Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Κάθε μέρα

Τακτοποιούσε συχνά.
Κάθε μέρα
με τον ίδιο τρόπο
την ίδια ώρα.

Έπλενε το πρωί τα πιάτα.
Έψηνε τον καφέ της.
Έστρωνε το ρεβάτι της.
Καθόταν στο γραφείο της.

Τα πράγματα, έλεγε, τα πράγματα
να μη χάσουμε τα πράγματα.
Τις λέξεις, να μη χάσουμε τις λέξεις.
Μην ξεχαστούμε στον καιρό.

Δεν ξέρω, έλεγε, οι άνθρωποι,
να μη χάσουμε τους ανθρώπους.
Τη ζωή μας να μη χάσουμε.
Τη χάσαμε*

Ο πόνος, έλεγε, ο πόνος
ο πόνος σφυρηλατεί την αγάη.
να μη χάσουμε την αγάπη.
Τη χάσαμε*

* Πόσο σας παρακαλεί,
να ξέρατε, η ποιήτρια.
Βάλτε ένα δεν.
Εκείνη τώρα δεν μπορεί.
Θέλει, μα δεν μπορεί.
Ίσως αργότερα.

***

Η νέα Πυθία

Μια μέρα
τα γυαλιστερά κοστούμια θα γίνουν κρεμάμενα ράκη
τα ψηλά τακούνια θα σπάσουν σε κομμάτια
οι ρήτορες θα πάψουν να ανακατεύονται στη σκέψη μας.

Μια μέρα
θα σε κοιτάω στα μάτια και θα σε βλέπω
κι ο γείτονας θα με σηκώνει όταν πέφτω.

Μια μέρα μασώντας τα φύλλα της δάφνης που μου χάρισες
θα κάνω εμετό τις ωραίες μου προσδοκίες
και θα αναληφθώ ήσυχα στην ολοκαίνουργια ελευθερία μου…

*Από το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδοσεις των άλλων, Απρίλης 2016.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ο ξεριζωμός / The Uprooting

Οι ματιές είναι διάφανες λίμνες
κοντά στο άρρωστο των πηγών.
Η παρουσία μας μυρωδιά
από φρεσκοβρεμένο χώμα
κι απλωμένα σεντόνια
αχνιστών ασπρόρουχων
που βγήκαν στις βεράντες
μετά την πρωινή ομίχλη.
Τ’ απλώσαμε όλα στον ήλιο
κι είναι σαν να γιορτάζουμε
τις μνήμες των προγόνων μας
που ξεχάστηκαν σε παρόδους
πολυκαιρισμένων θανάτων
και σε βρώμικα στενά.
Βάσανα, πόνοι,
γενναιόδωρες υποδοχές,
αποτελούν συμβάντα στη ζωή μας
καθώς λικνίζουμε τις αισθήσεις μας
πάνω στις άβολες τάβλες
των αραμπάδων,
με τα βλέμματα στυλωμένα
σ’ αιώνιες επικλήσεις
δρόμων άδειων από ζωή.
Τι είναι αυτό που κρύβουμε
πάντα στο βίο μας;
Μήπως το κομμένο κεφάλι
ενός αντάρτη,
ενός εξεγερμένου πόνου
που επιζητούσε μετά μανίας
ν’ ανυψωθεί απ’ τ’ αναχώματα
των ακατάλυτων εμμονών μας;
Μήπως τα φρούτα της εποχής
ξεχασμένα στο τραπεζάκι της κουζίνας
σαν φλόγα παραμυθιού
που σβήνει μετά από κάθε αφύπνιση,
όπου οι άντρες της οικογένειας
ακούν αποχαυνωμένοι
σαν μικρά παιδιά;

The Uprooting

Glances are transparent lakes
near the sickness of springs.
Our presence a scent
of freshly damp earth
and hung sheets
steaming whites
placed on verandas
after the morning fog.
We hung everything in the sun
and it’s as if we are celebrating
the memories of our ancestors
forgotten in the byways
of stale deaths
and in the dirty alleyways.
Troubles, pains,
generous receptions,
constitute events in our lives
as we cradle our feelings
on the uncomfortable planks
of carts
with our glances fixated
on eternal invocations
of roads devoid of life.
What is it we’re always hiding
in our lives?
Is it the decapitated head
of a rebel,
a revolting pain
insistently seeking
to rouse itself from the mounds
of our imperishable obsessions?
Is it the fruits of the season
forgotten on the kitchen table
like the flame of a fairy tale
extinguished after each awakening,
when the men of the family
listen drowsily
like small children?

*Από τη δίγλωσση συλλογή “Tightrope Walking / Ακροβασίες”, Owl Publishing, Melbourne, 2017.

Γιώργος Αναγνώστου, Ποιήματα

Της Μετάφρασης

1.

Spring Break: Χαλασμένο ελατήριο (ρολοιού)

2. Ικαριώτικος στην Αμερική

Τρίπλα στον ατομικισμό

Της Διγλωσσίας

1.

Δυnasty!

2. Μνήμη Δραπέτευσης Ενός – Άλλου Απώλεια

τραίνο ραίνω αινώ ράγιες άγιες yes
απομένω πιωμένο οϊμέ κενό ενώ no

3.

Μα πώς το έπιασες ότι είμαι Ελληνοαμερικανός?

4.

εγγραφή γραφή ραφή αφή
αφή ταφή εκταφή
αφή βαφή
αφή σαφή
αφή ραφή

εγγραφή αφή εκταφή βαφή σαφή ραφή

εγγραφή κετ βσρ

εγγραφή ket VCR

5. Έλεος πια με τις Θεωρίες Συμωμοσίας!

Θαυμάcia…

6. Facebook Λυκοφιλίας

Like-ος
Λύκου
Leak-ov
Lick-ε

7.

βέρος eros
χορταstickόs

8. Greek Time, Προτεσταντικά

καθυστεrrηση

9. Μετανάστης

σύνορα
onerous όνειρα

10. Αγγελία

γλυκός@lycos.com

11. Έλξη

άπλα απαλή
apple πάλη
leap appeal
peel lips
έλα!

12. Language Leaps

πύλη στάζει
λύπη ήπιε
να λείπει, πάλη!

ύλη τάζει
λίπη είπε πάλι,
να λείπει.

13.

Τροχαίο στην εθνική οδό
ΤρΟχάιο στην Εθνική οδό

14. Υπεροψία

το κάλλος
του callous

15. Languages Flirt

Γλώσσες φλιρτ

φι λι ρο ταυ
φιλιού αρτ

Γλώσσες φιλιού τέχνη

16. Χάρος

πλωτό plot

17. Πυροβολισμός (φεμινιστικό)

Πολιτική ντε-colt-έ·
θεάτρου υπόκλιση
σφετερίστηκε

18.

Λήξη σεμέστερ
liksi semester
lise me ke
tssir
kai
zito
zoi kait

λύσε με
ζωή,
χαρταετός!

19. Οικειοποίηση

Κάπου στις υποσημειώσεις
αναγνωρίζει ο Κανόνας
τον ελάσσονα ποιητή,
μετριάζει τον τόνο
«έλα son»,
άντε κι εσύ
της «ελλάς όν»

*Από τη συλλογή «Γλώσσες Χ Επαφής Επιστολές εξ Αμερικής», εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα 2016.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Άνω Τούμπα

Κάθε χρόνο
με κλάδο ελαίας
γαλάζια κορδέλα
και ποδήρη χιτώνα
την έντυναν Ελλάδα.
Βλοσυρές φάτσες
σημαιούλες χιαστί
λόγοι επετειακοί
κάδρα ηρώων του ‘21.
Ο πατέρας της
σχολικός επίτροπος
και ταγματασφαλίτης.

Γιώργος Γιαννόπουλος, Η τρυφερότητα του σημαίνοντος

Τις νύχτες ανοίγω την πόρτα
και μπαίνω στο σπίτι
δεν ξέρω πια
από πού το χέρι σου
μου έδινες
δεν ξέρω πια
πού να σε συναντήσω

Κι όμως τον χώρο όλο γνωρίζω
κι αυτή την εκκωφαντική του σιωπή
έτσι τουλάχιστον νόμιζα
είχα αφουγκραστεί τους ήχους
και τα βλέμματα όλα διάβασα
και τη γραφή του αίματος στις φλέβες
είχα μαντέψει όλες τις σκιές
και τα κορμιά μας γυμνά
στο πάτωμα ξάπλωνα

Πώς να σου πώ τώρα πια
ότι όλα ίδια είναι
θέλω να πω
ο ίδιος πόθος
κι η λαχτάρα ίδια
πώς φυλακίζεται ο άνθρωπος
στα ίδια του τα λόγια

Θέλω τώρα να σου πω
στη μέση της νύχτας στάθηκα
και την έκοψα στα δυό

βρήκα τα χέρια σου
βρήκα το κορμί σου
βρήκα τα μάτια σου
κι αυτή τη μυρουδιά
που πάντα χάνω

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Βίλλης Γούσιου και περιέχεται στο βιβλίο.

Βασίλης Βασιλειάδης, Δύο ποιήματα (αποσπάσματα)

Peter Kertis, Assymetries

ανοικονόμητα κι αταξινόμητα
ό πόθος καί τό πάθος
εκκεντρικότητες αυθεντικές
ολότελα ανάρμοστες
έχοντας φτύσει ή θυμηδία τους τά χρηστά ήθη καί τίς ηθικές
είδα
νά τούς δυναστεύουν απολαυστικά,
νά βιώνουν στιγμές τελείως καθαρές
πού απουσιάζουν οί κοστολογήσεις
καί οί αυτόχειρες μεταμέλειες
είδα
μέ τόλμη αφελή τά συναισθήματα
καί τρόπους ακραίους τίς επιθυμίες
τίς καυλωμένες αλήθειες τους
λιωμένες από τίς φλόγες τής ηδονής
τούς είδα 
καί σκέφθηκα
πώς είναι μεγαλοσύνη ανίκητη
νά βιώνονται ομορφιές καί αξίες μέγιστες
μόνο μέ τά ελάχιστα
αυτά τά τόσο δυσεύρετα
σχεδόν αφανισμένα από τά προγκρόμ τών δικτατοριών τής λογικοβλάβειας,
τόν πόθο,τό πάθος,
τό συναίσθημα,τή φαντασία
καί τό όνειρο,
αυτές τίς λίγες παλαβομάρες
πού σέ κάνουν νά μήν θέλεις ποτέ πιά
νά γυρίσεις πίσω στόν εαυτό σου 
καί στή ζωή πού έζησες 
χωρίς αυτές
τίς ελάχιστες καί τίς δυσεύρετες……

***

Όπως έζησα
όπως ζώ
ό,τι θά ζήσω 
σάν μικροσυνέχεια μέσα στή συνέχεια
καί σάν μικρόκοσμος κοινωνικοποιημένος 
μέσα στόν κόσμο τής τυχαιότητας καί τής αναγκαιότητας,
σάν  χρονική στιγμή ή ζωή μου
τής συγκυρίας τής ιστορικής καί κοινωνικής
όπως έζησα 
όπως ζώ
ό.τι θά ζήσω 
στόν κάθε τόπο 
τόν γεμάτο από τά κραταιά κομμάτια τής προύπαρξης του 
καί από τίς ταριχευμένες μυθοπλασίες του
πού ξεπιτούτου ή υστερία του μού επιβάλλει νά τίς δεχτώ σάν αξίες μου,
μέσα στήν απίστευτα μεγάλη φιλοσοφική βλακεία 
πού ή θεωρία τών ορισμών της προσπαθεί νά μέ περικυκλώσει 
μέ υποδείξεις διανοητικές 
γιά τό 
ποιά είναι ή ευτυχία μου
ή ελευθερία μου
τό δικό μου ευ ζείν 
όπως έζησα 
όπως ζώ 
ό,τι θά ζήσω 
σάν ερωτόσπερμα τού χάους 
τελείως άπιστο στίς βεβαιότητες 
ακροβατώντας στή σύρραξη μέ όλα αυτά 
πού μέ θέλουν ανάσκελο κανακάρη τους
ασκημένο στήν αποδοχή τών  νύν καί αείν στοιχίσεων 
τόσο πολύ βραχυκυκλωμένο 
πού νά μήν μπορεί τό “έτσι γουστάρω” μου
νά στουκάρει επάνω στήν αναμάρτητη ευγένεια τής Άννας 
αφήνοντας την νά αιμορραγεί σαστιμάρα 
γιά τήν ερωτοχαρή αναίδεια 
όπως έζησα 
όπως ζώ 
ό,τι θά  ζήσω 
έχει σκοπό τελικό 
νά κουβαλάω κάθε φορά 
μέρα μέ τή μέρα 
λίγο μεγαλύτερο βάρος ερωτευμένο μέ τήν αταξία μου καί τήν ελευθερία μου,
αυτό είναι τό δικό μου, τό καθημερινό, τό μικρό 
καί τό τόσο πεισματάρικο 
ευ ζείν
μέ αυτό σκοπεύω νά τελειώσω 
χαμογελώντας 
σάν μείγμα αντιθέσεων 
καί επιλογών ανεξήγητα αντιφατικών 
χωρίς νά ανακαλέσω τίποτε από αυτή μου τή σηματοδότηση 
μέχρι πού καί τό τελευταίο τών κυττάρων μου
θά ψελλίσει 
τό αντίο 

Γεωργία Τρούλη, Κάθε αφήγηση συμβαίνει

Δεν ταλαιπωρήθηκαν αφορμές και λέξεις
Έκρυψαν μάρμαρο σε χαρτί
Μαύρο σε ελάχιστο
Ελάχιστο σε άσπρο
Επιφάνεια που κάποτε καθρέφτης
ξεδιπλώθηκε δύο μέτρα
Ηλικία διαδρομή και ανάμνηση
Γεμίζουν οι χώροι κενό
Καταρρέει το σχήμα
Όταν αποκτά
Ένα κυβικό εκατοστό συναίσθημα
Γλιστράει το μελάνι στα χέρια κλεψύδρα
Κι όμως
Ξαναγίνεται χρόνος
Ενέργεια που συμπαθεί
Το πίσω από
Το μέσα σε
Το λίγο σε πολύ
Κ ανάστροφα
Όπως το μάτι το ένα που τις νύχτες το αφήνω στο πατάρι

Επιτακτικά συμμορφώνω σημεία που με διαλύουν
Θα διπλώσω την κοιλιά
Την ήβη
Την εικόνα στα δύο
Δεν θα συναντηθούν δύο κομμάτια στον ίδιο διάδρομο
Δεν θα ορίσουν ούτε θα οριστούν
Κάθε αφήγηση συμβαίνει τη στιγμή που κόβω το χαρτί
Με δόντια
Με νύχια
Με μάτια
Δυο ρέλια αυτοκινητόδρομο γεννά το κάθε πείσμα
Και βλέπω το πρίσμα σαν λίθο που μόλις έβγαλα από την θάλασσα

Δεν ξεγελιέμαι
Απατώ εμένα με εμένα
Όταν ξεμυτίζει
από τις ίνες
συγχώρεση
Χωράω- δηλαδή- μαζί
και πολλαπλασιάζω-
κοπάδια
τα βράδια
ενώ στο πατάρι το ένα μάτι ξαγρυπνά
το άλλο αποτυπώνει

Τον κάθε αμφιβληστροειδή τον χρειάζεσαι για να ζυγιάζεις
καλά το ανάστροφο.
——————————————————————————

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Νίκος Κροντηράς, Ψεύτικα ίχνη σκεπάζουν τον παγωμένο έρωτα

Ψεύτικα ίχνη σκεπάζουν
τον παγωμένο έρωτα
μυριάδες λευκά φύκια τρέχουν γύρω κραυγάζοντας
Στην ευδαιμονία είναι κλεισμένος ένας γέρος
και γυαλίζει μαριονέτες.
Γρήγορα ο δρόμος γέμισε ρυτίδες
Γρήγορα ακούμπα κι άκου την καρδιά
όποιος κι αν είσαι βιάσου
γιατί στα χρόνια αυτά
η ζωή μου έγινε ζωή σου.

Κόπηκε ο καρπός από το δέντρο
και αφέθηκε να σκουριάσει
Τυφλός
καλυμένος
κάτω από την αυλαία
με το σάβανο της νύχτας
ίδιος θάνατος
ζωγραφιά από βλέννα
εκείνος ο μικρός νεκρός
σ’ εκείνο το χωράφι
αφού νόμισε πως σκότωσε μερικά λουλούδια
μπήκε στο συρματόπλεγμα
σέρνοντας
σέρνοντας
το συρματοπλεγμένο σώμα του.
Και τον ρωτήσαν οι νεκροί
οι ετοιμοθάνατοι
γιατί Πεθαίνεις

*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.me/2015/12/30/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CE%B5%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%B5%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%86/

**Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.

Fernando Pessoa, Ο φύλακας των κοπαδιών

ΙΙ

Το βλέμμα μου είναι καθαρό σαν ηλιοτρόπιο.
Συνηθίζω να περπατάω στους δρόμους
κοιτάζοντας μια δεξιά και μια αριστερά,
και πότε πότε πίσω μου…
Κι αυτό που βλέπω κάθε στιγμή
είναι ό,τι ποτέ πριν δεν είχα δει,
τα ξέρω εγώ ολα αυτά πολύ καλά…
Και ξέρω να σαστίζω με τον εαυτό μου
σαν ένα βρέφος που μόλις γεννιέται,
καταλαβαίνει πως γεννήθηκε στ’ αλήθεια…
Νιώθω να γεννιέμαι κάθε στιγμή
για την αιώνια νιότη τού κόσμου…

Πιστεύω στον κόσμο δπως σε μια μαργαρίτα,
γιατί τον βλέπω. Αλλά δεν τον σκέφτομαι,
γιατί σκέφτομαι είναι δεν καταλαβαίνω…
Ο κόσμος δέν έγινε για να τον σκεφτόμαστε
(σκέφτομαι σημαίνει είναι άρρωστα τα μάτια μου)
αλλά για να τον κοιτάμε και να συμφωνούμε μαζί του.

Εγώ δεν έχω φιλοσοφία: έχω αισθήσεις…
Αν μιλάω στη Φύση δέν είναι γιατί ξέρω τι είναι,
αλλά γιατί την αγαπώ, και γι’ αυτό ακριβώς την αγαπώ,
γιατί όποιος αγαπάει ποτέ δεν ξέρει τι αγαπάει,
ούτε ξέρει γιατί άγαπάει, ούτε τι είναι αγαπώ…

Αγαπώ είναι η αιώνια αθωότητα,
και η μοναδική αθωότητα είναι δεν σκέφτομαι…

III

Το σούρουπο, σκύβω απ’ το παράθυρο,
και ξέροντας με μια λοξή ματιά ότι μπροστά μου έχει χωράφια,
διαβάζω μέχρι να νιώσω τα μάτια μου να καίνε
το βιβλίο του Σεζάριο Βέρδε.

Αχ, πόσο τον λυπάμαι! Ήταν ένας χωρικός
που περπατούσε στην πόλη αιχμάλωτος εν ελευθερία.
Αλλά ο τρόπος με τον οποίο κοιτούσε τα σπίτια,
ο τρόπος με τον οποίο παρατηρούσε τους δρόμους,
το πώς θωρούσε τους ανθρώπους,
ήταν σαν κάποιος που κοιτάζει τα δέντρα,
που ρίχνει τα μάτια χαμηλά στο δρόμο που βαδίζει
και προχωράει κοιτάζοντας τα λουλούδια στα χωράφια…
Γι’ αυτό και ήταν πάντα τόσο λυπημένος,
αν και ποτέ δεν ομολόγησε τη λύπη του,
περπατούσε στην πόλη σαν κάποιος που δεν περπατάει στην εξοχή
λυπημένος σαν να πατίκωνε λουλούδια μέσα στα βιβλία
και νά ’βαζε φυτά στις γλάστρες…

*Από την ενότητα “Ο φύλακας των κοπαδιών” που περιέχεται στο βιβλίο “Ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο”, μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg, Ιούνης 2014.

Μαρία Σερβάκη, Θυμάσαι;

Θυμάσαι; θυμάσαι;
Το φως είπε το νερό
Και σταμάτησε
Ξανά
Μικρό γυαλιστερό μαύρο βότσαλο, είπε μικρό βότσαλο
σ’ αγαπώ

Το φως ακολουθώντας ο λαβύρινθος ψήγματα νερού

Είπε δεν κλαίω πια… Το κλάμα βυθίζεται μέσα μου, τσακίζει
τις φλέβες μου, γίνεται
Χορός

Υπάρχει τόση δυστυχία κάτω απ’ την πέτρα
Υπάρχει τόση δυστυχία πάνω απ’ την πέτρα
Έχω αρρωστήσει απ’ ανάγκη να κλάψω

Το λαχάνιασμα πλησιάζει το λαχάνιασμα πλησιάζει γρήγορα
γρήγορα δε μας μένει καιρός

Όταν ξύπνησα είπε ο Οδοιπόρος
Το αγαπημένο πρόσωπο ξεθώριαζε… άνθηση… κι αμέσως από
πουθενά φύσαγαν στάχτες κι ακούμπησα το θάνατο στο χέρι του θεού

*Από τη συλλογή “Ο οδοιπόρος”, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.