Η ορχήστρα γδύθηκε τα κόκκινα συντρίμμια,
καθώς κοπάδια βιολιστών κατευόδωναν σπασμένα κοχύλια.
Λευκή πληγή στα μαλλιά
και πολύχρωμο αίμα στον βοριά.
Πέτρινα φιλιά και μια κραυγή
που εκπυρσοκρότησε στα χέρια μου.
Ιδρωμένα φεγγάρια ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες
–καίνε τ’ αστέρια στο κρεβάτι–
Στον κήπο φυτρώνουν αναμμένα κεριά
και ματωμένο χαμομήλι.
Αυτή την άνοιξη αποκλειστήκαμε απ’ το χιόνι
–η αγάπη μας τέσσερις μήνες βαρύς χειμώνας–
Στο καφενείο κολυμπάνε βελούδινα ψάρια
και το τηλέφωνο δεν σταματά.
Σταγόνες βροχής είναι τα ποιήματα
και εσύ μια τρικυμία
***
Η σκάλα
Υπάρχει μια σκάλα
που οδηγεί
τ’ αγέννητα παιδιά
κατ’ ευθείαν στον ουρανό.
Αυτή η σκάλα εικάζεται
ότι έχει κατασκευαστεί
από Κύκλωπες,
–μια ιδιαίτερη φυλή με τρία μάτια–
Το πού ακριβώς καταλήγει
αποτελεί μυστήριο.
Όσοι άλλοι δοκίμασαν ν’ ανέβουν
φτάνοντας στα μισά έπεσαν
και σκοτώθηκαν.
Μονάχα τ’ αγέννητα παιδιά τερματίζουν.
Ο θρύλος λέει πως οδηγεί στον παράδεισο.
Όμως ποτέ δεν κατάλαβα γατί,
στάζουν αίμα τα σκαλοπάτια της
και στον αέρα υπάρχει διάχυτη
μια μυρωδιά θεϊκής σήψης
*Από τη συλλογή “Η Πλατεία των Ταύρων”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.
Είναι η ερημιά που κυριαρχεί
στις πολυκατοικίες
στα πλακόστρωτα της επιτυχίας
στα μουρμουρητά στα σοκάκια
στα κεριά και στα λιβάνια
στους δεκάρικους των πολιτικών
στα μοιρολόγια των σκιών
στα μισόλογα των οπτασιών
σ΄ αυτούς που φεύγουν μόνοι
στα μικρά παιδιά στις παιδικές χαρές
είναι η ερημιά σαν μια υστερική σούπα
κουρνιάζει σε σπίτια-τρύπες
κουλουριασμένη αγκαλιάζοντας δήθεν
τον άλλο της εαυτό
μινιατούρα που δεν μεγάλωσε ποτέ
κυνηγώντας πεταλούδες
και χρωματιστά ψάρια σε ενυδρεία
καλλιεργώντας πλαστικά λουλούδια
και χάρτινα όνειρα στις λεωφόρους
των διαδικτυακών αναστάσεων
πλουμισμένα σάβανα νεκρών συντρόφων
η ερημιά ξέχασε τους ποιητές
έτσι που κανείς δεν θέλει να τους συγχωρέσει
για την τόση αποκοτιά τους
να θεωρούν τους εαυτούς τους ειδήμονες
της μιας ή της άλλης μοναξιάς
που καμώνεται για συντροφιά
πλέοντας πέρα από τον ορίζοντα
της σιωπής τους
πέρα από τις φανταστικές ρίμες
των ανύπαρκτων στίχων τους
η ερημιά είναι τα μέρη εκείνα
τα μακρινά
οι απάτητοι τόποι
που όλο λέμε να επισκεφθούμε
αλλά όλο το αναβάλλουμε
φοβούμενοι το ύψος
και τις τιμές των χρηματιστηρίων
παραδινόμενοι με αυταπάρνηση
στα είδωλα της καθημερινότητας
αναζητώντας τους κωδικούς της εξόδου
από τη σύγχρονη σκλαβιά του χρέους
ασθμαίνοντας στις μεγάλες αποστάσεις
κοιτάζοντας τα τρένα να περνούν
αλλά αδυνατώντας να επιβιβασθούμε
γιατί ποτέ δεν αγοράσαμε εισιτήριο.
ΟΙ ΑΚΑΛΥΠΤΟΙ των πολυκατοικιών
χώροι ανυπεράσπιστοι.
καθώς ενώνουν
τα πίσω κρυφά τους μέρη,
μοιάζουν σαν αγκαλιά ματαιωμένη,
στο χρόνο ακίνητη.
Αιώνια χαιρετώντας το άπιαστο
τον άνοικο που δε χώρεσε
να κατοικήσει.
***
ΤA ΒΡΑΔΙΑ του ξημέρωνε
σε ξένους ύπνους,
έπινε γαλήνη αδικαίωτη
στα μπαρ.
Δωμάτια παραβίαζε
με μανία
με φουρκέτες
με σουγιάδες.
Έψαχνε παντού
για το ουράνιο τοξο
που του τάξανε.
***
ΑΝΕΒΑΣΕ το λεπτό της σώμα
στα χέρια
μέχρι τον έβδομο,
έσπρωξε με το γόνατο την πόρτα.
Ο φωτισμός ήταν αλλιώτικος
απ’ ό,τι ήξερε.
Συγνώμη, πήγε να μουρμουρίσει,
μα τον πρόλαβε μια φωνή
από το βάθος.
Λάθος, κύριε,
είστε σε λάθος νεκροθάλαμο.
***
ΤΟΝ ΕΙΔΑ ένα βράδυ
μέσα απ’ τις γρίλλιες,
για να γράψει ένα ποίημα
έμπηξε ένα καρφί
στον απέναντι τοίχο
και περίμενε
να γυρίσει ο πόνος
πίσω σ’ εκείνον.
***
ΠΗΡΑΝ τη σιωπή του
για ευτυχία
κι έτσι τον άφησαν αβοήθητο.
***
ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Άσ’ το
θα βγει μόνο του
καθώς η ωραία στιγμή
σε λάθος ώρα.
*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.
Στην άκρη του δαχτύλου υπάρχει ένα μάτι
στην άκρη του ματιού ένα στόμα.
Ακομά κι αν ήθελα να διανύσω την απόσταση
αντίστροφα, ως την καρδιά
θα έπρεπε, πρωτίστως, να κόψω το κεφάλι μου
και στη θέση του να βάλω έναν ουρανό
με κείνη την σωστή απόχρωση
που συνταιριάζει τα σφάλματα
σ’ ένα υπέροχο μηδενικό.
Μα όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι το οποίο ξεκίνησα
κλαίγοντας
για τη βία που προηγήθηκε της δικής μου
δηλώνοντας, εξ αρχής, χαμένος και προσφιλής
στην γενικευμένη αίσθηση του χαμού
της αποξένωσης και της λύσσας.
Ενίοτε, μονάχα, οριζοντιώμαι
σε μια απέλπιδα προσπάθεια
να παραλληλιστώ με την φορά της κίνησης
και να ελεήσω λίγη απ’ την ευδαιμονία
— ίσως της μόνης εναπομείνουσας
του να είσαι αόρατος.
Το νόμισμα του χρόνου καίει στο χέρι μου
ένας μεταλλικός κύκλος χωρίς πρόσωπο
καίει όλα αυτά που αγνοώ για τον εαυτό μου
όλα αυτά που κανείς δεν υποπτεύεται για μένα
Το κέρμα κυλάει
φτάνει στα κουρασμένα πόδια σου
το παίρνεις και χαμογελάς άγρια
Δεν είναι ένα όνειρο για σένα όλο αυτό
άρπαξε το νόμισμα και σκέψου
τα μαλλιά μου τα μάτια μου
Κάποιος λέει ψέμα μέσα στα μάτια μου
κάποιος πληγώνει την καρδιά μου
ανάμεσα.
***
Η ΨΗΛΟΤΕΡΗ ΠΕΤΡΑ
Περπάτησα κατά μήκος του δρόμου μετρώντας τις πέτρες του
μια προς μια
όλες
Η ψηλότερη πέτρα
ήταν το σύννεφο του ονείρου σου
το κοίλωμα του ονείρου σου
Το ήξερα
και προχώρησα να μετρώ τις εποχές που αγαπώ
που ξεκλείδωσαν τις πύλες της μοίρας για εμάς.
***
ARS POETICA
Έχουμε δει
τη γαλάζια σφαίρα της θλίψης
το απαράμιλλο απόθεμα αυτού που τώρα εξαφανίζεται
Έχουμε επίσης δει
πώς το ξέγνοιαστο απόγευμα
μας έφερε τη μνήμη ενός δέντρου που κατοικήθηκε από τη σκιά του
Έχεις δει
το πρόσωπό μου ανάμεσα στις ταφόπλακες
ο θάνατος προχωρεί
Βλέπετε
τον αμετάκλητο χώρο της ευτυχίας
τον χρόνος για χαμόγελα
Βλέπω
αυτές τις διάσπαρτες λέξεις
το ποίημα.
*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Poems of Mijail Lamas, Mario Bojorquez and Ali Calderon”, σε μετάφραση από τα ισπανικά στα αγγλικά Mario Licon Cabrera και εισαγωγή του Gustavo Osorio, εκδ. Vagabond Press, Sydney, Australia 2017.
**Στο βίντεο ένα περιστρεφόμενο ποίημα του Mario Bojorquez.
=======
Και ξαφνικά άρχισαν οι πόνοι
———— κοιλοπονούσε είπαν η Ιστορία
Και γεννήθηκε το νέο
——————- φορώντας φωτοστέφανο
Είπαν πως ο κόσμος θα γίνει καλύτερος
—— αρκεί ο θεός να γεννηθεί άνθρωπος
Να νοιώσει τον πόνο, το ξύδι
————– και τη λόγχη στα πλευρά του,
— αρκεί να γευτεί την πίκρα του θανάτου
Και ξαφνικά στον ουρανό
——————— φάνηκε ένα νέο αστέρι
Όχι σαν αυτά τα ταπεινά γεννήματα
—————- της σκόνης του σύμπαντος
αλλά ένα αστέρι οδηγός
——————– να υπόσχεται ανάσταση
———- κι ελπίδα στους κατατρεγμένους
Από τότε κάθε χρόνο
οι Μάγοι μας τάζουν ένα καλύτερο κόσμο
Κάθε χρόνο προσμένουμε
———- έναν λυτρωτή ελπίζοντας ειρήνη
Μα οι πόλεμοι επιμένουν
—————————- η φτώχια επιμένει
η προσφυγιά και η απελπισία
——————— κατακλύζουν τα πέλαγα
Η εκμετάλλευση και η αδικία επιμένουν
————————— κηλίδες ανεξίτηλες
——- στο πουκάμισο του μέλλοντός μας
Κι όμως αυτοί μας έταξαν πως ο κόσμος
———————— θα γίνει πιο όμορφος
και πως ο θεός θα καταδεχθεί
————————— να γίνει άνθρωπος
Κι εμείς τους πιστέψαμε
Έτσι κάθε Χριστούγεννα περιμένουμε
———————————— τον άγγελο,
——– τους μάγους και τ’ άστρο οδηγό
Όμως ως πότε;
Μερικές φορές αναρωτιέμαι
——— μήπως και το άστρο της ερήμου
————————– είναι οφθαλμαπάτη
Μήπως ο δρόμος της ελπίδας
——————- είναι υπόθεση δικής μας
Ανασκουμπωθείτε λοιπόν φίλοι μου
Μην ψάχνεται μαίες, μάγους
———– και άστρα φωτεινά για οδηγούς
Οι μάγοι δεν υπάρχουν πια
Έχασαν το δρόμο τους
———————– στα βάθη της ερήμου
Ετοιμάστε ζεστό νερό και καθαρά πανιά
Εμείς είμαστε οι μαίες της ελπίδας
———– εμείς και οι σκαπανείς
————————– του μέλλοντός μας
Εμείς θα ξεγεννήσουμε την ιστορία
Ας γιορτάσουμε λοιπόν την πίστη μας
——————– σε μια αυτόφωτη ελπίδα
=================================
Καλές γιορτές σε όλους
—————— τους φίλους και μη φίλους
σε πιστούς και σε άθεους
σε πρόσφυγες και σε απελπισμένους,
καλές γιορτές
—— σ’ όλους της γης τους κολασμένους
και κυρίως στα παιδιά του πολέμου
———————— με τα θλιμμένα μάτια
που με τα σαπιοκάραβα
————- ψάχνουν για σπίτι και πατρίδα
στις αφιλόξενες τρικυμισμένες θάλασσες
όλοι οι κριτικοί φαγητού μισούν το μαρούλι iceberg1,
θα νόμιζες ότι το μαρούλι romaine έχει την καταγωγή του
στα στεφάνια της δάφνης του Ορφέα,
θα νόμιζες ότι το ωμό σπανάκι έχει όλα τα θρεπτικά οφέλη
που του αποδίδονται από τον Ποπάυ,
για να μην αναφερθώ σε αισθητική φινέτσα αντάξια
του βερλαίν και του ντεμπισί2.
θα τους τρέξουν τα σάλια πάνω απ’ το κομμένο κόκκινο λάχανο
μόνο για να διασύρουν το καημένο γέρικο μαρούλι iceberg.
θεωρώ πως το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι τόσο
κοινό γι’ αυτούς, δεν παίζει ρόλο που είναι νόστιμο,
που έχει μια ικανοποιητική τριζάτη υφή,
κρατά τη φρεσκάδα του κι έχει σχισμές
για τη γαρνιτούρα,
ενώ οι πιο σκούρες χωρίς φύλλα ποικιλίες
είναι συχνά πιο πικρές, αμμώδεις και ρηχές,
απλά δεν είναι αρκετά διαφορετικό και
είναι τόσο αναθεματισμένα αμερικανικό.
σίγουρα ένας κριτικός πρέπει να κριτικάρει ■
ένας κριτικός πρέπει να έχει κάτι να πει.
ίσως γι’ αυτό οι κριτικοί λογοτεχνίας
εννοούν να βρίσκουν τόσο ενδιαφέρουσα
τη σύγχρονη ποίηση,
η οποία τόσο πολύ με κουράζει.
εν πόση περιπτώσει, στ’ αλήθεια απολαμβάνω μια σαλάτα
με πολύ γρομπιασμένο μαρούλι iceberg,
όσο πιο πολύ τόσο το καλύτερο,
το μουσκεύω σε μια ιταλική ή με ροκφόρ γαρνιτούρα.
και τα ποιήματα που απολαμβάνω είναι εκείνα για τα οποία
δεν πρέπει να προσποιούμαι ότι τα απολαμβάνω.
1.Iceberg/Romaine· ποικιλίες μαρουλιού, η πρώτη διαδεδομένη περισσότερο στις ΗΠΑ, η δεύτερη είναι από τις αρχικές καλλιεργημένες ποικιλίες.
2.Achille-Claude Debussy (1862-1918)· σπουδαίος Γάλλος συνθέτης.
***
ΝΗΣΙΔΑ ΦΑΣΙΣΜΟΥ
Είναι κείνο το είδος των εμπορικών κέντρων
που σε κάνει να συνειδητοποιείς
ότι, ακόμα κι αν μια πλούσια θεία σου πέθαινε
και σε θυμόταν στη διαθήκη της,
και πάλι δεν θα ήταν
αρκετά πλούσια στ’ αλήθεια.
*0 Gerald Locklin γεννήθηκε στο Ρότσεστερ της Ν. Υόρκης το 1941. Ένας ποιητής «Stand-Up», ποιητής που δημιουργεί την ποίησή του για να την παρουσιάσει μπροστά σε κοινό, συγγραφέας πάνω από 125 βιβλίων ποίησης και κριτικής, είδε πάνω από 3.000 ποιήματα, διηγήματα, αρθρα και συνεντεύξεις του να δημοσιεύονται σε περιοδικά. Υπήρξε επιμελητής ποίησης σε διάφορα περιοδικά και, έχοντας διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια μεταξύ 1965 και 2007 σήμερα περιστασιακά εργάζεται ως λέκτορας. Ο προσωπικός του φίλος Τσαρλς Μπουκόφσκι τον αποκάλεσε «ένα από τα σπουδαιότερα ανεξερεύνητα ταλέντα των καιρών μας».
**Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβριος 2013.
εδώ, οι πόρτες τρίζουν
κλάμα πείνας
ρίξε λάδι και ψωμί
και πάρ’ το
ουράνια θέα
όσο μπορείς μαστόρεψε
μ’ αγάπη κι αίμα σάλιου
της στέγης την ορφάνια
τρώγλης πρόσοψη
μισοσβησμένη πόρνης
άσε στο κατώφλι ένα φιλί
ντύσ’ το κορμί με πέτρα
σ’ αυτό, με χρώμα χήρας
πιες μόνο παρηγόρα
τα δάκρυα στον τοίχο
κι αγκάλιασε το με λευκό
ρυτιδιασμένος σκελετός
μα ταπεινός συνάμα
άχνα δεν βγάζει μήνες τώρα
μείνε λιγάκι συντροφιά
και θα το πάρεις έτσι
έμεινε κείνο το λιτό
με σκιάχτρο
ανάσκελα να ορίζει
ανατολή και δύση
αυτό είναι το στερνό
ξένε πεζοπόρε
χρόνια τη λησμόνησες
και δεν το δίνει πια
***
κατάνυξις
με μια πνοή θηλάζοντας τη μέθη του ανέμου
η πεταλούδα απάντησε με το κεντρί της σφίγγας
υψώθηκε ανάποδα χορεύοντας
στων κοχυλιών τη σβούρα
το νου σου Αλίκη στον νοθευμένο βάλτο
άκου τα κλαδιά ακύμα πώς τρικλίζουν
τον χαμύ των δούλων επιύρκων
που τρεμύπαιζαν στα χέρια
μελάνι για τροφή
μόνον η βροχή κομματιάστηκε σε δάκρυα
για τάφους-τρύπες, μαζικούς
που απλώς ρυτίδωσαν το χώμα
νεκρόφιλε με το πομπώδες βλέμμα
τι συγκίνηση να είσαι ξαπλωμένος
καταμεσής στο μάτι του τυφώνα
να κόβει βόλτες τριγύρω ο οίστρος να ρεμβάζεις
ακούγοντας κονσέρτο το δέος των θανάτων
όχι για χρυσό, ούτε για δόξα
μα για το κρίμα των καιρών
ψιθύρισα ‘Αλίκη’, να σε φυλάξω εδώ
στον θαυμαστό τον βάλτο
τον άνεμο θηλάζοντας με μια πνοή
την τελευταία
νύσσοντας τας χείρας με όπιο κώνειου
πόσες άραγε λέξεις θα γραφτούν
πόσες έκπτωτες πνοές
θα γίνουν πάλι λέξεις
*Από τη συλλογή “Ο φόνος του λευκού”, Εκδόσεις Θράκα, 2017
Θά ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τί να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο να σ’ το πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.
Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη·
είναι κάτι κι αυτό δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.
Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θά ’ρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς ποτέ μοναχός του.