Αντιγόνη Ηλιάδη, Πεοζαλάδα

Πήξαμε στους ξένους με τα κουτσούβελα. Ξένοι σου λέει έχουν πάρει την αριστερή πλευρά κι Έλληνες από την άλλη, τη δεξιά. Όχι, εγώ στην αριστερή θα κάτσω. Σιγά μη τους αφήσω να πιστέψουν ότι μας κατέκτησαν. Μακεδονία θέλετε παλιοκαριόληδες; Τα τρία μου θα πάρετε, ωραία, μοσχομυριστά σε ένα γυαλιστερό πλαστικό πιάτο από τα λιντλ σας. Μωρέ καλά το έλεγε εκείνος ο γείτονας που είχαμε στη Συκιά, ότι ήρθαν οι Γιουγκοσλάβοι τώρα και μας παίρνουν τις παραλίες. Ουστ κωλόβλαχοι που έρχεστε με τα φράγκα σας και νομίζετε θα μας κάνετε και κουμάντο. Σιγά μη μας γαμήσετε από πάνω. Τόσο ωραία παραλία και την έχουν καταστρέψει, απλώνουν τις πετσετάρες τους και τις ομπρελάρες τους και βγαίνουν σέλφιζ για τα κωλοχώρια τους. Λες κι εμείς δεν μπορούμε. Καλοκαίρι θα το ζήσετε. Θα σας πω εγώ μη σας στείλω από εκεί που ήρθατε σβουρηχτά. Τι θενκ γιου μαρή, στο χωριό σου το έμαθες κι αυτό; Άει από εκεί που ήρθες μπουρτζογερμαναρά. Έχε χάρη που φέρνουν και κανέναν πελάτη στην καντίνα του κυρ-Παναγιώτη πάνω και λειτουργεί κι ο άνθρωπος να έχει να ταΐσει τα παιδιά του να φάει, για αυτό μουγκανίζουμε όλοι και κάνουμε τις πάπιες. Οι Έλληνες είμαστε το χρυσό γένος και εντάξει το έχουμε, θα βγούμε κι από την πέτρα κι ας κάνουνε αυτοί την ηλιοθεραπεία τους τώρα. Εμείς βλάκες είμαστε να δουλεύουμε για εσάς παλιοχλεχλέδες. Χέστηκα και για αυτούς και για τα φράγκα τους. Να τα φάνε. Λες και ξέρουν τι τους γίνεται. Δεν έχουν ζήσει ρε ζωή αυτοί. Δεν έχουν.

Με έπιασαν πρωινές γκαύλες και δεν περνάει και τίποτα, ερημιά. Η χοντρή με τα βυζιά που φτιάχνει φαΐ στον κοιλαρά αντέχεται, αλλά μέχρι ένα σημείο. Περνάνε και κάτι φοιτητριούλες της πλάκας. Γουστάρω και δεν γουστάρω μαζί. Τι να σου πω. Έρχονται με τη μύτη ψηλά και κάτσε ρε φίλε. Εγώ δεν σου είπα τίποτα που έβαλες το σκαφτό το μαγιό με την κυτταρίτιδα ή που ήρθες εδώ ασπρουλιάρα να μαυρίσεις ή την άλλη την ηλίθια την χοντρέλα που γελούσε με τα αστεία μου λες και τα έλεγα σε αυτή. Δώσε και κανένα σουβλάκι σε εμάς μωρή, τα έφαγες όλα. Το ωραίο φύλο και μα και μου. Εμείς για πλάκα τρώμε τη ζωή στα γυμναστήρια, για να μας κοροϊδεύετε και να μας έχετε χαμάληδες, ναι ξέρω. Γαμημένα μωράκια. Δεν μας δίνουν σημασία και στηνόμαστε όλη μέρα μέσα στην κάψα και δεν την παλεύω. Ο βράχος μου έχει μπει στον κώλο και δεν ξέρω προς τα πού να χαϊδεύω τους κοιλιακούς μου.

Της λέω της άλλης της χίπισσας με το ωραίο σβουρηχτό κωλαράκι που δεν μπορώ να το ξεπεράσω, θέλεις να σου κάνω εγώ δίδυμα. Τρίδυμα; Λέγε τι θες και το έχουμε. Όλα τα έχει ο μπαχτσές. Αλλά αυτή όλο χα και χο και χοχοχο. Το έτρωγε κι αυτή το αγγουράκι της άνετα. Κανονικά, το είχε κόψει μπροστά μου, στρίψαμε κι ένα καλό κι αράξαμε. Της λέω, μανάρι μου σου αρέσουν τα αγγούρια ή οι μπανάνες, πώς τις τρως τις μπανάνες και τέτοια. Δεν έπιασε, εντάξει την κατάλαβα αυτή. Είναι από ετούτες που το παίζουν έτσι και κάπως δύσκολες. Και μα και μου και σούξουμούξου. Αλλά μου άρεσε αυτή έτσι λίγο πώς κοιτούσε με το λάγνο το βλέμμα της το άγριο, ωχ τι ζαργάνα είσαι εσύ, ωχ ωχ. Δεν έπαψα να της πετάω να τα δόντια μου, το καλό μου χαμόγελο το έχω κάνει εξάσκηση καθρέφτη. Αυτή κοσμάρα ήταν. Δεν σου αρέσει ο ένας, δεν σου αρέσει ο άλλος. Άσε μας κουκλίτσα μου! Πώς την έχεις δει. Εδώ το πιο ωραίο γκομενάκι της παραλίας σου κάνει τα γλυκά γαλανόλευκα ματάκια του και γούτσου και τέτοια κι εσύ κοιτάς αλλού και κάνεις πως δεν μας βλέπεις. Ώπα, κατέβασε και λίγο το τουπέ σου, παλιοκαριόλα, αν σε βάλω κάτω εγώ και σου δείξω κατά πού πάει ο Δίας, θα σου πω εγώ, παλιοσιχαμένη κάμπια. Και μου λέει και η φίλη της, φάε εσύ αγγούρι. Τι είμαι κανένας πούστης; Με κοίταξε με τη στραπατσαρισμένη της κωλόφατσα με ένα δολοφονικό βλέμμα. Ώπα, φεμινίστριες λέω, θα με φάνε. Ναι, αυτές έχουν πεταχτεί τώρα από το αυγό τους κι έτσι αγάμητες μας πρήζουν τα ούμπαλα. Μου λέει τι έχουν οι πούστηδες. Τρύπα στον κώλο έχουν μωρή. Εγώ μόνο γαμάω. Ξινομούρες όλες είναι ρε φίλε. Όλες. Τι να λέμε. Έχουν χαλάσει το γκρικ φλερτ, το καμάκι το παλιό το άριστο. Μετά κι εσύ άνθρωπος είσαι και δεν μπορείς κι εσύ να λειτουργήσεις. Μαλακία μαλακία, καίγεται στο τέλος-τέλος κι ο εγκέφαλος και δεν ξέρεις πού να κοιτάξεις. Το μυαλό πολτός ρε φίλε. Έχω βγάλει κι αυτά τα γκαυλόσπυρα και δεν λένε να φύγουν ρε φίλε και δεν ξέρω πού να γαμήσω. Θα αφήσω την πούτσα ελεύθερη και σας έφαγα, μουνιά. Θα σας γαμήσω και δεν θα ξέρετε πού να κρυφτείτε, μετά θα κοκορεύεστε για το καλύτερο γαμήσι που κάνατε κι αφήστε τους πούστηδες κατά μέρος. Σιγά μην είμαι εγώ καμιά αδερφή με τα φορεματάκια τους και τα φιογκάκια τους. Ουστ. Πουτάνες όλες. Άλλο που δεν τα θέλει ο κώλος σας κι εσάς παλιοκαριόλες που μου το παίζετε και δύσκολες και δεν ξέρω κι εγώ τι. Αυτά σε ποιο χωριό τα μάθατε πουτάνες, πείτε μου τώρα ρε, πείτε μου, να πάω να το κάψω, να το βάλω φωτιά.

Περιμένω τον άλλον τον μαλάκα με τις ώρες για να μου φέρει λίγη μαύρη με τσοκό κι έχει αργήσει. Καιγόμαστε, φίλος. Πίνω το παλιό το καλό το χορταράκι κι αγναντεύω πρώτο βράχο θάλασσα. Έτσι περνάει και γρήγορα η ώρα και είναι και λίγο ωραία. Από πού το φέρνει ο πρήχτης, μου έχει κάνει τις μπάλες να, με το συμπάθιο. Άιντε να του εξηγήσεις ότι τελείωσαν οι μπίρες και τα ταπεράκια με το μωβ μέσα στο ψυγειάκι. Εκείνο το μωβ μαγεία, τι να σου λέω, βλέπεις τα χόρτα από πράσινα καφέ και το φεγγάρι μαύρο και μια θάλασσα να έρχεται έτσι ωραία καταπάνω σου σαν να σε τρώει. Σε τρώει η θάλασσα και γίνεσαι ένα με την άμμο. Το πετσί σου, το δέρμα σου το νιώθεις, καίγεται. Καλό ήταν το μωβ, όχι εντάξει, οι παλιοί οι Θεσσαλονικείς εξηγήθηκαν καλά. Μας κεράσανε αρκετά. Το μωβ αυτοί το φέρανε από έναν τύπο που ήρθε από Πτολεμαΐδα. Ο τύπος καλά, ήταν αλλού. Πήγαινε πάνω-κάτω σαν το κοκόρι και δεν έβαζε κώλο κάτω και φαινόταν ότι τα μπατζάκια του έχουν πάρει φωτιά και τα δόντια του είχαν πέσει και τα μάτια του παίζανε. Δεν σταματούσε να μιλάει, το παθαίνεις συχνά, σε πιάνει αυτό το μπίρι-μπίρι αν σου ξηγηθούν σωστά. Γίνεται καλή δουλειά, εντάξει.

Η κάψα δεν περιγράφεται. Θα τα βροντήξω κάποια στιγμή και θα την κάνω από εδώ πέρα. Γαμημένο ελεύθερο και δεν ξέρω κι εγώ τι. Είπαμε να το παίξουμε χίπικα φέτος, όπου φτιάχνεται καλή κατάσταση και γίνεται καυτό πάρτι. Άργησε ο μαλάκας και δεν ξέρω πού να κοιτάξω. Τι να περιμένω, δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι αυτούς τους πεοπρήχτες. Μου είπε θα μου φέρει κάτι καλό κι αν δεν είναι καλό θα του το βάλω να το καταπιεί ολόκληρο και θα τον στείλω από τον βράχο. Άει στο διάβολο με τις μαλακίες τους. Όλο λένε το καλύτερο πράγμα σου έφερα και στο τέλος παίρνεις μια μαλακία και ξεχνάς τις παντόφλες σου, μετά το τσαντάκι σου, μετά τη βάρκα σου, μετά τη σκηνή σου και στο τέλος ποιος είσαι. Πάρε την πούτσα μου και κάνε την μπλε, δηλαδή. Κι έχω και τον άλλον τον Κούλη να έρχεται και να μου αραδιάζει την ιστορία της ζωής του για το πώς τον έφτυσαν οι δεκαπέντε χιλιάδες φανταστικές του γκόμενες και για το πώς καυλώνει τα σκυλιά του για να παίζουν ξύλο. Το παίζει εκπαιδευτής σκύλων και καλά. Πάει πιάνει την πάρλα στα γκομενάκια και εντάξει του κάθεται και καμία γιατί έχει τατουάζ το κοπρόσκυλό του που θέλω να το κάνω σουβλάκια. Το παίζει έτσι αγριογκόμενος και δεν ξέρω κι εγώ τι. Ελέγχω τα σκυλιά, ναι, τα καβαλάω και τα γαμάω. Ναι. Πες μου κι άλλα, αχ καύλωσα. Ναι, μαλάκα, είχαν και στο χωριό σου σκυλιά. Εντάξει, μας έπεισες, είχαν και γκόμενες. Ναι, σου κάθονταν όλα και σε πιστέψαμε τώρα. Άιντε πάρε τον πούτσο σου και βγάλε τον μία βόλτα γιατί μας έπρηξες, μαλάκα. Πες μας τι τσόντες βλέπεις. Όχι, τίποτα άλλο, να δούμε κι εμείς καμία να λειτουργήσει το σύστημα. Δηλαδή, ο Πάκης ο φλου που έρχεται και μας λέει για τις εμπειριάρες του με το χαρτάκι είναι καλύτερος.

Τουλάχιστον ξηγιέται σωστά. Φέρνει και κάτι πεσκέσι για εμάς. Όμως μας κάνει το κεφάλι λουκουμά σαν εκείνους που πουλάνε οι πακιστανοί όλη μέρα στην παραλία δυόμισι ευρώ, πανάκριβα. Εντάξει, ρε φίλος, κουμπώσου, αλλά σκέψου λίγο και τους άλλους γύρω σου. Κάθεται και αναλύει με τις ώρες πως βλέπει την άβυσσο σε όποια πέτρα και να σηκώσει λέει. Ώπα, ρε φίλε κι εμείς πίνουμε. Μέτρο, βάλε ένα στοπ και χαλάρωσε. Αυτό είναι κακή διαχείριση, φίλος. Κάνεις χαλάστρα και στους υπόλοιπους που θέλουν να το ζήσουν πιο ελεύθερα. Αυτά δεν είναι για όλους, το ξέρω καλά εγώ, τι νομίζεις ότι δεν έχω κουμπωθεί. Έχω πάρει κι από αυτόν τον διάολο κι από άλλους. Έχω δει κι έχω δει με τα μάτια μου, εγώ. Αλλά ξέρω τι μου γίνεται ρε φίλος, δεν σπάω αρχίδια παντού, όπου κι αν σταθώ.

Εγώ έχω φροντίσει. Έχω και μία αποστολή, θέλω να γαμήσω, οπότε το πάω χαλαρά. Το έχω πάρει απόφαση, να βρω γκομενάκι να πηδήξω, οπότε παίρνω και τον άλλον τον μαλάκα τον εκπαιδευτή και πάμε. Ό,τι κάτσει, δηλαδή, είμαστε, γιατί πού να σηκώνεσαι και να ψάχνεις τώρα. Κι αυτές οι τουρίστριες όλο σιγιου και σιγιου είναι και μου γυρνάνε τα έντερα με το υφάκι τους λες και ήρθαν από τον πύργο του Άιφελ, ενώ η άλλη σου λέει Μασεντόνια. Άσε βρε παρτσακλό που θες και Μασεντόνια, μωρή πατσαβούρα μη σου σκάσω κανένα σκαμπίλι. Πήγα στις άλλες τις τσουτσουνοπέρνοβες χθες με το μαγικό μου φίλτρο. Το παίζουν κι αυτές έτσι χιπισμός. Τσίπουρο, γαρύφαλλο και λίγο εμντί, καλό του Μητσάκου και γίναμε. Γίναμε λέμε. Έτσι καυτές καταστάσεις, από αυτές που μου αρέσουν. Πού είναι και ο Τόλης με το ηχειάκι να παίξουμε λίγο τρανς να πάρουν φωτιά τα κύτταρα, να λειτουργήσει ο εγκέφαλος. Έτσι ρε φίλος, μου αρέσει να ζαλίζομαι σωστά, να με παίρνει το κύμα. Να με παίρνει το κύμα καλά και να μη σκέφτομαι. Γιατί να σκέφτομαι. Τι στο διάβολο, πρέπει να γαμήσω. Θέλω να πηδήξω ό,τι κουνιστό κωλαράκι κινείται. Εκτελείται. Αχ τι καλή φούντα, μας έφτιαξε.

Μύρισα και τα σουβλάκια από δίπλα, αλλά το μαγικό μου φίλτρο με κάνει να μην πεινάω. Έχει βγάλει ο άλλος την ψησταριά και τα γυρίζει, ο σαπιοκοιλιάς. Κάθομαι κι αγναντεύω, θα μας κεράσουν, θα το δεις. Αυτοί έτσι κάνουν, πιάνουν γειτονοφιλίες, για να κατουρήσουν την περιοχή τους. Θα μου το δεις εσύ. Για να μην του πηδήξουμε τη χοντρέλα. Μουαχαχαχα. Ωραία βυζιά, αλλά μάπα δεν παίζεται ρε φίλε. Λες και την πάτησε φορτηγό, δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Να της κόψουμε τα βυζιά για να τα πιάνουμε και να χαίρεται ο κόσμος. Δηλαδή, τέτοια βυζιά, δημόσια δωρεά πρέπει να τα κάνει και να στρώσει χαρακτήρες. Θα σου πω εγώ μετά πώς θα φτιάξουν όλοι. Έτσι φτιάχνει ο άνθρωπος δεν θέλει πολλά. Ώπα, περνάει γκομενάκι του κάνω τσαλιμάκι, το μάτι παίζει, ώπα, το χάσαμε, σφυρίζω, μωράκι της λέω, μπα. Δεν γυρνάει. Θα την περιμένει ο γκόμενος παρακάτω, είμαι σίγουρος.

Όχι άλλο. Έχουμε πήξει στις ζευγαροκαταστάσεις. Το έχω πάρει χαμπάρι για τα καλά ότι εδώ μόνο τέτοια παίζουν. Έρχεται η άλλη η Ελενίτσα, η χασικλού και μας παριστάνει ότι θέλει να πιάσει κουβεντούλα με τα γειτόνια, ενώ τον έχει δέσει τον κώλο της στον Μανωλάκη τον σφίχτη. Που λέει και ο λόγος δηλαδή, γιατί χα και ο Μανωλάκης από τα δικά μας παιδιά είναι, στα δικά μας γυμναστήρια πήγαινε, παλιός κι αυτός. Η δικιά του μας βγήκε κουνιστρούλα. Άσε ρε Ελενίτσα κι εσύ και τα τσαλιμάκια σου, πάρε τα όπως ήρθες. Πουλάει το δράμα της κι αυτή η καημένη, ερημιά εδώ, δένδρα, δεν ξέρει με τι να ασχοληθεί. Γίναμε μία τεράστια χέστρα. Ναι, τουαλέτα με σκατά, δεν την κατηγορώ. Έρχεται και λέει πώς την κλέψανε κάτι κωλόπαιδα και είχε πράμα καλό στο ψυγείο και το έσπρωχνε, στο παλιό της σπίτι, το φοιτητικό και με αυτό θα πλήρωνε το ψιλικατζίδικο που θα άνοιγε, έλεγε θα κάνουν των γονιών της αυτό που είχαν αλυσίδα. Τρέχει η γλώσσα της, σου κάνει κουρκούτι το μυαλό και φεύγει. Λέει για τη θεία της που πέθανε από καρκίνο και για τον ανηψιό της που πέθανε από τροχαίο κι αυτή τι περνάει, από φεστιβάλ σε φεστιβάλ. Όταν πάει στα φεστιβάλ, έρχεται και λέει για αυτά και καλά περνάει, εντάξει. Φτιάχνεται εκεί, τελειώνουν τα λεφτά, στρώνεται. Παραλίγο πρεζάκι η Ελενίτσα, έτρεχε στη μάνα της να τη φτιάξει. Τώρα, λέει, τρέχουν για τη μικρή της την αδερφή που έμπλεξε κι αυτή και τι μικρή, τριάντα πάει να γίνει. Δύσκολα, αυτά δεν είναι για όλους, για τους ελαφρούς χαρακτήρες. Θέλει να είσαι σκληρός, ρε παιδί μου, για να μπορείς να κάνεις καλή διαχείριση.

Α, ήρθε κι ο Αποστολάκης το καλό παιδί, να μας βάλει μουσική. Θα μας πρήξει τον πέο κι αυτός αλλά πάντα κερνάει, οπότε του τα συγχωράω. Στρίβω το δέκατο τσόκο-χόρτο μαζί και θα βάλω και από το άλλο το καλό το μαγικό που πίναμε μόνο στην πλατεία Καλλιθέας. Ναι, είναι λίγο πεταμένο, αλλά έπαιξες κι έχασες, φίλε Τόλη. Γάμησέ το, με περνάει για μαλάκα ο Τόλης, νομίζει ότι επειδή γελάω συνέχεια από το πολύ φου είμαι χαζοχαρούμενο. Δεν τον κατηγορώ κι εγώ τον περνάω για μαλάκα κι έτσι περνιόμαστε. Τον έχω πάρει χαμπάρι κι αυτός φτάνει τα σαράντα ρε φίλε και κάνει παρέα με δεκαοχτάχρονα. Φτιάξε κι εσύ λίγο τη ζωούλα σου ρε τύπε. Έρχεσαι εδώ και μας το παίζεις μπαμπάκας και κωλογλείφτης και δεν ξέρω κι εγώ τι. Μια αηδία μου προκαλεί. Μερικές φορές μου έρχεται να τον πιάσω από τον λαιμό με το τατουάζ φίδι που έχει και να τον σφίγγω, να τον σφίγγω χωρίς τέλος, χωρίς αύριο. Είναι μερικοί άνθρωποι που στο βγάζουν αυτό, ρε φίλε. Όλη την ώρα γελάμε ναι, ρε φίλε, αλλά είναι σοβαρή η κατάσταση. Σου λέω είναι σοβαρή, είμαι σοβαρός, πρέπει να με προσέξεις. Δες τον πώς στέκεται, με παίρνει στην πλάκα ο γαμιόλης. Αχ, θέλω να τον πνίξω και να δω τα μάτια του τότε αν γυαλίζουν όπως τώρα. Ποιος ξέρει τι τρυπάκι έχει φάει κι αυτός τώρα. Αλλά ΠΑΟΚ ρε, είναι σύντροφος, δεν ξέρω. Αυτό με στέλνει ρε. Και δεν φοράει και σταυρό, αλλά ΠΑΟΚ. Θρησκεία ρε, θέλω να τον γαμήσω τον μαλάκα. Αλλά ΠΑΟΚ χα. Κάνω την πάπια. Φέρνει και κανένα μπιράκι και με φτιάχνει. Μπιράκι, φου και το μαγικό φίλτρο μου. Μαγικό και δεν ξέρεις πού θα σου σκάσει.
Αυτά δεν είναι ό,τι κι ό,τι. Δεν του δίνω του μαλάκα, αν δεν μου κολλήσει, για να μη νομίζει ότι μας έχει κατουρήσει κιόλας. Θα πάω για ένα κατούρημα και αν δεν έχει φύγει, θα του πατήσω μία κλωτσιά. Μην έρθει κι ο άλλος ο Πάκης ο φλου και μας κάνει στόχο. Μας αρχίσει με τα άβυσσος παντού και μας χαλάσει. Τρέχει και ψάχνει τον Τόλη αυτός για να αρχίσει. Ιστορία ο τύπος. Λέει, λέει τα δικά του και δεν τελειώνει ποτέ το σάλιο του. Τι μυαλό, ρε φίλε. Βλέπω το σκοτάδι εδώ, βλέπω το σκοτάδι εκεί λέει, θα πέσω, κρατήστε με. Εμ, αυτά παθαίνεις άμα παίρνεις το Μιάου και δεν ξέρεις πώς σκάσει, ενώ έχεις κάτσει κι ένα χαρτάκι από τα καλά, τα δυνατά και ψάχνεις κι άνθρωπο να ακούσει τις πίπες σου και άιντε χάος. Όχι, εμένα δεν μου αρέσουν αυτά. Δεν τα σηκώνω. Ή είσαι ίσιος και μου έρχεσαι και σκας το πράμα σου να χαρούμε όλοι μαζί ή την έκανες φίλος. Τι να σηκώσω. Όπως την έχει δει ο καθένας. Εδώ θα δεις όλα τα φρούτα. Τα περισσότερα πεσμένα και καμένα, εντάξει, δύσκολη η ζωή, όλοι την παλεύουμε και βλέπουμε. Θα μου πεις, είναι πώς θα σου σκάσει το επεισόδιο και φταίει λίγο και η ηλιοφάνεια, γιατί μας καίει ο ρημάδης ο μαλάκας ο ήλιος και δεν ξέρουμε πού να κρυφτούμε. Αλληλεγγύη, ρε κουράδες, να γυρίζει, ποιος θα στρίψει είναι το θέμα και ποιος θα καβατζώσει λίγο να έχουμε να γυρίζει και εντάξει. Γίναμε.
Αγάπη μόνο, ρε κουφάλες. Αγάπη μόνο. Εγώ το έλεγα στο μωράκι, αυτό δεν άκουσε και την έκανε. Έτρωγε καμιά σφαλιάρα πού και πού, αλλά ήταν μαλάκω και μου ζάλιζε τον πούτσο όλη την ώρα μα και μου, εδώ δεν υπάρχουν αυτά. Έρχονται οι γκόμενες αγάμητες και περιμένουν να τους σκάσει ο πούτσος ο καλός κι εγώ αναλαμβάνω. Θα γίνει το καλό στην ώρα του, ας στρίψουμε ακόμα ένα και έχει ο καιρός γυρίσματα. Αχα, ναι, τα έλεγε ο μαλάκας ο άλλος ο τραγουδιάρης. Κάτι τέτοια τραγούδια είναι σοφά, ρε φίλε, σου φτιάχνουν έτσι την κατάσταση, γιατί λες κάπως δεν είμαι μόνος κι έτσι. Την έχουν δει κι άλλοι έτσι, αυτοί οι καλλιτέχνες, ρε φίλε. Που είναι πιο ευαίσθητοι κι έτσι και καλά. Παίζει πούστηδες, αλλά ποιος χέστηκε. Αν λένε αλήθειες, τους ακούς. Λένε αυτά που δεν μπορούμε να πούμε εμείς, ρε φίλε. Αγάπη μόνο. Θα το βρούμε. Αγάπη μόνο. Χα. Ήρθε και ο μαλάκας με το πράμα, επιτέλους, από πού στο διάολο πήγε να το φέρει.

Έρχεται με τη σκύλα του αυτή, την κουβαλάει από εδώ κι από εκεί, το ροτβάιλερ, θέλω να το σκοτώσω κι αυτό, ρε μαλάκα, όλη την ώρα γαβ και γουβ τι θέλει κι αυτό το κωλόζωο από τη ζωή μας. Δεν μπορούμε να ηρεμήσουμε στο κωλοελεύθερο, μετά σου λέει φύση και χαλάρωση. Πάρε το αυγό και κούρευ’ το, δηλαδής. Άει στον κόρακα όλα τα λαμόγια μου μέσα, με έχουν κάνει και κακό στο τέλος, τέλος και δεν ξέρω τι λέω. Ώπα, κάτσε, μωράκια, βλέπω, μωράκια. Ε, ψιτ, κουράδες, γυρίστε, το κέρατό μου, γυρίστε μωρέ φραγκόκοτες. Θα σας την πέσω μία φορά, δεύτερη δεν έχει. Αχ, αυτός ο κώλος, τι μεγάλος κι αφράτος, εμένα περιμένει, θα κατέβω παραλία, ναι, θα στο κάνω το χατίρι μωρή παρτάλω, για τον κώλο σου και μόνο, ναι, εσύ που με κοιτάς μέσα από το γυαλί. Εγώ, σου μιλάω, μωρή, ξενέρωτη, άει στο διάβολο, να πάτε κι εσείς και τα κωλάρια σας. Κατεβαίνω παραλία, σε λίγο, θα σας γαμήσω όλες παλιοπουτάνες με το βλέμμα στο θεό, ποιες νομίζετε ότι είστε. Αχ, χάλασε η κοινωνία, πάνε κι αυτές οι καλές εποχές που φτιάχναμε τις γκόμενες και τις παίρναμε με το κουτάλι, τώρα άιντε να βρεις με τα φουμπού και τις σέλφιζ, αυτές θαυμάζουν τους κώλους τους όλη μέρα και ρίχνουν λέει ηλεκτρονικά γκομενάκια. Κι εγώ έχω μείνει με τα δύο κινητά μαλάκας. Δίνω το ένα που έχει από πίσω τον αριθμό και κάνω πάσα έτσι και λέω γράψε τον να μου τον θυμίζεις γιατί είναι καινούργιος σε όποιο γκομενάκι σταμπάρω κι έτσι τρέχει η κατάσταση και πηδάω και βλέπουμε. Πού θα πάει, θα πέσει και το στραβοκάνικο, εκείνο το σβουρηχτό το γκομενάκι. Θα της κάνω και πεντάδυμα, άμα θέλει, ό,τι θέλεις, μάνα μου, ό,τι πει η καρδιά σου. Αγάπη μόνο. Φύγε, Τόλη, λέω, για τελευταία φορά, μη σε γαμήσω. Ε, τι να κάνω, μου ζάλισε τον πούτσο. Ας στρίψουμε ένα, στην υγειά της αχάριστης.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Πέντε ποιήματα

ΠΡΟΣΗΜΟ ΝΤΑΟΥ ΤΖΟΟΥΝΣ

Εμείς με ρέζους αρνητικό
Όταν η υποψία του ανέφικτου βουλιάζει βράδυ στις επτά
Φοράμε ουτοπίες σαν σανδάλια παιδικά
Πετάμε απ’ το μπακόνι γλάρους
Αιωρούμαστε διά παντός όπως οι φανοστάτες
Εμείς πετάμε εμάς
Μια δύση πεινασμένοι αιματοκρίτες
Εκλιπαρούμε για γλωσσόφιλα
Τους οδηγούς των πλοίων

***

CORTADERIA SELLOANA

Και τι σε νοιάζει αν πίσω από τα παράθυρα κόβουν τις φλέβες τους οι λέξεις

Χωρίς εγκαύματα και εγκεφαλικά
Πάμπα Ουρουγουανή
Κεντάνε σε μανσέτες χόρτα
Πεθαίνουν απαλά
Πουκάμισα, φρούτα γεμάτα οξύληκτα εποχής
Γιατί δεν τους φοβήθηκαν ποτέ τους μύθους

***

ΛΑΘΟΣ ΗΛΙΚΙΑ

Βγάλε τον Αύγουστο από το αυτί μου
Ο άκμονας κλωθογυρνάει προπέλα
Στις έξι κάθε μέρα με πιάνει σκοτοδίνη
Βάλε τρεις μέρες του Φλεβάρη
Δεν ξέρω από κοχύλια
Ανάμεσα στις κόρνες των ειδήσεων
σε ποιας ταινίας τίτλους βρίσκομαι,
δεν ξέρω
Θα πήγαινα για ψάρεμα
Μα μόλις δίχτυα ρίξω
Το κόκκινο ανάβει

Είμαι σε ηλικία ασυρματίστριας;

***

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ

Ιωσήφ,
καμιά φορά θαρρώ πως είσαι ράφτης στο επάγγελμα. Πως δένεις μαντίλι στον λαιμό της καλής σου, ´κείνο που υφαίνουνε στους αργαλειούς του κόσμου με δίστιχα υφάδια κι ύστερα το κεντάς στα φλάμπουρα του πρωινού δίχως χρυσό, φαρέτρα, βέλη, δίχως σμύρνα και κύματα, έρχεσαι ή σε φέρνει, κατηφορίζετε στην πόλη για καφέ, όπως τον συνηθίζουμε της λες, μην λογαριάζεις έτσι τα μνημόσυνα.

Ο Ιωσήφ είναι χαρταετός πάνω απ´ τις λίμνες του ύπνου
Ένα άσπρο άλογο με ασάλευτο καλπασμό
Ο Ιωσήφ είναι τρυφερός
Σαν τα οροπέδια της αγρύπνιας
Σαν σκουλαρίκι στο αυτί της Μαίρης.

***

ΕΝΤΟΣ ΕΔΡΑΣ

Συνήθως, λένε, οι νεκροί
Έρχονται απρόοπτα
Αν σκάβεις νύχτα θάλασσα με δάχτυλα
Όταν μισοξεχνάς το όνομά τους, Τη μάρκα των τσιγάρων,
Το χρώμα των ματιών τους
Αν η χωρίστρα ήταν απ´ την δεξιά μεριά, όταν μισοξεχνάς το σκορ εκείνου του αγώνα
Δόξα Δράμας-Λεβαδειακός, την γεύση απ´ το παστέλι, το γυάλινο μπουκάλι με χυμό ώριμου βύσσινου – 232ml γυάλινη συσκευασία μιας χρήσης και επιστρεφόμενη –
Όλες αυτές τις λεπτομέρειες
Τότε, λένε, έρχονται
Όπως ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος
να πάρει πίσω το μαχαίρι
Μαζεύουν τα σουσάμια που τους έπεσαν στην πάλη
Την ώρα δεν την ξέρω
Συνήθως, λένε, έρχονται απρόοπτα
όταν διαβάζεις γράμματα σταλμένα από καιρό
Χωρίς φωνές
Χωρίς νερό
Χωρίς εσένα.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Θραύσμα

φευγαλέα αντίληψη του χρόνου
παίρνει τα όνειρα από το μαξιλάρι,
τα απαριθμεί,
και τα στοιβάζει
στο ράφι της αέναης αναβλητικότητας

παίζω κρυφτό με το χρόνο
και ζωγραφίζω το πρόσωπό μου.
χάνω.
η μοναξιά αντανακλάται στα πεζοδρόμια
και κοινωνεί με τους διαβάτες

διαβαίνω το μονοπάτι με τις υπόκωφες παρτιτούρες.
βγάζω από την τσέπη το ποίημα,
μου το παίρνει η νύχτα και το στοιβάζει ψηλά στο συρτάρι της.
οι καθρέπτες μου δεν υπακούν το πρέπει και σπάνε

παίρνω ξανά τα πινέλα
και πουλώ βιασμένα χαμόγελα στο μαύρο ουρανό

(η μουσική στειρώθηκε μέσα μου)
τώρα περπατώ στο μονοπάτι της σιωπής
κι εκείνη μιλά με τον ήχο της επόμενης απώλειας

αντικρίζω ξανά το γέρο Πρωτέα
– τον παρακαλώ να μου δώσει μια όψη ιδεατή –
μου δίνει ως συντροφιά τη σιωπή
να δυναμώσω τα ασθενικά σημάδια στην καρδιά
και να πάψω να τρέμω,
να θέλω να ψελλίσω

οι λέξεις βουίζουν απόκοσμα
γενναιόδωρα μοιράζω ταμπέλες
σε ό,τι γύρω μου
δημιουργεί θόρυβο και υποκρισία,
σε όσους απαξιωτικά τρέμουν ν’ αγγίξουν
να νιώσουν μες τον καθρέπτη

τώρα που η ναυαγισμένη ξενοιασιά της νιότης
συνευρέθηκε με την απάνθρωπη παράνοια,
τώρα που ο χρόνος
με καταδικάζει να μην ψελλίσω
και σπάω
γίνομαι θραύσμα

Νέττα

Εδώ

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Αν γράφω για να αγαπήσω εσένα, εκείνη κι εκείνον
ίσως τα κατάφερα. Δεν είστε πια παρά μια λέξη
μια οποιαδήποτε λέξη δίπλα σε μία άλλη
εξίσου σημαντική, εξίσου αναγκαία
εξίσου μοιρασμένη στο ποίημα
που κοπιάζει να συνθέσει
όλο αγωνία και μέθη
την αληθινή ζωή
όταν κανείς
δεν είναι
πλέον
εδώ.


View original post

Βύρων Λεοντάρης, Ζωή – χωρίς να ζούμε / Ψυχοστασία

Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη/ τόσες αφές- μα δίχως χέρια
τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη/ τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια
τόσοι αγώνες- δίχως μάχη/ τόσες μαγείες- δίχως θάμα.
Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει/ αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…
Έρωτας- δίχως ν’ αγαπάμε./ Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.
Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…/- Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία
δική σου ή άλλη… Τι σκαλίζεις/ τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;
Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει/ σάπια βροχή και τιποτένια.
Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,/ το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.
-Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω,/ ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε
λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…

Άννα Νιαράκη, Δεν ήμουν εγώ

Τα μαύρα ρούχα περίμεναν
στην ντουλάπα, υπομονετικά
να τα ξαναφορέσω
Ντύθηκα τον παλιό μου εαυτό
και πήγα στα παλιά στέκια,
στην παλιά δουλειά
στις παλιές συνήθειες
αλλά δεν ήμουν εγώ
κι ας με αναγνώριζαν όλοι
κι ας με αγκάλιαζαν κι ας με φιλούσαν
δεν ήμουν εγώ
Γύρισα και φόρεσα το νυχτικό της μάνας μου
κοιμήθηκα στον καναπέ, κάπνισα στο μπαλκόνι
περιεργάστηκα τις φωτογραφίες στο σαλόνι
δεν ήμουν εγώ
κι ας μου έμοιαζα καταπληκτικά, κι ας είχα
την ίδια όψη
δεν ήμουν εγώ σας λέω
η απουσία ήταν που
με φορούσε κατάσαρκα

*Από τη συλλογή “Ιχθυόφωνο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015 (εξώφυλλο Antonis Tsakiris).

κελί δίχως όρια

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Υπάρχει πάντα ένα μερίδιο της αλήθειας που πρέπει να είναι ψέμα.
Αλλιώς, πόσο ανώφελο θα ήταν να προσδοκούμε τη ζωή.
Πρόσφερε στον εαυτό σου την αφαίρεση του λόγου
ένα τοπίο δίχως τόπο
ένα όνειρο δίχως ύπνο
την κλοπή της σκέψης από τα ακροδάχτυλά σου
ένα λάθος υπέροχο
ικανό να γλιτώσει τον κόσμο από τη σημασία του.
Σκύψε προσεκτικά στον ουρανό και
ξερίζωσε κάθε κατεύθυνση, κάθε πορεία
κάθε ευκαιρία για ανασύνταξη.
Μίλα ολομόναχος με τον καθένα
ωσότου όλοι μας χριστούμε κανείς.


View original post

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα


Μια φυλακή στα μάτια σου

το άδειο σου
το γέμισμά μου
παλίρροια ανάγκης
σηκώνει το ξεφύλλισμά τους
…στα μάτια σου,
δεν είπες τίποτε απόψε
πυρακτώνεσαι
γεύεσαι αγαπάς
χωρίς να τα ρωτάς
αγαπάς χωρίς να τα γνωρίζεις
πως ξέρουν τι είδαν
πως ξέρουν τι δεν θεν
φεύγεις και γυρνάς, όλα μαζί
βλαστάρι της αγέραστης γης
γίνε μια ρίζα μέσα μου…
δεν είπες τίποτε
σπαρτά κι αν φύτρωσαν στα μάτια σου
…κι απαρνιέσαι

***

Τι γυρεύεις εδώ
 
Στη γειτονιά των σκαλιστών ανθρώπων
Που ξεσκονίζει η μέρα το πρωί
Και τους αφήνει στα σιδερένια κουτιά να τρέχουν
Να βρουν το βιος την πάλη για ένα ύπνο;
Τι ψάχνεις στο στενό το δρόμο
Όπου έχουν όλα ένα αριθμό οικίας;
Πρωί σε βάφτισαν στο σπίτι του Δεμέτη
Και σε φέραν χίλια μάτια με τα μάτια τους…
Σε γυροφέρνει η ευτυχία
Στη γη του αντίλαλου
Σε πιστεύουν τα βουνά που δρασκέλισες
Πίστεψε τελικά κι εσύ πως άγιασες
Άϊντε και  σε φορτώσαν όλοι τάματα
Στο φετινό το πανηγύρι του Άι Περπάτη

*Από τη συλλογή “Αγίου Ηλίου του Νοτίου” (2016).

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και η άβολη αναγκαιότητα της αλήθειας

Για όλα έφταιγε η 7χρονη Νεφέλη, η οποία εκείνο το πρωί είχε βάλει τον πατέρα της, κύριο Παπαδημητρίου, να ορκιστεί πως δεν θα γίνει ποτέ του ψεύτης. “Μπαμπά, για να μη γίνεις ψεύτης, δεν πρέπει να πεις ψέματα ποτέ” ήταν η αυστηρή υποσημείωση που είχε προσθέσει η Νεφέλη. ‘Ηταν τούτη η υποσημείωση ο λόγος που, όταν μετά από δύο ώρες, μια κοπέλα 15 χρόνια νεότερη του κύριου Παπαδημητρίου τού έκλεισε τον δρόμο (ενώ εκείνη είχε STOP κι εκείνος σαφέστατη προτεραιότητα), τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως απρόοπτα για τους ανυποψίαστους θεατές: Ο κύριος Παπαδημητρίου, αντί να παροτρύνει -ως συνήθως- την κοπέλα να κατευθυνθεί στην κουζίνα, αντί να κάνει μη ρεαλιστικές σεξουαλικές δηλώσεις για διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες, την κοίταξε στα μάτια (όπως κάνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), την κοίταξε ενώ μπορούσες να δεις τον θυμό να στάζει από τα μάτια του (όπως μπορείς πάντα να δεις σε τέτοιες περιπτώσεις), και της ούρλιαξε κάτι διαφορετικό:

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Τρέμω για εκείνο που μπορεί να καταντήσω!”

“Tι λες βρε μαλάκα;!” απάντησε ρωτώντας η νεαρή κοπέλα, η οποία βιαζόταν να προλάβει τη συνέλευση της κομματικής της παράταξης στο πανεπιστήμιο· η δική της παράταξη είχε τις αφίσες με την καλύτερη αισθητική, και δεν ήθελε με τίποτα ν’ αργήσει.

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει!” ούρλιαξε ο κύριος Παπαδημητρίου, με ακόμα μεγαλύτερη οργή. “Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Και μακάρι τουλάχιστον να με έβρισκες όμορφο!”

Tούτη η παύση στο πρόγραμμα του κύριου Παπαδημητρίου είχε διαρκέσει αρκετά. Έστριψε με μένος το τιμόνι για να φύγει – κι ενώ το έστριβε, μουρμούρισε στον εαυτό του πως και το Rogue One: A Star Wars Story μια υπερεκτιμημένη μαλακία και μισή ήταν, και ότι έπρεπε να το είχε παραδεχτεί από την πρώτη φορά που το είδε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Ρομπέρτο Χουαρόθ, από την “Κατακόρυφη Ποίηση”

Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι
Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά
Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή
Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.
Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία
Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει
Λιγοστεύει κάθε μέρα
Γιατί ειν’ αντίστροφη η μέτρηση
Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας
Σκαλί σκαλί
Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι
Και αφού ξέρουμε εξάλλου
Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι
Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία
Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

*Ρομπέρτο Χουαρόθ, “Κατακόρυφη Ποίηση”. Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης. Εκδόσεις “Τα Τραμάκια”.