C. Hakki Zaric, Μηδέν και νερό

Άνεμε, ντροπαλό παιδί του ουρανού και της θάλασσας
Αν στο Σίβας ακόμα χτενίζεις τα μαλλιά του Μετίν Αλτίοκ1
Θα σου χαρίσω την άχνα του Μπρούνο, που έμεινε μέσα μου

Είμαι στον τόπο της φωτιάς και της στάχτης που τον σώπασε η βροχή
Τον λιθόκτιστο χρόνο μου πυρπολούν τα κρατικά χέρια
Γυρεύω για τους μαραμένους μενεξέδες μου μια στάλα νερό

Αναποδογυρίζουν οι βάρκες μέσα μου όσο σκέφτομαι τους ωκεανούς
Γράφω έτσι την Απιθανότητα της Επιστροφής μου στη Ζωή
Στους λυσσασμένους καταρράκτες πνίγονται πόσες χιλιάδες χρόνια τα μάτια μου

Μισανοίγω τις πόρτες με το άσπρο χρώμα μιας μαργαρίτας
Η δροσιά από το φιλί της αυγής στον ήλιο είναι στη φωνή μου
Προσφέρω στους μαραμένους μενεξέδες μου μια στάλα νερό!…

1.Μετίν Αλτίοκ: Τούρκος Αλεβίτης ποιητής, γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1940. Πέθανε στις 2 Ιουλίου 1993 στη Σεβάστεια της Ανατολικής Τουρκίας όταν φανατικοί ισλαμιστές επιτέθηκαν στο ξενοδοχείο Madlmak όπου διεξαγόταν πολιτιστικό φεστιβάλ Αλεβιτών και έβαλαν φωτιά προκαλώντας τον θάνατο τριάντα πέντε ανθρώπων (ΣτΜ).

*Μετάφραση: Lale Alatli.

**Ο C. Hakki Zaric (Τζ. Χακί Ζαρίτς) είναι Τούρκος ποιητής και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1972 στο Σούσουζ του Καρς και έμεινε δέκα χρόνια φυλακισμένος λόγω των πολιτικών του ιδεών.

***Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν”, τεύχος 45, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017.

Francisco Fenoy, Oda a la pobreza / Ode to poverty / Ωδή στη φτώχεια

Olvidada la lluvia sobre el río
dormida y desolada entre la niebla
observo, desde lejos, en su aspecto
más sombrío, la usura en su demencia.

Son millones los pobres que se afanan
en un vacío de hilo en hilo y besan
el suelo amargo en propio entendimiento,
malgastando la sangre y la existencia.

Arrugados, humildes: en un tránsito,
con arena de triste muerte. Quema
despiadada que rige los silencios.
Los silencios cargados de una faena
en futuro de luna inexistente.

Charco de nubes para mi presencia
cuando piso la tierra entre los hombres
y examino su frío y su tristeza.

Poblada soledad de piedra y aire
de alegrías morirse, no en pequeñas
muertes con pie pendiente de oleaje.

***

Ode to poverty

Forgotten rain on the river
Asleep and desolate in the mist
I observe, from a distance, in its aspect
More gloomy, usury in his dementia.

Millions of poor people are struggling
In a vacuum of thread in thread and kiss
The bitter soil in own understanding,
Wasting the blood and existence.

Crumpled, humble: in a transit,
With sand of sad death. Burning
Ruthless that governs the silences.
Silences loaded with a task
In future of nonexistent moon.

Puddle of clouds for my presence
When I walk the earth among men
And I examine her cold and her sadness.

Populated solitude of stone and air
Of joys dying, not in small
Deaths with standing waves.

***

Ωδή στη φτώχεια

Ξεχασμένη βροχή στο ποτάμι
Σκιά και έρημος στην ομίχλη
Παρατηρώ, από απόσταση, την όψη της
Περισσότερο ζοφερή, ληγμένη στην άνοιά του.

Εκατομμύρια φτωχοί άνθρωποι αγωνίζονται
Σε ένα κενό νήματος στο νήμα και το φιλί
Το πικρό έδαφος με τη δική του κατανόηση,
Σπαταλώντας το αίμα και την ύπαρξη.

Μπερδεμένος, ταπεινός: σε μια διέλευση,
Με άμμο ενός θλιβερού θανάτου. Κάψιμο
Αδίστακτος που κυβερνά τις σιωπές.
Σιωπές που φορτώνονται με ένα καθήκον
Σε ένα μέλλον με ανύπαρκτα φεγγάρια.

Λάμψη σύννεφων για την παρουσία μου
Όταν περπατώ στη γη ανάμεσα στους ανθρώπους
Και εξετάζω το κρύο της και τη θλίψη της.

Κατοικημένη μοναξιά πέτρας και αέρα
Από τις χαρές που πεθαίνουν, όχι στο μικρό
Θάνατοι με στάσιμα κύματα.

*Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης. Αγνοείται ο μεταφραστής στην Αγγλική.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ο χρόνος

Ο χρόνος γρήγορος επουλωτής πληγών
παιδί που παίζει κυνηγητό στη μέση του δρόμου
αλλά κι ένας γέρος
με πόνους και αναμνήσεις

Ο χρόνος κάνει παρέα με τους πάντες
αναβλύζει ανεπαίσθητες ορμές
αλλά και θάνατο
σκοτώνοντας τα παιδιά του

Ο χρόνος διαλύει τις οραματικές σου ψηφίδες
κάθεται αντίκρυ και σε περιγελάει
ξεπετάγεται άξαφνα
εκεί που δεν τον σπέρνεις

Ο χρόνος όαση
και βούρκος
και έλος
πάντα μόνος κι ατρόμητος

Πάνος Κουτρουμπούσης, Καλοκαίρι τόν χειμώνα

Καλά θά ήταν
αν
το καλοκαίρι
δεν είχε έρθει ποτέ
μες στο χειμώνα
Όταν ήταν κρύο
τίποτε δεν γινόταν
και μάλλον τίποτε
δεν θα γινόταν

Δεν ήξερα.
Με χάιδευε τόσο.
Και μπορείς να κρατήσεις τη νύχτα σου,
εγώ θα κρατήσω τσίλιες
για τον “Ηλιο – την απουσία του Ήλιου

*Από το βιβλίο “Η εποχή των ανακαλύψεων” (δίγλωσση έκδοση – αγγλικά και ελληνικά), Εκδόσεις futura, Αθήνα 2002.

Kenneth Rexroth, Από την “Κτηνολογία”

Σε σχέδια Clifford Harper

Φώκια
Η φώκια όταν βρίσκεται στο νερό
γλιστράει τόσο πολύ
ώστε είναι δύσκολο να πιαστεί.
Αλλά όταν κάνει έρωτα
πηγαίνει σε στεγνό έδαφος
και οι άνθρωποι τη σκοτώνουν με ραβδιά.
Για να έχεις μια ευτυχισμένη ερωτική ζωή,
έλεγξε το περιβάλλον σου.

Γύπας
Ο Θωμάς Ακινάτης πίστευε ότι οι γύπες είναι λεσβίες
και γονιμοποιούνται με τον άνεμο.
Αν ψάχνεις τα δεδομένα της ζωής
οι παπιστές διανοούμενοι μπορεί
να είναι πολύ αποπροσανατολιστικοί.

Σκιάχτρο
Μια μαγεία σ’ ακολουθεί
από τη στιγμή της γέννησής σου.
Η κοινωνία πιστοποιεί τη γέννησή σου
και σε θεωρεί πολίτη.
Μην την αφήσεις να σε τρομάξει.
Μάθε να τα βγάζεις πέρα μ’ έναν κόσμο
που έχει φτιαχτεί αποκλειστικά με ψέμα,
και στον οποίο,
αν βρεις μια αλήθεια αντί για ένα ψέμμα,
οφείλεται στην απροσεξία κάποιου.
Αυτά τα παραγεμισμένα κουρέλια είναι ακίνδυνα,
εκτός αν τους δείξεις φόβο
κάτι που ποτέ δεν δικαιολογούν,
ή αν δείξεις την περιφρόνησή σου
η οποία βεβαίως είναι το μόνο που αξίζουν.
Αν τα κα΄νεις αυτά θα ζωντανέψουν
και θα κάνουν ό,τι μπορούν για να σε σκοτώσουν.

Μυρμήγκι
Ο Αχιλλέας, ο Αίσωπος, ο Μαρκ Τουαίν, ο Στάλιν,
ασχολήθηκαν με το μυρμήγκι.
Οι πιθανότητές τουυς είναι 1 προς 3
αν αποφασίσεις να το αγνοήσεις.
Ο τερμίτης τα τρώει
και τρομάζει όλους τους ανθρώπους.

*Από τη συλλογή “Κτηνολογία”, Εκδόσεις Για Μια Ελευθεριακή Κουλτούρα, Δεκέμβρης 1995.

Πάνος Ιωαννίδης, Τέσσερα ποιήματα

Έρωτες

δυο φύλλα πέφτουν από την κερασιά
ξεγελάν τον άνεμο σμίγουν
σε έναν καρπό

ένα αγόρι ένα κορίτσι
μαλώνουν στον δρόμο
γλείφοντας πληγές του χρόνου

στη χαμένη σχεδία του παρόντος μας
το πρόσωπό μου χάνεται στην καρδιά σου
το κορμί σου εισβάλλει στο πνεύμα μου
στις σπηλιές του χθες
ο ύπνος σου βγάζει στα όνειρά μου
ο άνεμος μου δροσίζει την καρδιά σου
στο κουβάρι του μέλλοντός μας
οι στιγμές σου γράφουν τις λέξεις μου
οι πληγές μου δείχνουν τα βήματα σου

μπαλκόνι στο αυτοκίνητό του
δάσος στο υπόγειόο της

αντικρίζουν τα μάτια
ραντεβού στους βυθούς
που οδηγούν στα μπλε σύννεφα

εκεί όπου το αίμα συνεχίζει να κυλάει

***

Καρδιά ίδια εκστατικό μάτι-Μάης, Αύγουστος και Νοέμβρης©

Μάης

σε βρίσκουμε
όπως οι γνωστοί άγνωστοι
συναντούν την Ιστορία
οι πλάνητες σε λένε νονό
στις στέγες σου λιάζονται
θερινά ρολόγια
παρθένες λέξεις
τα μεσημέρια σου δροσίζουν
τους μόνους των λίγων που γράφουν
σε άδεια καφενεία
κάποιο απόγευμα που η αγορά έχει κίνηση
κι η Πασιφάη γυρεύει τον ιδανικό εραστή

***

Αύγουστος

Aut viam inveniam aut faciam

δεν μοιάζω με κανέναν
οι μέρες των άλλων έχουν αδελφές
όλοι ξοδεύονται στον χρόνο
μόνος μου μένω
να κλείσω τα φθαρμένα βιβλία των εποχών

ίσως γιατί λάμπω
σαν αστέρι στους βυθούς

εκεί βρίσκονται οι
άνθρωποι στις διακοπές τους
αντάρτες του γραμμικού χρόνου
εραστές κυκλοτερών αφηγήσεων
εκεί χωρίζουν
οι αγάπες των καθημερινών δρόμων
πορείες που δεν στρώθηκαν από δυνάμεις της φύσης

στις σπηλιές μου γεννιούνται λιονταράκια
από μανάδες που αγάπησαν άντρες
που δεν υπήρξαν παρά μονάχα σε κάποιες
άγνωστες νύχτες ηδονής παραφοράς ή
απλώς σκέτης τρέλας
των οποίων την αλήθεια ποτέ δεν θα μάθουμε

***

Νοέμβρης

Οι θολές νύχτες τρεμοσβήνουν
αλλάζοντας πορείες
για τις σκιές της φωτιάς

ομίχλη στο βλέμμα
καθαρίζει την σκουριά από
τις λέξεις
σ’ αγαπώ σημαίνει νερό
που κυλάει στους δρόμους
τις πυκνές ώρες της νύχτας όταν
ο ιδρώτας αίμα γίνεται
και οι ήχοι χορεύουν ασταμάτητα
αγκαλιά με τα ξωτικά

όσοι και όσες
σαλπάραμε ως σκοτεινά πλεούμενα
νοιώσαμε των βυθών τον πόνο
ενώ οι γλάροι τσιμπούσαν τους αφρούς
επιστρέφουμε
ως πειρατές που τους έκλεψαν τον χρόνο
γνωρίζοντας σπάνιες γλώσσες
που κανένας δεν θέλει να μιλήσει

Τίποτα δεν ανανεώνεται πιο γρήγορα από το παλιό

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Αναμασώ φωνές.
Παρασιτικός διαβάζομαι.
Ολοστρόγγυλος.
Αδυνατώ να μεταφράσω.
Αδυνατώ να κριτικάρω.
Την γενιά μου την πούλησα με την σειρά μου.
Το ίδιο και το πνεύμα των ημερών.
Δεν αναζητώ.
Δημοσιεύω αμέσως.
Προπάντων στο facebook.
Δημοσιεύω τα πάντα.
Σύντομα οπουδήποτε.
Δεν είμαι καλός.
Δεν είμαι χορδή.
Δεν είμαι δράκος.
Δεν είμαι σκαφτιάς.
Δεν ξέρω μπάνιο.
Δεν είμαι άλτης.
Δεν είμαι ποιητής.
Δεν έχω γεννηθεί ακόμα.
Έχω τα δαχτυλά μου στη θέση τους.

View original post

Μαρία Αγγελοπούλου, Τρία ποιήματα

1

Προστάτες

της ολόκληρης πίτας και του χορτάτου σκύλου.
Όσους
αρκετά αρετουσάριστους
αρκετά μανιακούς
αρκετά μακριά
ανήθικους σκύλους
γνωρίσετε,

στο πυρ.

Σταθείτε, στήστε αυτί
ν’ ακούσετε.
Κοιμούνται
όπως
έστρωσαν.

Αυτοί
το μέρος της ουσίας
το περιεχόμενο
έλαβαν.
Εσείς, το μέρος
της ουσίας
της περιουσίας
της σοφίας
προκατήχατε.

Όλοι καλά
όλα καλά.

2

Η αγνότητα

των ποδιών μου
ως βιασμένη ιέρεια,
στον δρόμο για τον παράδεισο
εκπορνεύεται.

Δεν παρακολουθεί κανείς.

Οι φύλακες της τιμής
και οι εγγυητές της ευτυχίας μου,
κάνουν
τα στραβά μάτια.
Αγνοούν
τα σημεία της παράνοιας
κατά
τη συνουσία των υλικών.

Θα πιάσω
μερικούς
στο στριφογύρισμα
και θα τους βγάλω τον αδόξαστο

να τους δοξάσει.

3

Το κακό —αχόρταγο—
εν μία νυκτί
νυχτώθηκε.

Ψηφίδα την ψηφίδα
αποδομεί
«παιδαγωγεί».
Πίνει γουλιά γουλιά
το αίμα σου
κομμάτι το κομμάτι
τρώει, τη σάρκα σου.

Γι’ αντίδωρο
μοιράζονται σταυροί
σταυροί
να τους μπουκώσεις
σταυροί να σπάσεις το κρανίο σου
στο πιάτο, να κεράσεις το μυαλό σου
σταυροί.

*Από τη συλλογή “η απουσιολόγος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.