το φαρμάκι
Δεν ξέρω τίποτα πια – δεν ξέρω με τι μοιάζουν
Όμως τη νύχτα αυτή – η οικογενειακή κατακόμβη
Υψώνεται προς κάποιον ουρανό γεμάτη χρέη
Και ίσως να είναι της γενιάς τους πράγματι οι τελευταίοι
Που φέρνουν τα μηνύματα σε λάθος πια καιρό
Και γίνομαι ποίηση – ανθός λέω κι εγώ
Έτσι όπως φυτρώνουν όλοι απ’ τα μάτια μου
Καθώς κάνω να κοιτάξω τον υστερόφημο ουρανό
Μάτια γαλάζια – ωσαννά – τα χείλη από λάβδανο
Κι εμβατήρια λαών – πώς να το πω
Ώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!

***

Η Διάφανη Προσευχή

«Αυτήν την φορά δεν θα σας πω για το κορίτσι
Θα σας μιλήσω για το αγόρι»

Το φως με διαπέρασε Ολόκληρο
εμένα τον Αειφανή τον Αμφιφανή τον Αφανή
τον Εμφανή τον Καταφανή τον Προφανή
όλο το φως του κόσμου
μέσ’ απ’ τα σωθικά μου πέρασε
σαν να μην υπήρχε άλλο φως
σαν να μην υπήρχε άλλο σώμα
σαν να μην υπήρχε άλλος κόσμος
αυτό το όλο φως
αυτό το τόσο σώμα
αυτός ο μόνος κόσμος
διάτρητος από Ιθάκη
με τις μακριές του λόγχες-δεσμίδες
να ζυγίζουν την βαρύτητα του κορμιού μου
ολόκληρο με διαπέρασε
το φως
καθάριο και διαυγές
φιλεύσπλαχνο και θελκτικό
η ζωή έπαιρνε ζωή
διαπερνώντας την δική μου ζωή
σαν να ήταν διάφανη η ζωή μου
κι από μέσα – και μέσα απ’ το σώμα μου
γεννιόταν μια άλλη·
η μετά την ζωή ζωή μου
η μελλοντική ζωή
και διαμέσου της
περνούσαν οι ζωές–
όλες οι ζωές των ανθρώπων
συνωστίζονταν κι έλαμπαν
αθόρυβες
αθωράκιστες
πρόσφορες
σαν να επέστρεφαν για να δώσουν
μια απάντηση στα περίπλοκα ερωτήματα
κι όμως δεν ζητούσα καμμιά απάντηση
καμιά ταυτολογία ή ετυμηγορία
μόνο το φως να με διαπερνά
κοιτώντας ψηλά στον θόλο τ’ ουρανού
διάφανος από νεογέννητο αστερισμό
να διακρίνεται στο επέκεινα
να φωτίζεται σχεδόν απατηλά
η μετά/ ζωή μου
με μια ανεξίτηλη δυνατότητα να υπάρχω
και όλες οι ζωές των ανθρώπων να είναι εκεί διπλές
και το φως
το οριστικό φως
να με σημαδεύει σθεναρά
και όλες οι ζωές να επιστρέφουν
στο κορμί μου
όλες οι ζωές των ανθρώπων
να ζούνε απ’ τη δική μου ζωή
και λίγο λίγο
να λιγοστεύει η ζωή μου
να εκλείπει
δύσκολα να περιγράφεται
να αδυνατίζει
να ξεφεύγει από κάθε ορισμό
να παραδίδεται ξανά
στην παιδική μου ηλικία
άπληστη και ρευστή
στις ρίζες των πρώτων μου αριθμών
στην πόρπη της λήθης
να γίνεται η ίδια
φως
το άνευ όρων
φως
το τελικό
φως

Περίτμητο Απερίτμητο Άτμητο Αδιάτμητο Κατάτμητο Ακατάτμητο
Αγάμητο Λιθόδμητο Νεόδμητο Εύδμητο Αθέμιτο Απολέμητο Δυσπολέμητο Αδιανέμητο Ακατανέμητο Ανευφήμητο Ακοίμητο Αμίμητο Αξιομίμητο Πολυφήμητο Δυσμίμητο Ατίμητο Αδιατίμητο Αξετίμητο Πολυτίμητο Ανεπιτίμητο Ανεκτίμητο Αβλαστήμητο Ανοικοδόμητο Αγηροκόμητο Αταξινόμητο Ανοικονόμητο Ακληρονόμητο Αταχυδρόμητο Αλατόμητο Ακαρατόμητο

[Οι λέξεις δεν κατ/ονομάζουν το Φως·
το σβήνουν–
και μετά πάλι εσύ]

*Από τη συλλογή “Ο θάνατος των Ποιητών”.

KKK by Susan Jordan

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

I’d seen them before, the tall pointed hoods

with slits for the eyes, the phalanxes marching –

but that was Spain, all colour and ceremony,

flower-decked Madonnas shuffled along

on huge wooden platforms, the funereal drumbeat,

Christ burdened by the weight of his cross.

This was elsewhere. White-robed, white-hooded,

they triumphed in the street at being given back

the hate they’d had to mask. Behind them I saw

the fiery cross,  the noose tied to a tree, the dragging

feet, the terrified faces. I saw the righteousness

that knew nothing beyond white and black.

View original post

Guillaume Apollinaire, Πολέμου θαύματα

Τί ρουκέτες φαντασμαγορικές αύτές
Φεγγοβολούν τη νύχτα φθάνουν στο κατακόρυφο
Κι ύστερα σκύβουν να μάς κοιτάξουν
Είναι γυναίκες καί χορεύουν μ’ ένα άνάβλεμμα
Για μάτια γιά μπράτσα καί καρδιές

“Ηπια την τσαχπινιά καί τό χαμόγελό σου
Έτσι είναι κι ή καθημερινή άποθέωση κάθε
Βερενίκης μου
Ή χτενισιά της έγινε ούρα κομήτη
Αύτές οί διπλοεπίχρυσες χορεύτριες
’Ανήκουνε σ’ δλες τις ράτσες καί σ’ όλους τούς καιρούς
Ξάφνου γεννούν παιδιά κι έχουν χρόνο μόνο
Γιά νά πεθάνουν

Τί ρουκέτες φαντασμαγορικές όλες αύτές
Μά τί καλά αν ήσαν περισσότερες ακόμη
“Αν ήσαν εκατομμύρια τέτοιες μέ σημασία
Πλέρια καί προσιτή σάν γράμματα βιβλίου
Μά κι έτσι εϊναι ήδονή
Σά νά τινάχτηκε ζωή
Μέσ’ άπό πλάσματα ετοιμοθάνατα μά τί
Καλά αν ήσαν περισσότερες ακόμη τις θωρώ
Σάν ομορφιά πού φανερώνεται καί φθίνει

Θαρρώ πώς βρίσκομαι σέ φωταγωγημένο
Πανηγύρι a giorno
Ευτυχία πού προσφέρει ή γη στόν εαυτό της
Πεινά κι ανοίγει χλωμά πλατιά στόματα ‘
Η Γη πεινά καί νά τ’ άνθρωποφάγο χαροκόπι τού Βαλτάσαρ

Ποιός νά φαντάζονταν πώς θά’ταν τόσο κανίβαλος
Νά χρειαστεί τόση φωτιά νά καψαλίσει σάρκα άνθρώπου
Νά γιατί έχει ό άνεμος μιά γεύση έμπυρευματική
Κακή δέ θά’ταν γιά τούς Θεούς μά θά’ταν πιο καλή
‘Η γιορτή αν ούρανος καί γη τρώγαν μαζί
Γιά νά μήν τρέφεται μόνο ψυχές καταβροχθίζει
Καί μένει ικανοποιημένη νά ταχυδακτυλουργεί
Πολύχρωμες φωτιές
’Αλλά άνθισα στή γλύκα τοϋ πολέμου αύτού
Μ’ δλη τή συντροφιά μου στά χαρακώματα
Κραυγές φλόγας άγγέλλουν άδιάκοπα το παρόν μου
Έσκαψα λαγούμι τεντώνομαι καί τινάζομαι
Σέ χιλιάδες μικρές εκβολές

Είμαι στά χαρακώματα τής πρώτης γραμμής
Μά καί παντοϋ
Ή καλύτερα άρχίζω νά είμαι παντού
Πρώτος έγώ άρχίζω το πρόβλημα αύτό
Γιά τούς μελλούμενους αιώνες
‘Η πραγματοποίησή του θ’ άργήσει πιο πολύ
Καί άπο το μύθο τοϋ ’Ικάρου

Κληροδοτώ στο μέλλον τήν ιστορία τοϋ Γκυγιώμ Άπολλιναίρ
Ήταν στον πόλεμο όμως μπορούΰσε νά ήταν παντού
Στά ξέγνοιαστα χωριά πίσω άπο τις γραμμές
Καί σ’ δλο το υπόλοιπο τής οικουμένης
Σ’ αυτούς πού πέθαναν κρατώντας το συρματόπλεγμα
Σέ γυναίκες σέ κανόνια σ’ άλογα
Στο ζενίθ στο ναδίρ καί στά τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Στή μοναδική δριμύτητα τής παραμονής τούτης τής μάχη
Άλλά τό δίχως άλλο θά ’ταν ακόμη πιο καλά
Άν μπορούσα να υποθέσω πώς δλα τα πράγματα
Πού κατοικώ παντού μπορούν να κατοικούν σέ μένα
Μά δέν υπάρχει τίποτα μέ έννοια τέτοια
Γιατί αν αύτή τή στιγμή είμαι παντού
Έγώ μόνο μπορώ να είμαι μές στον εαυτό μου.

*Από το βιβλίο “Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Ποιήματα”. Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας. Εκδόσεις Γνώση, 1982.

ατυχίες νο. 2

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Η φαντασία είναι νόθο τέκνο της αθανασίας.

Η αθανασία δεν έχει πρόσωπο κι όμως φιλάει υπέροχα.

Το φιλί διέρχεται πάντα μέσω του αέρα.

Ο αέρας δεν σημαίνει τίποτα σε όσους δεν το έχουν ανάγκη να σημαίνει κάτι.

Η ανάγκη επιβεβαιώνει τη φύση μας.

Η φύση μας δεν επιδέχεται βελτιώσεις αλλά περισσότερες παρακαταθήκες.

Η παρακαταθήκη είναι το ίδιο το μέσο.

Το μέσο επιβολής κάθε εξουσίας είναι η επιβολή στο μέσο.

Μέσα στο χρόνο υπάρχει πολύς περισσότερος χρόνος.

Ο χρόνος μας εγκαθιδρύει ως είδος.

Το είδος μας ανήκει ήδη στην χειρότερη ανάμνηση του πλανήτη.

Ο πλανήτης μας πλανήθηκε για χάρη ενός χαμόγελου.

Ένα χαμόγελο ισοπέδωσε τους Θεούς.

Οι θεοί αδημονούν την λήθη μας.

Η λήθη τέχνες κατεργάζεται.

Το κάτεργο του σοφού η ελευθερία του ανόητου.

Ο ανόητος δεν επιδέχεται συμβουλές μα δύναται να συμβουλέψει.

Η συμβουλή είναι ένας φίλος που μπορεί να σε προδώσει.

Ο φίλος δεν αγωνιά για την ακεραιότητά σου.

View original post 34 more words

Hans Magnus Enzensberger, Τρία ποιήματα

ΕΡΕΥΝΑ ΚΙΝΗΤΡΩΝ

Δυστυχώς δεν έχω άλλη επιλογή από το να σας σκοτώσω.
*επειδή αρνείστε να μιλήσετε Βασκικά
*επειδή η τράπεζα αρνήθηκε να υπερβώ το δάνειό μου
*εξαιτίας του πατερούλη
*επειδή δεν αντέχω τη θέα ημίγυμνων γυναικών
*επειδή οι πλούσιοι μου μπαίνουν στο μάτι
*εξαιτίας του σπλαχνικού Παντοδύναμου
*επειδή δεν μου δίνετε άλλα φράγκα για την πρέζα μου
*επειδή δεν μου φαίνεστε αρκετά Καθολικοί / είστε υπερβολικά Καθολικοί
*επειδή με προσβάλατε και το φέρω βαρέως
*εξαιτίας της μανούλας
*επειδή πάντα με στραβοκοιτάτε
*επειδή επέλεξα τη λάθος απάντηση στις εξετάσεις κι απέτυχα
*επειδή ακούω φωνές
*και τέλος πάντων. Επειδή έτσι.
Σας ευχαριστώ για την κατανόησή σας.
(Παρακαλώ, πριν δράσετε, σταυρώστε αντιστοίχως!)

***

ΜΟΛΥΒΔΟΣ

Τότε που έλαμπαν ακόμα, πυρωμένα απ’ την τήξη,
τα στοιχεία του τυπογράφου ήταν τοξικά.
Φρέσκο, αστραφτερό μέταλλο,
που γκριζάρει στον αέρα
τόσο βαρύ και μαλακό
που ένα νύχι μπορεί να το χαράξει.
Αναφλέγεται από μόνο του,
εκρήγνυται, όταν το κάνουμε σκόνη,
μέσα σε παλιές μπαταρίες, φακούς, ασφάλειες,
σκάγια και παράθυρα εκκλησιών,
αστράφτει πάνω σε γυαλιά και κρύσταλλα Βοημίας.
Oι πυροτεχνουργοί το χρησιμοποιούν ακόμα.
Κόκκινος μύλυβδος, λευκός μόλυβδος: επικίνδυνα χρώματα
μέσα σε παλιές ζωγραφιές, ενώ στο τέλος κάθε χρονιάς
συνοδεύει τις ευχές μας. Συγκεντρώνεται φανατικά
στα κόκαλά μας, δημιουργώντας κολικούς,
αραιούς, αργούς σφυγμούς, τρέμουλα,
αστάθεια και μελαγχολία.
Ένα αδυσώπητο δηλητήριο που μας θωρακίζει
από άλλα, αόρατα δηλητήρια, π.χ.,
απ’ τη βαριά ποδιά που μας φοράει
η όμορφη νοσοκόμα
με τη λευκή φορεσιά
την ώρα που εμείς
φτύνουμε αίμα.

*Από τη συλλογή “Η Ιστορία των Νεφών” (2003).

***

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Όταν σήκωσα τα μάτια πάνω απ’ τη λευκή μου σελίδα
είδα έναν άγγελο στο δωμάτιο.

Έναν, μάλλον, κοινό άγγελο,
πιθανότατα, χαμηλής βαθμίδας.

Δεν φαντάζεστε, μου είπε,
πόσο αναλώσιμος είστε.

Από τις δεκαπέντε χιλιάδες αποχρώσεις του μπλε, είπε,
η κάθε μία τους έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο

απ’ οτιδήποτε κάνετε
ή αποφεύγετε να κάνετε σ’ αυτή τη ζωή,

για να μην αναφερθώ στα ορυκτά
και στο Μεγάλο Σύννεφο του Μαγγελάνου.

Ακόμα κι ο πιο κοινός θάμνος, έτσι μετριόφρων καθώς είναι,
θα άφηνε ένα κάποιο κενό πίσω του. Εσείς όχι.

Όπως διέκρινα από τα φωτεινά μάτια του
πρέπει να ήλπιζε σε μια διαφωνία, σ’ έναν βαρύ καυγά.


Ωστόσο εγώ δεν έκανα ούτε βήμα. Περίμενα σιωπηλά
ώσπου αυτός να φύγει.

*Από τη συλλογή “Κιόσκι” (1995)

** Τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Η Ιστορία των Νεφών και άλλα ποιήματα”, σε μετάφραση Γιώργου Πρεβεδουράκη, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2016.

Μίμης Κωστήρης, Ποιήματα

*Ανθολόγηση: Γιάννης Βούλτος


ΣΤΑΥΡΟΙ

Κεραίες υψώνονταν πάνω απ’ τις ταράτσες
Ένα δάσος πυκνό
μέχρι πέρα μακρυά
όσο πήγαινε το μάτι
όσο απλωνόταν η άχαρη πόλη
Σταυροί έλεγες σε απέραντο νεκροταφείο
Στις πολυκατοικίες μέσα
θαμμένοι οι ζωντανοί …

***

ΤΟΠΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ

Πήγε να γράψει ένα ποίημα από ήλιο
όλη τη μέρα μάζευε βότσαλα λέξεις
επίθετα στιλπνά, χαρούμενα
Ήθελε να το χαρίσει στη μάνα του
Ν’ ανοίξει η ψυχούλα της
Δεν μπόρεσε
Σκόνταψε στης γης τα ουσιαστικά

***

ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Σε μπαλκόνια σε ήθελα
πύρινος, της ανατροπής ο λόγος
να καίει το στόμα σου
Σε μαρμαρένια αλώνια
άκαμπτος ο δείκτης
να σημαδεύει τους ένοχους
Σε πεδία μαχών
έφιππος να μάχεσαι
τη συννεφιά του Κόσμου
Αρχάγγελο σε ήθελα – όχι γραφιά
Ρομφαία να κρατάς – όχι μολυβάκια
Τώρα ρίψασπις
παίζοντας της ιδιοκτησίας τα κλειδιά
περιφέρεις την αστική σου συνείδηση
στους υποταγμένους δρόμους
Αχ! Αλλιώς σου έπρεπε
κιοτή μου να ζήσεις
Κάλλιο να είχες νικηθεί·
χιλιάδες οι νικημένοι
Εσύ όμως παραδόθηκες!

***

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥΝΤΑΙ

Απ’ το στόμα των αποθαμένων
ένα κόκκινο γαρύφαλλο βγαίνει
Το παίρνουν οι θεοί
για να σταλάξουν ελπίδα
στην πληγή μας
Οι Άγγελοι φυλάνε τα μνήματα
ανάβουν τα καντήλια
χαϊδεύουν με τις φτερούγες τους
τις εντάφιες πλάκες
Δεν παύουν ν’ ανθίζουν οι ασφόδελοι
Τα φύλλα της καρδιάς δεν πεθαίνουν
Μόνο ταξιδεύουν
Ταξιδεύουν βουβά στον αέρα
μ’ ένα χαμόγελο αισιοδοξίας
στα ανύπαρκτα χείλη

***

ΑΚΟΜΑ

Τελευταία το ίδιο όνειρο βλέπω
Ο πατέρας να με καλεί
απ’ τον ανοικτό τάφο
«Έλα άργησες…
Πρέπει να κλείσω…»
Κι η μητέρα πάντα πονόψυχη
να τον μαλώνει
«Άφησε το παιδί έξω να παίξει…»

*Από τη συλλογή «Της Γης τα Ουσιαστικά» Χαραμάδα, 2007.

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ

Ανθισμένη κερασιά
στρίβει στη γωνία
Φουριόζα
πέφτει πάνω μου
Εγκαταλείπομαι
ανθοβολημένος
στην αύρα της
Πώς να τα βάλεις
με την άνοιξη

***

ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΩΡΕΣ

Απορεί η νύχτα
Ο χρόνος
αμήχανος στέκει
Το κόκκινο νέρωσε
Τι χρώμα να δώσουμε
στα φτερά μας
Oι ωραίοι νεκροί
μας αποστρέφονται
Ούτε που έρχονται
στα όνειρά μας
Οι πλατείες
γέμισαν άδειους ήχους
Οι δρόμοι
χωρίς βάγια και κλάδους
Χωρίς ωσαννά
Στο σκοτάδι
όλη τη νύχτα έγραφα
έγραφα …
Το πρωί τίποτα δεν είχε μείνει
Λευκό το χαρτί με κοιτούσε

***

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Το χάος του ασήμαντου
νυχτωμένους μας βρήκε
και μας πέρασε τις χειροπέδες
Τώρα άμετρος λόγος ηγεμονεύει
Κουβέντες κούφιες
άναρθρες κραυγές
Οι καθαρές φωνές
λιώνουν στην απομόνωση
Κι εσύ στην παρανομία περνάς
Τις νύχτες βγαίνεις κρυφά
και στιχάκια γράφεις στους τοίχους

***

ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ

Αναπαυμένο το σώμα
αγκαλιάζεται
με το γενέθλιο χώμα
Η ψυχή όμως γυμνή
πώς να βιώσει
τόση περιπλάνηση

***

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Δεν περνά πια
από εκείνον τον δρόμο
Κουράστηκε κάθε φορά
να ανακαλεί στην μνήμη
σπίτια κι’ αυλές
φωνές αγαπημένες
και εξαίσια
του γιασεμιού αρώματα
Μα πιο πολύ κουράστηκε
να σκάβει άσφαλτο και πεζοδρόμια
ψάχνοντας απεγνωσμένα για ’κείνα
των παλαιών βημάτων του τ’ αχνάρια …

*Από τη συλλογή «Άγρυπνες Ώρες» Χαραμάδα, 2009.

#Βιογραφικό: Ο Μίμης Κωστήρης γεννήθηκε στην Πάτρα το 1939, όπου και διαμένει. Διατηρούσε μέχρι το 2000 τεχνικό γραφείο ως τεχνολόγος μηχανικός. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά και έχουν βραβευθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Διατηρεί διαδικτυακή ποιητική ιστοσελίδα στη διεύθυνση: http://kostiris.blogspot.com
Βιβλία του:
«Της Γης τα Ουσιαστικά» Χαραμάδα, 2007
«Άγρυπνες Ώρες» Χαραμάδα, 2009

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/4675

Primo Levi, Τρία ποιήματα

ΚΑΤΑΠΛΟΥΣ (ή Η ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ)

Χαρούμενος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπιασε λιμάνι
Ποὺ ἀφήνει πίσω του πελάγη, τρικυμίες
Πού ̓χει τὰ ὄνειρά του ἀγέννητα ἤ, νεκρὰ
Καὶ κάθεται νὰ πιεῖ στὸ καπηλειὸ τοῦ Μπρέμα
Σιμὰ στὴν παραστιὰ κι ὁλόγιομος εἰρήνη.
Χαρούμενος ὁ ἄνθρωπος σβηστὴ φλόγα ποὺ μοιάζει
Ἄμμος ποὺ μοιάζει ποταμίσιας ὄχθης
Ποὺ τὸ φορτίο τ’ ἀπόθεσε κι ἔχει τὸ μέτωπο καθάριο
Καὶ ποὺ στῆς δημοσιᾶς τὸ χεῖλος ξαποσταίνει.
Δὲν φοβᾶται, δὲν ἐλπίζει μήτε προσδοκᾶ,
Μόνο καρφώνει τὰ μάτια
στὸν ἥλιο, ποὺ φεύγει

***

ΔΕΥΤΕΡΑ

Τί εἶναι ἀπὸ ἕνα τραῖνο θλιβερότερο;
Ποὺ φεύγει ὅταν πρέπει, ποὺ
Δὲν ἔχει παρὰ μιὰ φωνὴ μονάχα
Ποὺ δὲν ἔχει παρά, ἕναν δρόμο.
Τίποτα θλιβερότερο ἀπὸ ἕνα τραῖνο.
Ἴσως ἕνα ἄλογο ποὺ τό ̓χουνε νὰ κουβαλάει.
Δεμένο μὲ τὴ λαιμαριά του
Ἀνήμπορο ἀκόμη καὶ στὸ πλάι νὰ κοιτάξει.
Προχωρῶ, ἡ ζωή του.
Κι ἕνας ἄνθρωπος;
Ἕνας ἄνθρωπος, δὲν εἶναι θλιβερός;
Ἂν γιὰ καιρό, ζεῖ μοναχός του
Ἂν πὼς ὁ χρόνος, τέλειωσε πιστεύει
Θλιβερὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι

17 Ἰανουαρίου τοῦ 1946.

***

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΡΑΚΙΟΥ

«Ἀπὸ πολὺ μακριὰ εἶμαι φερμένο
Κακὰ μαντάτα γιὰ νὰ φέρω.
Πέρασα τὸ βουνὸ
Τὸ σύννεφο ἔσκισα τὸ χαμηλὸ
Καὶ σὲ στέρνες τὴν κοιλιά μου καθρέφτισα.
Πέταξα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ μίλια ὁλόκληρα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ νά ’βρω τὸ παράθυρό σου
Γιὰ νά ’βρω τὸ αὐτί σου
Τὸ καινούριο κακὸ νὰ σοῦ πῶ
Ποὺ τὴν χαρὰ τοῦ ὕπνου θὰ σοῦ πάρει
Ποὺ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ θὰ σοῦ τὰ μαγαρίσει
Ποὺ κάθε βράδυ στὴν καρδιὰ θὰ σοῦ θρονιάζεται».
Αἰσχρὰ τραγουδοῦσε, χορεύοντας
Πέρα ἀπ’ τὸ τζάμι, πάνω στὸ χιόνι.
Σὰν ἔπαψε, κοίταξε ὅλο μοχθηρία
Σταύρωσε μὲ τὸ ράμφος του τὸ χῶμα
Καὶ ἅπλωσε τὰ μαῦρα του φτερά.

*Μετάφραση: Χρῖστος Κρεμνιώτης

**Ο Primo Levi γεννήθηκε τὸ 1919. Ἦταν Ἰταλοεβραῖος συγγραφέας καὶ ποιητής. Τὸ 1943 φυλακίστηκε στὸ στρατόπεδο συγκέντρωσης τοῦ Ἄουσβιτς. Τὶς ἐμπειρίες του ἀπὸ τὴ ζωὴ στὸ Ἄουσβιτς τὶς κατέγραψε στὸ δημοφιλέστερο ἔργο του, τὸ Ἐάν αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Πέθανε αὐτοκτονώντας τὸ 1987.
***Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιιοδικό “Νέο Επίπεδο” τεύχος 41/1, Απρίλης 2014.