No 124 (φτερά σε σωρό δοντιών)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

Αφού
βουρτσίσεις τα δόντια σου,
σκεπτόμενος πόσα βουρτσίσματα σου μένουν ακόμη
και αφού δεν
είσαι κανονικός,
αφού
εκείνα τα τσογλανάκια του 5ου
σε φωνάζουν
κωλόγερο,
έχοντας και την πίεση,
ποίηση θέλεις να πεις,
να σου βγάζει όσα ξέμειναν στο στομάχι,
~
(πρέπει να βάλεις πλυντήριο τέλειωσαν τα εσώρουχα)
~
με τα
χάπια στη τσέπη,
έτσι σκέπτεσαι ευδοκιμεί η αρρώστια,
καλοπερνά,
ειδικά μ’ εκείνο το κίτρινο που το καταπίνεις πάντα σαν το τελευταίο σου,
έκλεισες τη εξώπορτα,
αισθανόσουν
νύχια
να φυτρώνουν στο μυαλό,
έβγαινε σε πλειστηριασμό το πατρικό σου,
στο ειρηνοδικείο
της πόλης.
~
(
alexmil)

View original post

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Ποιήματα

ο Φραντς Κάφκα. στα Γιάννενα, στο Μέσα Συναγώγι. φορά λεπτό σακάκι, γύρω στα δέκα -τα μάτια του δυο λίμνες, κρατά σουγιά, σκαλίζει το μπροστινό στασίδι, έχει κάνει γούβα -τρεις οι λίμνες, έρχεται ο ραβίνος. ξυλοκέρατο, τον αρπάζει απ’ τ’ αυτί -πέντε οι λίμνες, ο Φραντς μπήγει τον σουγιά στο γόνατο του ραβίνου. τον στρίβει -έξι οι λίμνες, ο ραβίνος στο πάτωμα, ο Φραντς σηκώνεται, βγάζει μια μικρή αλεπού, απ’ το σακάκι -οκτώ οι λίμνες, την ξεσαρ-κώνει. φορά το δέρμα της. φεύγει στα τέσσερα, για Πράγα, όχι στη Βιέννη. είναι η σειρά του Πατέρα -δέκα οι λίμνες

υπήρχε κάποτε ασθενοφόρο
με το όνομα “Λακάν”

Eduard Hopper, Summer evening

ο Έντουαρντ Χόπερ και ο Ρέιμοντ Κάρβερ. στο αεροδρόμιο του’Ορεγκον. μεθυσμένοι, ο Ρέιμοντ κατηγορεί τονΈντουαρντ πως του ζωγραφίζει τα διηγήματα. οΈντουαρντ τον κατηγορεί για το αντίθετο, ο Ρέιμοντ βγάζει ένα μολύβι. οΈντουαρντ ένα πινέλο, τα καρφώνουν ο ένας στο συκώτι του άλλου. οΈντουαρντ πέφτει πρώτος -ένα αεροπλάνο απογειώνεται, ο Ρέιμοντ ακολουθεί -ένα αεροπλάνο προσγειώνεται, οι καθαρίστριες της πρώτης βάρδιας
-αναλαμβάνουν

*Από τη συλλογή “Στο σπίτι του κρεμασμένου”, Εκδόσεις Θράκα, 2015.

Τάκης Κατσαμπάνης: Αυτοεξόριστος στον πλανήτη Γη

Τάκης Κατσαμπάνης
Walkabout
Εκδ. Εξάρχεια, 
σελ. 144
Τιμή: 11 ευρώ

Στο πρώτο του πεζογράφημα ο συγγραφέας ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και τη μυθοπλασία, καταφέρνοντας να μας ταξιδέψει όχι μόνο στην ενδοχώρα της Αυστραλίας, αλλά και στις υπαρξιακές αναζητήσεις ενός οιονεί πλάνητα

ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΙΜΠΛΗΣ*

Ο Τάκης Κατσαμπάνης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Το «Walkabout» είναι το πρώτο του βιβλίο και το ημερολογιακό του μέρος γράφτηκε στην Αυστραλία, όπου έζησε τέσσερα χρόνια

Ενα ολιγοσέλιδο βιβλίο που ξανοίγεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αγκαλιάζοντας όλους όσοι βρίσκονται σε ποικίλων μορφών μετακινήσεις. Ολους όσοι έχουν αναρωτηθεί, έστω και μία φορά στη ζωή τους, γιατί εδώ και όχι εκεί και το αντίθετο. Μια νουβέλα που στριφογυρίζει στον μεταιχμιακό χώρο μεταξύ εξομολόγησης και μυθιστορίας. Πάνω σ’ αυτή την αφηγηματική πλατφόρμα ο συγγραφέας πασχίζει να συγκροτήσει τον δικό του αυτόνομο σφυγμό.

Μακριά από τους Νιου Εϊτζ προνομιούχους της ενέργειας και το νέο ιερατείο, όπως διαβάζουμε εντός, ο Κατσαμπάνης έχει για ήρωα ένα περίπου alter ego. Ο οποίος, όπως περιγράφεται αρχικά, έπεσε σχεδόν από τον ουρανό σ’ έναν ηλιοφαγωμένο λόφο του «Μπάιρον Σάιρ» της Αυστραλίας. Με υπερβολική δόση τζετ λανγκ, ψάχνει να βρει τον δρόμο του στην αχανή ήπειρο. Εκείνη με τη σειρά της έχει σκουπίσει το παρελθόν των αποίκων κατοίκων της και εγγράφει τις νέες ταυτότητές τους σε μια συνεχώς ανανεούμενη λευκή σελίδα. Εκτός από τον γηγενή πληθυσμό των Αβορίγινων.

Πορεία μέσα στον κόσμο

Ο ήρωάς μας, που τον βλέπουμε να ασχολείται με διάφορα ευκαιριακά επαγγέλματα, θα συναντήσει έναν παράξενο έλληνα καθηγητή, τον Βρασίδα ή Βρας εν συντομία, ο οποίος θα λάβει τρόπον τινά τη θέση του μέντορα. Οι δυο χαρακτήρες έχουν διαφορετικές κοσμοθεωρίες, αλλά δημιουργούν έναν γόνιμο διάλογο πάνω στη γλώσσα, το μητρικό σώμα, τον ξεριζωμό, τον αντίλαλο των συμβόλων. Καθώς ο ήρωας εξερευνά από διάφορες οπτικές γωνίες τόσο την ψυχική όσο και τη φυσική γεωγραφία του κοντινού περιβάλλοντος, που όσο περνά ο καιρός απομακρύνεται από το αίσθημα του απτού, γεννάται η επιθυμία της επιστροφής. Θα ανακατευτεί με αυτόχθονους πληθυσμούς όπως και με εγκατεστημένους μετανάστες. Συναντά στον δρόμο του μεικτά ζευγάρια, σαλούς, απογόνους φυγάδων, σαμάνους υπό προστασία φυλών, με λίγα λόγια ξένους. Μια μικρογραφία της διαχρονικής κοσμικής έκρηξης των ανθρώπων που καβαλούν το άγνωστο και κρατούν αναμμένη μέσα τους τη φωτιά της μικρόχαρης Ιθάκης τους.

Αν και η νουβέλα περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, το αφηγηματικό της σώμα δεν βασίζεται εκεί. Η γραφή του Κατσαμπάνη σχηματίζει τη μορφή ενός επινοημένου ημερολογίου. Τα πάντα μοιάζουν τόσο αληθινά μέσα από το βιωματικό άχθος και συνάμα απατηλά. Στο καθαρά πεζό κείμενο παρεμβάλλονται συχνά – πυκνά οι εσώτερες σκέψεις του ήρωα – αφηγητή που έχουν ποιητικό ύφος. Παράλληλα ξεδιπλώνονται στίχοι του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Ν.Γ. Πεντζίκη, ενώ υπάρχουν αναφορές στον Ντέιβιντ Κάρεϊ και στο βιβλίο του «Οσκαρ και Λουσίντα», στην Εύα Χόφμαν και στο πολύ γνωστό της «Χαμένοι στη μετάφραση», που έγινε και ταινία σε σκηνοθεσία Σοφία Κόπολα, όπως και σε πολλά άλλα. Οι αναφορές αποτελούν οργανικό μέρος του βιβλίου και έχουν να κάνουν με την ψυχική ενατένιση του ήρωα και όχι με παράθεση γνώσεων.

Αναζήτηση χωρίς όρια

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται αισθητή η επιρροή του εξαίρετου ταξιδευτή Μπρους Τσάτουιν. Ενός συγγραφέα – εφευρέτη νέων ορισμών, που άνοιγε ορύγματα στο ανάγλυφο των τοπίων. Σε παρόμοιο τέμπο και ο Κατσαμπάνης, αγωνιά να ονοματοδοτήσει πράγματα και καταστάσεις που διακρίνονται μέσα στη σύγχυση του ήρωα. Αναρωτιέται: Ποια μπορεί να είναι η αρχή του τρομερού που μόλις μπορούμε ν’ αντέξουμε; Τι είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν ωραίο και μας απελπίζει πολύ σύντομα; Τελικά γιατί παγώνει το συναρπαστικό;

Οπως ορίζει και ο τίτλος του βιβλίου, το «Walkabout» είναι μια σύνθετη έννοια των Αβορίγινων και όχι μόνο, που με τα χρόνια πέρασε και στη λευκή δυτική κουλτούρα, ελαφρώς αλλοιωμένη. Είναι η συνθήκη κάτω από την οποία το άτομο πορεύεται μέσα στον κόσμο. Μια αναζήτηση που δεν έχει όρια ή τελικές γραμμές. Διερευνώνται η θέληση του νου, ο εγκιβωτισμός του παρελθόντος και οι διαφοροποιήσεις του καθηλωτικού παρόντος. Στο «Walkabout» ο άνθρωπος συλλέγει κομμάτια μιας νέας προς εξέταση ταυτότητας, μαστορεύοντας παράλληλα ό,τι μπορεί να σωθεί από τα συντρίμμια του πρότερου εαυτού του.

Ο διάλογος που αναπτύσσεται γύρω από το αίσθημα της επιστροφής σ’ ένα ανήκειν συνταυτίζεται στο βιβλίο με την ανάγκη αναζήτησης νοήματος. Μιας πάλης της οποίας, μέχρι την ύστατη στιγμή, δεν γνωρίζουμε το τελικό αποτέλεσμα. Στο «Επάγγελμα ρεπόρτερ» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο πρωταγωνιστής ανταλλάσσει την ταυτότητά του και οδηγείται στην αυτοκαταστροφή. Ακολουθώντας το «πεπρωμένο» του αντονιονικού ρεπόρτερ, ο ήρωας του Κατσαμπάνη βρίσκεται στο χείλος της πνευματικής διάλυσης. Ταυτόχρονα του είναι δύσκολο να αντιληφθεί πώς μια νέα σχετικά εθνότητα (οι Αυστραλοί) αποφεύγει τα μονοπάτια που οδηγούν στην καταστροφή. Ισως να φταίει το ενδιαφέρον τους για τα «ασήμαντα» καθημερινά γεγονότα και όχι για τις μεγάλες δραματοποιημένες απώλειες όπως οι Μεσογειακοί και ιδιαίτερα οι Ελληνες. Ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα του Τσέχοφ παρά του Ομήρου.

Σ’ αυτή τη νουβέλα, η οδύνη παντρεύεται το μαύρο χιούμορ με σκοπό την ανακάλυψη του οντολογικού καθρέφτη μας. Ο Κατσαμπάνης δεν φοβάται την επίπονη εργασία για την ανακάλυψη της ρίζας του και σκύβει πάνω από το φέρον σώμα της γλώσσας. Ερευνά την άρθρωση των λέξεων μέχρι να διαμορφωθούν σε λόγο. Σε μια νέα χώρα οι λέξεις μπερδεύονται μέσα στο στόμα, κρέμονται σαν σταφύλια χάριν επικοινωνίας. Κάποτε αυτό δεν φτάνει. Διότι μοιάζει με φασματική απεικόνιση του άλλου. Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση και διαμορφώνει έτσι το κειμενικό του οπλοστάσιο ούτως ώστε να προσεγγιστεί ένας νέος λόγος, δηλαδή μια νέα συνείδηση. Εξάλλου όταν ο δρόμος σε καλεί, ρισκάρεις τα πάντα. 

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.tanea.gr/old-page-categories/books/article/5464704/aytoeksoristos-ston-planhth-gh/

Πρόκες στη φωλιά του «Κούκου»

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗΣ*

Ένα κριτικό σημειωμα στην ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου «Κούκος»

«Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου.» «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος.» Αυτές τα λόγια του Wittgenstein και του Αναγνωστάκη ήρθαν στο νου μου διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Κούκος» (Εκδόσεις Θράκα, 2016), με την οποία η Πελαγία Φυτοπούλου εμφανίζεται για πρώτη φορά στα ποιητικά πράγματα. Η Φυτοπούλου έχει ήδη στις αποσκευές της ένα πολιτικό παραμύθι και μια διόλου ευκαταφρόνητη πορεία στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Με τον «Κούκο» δοκιμάζεται στην ποίηση φτάνοντας τη γλώσσα και την έκφραση σε αληθινά αχαρτογράφητες περιοχές.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την ποίηση της Πελαγίας Φυτοπούλου αυτό είναι μια φυσική απέχθεια -ή μάλλον χλεύη- για κάθε τι συμβατικό, όπως για παράδειγμα, η «εργολαβία της ενηλικίωσης», οι «γιάπηδες που ξοδεύουν χιλιόμετρα στο διάδρομο του γυμναστηρίου» ή ο πατέρας που σπάει το χέρι του γιου (το άλλο ήδη σπασμένο) για «να μάθει να μην ταπεινώνεται μπροστά σε γυναίκα». Η δυσανεξία αυτή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο στο «κατεστημένο» αλλά και στους αρνητές του, όπως ο Λένιν, ο Κροπότκιν και ο Μπονιουέλ.
Η ποιητική αυτή περσόνα πραγματικά φαίνεται να μην «χωρά πουθενά» κατά τη ρήση του Γιάννη Αγγελάκα. Η μοναξιά της περιχαρακώνεται αυστηρά σε τόπους ζοφερούς˙ σε κελιά, σε φυλακές ανηλίκων, σε τάφους ομαδικούς και ατομικούς. Η συχνά απαντώμενη αίσθηση εγκλεισμού («τα παράθυρα / είναι κλειστά / και οι μεντεσέδες / πάνοπλοι») και η συνακόλουθη έκφραση αγωνίας θυμίζουν τον τρόπο της Κατερίνας Γώγου. Ο ουρανός και τις τρεις φορές που εμφανίζεται φέρει τον εφιαλτικό απόηχο του ουρανού της «Αποκριάς» του Σαχτούρη. Στον «Κούκο» το «γυάλινο χαρτοπόλεμο» αντικαθιστά το σχήμα «Πυρ και θάνατος» («Ο Βιολιστής», «Σύμπτωση», «Το πορτοφόλι του πεθαμένου»). Τα γήινα πάλι δεν προσφέρουν απαντοχή («όταν δε σε βοηθούν / οι ζωντανοί σε βοηθούν / οι νεκροί») ενώ η έξοδος από την ανθρώπινη κατάσταση ταυτίζεται αποκλειστικά με το θάνατο, ο οποίος κρατά δύο υποστάσεις, του αμετάκλητου τέλους αλλά και της λύτρωσης («Κάνει ψύχρα / Σκέπασέ με / Χώμα θα βρεις στο ψυγείο»). Πρόκειται -υπό μία έννοια- για μια ποίηση Καβαφική˙ η αισιόδοξη νότα απουσιάζει.

Η ποίηση της Φυτοπούλου είναι μια ποίηση αξιοπρόσεχτη.
Από άποψη τεχνικής υπάρχουν όντως ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως η ταυτότητα του αφηγητή, που δεν γίνεται εξ αρχής γνωστή (π.χ. «Το μάθημα») ή η ύπαρξη περισσότερων του ενός αφηγητών και άρα εστιάσεων˙ στο αριστουργηματικό “Puerto Libre” η αφηγηματική πράξη μοιράζεται ανάμεσα στο τότε («όταν ήμουν παιδί») και το τώρα («σήμερα είμαι»), με τον αφηγητή – παιδί και τον αφηγητή – μη παιδί (απροσδιόριστη η ακριβής ηλικία) να συμφύρονται σε ένα εσωτερικό διάλογο, τα πρότυπα του οποίου ανιχνεύονται στο «Αμάρτημα της Μητρός μου» του Βιζυηνού (η διάκριση εκεί ανάμεσα στην αφήγηση του μικρού και του ενήλικα Γιωργή). Χαρακτηριστική είναι και η παρουσία παραδοσιακών τεχνικών, δουλεμένων όμως με εντελώς ξεχωριστό τρόπο, όπως π.χ. οι επαναλήψεις («Και ονειρεύομαι», «Ο Βιολιστής», «Κανονικότητα» «Απολογία»). Σε ό,τι αφορά το ύφος, η Φυτοπούλου κάνει χρήση μιας εντελώς ιδιότυπης πεζολογίας, που ωστόσο παράγει στιγμιότυπα με αμιγώς ποιητικό αποτέλεσμα (ξεχωρίζουν το «στα κελιά / χωρίς ρήμα ο πόνος / τρέχει» και το άφταστο «απόψε τοποθετούν στον ουρανό / παιδικά καθίσματα»). Μια τελευταία παρατήρηση στα ζητήματα τεχνικής: η πορεία της Πελαγίας Φυτοπούλου στα θεατρικά πράγματα έχει σαφώς επηρεάσει και την ποιητική της˙ όλα τα ποιήματα του «Κούκου» μπορούν με κάποιον τρόπο να παρασταθούν.
Δεν είναι όμως μόνο ούτε κυρίως η τεχνική που κάνει τον «Κούκο» μια αξιοανάγνωστη ποιητική συλλογή˙ είναι η θεματολογία και ο χειρισμός της. Η Φυτοπούλου με την τόσο συχνή αναφορά στα πιστόλια, τους σκοτωμούς και τα συμπαρομαρτούντα (σχήμα «Πυρ και Θάνατος») δεν εκτελεί μόνο τους ήρωες των ποιημάτων της˙ κυρίως εκτελεί τις άχρηστες παθογένειες και συμβάσεις. Ο μικροαστισμός με τα σύμβολά του (τηλεόραση, πολυθρόνα, ροζ βρακάκια, σώβρακα πολυτελείας, στριπτιτζάδικα στην εθνική…), η δυναστική παρουσία του πατέρα («Νύφη», «Ήταν ντροπαλός») και της μάνας («Το Πορτοφόλι του Πεθαμένου», «Μιμόζα», «Αναρχία»), τα κλισέ του αριστερού χώρου που αδυνατεί να αντιμετωπίσει την «ταξική φλεγμονή» («Libera Μαντόνα», «Αναρχία», «Ποιητικός Αντιρρησίας»), η βία στην εκπαίδευση («Το Μάθημα»), η ατομική ιδιοκτησία που προβάλλεται ως αίτημα ακόμη και μετά θάνατον και μάλιστα σε έναν τάφο ομαδικό («Οι δώδεκα»), η εκπόρνευση κάθε είδους («Τα Λυπημένα Κορίτσια»), όλα μπαίνουν στο αδυσώπητο ποιητικό στόχαστρο˙ ακόμη και η ίδια η ποίηση εκτελείται και εμπαίζεται και ο ποιητής αυτοαναιρείται, όταν η ποιητική πράξη γίνεται μανιέρα και χυλός («γράφω ποιήματα / για ένα βυζί / να το, να το / τρέχει, τρέχει / πάνω σ’ ένα / κυπαρίσσι»).

Η ειλικρίνεια, η παντελής έλλειψη εξωραϊσμού, η ευθεία βολή. Αυτή ίσως είναι τελικά η μεγαλύτερη αρετή του «Κούκου». Ξέρει η Πελαγία Φυτοπούλου -όταν πρέπει- να πιάνει τους άλλους από το λαιμό και να μη χαρίζει ηλίθιες συχωρέσεις, κατά πώς έγραφε κάποτε ο Τάσος Λειβαδίτης.

*Ο Κώστας Κουτρουμπάκης ειναι φιλόλογος και το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ: http://www.thraca.gr/2017/09/blog-post_29.html

Άρης Αλεξάνδρου – Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975

pandoxeio's avatarΠανδοχείο

Αλεξάνδρου

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να…

View original post 889 more words

8 και 05

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Η ώρα είναι 7 και 20.
Αν αποφασίσω να γράψω κάτι
Θα χρειαστώ ίσως μια καλή ιδέα
Ή έστω ένα γερό συναίσθημα
Ή ακόμη θα μπορούσα να βρω δυο τρεις έξυπνες λέξεις
Και να τις ζαλίσω μέχρι να λιποθυμήσουν
Ή απλά να αποφασίσω πως σήμερα δεν έχω τίποτε να πω
Για όλα αυτά που συμβαίνουν
Ακόμη κι αυτή τη στιγμή ( 7 και 39 )
Και που ίσως αξίζει να μνημονεύσω
Για πολλοστή φορά
Όπως συνηθίζεται να κάνει κάποιος που γράφει
Ή κάποιος που θέλει κάτι να πει
Ακριβώς όπως συνηθίζεται πια
Μα θα αρκεστώ στο ότι πήγε 7 και 44
Με τη νύχτα να έχει έρθει
Και την ελπίδα πως αύριο θα υπάρξει αυτό
Που δεν θα αναβάλλεται
Που θα πρέπει να ειπωθεί
Και που θα καταφέρω να πω
Κι εσύ να το διαβάσεις
Και να πεις η ώρα είναι 7 και 51
Κι αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία

View original post 12 more words

Νο 123 (δύσκολα το λέω με βεβαιότητα)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

αυτό
που με κάνει
να κοιτώ
τι παραμονεύει πίσω μου,
το υπόσχομαι,
θα το
δω μαζί με τη ψυχή μου,
δεν
την υποπτεύομαι,
ειδικά όταν σηκώνει τους ώμους ο διαχειριστήςτης πολυκατοικίας
όταν δεν έχω τα κοινόχρηστα
και τον βρίζω
ανάλογα,
αλλά ερωτεύεται εύκολα,
ειδικά όταν αδιαφορεί για τις συνέπειες
κι αυτό,
με κάνει
να έχω κοινά μυστικά με το
υπερπέραν
έτσι
όπως μου τα έμαθε
ο άσωτος
παππούς μου,
ίσως αυτός είναι και ο λόγος
που δεν έχω καθρέπτη και φοβάμαι τα νώτα μου:
αυτό που με τραγουδά
και δεν το
βλέπω.
~
(alexmil)

View original post

Andre Breton, Τα γραπτά μένουν

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων

*Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

ατλάζι: μεταξωτό ύφασμα.

Κατερίνα Αγυιώτη, Ποιήματα

Δεν έχω άλλο μισό
είμαι ο ειδικός φρουρός της λύπης μου.

*

Χρειαζεται στο ποίημα μια θεοσκότεινη περιοχή
για κείνον που το έγραφε.
Οταν παιδί ψηνόμουνα στον πυρετό,
έλεγα μέσα μου ομοιοκαταληξίες.

*

Οι αληθινοί τύραννοι σε αποσιωπούν την ώρα που μιλούν μαζί σου.

*

Αν πρέπει να αποχαιρετησεις κάτι, θα το αποχαιρετήσεις τη
στιγμή που θα ξέρεις σωματικά
τί απ’ αυτό δεν αποχωρίζεσαι
Αντίο, μάτια μου / πατρίδα μου / πουλί μου.

*

Η σπάνια δικαιοσύνη που ασκούσα θριαμβευτικά σε
όλη μου τη νεότητα πονώντας ασυγχρόνιστη με τη
φαντασία των άλλων και φεύγοντας από δήθεν
γλίστρημα στον τρομερό γκρεμό, δεν ήταν παρά η
εφαρμογή πάνω μου των μεθόδων του εχθρού.

*

Δε φτάνει η ζωή για ελαφρότητα και αφοσίωση, μ αρέσουν
και τα δύο, έχω έναν χαλασμένο θερμοστάτη στο λαιμό.

*

Και τι με νοιάζει η αιτία, αγαπητέ μου; Αυτή μπορείς να
κάθεται στο σπίτι της πενήντα χρόνια. Η αφορμή είναι
που τινάζει τα μισοστεγνωμένα μαλλιά της και περνάει
σεινάμενη κουνάμενη μπροστά απ’ το καφενείο.

*

Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.

*Από τη συλλογή “Φρουρός”, εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2016.